Uncategorized

«Aγορές» και Ε.Ε. στραγγαλίζουν την Ελλάδα

Της Σύνταξης Άρδην τ. 78 Φεβρουάριος 2010

Εδώ και αρκετά χρόνια, αρχής γενομένης από την κρίση του Χρηματιστηρίου, υποστηρίζουμε πως η λεγόμενη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας της δεκαετίας του 1990 και του 2000 είχε σαθρές βάσεις και στηρίχθηκε σε μια «ευτυχή» φάση της «παγκοσμιοποίησης», η οποία, ιδιαίτερα με την εισροή των πάμφθηνων χεριών από την καταρρεύσασα Ανατολή, και την Ασία εν συνεχεία, επέτρεψε τον χωρίς όρια και αιδώ πλουτισμό των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Η χρηματιστική φάση της παγκοσμιοποίησης, την οποία περιγράφει ο Τζοβάνι Αρρίγκι στο κείμενο του, και η οποία επέτρεψε στους ρυθμούς ανάπτυξης  της Δύσης να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, ενίσχυσε με παρασιτικό τρόπο την ελληνική οικονομία και είχε ως συνέπεια το σημιτικό «θαύμα».
Ωστόσο, η είσοδος στην ΟΝΕ ήταν ένα αμφίστομο ξίφος για την ελληνική οικονομία. Διότι μπορεί να της επέτρεψε να αποφύγει την υποτίμηση του νομίσματος, προκάλεσε όμως μια γενικευμένη άνοδο των τιμών και οδήγησε τη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές σε κατάρρευση. Και οι τελευταίες βιομηχανίες καταναλωτικών προϊόντων είτε έκλεισαν είτε μετανάστευσαν στις γειτονικές χώρες με τα χαμηλότερα μεροκάματα. Το μόνο τμήμα του ελληνικού κεφαλαίου που κέρδισε από αυτή τη διαδικασία ήταν το τραπεζιτικό κεφάλαιο, που με το «σκληρό νόμισμα» επεκτάθηκε στα Βαλκάνια, καθώς και οι εισαγωγείς καταναλωτικών προϊόντων. Το άρθρο του Βασίλη Βιλιάρδου περιγράφει με σαφήνεια το πως η ΟΝΕ και το «σκληρό ευρώ» λειτούργησαν ευνοϊκά μόνο για τη… γερμανική οικονομία, ενώ υπέσκαψαν ακόμα περισσότερο τις βάσεις της ελληνικής. Το 1988, η εισαγωγική διείσδυση στο σύνολο της μεταποίησης, ήδη εξαιρετικά υψηλή, έφθανε το 34,2%· και μια δεκαετία αργότερα, είχε φθάσει το 45,5% ενώ μέσα σε δύο χρόνια, το 2000, ξεπέρασε το 51%, και το 2008 πλησίασε το 60%! Δηλαδή, μια εικοσαετία ήταν αρκετή για να κερδίσουν τα εισαγόμενα προϊόντα πάνω από 25 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι η διαδικασία υποκατάστασης των ελληνικών προϊόντων από ξένα επιταχύνθηκε δραματικά τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, για κάθε 10 ευρώ που “πέφτουν” στην ελληνική αγορά για βιομηχανικά προϊόντα, τα 6 κατευθύνονται σε εισαγόμενα προϊόντα, πλουτίζοντας τους Κινέζους, τους Γερμανούς και τους Ιταλούς βιομηχάνους.
Όταν λοιπόν ενέσκηψε η κρίση της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης, τον Σεπτέμβριο του 2008, η ελληνική οικονομία βρέθηκε εντελώς απροστάτευτη, χωρίς παραγωγικό δυναμικό, και με υψηλό κόστος, εξ αιτίας της χαμηλής της παραγωγικότητας, που την κάλυπτε επί χρόνια με τη μαύρη εργασία των μεταναστών. Οι «αγορές», στις οποίες όμνυαν για χρόνια τα γκόλντεν μπόυς του σημιτισμού και οι χατζηδάκηδες του καραμανλισμού, είδαν στην Ελλάδα τον αδύνατο κρίκο του ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι τη διαχείριση είχε αναλάβει μια κυβέρνηση ανικάνων μαθητευόμενων μάγων. Ήταν το ιδεώδες θύμα για τις «αγορές», ιδιαίτερα τους Αγγλο-αμερικανούς, οι οποίοι επιθυμούν να πλήξουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, και να μην επιτρέψουν να μεταβληθεί σε πόλο ανταγωνιστικό του αγγλοσαξωνικού.
Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα το γερμανικό κεφάλαιο, που ηγεμονεύει σε αυτήν, άδραξε την ευκαιρία για να «γονατίσει τους Έλληνες». Οι βορειοευρωπαίοι Τεύτονες, που θεωρούν την κρίση ως μία ευκαιρία για να επιβάλουν την ηγεμονία τους στο σύνολο της Ευρώπης, αντιμετωπίζουν την Ελλάδα σαν το «κακό παιδί» της Ευρώπης, που «παίρνει χρήματα» από τα ταμεία. Όμως, στην πραγματικότητα, η Ελλάδα πληρώνει τη Γερμανία και τους λοιπούς Ευρωπαίους εταίρους μέσω του διαρκώς διευρυνόμενου εμπορικού ελλείμματος. Αν οι καθαρές εισροές από τα Ευρωπαϊκά ταμεία είναι 2,5 έως 3 δισ. ευρώ τον χρόνο, το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασε τα 22 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007, και με τη Γερμανία μόνο, πάνω από τα 5 δισ. ευρώ. Επιπλέον, στην εσωτερική αγορά της Ελλάδας, οι γερμανικές και οι γαλλικές επιχειρήσεις ελέγχουν τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, και λιανεμπόριο με τις υπεραγορές. Και προφανώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι Γερμανοί δεν πλήρωσαν ποτέ τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Ελλάδα, ύψους δεκάδων αν όχι εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Επομένως, η συμπεριφορά των Τευτόνων δεν έχει καμία σχέση με όλα όσα λένε στην Ελλάδα διάφοροι υπηρέτες των αγορών και λοιποί ανεγκέφαλοι, ότι δηλαδή «οι Γερμανοί φορολογούμενοι θα μας πληρώσουν» [η έκφραση είναι του φοβερού οικονομικού αναλυτή του Σκαϊ, Μπάμπη Παπαδημητρίου], αλλά αποτελεί μια ευκαιρία για την ολοκλήρωση της οικονομικής και πολιτικής υποδούλωσης της Ελλάδας, με πλήρη διάλυση του κοινωνικού κράτους, όπως το δείχνει με ενάργεια και σαφήνεια ο Γερμανός αναλυτής Αντρέας Βερ στο άρθρο του, το οποίο μετέφρασε ο «Νταντόν».
Αυτή η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία όχι μόνο δεν προστάτευσε την Ελλάδα από τις «αγορές», αλλά έβαλε από το παράθυρο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως επιτηρητή της ελληνικής οικονομίας, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση πως η Ε.Ε. λειτουργεί ως χαλαρή συνομοσπονδία  όταν πρόκειται για προστασία των μελών και αλληλεγγύη απέναντί τους, και ως σφικτή «ομοσπονδία», όταν πρόκειται να επιβάλει περιορισμούς και δρακόντεια μέτρα σε κάποιο από τα αδύνατα μέλη της. Το συμπέρασμα συνάγεται εύκολα. Η Ελλάδα δεν κερδίζει τίποτε από μια τέτοιου τύπου ομοσπονδία: χάνει στο επίπεδο της παραγωγής και της παραγωγικής οικονομίας, χωρίς καν να προστατεύεται στοιχειωδώς σε περίπτωση κρίσης. [Ας όψονται οι «συμπατριώτες» μας της Άγκυρας].
Τα άρθρα του Αντώνη Ανδρουλιδάκη και του Γιώργου Ρακκά πάνω στις οικονομικο-κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές διαστάσεις της κρίσης ολοκληρώνουν αυτό το πρώτο αφιέρωμα του Άρδην στη μεγάλη οικονομική κρίση, που θα αλλάξει σε βάθος τόσο την ελληνική κοινωνία όσο και την πολιτική και ιδεολογική πραγματικότητα της χώρας.
Τέλος, όπως ήδη προαναφέραμε, ο μεγάλος οικονομολόγος Τζοβάνι Αρρίγκι, πριν τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 2009, στην τελευταία του συνέντευξη –την οποία πριν ένα χρόνο παραχώρησε στο περιοδικό Νιου Λεφτ Ρηβιού– αναλύει τους μηχανισμούς της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας, στην χρηματιστική της φάση και την ανάδυση της Άπω Ανατολής και της Κίνας, ως του νέου επικέντρου της παγκόσμιας συσσώρευσης. Έτσι προσφέρει το πλαίσιο που μας επιτρέπει να εντάξουμε την ελληνική κρίση στο παγκόσμιο πεδίο, και μας καλεί έμμεσα να διαμορφώσουμε προτάσεις και στρατηγικές για μια έξοδο από αυτήν.
Πάντως, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι, στο εξής, τίποτε δεν θα είναι όπως πριν. Και δεν θα καταρρεύσει μόνο το παρασιτικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο αλλά και το σύνολο ιδεολογικό και πολιτικό σύστημα. Μπαίνουμε στη μεγάλη κρίση του σχηματισμού που διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*