Άρδην τ. 77, Το μεταναστευτικό ζήτημα

Κράτος και μετανάστευση

του Σωτήρη Δημόπουλου από το Άρδην τ. 77

Παρά το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές το μεταναστευτικό ζήτημα παρέμεινε χαμηλά στην καταγραφή των προτεραιοτήτων των ψηφοφόρων, σε σχέση τουλάχιστον με τις ευρωεκλογές του Ιουνίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Και συνιστά πρόβλημα, στη φάση τουλάχιστον που έχει φθάσει, διότι επιφέρει μια σειρά από νέα δεδομένα που, αλλάζοντας ριζικά τη σύνθεση του λαού, τον πολιτισμικό χάρτη και την οικονομική οργάνωση, οδηγούν στα όριά της την κοινωνική συνοχή και μειώνουν περαιτέρω το επίπεδο πραγματικής δημοκρατίας.
Κι όμως, η σημερινή ζοφερή κατάσταση όπου εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί συνάνθρωποί μας αναζητούν μια ελπίδα σε μια καταρρέουσα οικονομία, την ίδια ώρα που οι λαϊκές τάξεις βιώνουν την ταξική τους καθίζηση και παράλληλα τη χωροταξική τους συμπίεση από τους νεήλυδες, έχει τη συνενοχή μεγάλου τμήματος του γηγενούς πληθυσμού και του ίδιου του κράτους.
Το ιστορικό είναι γενικά γνωστό. Ο ελληνικός λαός συνήργησε στην είσοδο των αλλοδαπών εργαζομένων, διότι ο ίδιος αναρριχήθηκε ψηλότερα στην ταξική κλίμακα. Ο Έλληνας κάλυψε τις ανάγκες του εκεί που χρειαζόταν χειρωνακτική εργασία, στη φύλαξη των γερόντων και των παιδιών του, αλλά και στην «ψυχαγωγία» υπό την ευρεία έννοια. Βέβαια, οι πραγματικά ωφελημένοι δεν ήταν άλλοι από τις μεγάλες εταιρείες, ιδίως αυτές των κατασκευών, αλλά και νέοι τομείς νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας που βασίζονται στη μετανάστευση. Η εποχή, όμως, της ύφεσης, η νέα ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και η έλευση περισσοτέρων μεταναστών δημιούργησε ένα εκρηκτικό σκηνικό. Η αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων και ο φόβος απώλειας ψήφων εξανάγκασε τα κόμματα εξουσίας να προσαρμόσουν αναλόγως τον προεκλογικό τους λόγο και να μιλήσουν για συγκροτημένη μεταναστευτική πολιτική και αναχαίτιση της λαθρομετανάστευσης.
Ποια, όμως, ήταν η πραγματική κρατική πολιτική για την αντιμετώπιση του φαινομένου; Μια ρεαλιστική εξέταση μας πείθει ότι το ελληνικό κράτος ουδέποτε έκανε ουσιαστική προσπάθεια να ελέγξει όλη τη διαδικασία έλευσης και παραμονής των μεταναστών, τόσο για τους λόγους που αναφέρθηκαν όσο και επειδή είναι ανίκανο πλέον να διαχειριστεί την οποιαδήποτε σοβαρή κρίση. Η παρακμή της κρατικής δομής την έφερε στο σημείο να λειτουργεί μόνο για να αυτοτροφοδοτείται ώστε να καλύπτει τις απαιτήσεις των υπαλλήλων της και των ελίτ που τρέφονται από αυτή. Τα μέτρα που λαμβάνονται είναι πάντοτε καθυστερημένα, ημιτελή και προορισμένα να δημιουργήσουν νέες εστίες διαφθοράς.
Έτσι λοιπόν, στην πρώτη φάση, τη δεκαετία του 1990, νομιμοποιήθηκε, με απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, μεγάλος αριθμός όσων ήρθαν από την πρώην ΕΣΣΔ, ελληνικής ή μη καταγωγής, ως «παλιννοστούντες». Αργότερα, δημιουργήθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που διευθετούσε τη διαδικασία νομιμοποίησης για τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες του πρώτου κύματος, οι οποίοι εισήλθαν επίσης παράνομα στη χώρα –κυρίως Αλβανοί, που και σήμερα αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των περίπου 550 χιλιάδων κατόχων αδειών παραμονής, και βεβαίως διεκδικούν για τα παιδιά τους που γεννήθηκαν εδώ την ελληνική ιθαγένεια, σύμφωνα με το ius soli. Για τους πολυάριθμους Βούλγαρους και Ρουμάνους η είσοδος των χωρών τους στην Ε.Ε. έλυσε διά μιας το πρόβλημα της νομιμότητας της παραμονής τους.
Σε κάθε περίπτωση, η ένταξη στην ελληνική κοινωνία ήταν σχετικά εύκολη για τους παραπάνω, καθώς σχεδόν όλοι τους βρήκαν θέση στην αγορά εργασίας, σε εποχές οικονομικής ευφορίας, και επιπλέον έμαθαν ελληνικά.
Στο δεύτερο κύμα, που συνεχίζεται, οι κύριες ροές είναι πλέον από την Ασία και την Αφρική, άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές, έτοιμοι για κάθε δουλειά και με όποιο μισθό και για τους οποίους η Ελλάδα αποτελούσε μάλλον μια χώρα διέλευσης πριν από τη γη της επαγγελίας.
Το κράτος και σε αυτή την περίπτωση αντιμετώπισε τη νέα κατάσταση με τα ίδια αντανακλαστικά. Περιορίστηκε στη διαχείριση του φαινομένου στη συνοριακή γραμμή, όπου πράγματι οι δυνατότητες ελέγχου είναι περιορισμένες. Οι μετανάστες κρατούνταν σε κέντρα φύλαξης για λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια, με πληρωμένα τα εισιτήρια, έρχονταν στην αθηναϊκή χοάνη. Εξάλλου, η Τουρκία, όπως και οι χώρες προέλευσης, δεν έχει καμία διάθεση συνεργασίας για ευνόητους λόγους.
Στη συνέχεια τα πάντα μένουν στην τύχη τους ή μάλλον στα κυκλώματα δικηγόρων, Ελλήνων και αλλοδαπών μεσαζόντων, και όποιου άλλου μυρίστηκε χρήμα –πολύ και εύκολο. Έτσι, αν και η συνεχής έλευση νέων μεταναστών δημιούργησε πρόβλημα σε ολόκληρες συνοικίες ή μεταμόρφωσε το κέντρο της πρωτεύουσας σε γκέτο και προκάλεσε αντιδράσεις, αρκετοί ήσαν αυτοί που ωφελήθηκαν.
Σχετικά πρόσφατα, ο νυν υπουργός «Προστασίας του Πολίτη» είχε δηλώσει τηλεοπτικά ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί η διόγκωση της μετανάστευσης, διότι η ροή της ρυθμίζεται από την ίδια την αγορά. Η επιστροφή του στο κτήριο της Κατεχάκη θα τον κάνει, ίσως, να καταλάβει το λάθος του… Η έλευση των οικονομικών μεταναστών δεν σταμάτησε με την ύφεση και την αύξηση της ανεργίας. Αντιθέτως, η ίδια η αγορά αλλάζει ραγδαία, ώστε η εκμετάλλευση της φθηνής εργασίας να διογκώνεται εις βάρος της όποιας παραγωγικής δραστηριότητας και των εργατικών δικαιωμάτων.
Αν και ένα τμήμα των λαθρομεταναστών κατόρθωσε να περάσει στη Δυτική Ευρώπη, πληρώνοντας αδρά τα πολυεθνικά κυκλώματα, το μεγαλύτερο παρέμεινε εργαζόμενο στην Ελλάδα, ή με εξευτελιστικά μεροκάματα και εξαντλητικά ωράρια, ή στο παραεμπόριο – κάποιοι ενεπλάκησαν και στην εγκληματική δραστηριότητα, που, χωρίς υπερβολή, άνθισε την τελευταία εικοσαετία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με το υπουργείο Ανάπτυξης, ο συνολικός τζίρος του παραεμπορίου εκτιμάται σε 15-20 δισ. ευρώ. Τα μισά περίπου από αυτά αφορούν το «εμπόριο» που ασκείται από τους οικονομικούς μετανάστες. Στους παραδοσιακούς κλάδους του λιανικού εμπορίου εκτιμάται ότι τα κυκλώματα του παραεμπορίου ελέγχουν το 1/3 του τζίρου. Οι τομείς που πλήττονται ιδιαίτερα είναι ο κλάδος της ένδυσης, τα δερμάτινα, τα είδη ταξιδιού, ενώ έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις η παράνομη διακίνηση τσιγάρων και CD. Στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν 7.500 δισκοπωλεία. Σήμερα, δεν είναι παραπάνω από 250! Το 2008 κλείσανε περισσότερα από 1.500 βίντεο κλαμπ και προβλέπεται μέχρι το τέλος του 2009 να κλείσουν άλλα 2.000. Πριν από 2-3 χρόνια, πάνω από 150 χιλιάδες «μαϊμού» δερμάτινα (τσάντες, πορτοφόλια, βαλίτσες κ.λπ.) πουλιόντουσαν κάθε εβδομάδα… Σήμερα οι πωλήσεις αυτών των ειδών πιθανόν να έχουν διπλασιαστεί!
Την ίδια ώρα, το εμπόριο αργοσβήνει οδηγώντας χιλιάδες εργαζόμενους στην απόγνωση. Και όμως, το κράτος, εκτός από θλιβερές συλλήψεις πλανόδιων Αφρικανών, δεν έκανε καμιά ουσιαστική προσπάθεια να κτυπήσει το φαινόμενο στη ρίζα του. Είναι άξιον απορίας, για παράδειγμα, γιατί οι κινεζικές εισαγωγές στην Ελλάδα και η διακίνηση φθηνών εμπορευμάτων χωρίς καμία απόδειξη, και όλες τις ημέρες της εβδομάδας από τα κινεζικά καταστήματα, μοιάζουν να βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας των υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών.
Όπως επίσης εκτός ελέγχου φαίνεται να λειτουργούν και οι εκατοντάδες επιχειρήσεις που απασχολούν ανασφάλιστο αλλοδαπό προσωπικό με σκοπό την μεγιστοποίηση του κέρδους τους και δεν υφίστανται την παραμικρή ποινή γι’ αυτό. Και εάν είναι δύσκολη η πρόσβαση στα εργοστάσια του Ασπροπύργου ή της Θήβας, τα εκατοντάδες βενζινάδικα και πλυντήρια αυτοκινήτων της Αθήνας δεν μπορεί παρά να έχουν πελάτες και υπαλλήλους του υπουργείου Απασχόλησης και της Επιθεώρησης Εργασίας.
Πώς θα μπορούσαν, όμως, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά, εφόσον το κράτος με κεντρικές του επιλογές προωθεί ανάλογες πρακτικές; Ποια ανάγνωση θα μπορούσε να έχει η συμφωνία για απασχόληση σε ξενοδοχειακές μονάδες σπουδαστών τουριστικών σχολών της Ανατολικής Ευρώπης με το καθεστώς της πρακτικής εξάσκησης και με μισθό 300(!) ευρώ μηνιαίως; Κανείς εχέφρων πολίτης δεν θα αντέτεινε ότι αυτό συμβαίνει, διότι οι νέοι της Ελλάδας δεν επιθυμούν να εργαστούν στη Χαλκιδική, στη Ρόδο ή στην Κρήτη.
Και ακόμη, πώς να δικαιολογηθούν οι άνω των 30 χιλιάδων, καθ’ όλα νόμιμων, προσωπικών μετακλήσεων ετησίως για συγκεκριμένες εργασίες, όπως σερβιτόροι σε ακριβά εστιατόρια του κέντρου κ.λπ., με τα συγκεκριμένα ποσοστά ανεργίας (επισήμως 9,6% ή 476.707 άτομα);
Και ποιος ο λόγος της παρατεινόμενης ισχύος της συμφωνίας με την Αλβανία, για τη μετάκληση κάθε χρόνο περίπου 35 χιλιάδων ανθρώπων για εργατικό προσωπικό, που υποτίθεται ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθεί στην Ελλάδα των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών με ή χωρίς χαρτιά;
Παράλληλα, όμως, τα νέα δεδομένα συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένο, ευνοϊκό, ιδεολογικό πλαίσιο για τη διαιώνιση της κατάστασης. Είναι απίστευτη η αδυναμία ανάπτυξης, ακόμη και σήμερα μετά από όσα έχουν συμβεί, ενός σοβαρού διαλόγου για το μεταναστευτικό. Αυτή η μεροληπτική, και με επιθετικά χαρακτηριστικά, τάση που αγιοποιεί την πολυπολιτισμική κοινωνία με όποιο κόστος, ενισχύεται από τα οργανωμένα συμφέροντα και στηρίζεται στην συνεργασία της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, ομάδων ακτιβιστών και όλων των «μεταναστολόγων». Αυτοί οι τελευταίοι, ομού με τους συναδέλφους τους από τη Δύση, υποστήριζαν, πριν από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, την αναντίρρητη ανάγκη να δεχθεί η Ε.Ε. 50 εκ.(!) νέους οικονομικούς μετανάστες στα επόμενα έτη, ώστε να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις της ανάπτυξης. Οι ίδιοι σήμερα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, συνεχίζουν τα σχέδια επί χάρτου, επιδοτούμενοι πάντοτε από παντού (Ε.Ε., κράτος, ιδιωτικά ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού), επικεντρώνοντας πλέον το πεδίο της δράσης τους στους πρόσφυγες και στους high-skilled…
Η πολιτεία όχι μόνον δεν αντέδρασε σε όλη αυτή την συμπαιγνία άπληστων κερδοσκόπων και επαγγελματιών ανθρωπιστών, αλλά αντίθετα υιοθέτησε πολλές από τις επιδιώξεις τους. Και έτσι η δυσανάλογη με το πραγματικό τους μέγεθος ισχύς των οργανωμένων ομάδων, που αυθαίρετα αυτοαναγορεύονται σε «κοινωνία των πολιτών», υπονομεύει πλέον βαθύτατα την, ούτως ή άλλως κουτσουρεμένη, αστική δημοκρατία μας.
Κατά πάσα πιθανότητα, το επόμενο διάστημα θα γίνουν και πάλι νέες ρυθμίσεις, με εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις, με ή χωρίς απόδοση ιθαγένειας, με πρόθεση πάντοτε να διορθωθεί μια περιπλεγμένη κατάσταση. Έτσι θα πειστούμε ότι πρέπει να νιώθουμε και πάλι ικανοποιημένοι για τη διευθέτηση σοβαρών εκκρεμοτήτων, αλλά στην πραγματικότητα θα πρόκειται απλώς για την αρχή ενός νέου κύκλου. Η πείρα μας δίδαξε ότι κάθε νομιμοποιητική δυνατότητα διευρύνεται, και δικαίως, υπό κάποιες προϋποθέσεις, στην οικογένεια του ευνοημένου από τον νόμο και κυρίως ότι λειτουργεί ως ηχηρό κάλεσμα και για νέους μετανάστες, καθώς εύλογα χιλιάδες θα σκεφθούν ότι την επόμενη φορά θα είναι και αυτοί ευνοημένοι…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*