Άρδην τ. 77, Το μεταναστευτικό ζήτημα

Μετανάστες και κοινωνική ένταξη

του Θανάση Τζιούμπα από το Άρδην τ. 77

Στην Ελλάδα η συζήτηση για το μεταναστευτικό επικεντρώνεται στα αποτελέσματα, τις ωφέλειες ή τους κινδύνους που επιφέρει η μετανάστευση για την κοινωνία μας ή στην επίκληση γενικών αρχών, κινδυνεύοντας να αντιμετωπίσει το φαινόμενο με όρους στιγμής και όχι διαδικασίας. Οι επιπτώσεις της μετανάστευσης είναι αποτέλεσμα όχι μόνο του ίδιου του γεγονότος, αλλά και των στρατηγικών που μια κοινωνία κινητοποιεί (ή δεν κινητοποιεί) απέναντί του, δηλαδή των στρατηγικών ένταξής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η ένταξη των ανθρώπων που μεταναστεύουν, με στόχο να μείνουν για μακρό διάστημα σε μια ξένη κοινωνία, περιλαμβάνει ποσοτικές και ποιοτικές παραμέτρους. Οι ποσοτικές παράμετροι αναφέρονται στα όρια αντοχής μιας ομάδας να εντάξει καινούργια μέλη, χωρίς να απολέσει τα βασικά της χαρακτηριστικά και τη συνοχή που διασφαλίζει η αποδοχή των ενδοομαδικών κανόνων συνύπαρξης. Κάθε στρατηγική ένταξης έχει και ένα ανώτατο όριο πέρα από το οποίο η προσπάθεια είναι ατελέσφορη και καταδικασμένη. Εδώ θα θιγεί περισσότερο η άλλη παράμετρος, η ποιοτική, και αυτή αναφέρεται στις δυνάμεις συνοχής της «κοινωνίας υποδοχής», την επένδυση που είναι διατεθειμένη να αναλάβει και την επιλογή των πιο πρόσφορων πολιτικών ένταξης.
Σε γενικές γραμμές, για έναν οικονομικό μετανάστη σε μια ξένη χώρα υπάρχουν τρία βασικά πεδία μέθεξης στην κοινωνική ζωή, τρία σημεία επαφής μαζί της, που κάθε ένα από αυτά μπορεί να λειτουργήσει ενισχύοντας ή στρεβλώνοντας και αποδυναμώνοντας τη διαδικασία ένταξης: Η εργασία, η επαφή με τις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας και το σχολείο. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι ο συνδυασμός των τριών πεδίων και όχι μονοδιάστατες πολιτικές μπορούν να έχουν τα αποτελέσματα της κοινωνικής ένταξης που υποτίθεται ότι είναι το ζητούμενο για μια δημοκρατική και αλληλέγγυα κοινωνία.

Η ΕΝΤΑΞΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η εργασία, η ένταξη στο οικονομικό γίγνεσθαι, μπορεί να αποτελέσει πεδίο ένταξης ή διαφοροποίησης κι αυτό εξαρτάται από την ποιότητά της (ασφάλεια της εργασίας, εργασιακά δικαιώματα, αμοιβές). Η μετανάστευση στις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, αυτή που τροφοδοτήθηκε και από το άδειασμα της ελληνικής υπαίθρου, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα παράδειγμα όπου τα τρία αυτά στοιχεία επιχειρήθηκε να λυθούν θεσμικά. Ο κάτοικος της Δράμας ή του Κιλκίς, πριν πάρει το τρένο για το Μόναχο, είχε περάσει από επιλογή που του διασφάλιζε διαμονή και νόμιμη εργασία. Μπορεί οι εργασίες να ήταν ανειδίκευτες, βαριές, εργασίες που ο μέσος Γερμανός ή Βέλγος να μην ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν, αλλά η θεσμική εξίσωση με βάση όσα προέβλεπε το κάθε εθνικό εργατικό δίκαιο ήταν διασφαλισμένη. Ακόμα κι έτσι βέβαια τα φαινόμενα διαχωρισμού και διακρίσεων δεν έλειψαν, αρκεί να θυμηθούμε τις λέξεις «γκασταρμπάιτερ» και «αουσλάντερ» με τις οποίες στόλιζαν τους πατεράδες μας, ή τα «χάιμ», τους άθλιους κοιτώνες των βιομηχανιών στους οποίους υποχρεώθηκαν να μείνουν για χρόνια.
Αν όλα αυτά συνέβησαν παρά τη θεσμική ισονομία και την απουσία διακρίσεων, τότε τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από το σύγχρονο «υπόδειγμα» στη χώρα μας; Ας δούμε τις ιδιομορφίες: Η ελληνική παραγωγική μηχανή δεν χαρακτηρίζεται από την ένταση κεφαλαίου και τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, αλλά από την ένταση εργασίας και τον κατακερματισμό. Η φτηνή εργασία ανέκαθεν υπήρξε ο επιταχυντής των ρυθμών ανάπτυξης, και αυτό χαρακτηρίζει όλα τα αναπτυξιακά άλματα, τα οποία στηρίχθηκαν στη μαζική είσοδο πληθυσμών στα όρια της εξαθλίωσης, όπως στις περιόδους μετά την καταστροφή του ’22 και στη βίαιη μετακίνηση αγροτικών πληθυσμών στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια. Η ίδια συνταγή ακολουθήθηκε από το ’90 και μετά, με την προσέλκυση κατ’ αρχάς των ελληνικής καταγωγής και συνείδησης Βορειοηπειρωτών και Ποντίων από την πρώην ΕΣΣΔ και στη συνέχεια των Αλβανών και πρόσφατα μεταναστών από την Ασία και την Αφρική. Η ένταξη στην πρώτη περίπτωση αφορούσε ομάδες με κοινή εθνική συνείδηση και πολιτισμικά χαρακτηριστικά και, παρά τα όποια προβλήματα («οι Σμυρνιές είναι πουτάνες», ή «έξω οι Βλάχοι από την Αθήνα»), οι μηχανισμοί της ενδοομαδικής αλληλεγγύης κατάφεραν να αντισταθμίσουν την απουσία πολιτικών. Το ίδιο, με ανάλογες δυσκολίες, έγινε και στην περίπτωση των ελληνικής συνείδησης οικονομικών μεταναστών της δεκαετίας του ’90, αυτών που συμβατικά ονομάσαμε «παλιννοστούντες».
Η ένταξη όμως ομάδων διαφορετικής συνείδησης απαιτεί μια σοβαρή επένδυση στην προετοιμασία (αξιοπρεπής υποδοχή, εκμάθηση γλώσσας κ.λπ.), που στην ελληνική περίπτωση παραλείφθηκε, όχι βέβαια για λόγους άγνοιας, αλλά για λόγους έλλειψης στοιχειώδους προγραμματισμού και ως σκόπιμη επιλογή, καθώς η εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών ρίχνει δραματικά το κόστος εργασίας τους. Τα συνδικάτα και οι οργανώσεις, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δομές υποδοχής και ένταξης στη ελληνική εργατική τάξη, αποποιήθηκαν τον ρόλο αυτό, καθώς δεν αντιπροσώπευαν τίποτε στον ιδιωτικό τομέα, όπου αποτύγχαναν να οργανώσουν και τους Έλληνες εργάτες. Στον μόνο χώρο όπου είχαν κάποια δύναμη, στην οικοδομή, η μαζική είσοδος φτηνής ανειδίκευτης εργασίας έδωσε την ευκαιρία στους ως χθες οικοδόμους, οργανωμένους και κατά συνθήκη αριστερούς, να μεταβληθούν εν μια νυκτί σε υπεργολάβους και εργολάβους, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα και την εργολαβική εκπροσώπηση των εργαζόμενων στην οικοδομή!
Ταυτόχρονα, η διασπορά των μεταναστών σε εκατομμύρια εργοδότες, καθώς κάθε σχεδόν χωράφι, σπίτι, παιδί, ηλικιωμένος, σκασμένος από λίμπιντο αρσενικός κλπ. έχει στη δούλεψή του έναν μετανάστη, όχι μόνο δεν δίνει περιθώρια συλλογικής διεκδίκησης (που θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο ένταξης στην ελληνική κοινωνία), αλλά καθιστά το τοπίο της ταξικής αντιπαράθεσης ιδιαίτερα περίπλοκο και δύσκολα ερμηνεύσιμο. Η στενή διαπροσωπική σχέση μετατρέπει τη σχέση ημεδαπών και αλλοδαπών σε προσωπική υπόθεση, με τρόπους που δεν είναι προβλέψιμοι από τα κλασικά εργαλεία ανάλυσης και ερμηνείας μιας ταξικής αντιπαράθεσης που εκτυλίσσεται στις αποπροσωποποιημένες δομές ενός εργοστάσιου. Αυτό το μωσαϊκό προσωπικών στάσεων κάθε είδους, ανθρωπιάς ή απανθρωπιάς, είναι λειτουργικό μόνο στον βαθμό που η υπάρχουσα διαφορά δεν είναι τέτοιου μεγέθους, ώστε να αποτρέπει τη διαπροσωπική επικοινωνία.
Οι δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, το πέρασμα στην ειδικευμένη εργασία, το μαγαζάκι ή η υπεργολαβία, αποτελούσαν μια υπαρκτή προοπτική για την κοινωνική ένταξη των παλιότερων μεταναστών. Όμως, καθώς εντείνεται η οικονομική κρίση, αυτές οι διέξοδοι κλείνουν για τους καινούργιους, τουλάχιστον ως νόμιμη δραστηριότητα. Η (παρα)οικονομική δραστηριότητα, το παράνομο μικρεμπόριο, μεταφράζεται σε ένα διαρκές κυνηγητό με την αστυνομία ή τους εμπόρους της οδού Αθηνάς, και μάλλον δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως μορφή ομαλής κοινωνικής ένταξης.
Η ιδιότυπη συμμετοχή των μεταναστών, ειδικά των τελευταίων κυμάτων ασιατικής και αφρικανικής προέλευσης, στην ελληνική οικονομία, όχι μόνο δεν λειτουργεί ως κοινωνική ενσωμάτωση, αλλά αναπαράγει τις διακρίσεις τόσο σε πραγματικό όσο και σε φαντασιακό επίπεδο: η εργασία εμπεριέχει ανισότητα και αδικία, ο ανταγωνισμός με την κοινωνία υποδοχής (όπως αυτή εκπροσωπείται στα μάτια του μετανάστη) γίνεται η κύρια πλευρά. Ένα μοντέλο που για να επιβιώσει έχει ανάγκη από ένα διαρκές ρεύμα νέων, ακόμα πιο εξαθλιωμένων και πρόθυμων μεταναστών.
Η ελληνική κοινωνία δεν είχε συνείδηση του πραγματικού κόστους της απασχόλησης των μεταναστών και επέμενε να νέμεται τα αποτελέσματα της φτηνής αυτής εργασίας στη βελτίωση της ζωής των γηγενών, με άλλα λόγια στην πτώση του πληθωρισμού ή την τιμή της φράουλας. Το σοκ που αρχίζει να βιώνει είναι η ανακάλυψη ότι η πραγματική τιμή της φράουλας περιλαμβάνει και τα «κρυφά κόστη», την ένταξη των ανθρώπων αυτών στην αμέσως επόμενη φάση, κόστη που θα πρέπει να πληρωθούν τώρα, όποια λύση κι αν επιλεγεί, από τις μεγάλης κλίμακας απελάσεις ως την ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας πολιτικών ένταξης.

Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ

Οι μισοί και παραπάνω μετανάστες δουλεύουν ανασφάλιστοι. Σε ένα μικτό ασφαλιστικό σύστημα όπως το ελληνικό, η πρόσβαση στην περίθαλψη υπάρχει μέσω των ασφαλιστικών ταμείων. Ένα ανασφάλιστο και μη προστατευόμενο άτομο, τυπικά, δεν έχει πρόσβαση ούτε στην πρωτοβάθμια, ούτε στη δευτεροβάθμια υγειονομική περίθαλψη.
Οι μετανάστες ωστόσο αποτελούν μια ομάδα που, ανάλογα και με τη χώρα προέλευσής τους, έχουν σοβαρότερα προβλήματα υγείας· νοσήματα όπως η φυματίωση ή η ελονοσία που ενδημούν στις πατρίδες τους, αλλά εδώ έτειναν να εκλείψουν. Οι συνθήκες εργασίας και στέγασης επιβαρύνουν το υγειονομικό τους προφίλ προσθέτοντας και τα εργατικά ατυχήματα, αλλά και παθήσεις από τις συνθήκες διατροφής και διαβίωσής τους. Αυτό δημιουργεί ένα μείζον θέμα, που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο για λόγους ανθρωπιστικούς αλλά και για την προστασία του γενικού πληθυσμού.
Η απάντηση που επιλέχθηκε ήταν η ανάθεση στις δομές του ΕΣΥ να λύσουν το πρόβλημα: Η νομοθεσία που ψηφίστηκε (Ν.3386/2005) έδινε το δικαίωμα περίθαλψης, σε άτομα που δεν είχαν νόμιμη άδεια παραμονής, μόνο σε περίπτωση κινδύνου της ζωής, κι αυτό θα το έκρινε το ίδιο το νοσοκομείο. Οι γιατροί, λειτουργώντας όπως είναι φυσικό και νόμιμο με βάση την ιατρική τους ιδιότητα, ερμηνεύουν τη βαρύτητα των περιπτώσεων με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που προσδοκούσε ο νομοθέτης, και το σκηνικό ολοκληρώνεται με την αθρόα χορήγηση βιβλιαρίων απορίας ή ΟΓΑ σε απίθανους αριθμούς ανθρώπων, περιλαμβάνοντας μεγάλους αριθμούς μεταναστών που δεν είχαν θεμελιώσει δικαίωμα περίθαλψης. Το αποτέλεσμα ήταν η μετατροπή των δομών δευτεροβάθμιας υγείας σε πρωτοβάθμιες, η πολιορκία των εξωτερικών ιατρείων από πλήθη που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν, η κατάρρευση της ποιότητας των υπηρεσιών και η εκτόξευση του κόστους λειτουργίας του ΕΣΥ.
Η αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας με τον τρόπο αυτό, αντί να είναι πεδίο ένταξης και επαφής με την κοινωνία υποδοχής, μεταβάλλεται σε πεδίο διαχωρισμού και αντιπαράθεσης: Η κακή εξυπηρέτηση είναι η οπτική γωνία του μετανάστη που βιώνει μια άνιση μεταχείριση και ενοχοποιεί το σύστημα. Η υπερφόρτωση του συστήματος με τα αιτήματα των μεταναστών, που αυξάνουν τις αναμονές, ενοχοποιεί τους «νέους πελάτες» ως τζαμπατζήδες για τους υπολοίπους ασθενείς. Τα αδιέξοδα των προϋπολογισμών και η ανεπάρκεια υποδομών και προσωπικού καθορίζουν τη στάση του υγειονομικού κόσμου, που μέμφεται γι’ αυτό τους μεγάλους αριθμούς και αυτούς που τους διογκώνουν. Όταν όλοι είναι εναντίον όλων, μια κοινωνική δομή είναι αναμενόμενο να λειτουργήσει στην κατεύθυνση της παραπέρα αποδιοργάνωσης κι όχι βέβαια στην προαγωγή της κοινωνικής συνοχής.
Όσο για τη συμβολή τους στην ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος, είναι μια κοντόθωρη οπτική, που παραγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε νέος ασφαλισμένος επενδύει στο μέλλον και κάποια στιγμή θα διεκδικήσει και τη δική του σύνταξη. Η συνηγορία για τα οφέλη της μετανάστευσης, με την επίκληση των πλεονεκτημάτων για την κοινωνία μας, δεν είναι καλύτερης ποιότητας από αυτή των κατηγόρων της: να δώσουμε χαρτιά για να πληρώνουν αυτοί ασφαλιστικές εισφορές ώστε να έχουμε εμείς συντάξεις.
Η αντιμετώπιση των υγειονομικών ζητημάτων των μεταναστών στο υπάρχον σύστημα, που νοσεί αφ’ εαυτού, πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα παθογένειας που το χαρακτηρίζουν. Οι λύσεις άρα θα πρέπει να αναζητηθούν στην κατεύθυνση της βελτίωσης της ποιότητάς του για όλους τους κατοίκους, κάτι που ούτως ή άλλως θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ, ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ Ή ΧΑΟΣ;

Η εκπαίδευση είναι ένας χώρος όπου η ένταξη των παιδιών στην κοινωνία και τον πολιτισμό των ενήλικων συντελείται με τρόπους άμεσους και έμμεσους. Ο άμεσος είναι η διδασκαλία και τα μαθήματα που αναφέρονται στον πυρήνα της συλλογικής ταυτότητας: γλώσσα, ιστορία, θρησκευτικά, κοινωνιολογικά μαθήματα. Ο έμμεσος είναι το ίδιο το σχολείο ως πλαίσιο κοινωνικοποίησης: επαφής, αναπαραγωγής προτύπων και αξιών της ομάδας. Ο ρόλος του λοιπόν στην κοινωνική ένταξη ατόμων και ομάδων αναγνωρίζεται ως κρίσιμος.
Στις παραδοσιακές χώρες υποδοχής μεταναστών, οι διαδικασίες σχολικής ένταξης των αλλοεθνών μαθητών έχουν αποτελέσει αντικείμενο ενός ιδιαίτερου παιδαγωγικού λόγου. Ήδη, από τη δεκαετία του ’70, η συζήτηση δεν εστιάζεται πια στη «μειονεξία», αλλά στη «διαφορά».
Και καθώς η γλώσσα είναι το όχημα μετάδοσης του πολιτισμού, πολλά κρίνονται στην αναμέτρηση για τη γλώσσα της εκπαίδευσης. Η λεγόμενη αφομοιωτική πρόταση αποτελούσε την κύρια πλευρά της εκπαιδευτικής πολιτικής. Ιδιαίτερα οι κοινωνίες που βρίσκονταν σε ανοιχτά συστήματα σχέσεων (ανταγωνισμού ή συμβίωσης) με το γεωγραφικό τους περιβάλλον, επέλεξαν τον τρόπο αυτό ως μέσο διατήρησης της υπόστασής τους. Αυτό στηλιτεύτηκε από τις θεωρίες της νεωτερικότητας ότι ταξινομεί αυθαίρετα τους «άλλους» ως κατώτερους, αποσιωπώντας το γεγονός ότι αφ’ εαυτής η πρόταση αυτή ελαχιστοποιεί τα στερεότυπα της φυλετικής προσέγγισης. Η αυτοπροσδιοριζόμενη ως πολυεθνική πρόταση πρότεινε τη δίγλωσση εκπαίδευση ως έναν καλύτερο τρόπο σχολικής και κατά συνέπεια κοινωνικής ένταξης, ενώ στον πολιτισμικό πλουραλισμό ο στόχος της ένταξης στις χώρες υποδοχής εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται με την προετοιμασία για ένταξη στον πολιτισμό της χώρας καταγωγής (αποσιωπώντας την πιθανότητα τέτοιες χώρες να έχουν μεταβληθεί σε πεδία βολής των πεζοναυτών, στα πλαίσια κάποιου πολέμου που έχει εξαπολύσει η πλανηταρχία).
Και βέβαια δεν είναι μόνο η ιδεολογική τοποθέτηση των πρωταγωνιστών της συζήτησης, αλλά και οι ιδιαίτερες συνθήκες των χωρών και το γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο που καθορίζει το αποτέλεσμά της. Η χώρα που για δεκαετίες αποτέλεσε την πρωτοπορία των πολιτικών της δεύτερης ή της τρίτης πρότασης, οι Η.Π.Α., ήταν μια χώρα χωρίς ιθαγενή ταυτότητα (καθώς οι φορείς της ιθαγενούς ταυτότητας εξοντώθηκαν συστηματικά), μια χώρα που οικοδόμησε τη σύγχρονη ταυτότητά της λειτουργώντας ως «melting pot», χωνευτήρι των πολιτισμών. Η οικοδόμηση αυτή στηρίχτηκε στην αποδόμηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των μεταναστών, καθώς μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη για τη συνοχή του συστήματος, όπως φάνηκε με την ομάδα των (ισπανόφωνων) Μεξικανών στις ΗΠΑ. Αποδεκτή είναι η επιβίωση του φολκλορικού μόνο στοιχείου, ενώ το σύνολο της κοινωνίας έπρεπε να αποδεχθεί το βασικό πρόταγμα του αγγλοσαξονικού-προτεσταντικού οντολογικού μοντέλου, αυτού της επιδίωξης της ατομικής και ανταγωνιστικής ανέλιξης, με όρους οικονομικής και κοινωνικής ισχύος. Το αμερικάνικο όνειρο έχει χρώμα, το χρώμα του δολαρίου. Οι εξωτερικές εκφράσεις του πατριωτισμού, που αφθονούν στις ΗΠΑ, όχι μόνο δεν έρχονται σε αντίθεση αλλά συμπληρώνουν την εικόνα της ισχύος ως πολιτισμικής αξίας και ταυτότητας, στην οποία οι πολίτες καλούνται να μετέχουν. Όταν βέβαια εμφανίζεται μια πληθυσμιακή ομάδα που δημογραφικά αποτελεί απειλή για την αγγλοσαξονική πλειονότητα, αυτή αμύνεται με επιστροφή στις πολιτικές αποκλεισμού. Τον Ιούνιο του 1998, με δημοψήφισμα στην Καλιφόρνια, απαγορεύτηκε η χρήση της μητρικής γλώσσας των μη αγγλόφωνων στο σχολείο, προς μεγάλη απογοήτευση όσων υπερασπίζονταν τη δίγλωσση εκπαίδευση.
Αν οι κοινωνίες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα και τις πολιτικές να απορροφήσουν τα μεταναστευτικά ρεύματα, βρίσκονται σήμερα σε σύγχυση στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής, πόσο μάλλον ισχύει αυτό στην Ελλάδα, που μοιάζει να έχει αναθέσει αποκλειστικά στο σχολείο τη διαχείριση του προβλήματος της ένταξης των μεταναστών. Η εκπαιδευτική πολιτική, που παραδοσιακά ακολουθούσε η χώρα, ήταν αυτή της έμφασης στην αναπαραγωγή του πολιτισμού της (ως στοιχείου διατήρησης μιας απειλούμενης ταυτότητας). Η αρχή της μέθεξης στην «ημετέρα παιδεία» στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας λειτούργησε αποτρεπτικά στην ανάπτυξη φυλετικών-ρατσιστικών στάσεων. Οι πολιτικές περιστάσεις πρόσθεταν τον έντονα αφομοιωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος στην αντίληψη της ταυτότητας ως μιας υιοθέτησης του «πολιτισμού» και της ιδεολογίας των αρχουσών κοινωνικών ομάδων. Το στοιχείο αυτό, που έφτασε στην υπερβολή του στα μετεμφυλιακά χρόνια μέχρι τη μεταπολίτευση, δημιούργησε μια γενιά εκπαιδευτικών που αμφισβήτησαν αυτόν τον ρόλο της εκπαίδευσης και προέκριναν ένα ουδέτερο από πολιτισμική άποψη υπόδειγμα, εστιασμένο στη «χρήσιμη» (οικονομικά ανταλλάξιμη) γνώση.
Η ανάγκη λειτουργίας του σχολείου ως πεδίου κοινωνικής ένταξης υπονομεύεται: Το σύστημα εκπαίδευσης μοιάζει να έχει αποποιηθεί τον ρόλο του ως πεδίου ένταξης στον ελληνικό πολιτισμό, στον οποίο δείχνει να μην πιστεύει, με τις αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα και την υιοθέτηση μιας παιδαγωγικής που επιλέγει τη διδασκαλία π.χ. του γλωσσικού μαθήματος όχι μέσω της «άχρηστης» λογοτεχνίας, αλλά των «χρήσιμων» συνταγών μαγειρικής. Η αντιπαράθεση για το βιβλίο της ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού ήταν μια ακόμη έκφραση της πάλης με το νέο αυτό κατεστημένο. Όταν ο παιδαγωγική αυτή έρχεται αντιμέτωπη με τις δυσκολίες ένταξης και την εκπαιδευτική αποτυχία μαθητών άλλης καταγωγής και συνείδησης, η απάντηση είναι μια φυγή προς τα μπρος: Ενοχοποιείται το σχολείο ως ελληνοκεντρικό. σε αυτό αποδίδεται η αποτυχία του και επιχειρείται η ολοκλήρωση της μετάλλαξης με τη μονόδρομη προσαρμογή στις ανάγκες διατήρησης της διαφοράς ως δικαίωμα, με την κατάργηση κάθε ιδέας πολιτισμικού πρόσημου. Η επιλογή της κυρίας Θάλειας Δραγώνα, από τις «ιστορικές μορφές» της θεωρίας αυτής, ως προϊστάμενης στη Διεύθυνση Αγωγής Ελληνοπαίδων (!!!), μπορεί να μας προϊδεάσει για τους ανέμους που φυσούν στα υψίπεδα της πολιτικής εξουσίας.
Και βέβαια ο κοινωνικός παράγοντας είναι παρών: Οι μεγάλοι αριθμοί παιδιών μεταναστών σε σχολεία περιοχών όπου η οικονομική, κοινωνική και χωροταξική υποβάθμιση αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού, ήρθαν να επιτείνουν τα προβλήματα. Οι τάξεις σχολικής ένταξης λειτούργησαν ανεπαρκέστατα, τα γλωσσικά προβλήματα υπονόμευσαν τη σχολική ενσωμάτωση, οι Έλληνες γονείς πήραν σε μεγάλο ποσοστό τα παιδιά τους από τα σχολεία αυτά, αυξάνοντας τα φαινόμενα γκετοποίησης. Η άνιση κατανομή των αλλοδαπών μαθητών, η συγκέντρωσή τους σε ορισμένα σχολεία β΄ και γ΄ κατηγορίας, ακυρώνουν την πολιτική της σχολικής ενσωμάτωσης και προάγουν φαινόμενα υποομάδων με βάση την κοινή καταγωγή, που αυξάνουν την νεανική παραβατικότητα και τείνουν να μεταβάλουν την αυλή του σχολείου σε πεδίο διεξαγωγής του πολέμου των πολιτισμών του Χάντιγκτον.
Αυτό που δείχνουν να παραγνωρίζουν οι οπαδοί της «νεωτερικής» παιδαγωγικής και ψυχολογίας είναι ότι κάθε κοινωνία εξαρτά τη συνοχή της όχι μόνο από την ύπαρξη νόμων και κατασταλτικών μηχανισμών (ή των «πανίσχυρων νόμων της αγοράς»), αλλά και τις συνεκτικές δυνάμεις που λειτουργούν στο συλλογικό συνειδητό και υποσυνείδητο. Η αποδοχή κάποιων βασικών ηθικών και κοινωνικών αξιών ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού σε μια κοινωνία ως ομάδα. Η αποδοχή αυτή θέτει τα όρια των συμπεριφορών που είναι νόμιμες στα πλαίσια την κοινωνικής ζωής και αποτελεί το πλαίσιο της «αναγκαιότητας» εντός της οποίας ασκείται ή περιορίζεται η «ελευθερία». Χωρίς την εσωτερική αυτή αυτορρύθμιση, η κοινωνική συνοχή διακυβεύεται με την απώλεια της νοηματοδότησης του «ανήκειν στην ομάδα». Η αίσθηση του ανήκειν για τις κοινωνίες είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικό γεγονός. Η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία βασίζεται στην ύπαρξη κοινών συμβολικών συστημάτων. Η επικοινωνία με το διαφορετικό είναι αποτελεσματική αν έχει ως αφετηριακό σημείο το κοινό. Η αποχή του σχολείου από τον ρόλο της εκπαίδευσης στις αξίες και τους κανόνες του πολιτισμού ανοίγει ένα τεράστιο κενό, που δεν επιδρά μόνο στη συνοχή της σχολικής τάξης, αλλά στο σύνολο των εκφάνσεων της κοινωνικής συνοχής.
Είναι καιρός αυτή η πολιτική να αναγνωριστεί ως ατελέσφορη. Το ελληνικό σχολείο δεν αποτυγχάνει να εντάξει τους αλλοδαπούς μαθητές επειδή είναι ελληνοκεντρικό, αλλά για τον αντίθετο λόγο: δεν έχει κέντρο, δεν προάγει κανένα πολιτισμό παρά μια κατ’ επίφαση χρησιμοθηρική παιδεία, μακριά από αξίες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα κοινά πεδία επαφής και, διαπολιτισμικής πλέον, επικοινωνίας. Το ελληνικό σχολείο αποτυγχάνει να ενσωματώσει τους μαθητές, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, κι αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει σε μια επανεκτίμηση των αλλοπρόσαλλων ίσως μεταρρυθμίσεων και την επαναδιατύπωση μιας πολιτισμικής πρότασης που θα προάγει τη σύνθεση μιας ελληνικής ταυτότητας με όρους 21ου αιώνα.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ «ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ»

Καθώς και στη χώρα μας η δεύτερη γενιά μεταναστών εισέρχεται σταδιακά στο προσκήνιο, θα είχε νόημα να μας προβληματίσουν όσα διδάγματα μπορούμε να αποκομίσουμε τόσο από τη διεθνή εμπειρία όσο και από τα «πρόδρομα φαινόμενα» στο ημεδαπό κοινωνικό γίγνεσθαι. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η δεύτερη γενιά χαρακτηρίζεται από κρίση και απώλεια, σε σημαντικό βαθμό, συλλογικής ταυτότητας, αλλά και ιδιαίτερα αρνητικό συναισθηματικό φορτίο για την κοινωνία υποδοχής.
Ως προς το πρώτο, η ίδια η ενηλικίωση σε μια διαφορετική από τη χώρα καταγωγής κοινωνία μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο τρόπους ζωής, που φαίνονται παρόμοια ξένοι: Το περιβάλλον προσφέρει ή επιβάλλει πρότυπα συμπεριφοράς που διαφέρουν ή είναι σε αντίθεση με τις αξίες της χώρας καταγωγής, όπως αυτές μεταφέρονται από την οικογένεια (δικαιώματα των γυναικών και των νέων, σεξουαλικά ήθη, εξωτερική εμφάνιση, χρήση αλκοόλ κ.λπ.). Ταυτόχρονα, μια σειρά πολιτισμικοί και θρησκευτικοί παράγοντες διαφοροποιούν το άτομο από τον τρόπο ζωής της χώρας υποδοχής. Αυτή η διπλή σύγκρουση αποτελεί ένα βασικό εμπόδιο για τη διαδικασία της ένταξης είτε στον κυρίαρχο τρόπο είτε στον τρόπο μιας πατρίδας που δεν έχει γνωρίσει. Το μέγεθος των πολιτισμικών διαφορών, όπως για παράδειγμα των ατόμων στα οποία η ισλαμική θρησκεία επεμβαίνει και διαμεσολαβεί σε αρκετές καθημερινές συμπεριφορές, μπορεί να αποδιοργανώσει εκ των προτέρων κάθε απόπειρα σύνθεσης ή συμβιβασμού και να οδηγήσει σε βίωση της σύγκρουσης ως σχάση.
Ως προς τις «αναπαραστάσεις» που αναπτύσσει η δεύτερη γενιά για την κοινωνία υποδοχής, αυτές διαφέρουν από της πρώτης, διότι δεν έχει βιώσει την επιλογή της εγκατάλειψης του γενέθλιου τόπου και των συνθηκών που επέβαλαν την απόφαση αυτή. Ο μετανάστης πρώτης γενιάς έχει τέτοια βιώματα και μνήμες, και αυτό σε σημαντικό βαθμό καθορίζει τη στάση του απέναντι στην κοινωνία υποδοχής, φιλτράροντας τα αισθήματα αδικίας και τις συμπεριφορές. Υπάρχει το αίσθημα εκτίμησης και «ευγνωμοσύνης» για τις «καλύτερες» συνθήκες που βρήκε, αλλά και ο φόβος της απώλειας της αποδοχής και της αναγκαστικής επιστροφής στις συνθήκες, οι οποίες επέβαλαν τη μετανάστευση (πόλεμος, φόβος για τη ζωή, φτώχεια κ.λπ.). Η δεύτερη γενιά έχει μια πιο μυθική και εξιδανικευμένη εικόνα για την πατρίδα, ενώ η αναγκαστική επιστροφή εκεί δεν τους απασχολεί ως ενδεχόμενο υψηλής πιθανότητας.
Όλα αυτά επιδρούν με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικές συνθήκες οικονομικής ένταξης και πρόσβασης στα αγαθά της χώρας υποδοχής, και κυρίως σε αυτά που χαρακτηρίζουν το επίπεδο ζωής: κατοικία, πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες κλπ. Σε χώρες που δεν έχουν να προσφέρουν κάτι σαν το «αμερικάνικο όνειρο», ή όπου το αποτέλεσμα των πολιτικών ένταξης είναι ατελές, ή, τέλος, σε οικονομίες σε κρίση, η έλλειψη τέτοιας διαμεσολάβησης επιτρέπει να εκραγούν με φαινόμενα βίας, παραβατικότητας και μηδενιστικών συμπεριφορών, που οι σχετικές έρευνες έχουν καταγράψει ως προβλήματα της δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών. Η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής συγκεντρώνει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά.
Αν δεν υπάρξει σοβαρός προβληματισμός και μέτρα στην κατεύθυνση της κοινωνικής ένταξης, αν ο διάλογος για το μεταναστευτικό συνεχίσει να διεξάγεται με τα σημερινά του χαρακτηριστικά, οι επιλογές που ανοίγονται δεν είναι πολλές. Είναι η αγκίστρωση των παιδιών των μεταναστών στα πιο σκληρά στοιχεία της «ταυτότητας προέλευσης» και η προσπάθεια επιβολής στην ελληνική κοινωνία τρόπων που έρχονται σε σύγκρουση με βασικές αξίες και δικαιώματά της (όπως οι κανόνες που ρυθμίζουν την οικογενειακή ζωή ή τις σχέσεις των φύλων), που πολλά από αυτά έχουν κατακτηθεί με αγώνες και δεν είναι δυνατόν να απεμποληθούν στο όνομα κάποιου πολυπολιτισμού για τον οποίο η ίδια δεν ρωτήθηκε. Ή, στη χειρότερη περίπτωση, η απαξίωση κάθε συλλογικής ταυτότητας ή η υποκατάστασή της με τις αξίες της κοινωνικότητας της ζούγκλας και της συλλογικότητας της αγέλης. Τα φαινόμενα μηδενισμού ενός μέρους της ημεδαπής νεολαίας που παράγει η κρίση των αξιών της νεοελληνικής ταυτότητας (με τη συμβολή και της κατάρρευσης του παρασιτικού μοντέλου ανάπτυξης) ενδέχεται να αντικαθρεφτιστούν με έναν μεγεθυμένο τρόπο από μια γενιά που μεγαλώνει ξένη σε έναν τόπο ξένο. Και όταν, αυτοί, που προσδιορίζονται από τους εκπροσώπους και συνηγόρους του εγχώριου μηδενισμού ως οι «αρχετυπικοί στερημένοι», ξεπεράσουν τις πολιτικές αυτές «πρωτοπορίες», ο περσινός Δεκέμβρης θα μοιάζει με γιορτή νηπιαγωγείου. Τότε, κάποιοι θα βρουν τον δρόμο της ένταξής τους όχι πλέον στον ελληνικό κόσμο, αλλά στον ελληνικό υπόκοσμο.
Αυτά αρκούν για να αντιληφθεί κάποιος την προχειρότητα της επιλογής «πολιτικού τύπου» λύσεων (χαρτιά σε όλους, ιθαγένεια κλπ.). Όχι μόνο επειδή απαντούν σε ένα ερώτημα που δεν θέτει κανείς, καθώς είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι αυτό που φέρνει έναν οικονομικό μετανάστη στην Ελλάδα είναι η ελληνική ιθαγένεια και όχι η ανάγκη για αξιοπρεπή ζωή και αξιοπρεπές μεροκάματο. Αλλά, κυρίως, επειδή χρησιμοποιούνται με έναν υποκριτικό τρόπο για να αποκρύψουν τα πραγματικά κενά κοινωνικών πολιτικών για την ένταξη, που θα ήταν η ικανοποιητική απάντηση στο πραγματικό αίτημα, ικανοποιητική τόσο για τους μετανάστες όσο και για τους γηγενείς. Τα πολιτικά δικαιώματα θα είχαν νόημα ως ακροτελεύτια πράξη μιας διαδικασίας ένταξης κι όχι ως αφετηρία της, ειδικά όταν είναι γνωστή η απουσία των ενδιάμεσων βημάτων. Οι παρισινές νύχτες φωτίζονται κατά καιρούς από τις προσδοκίες που επενδύθηκαν από τη γαλλική κοινωνία σε παρόμοιες πολιτικές, για να διαψευστούν στη συνέχεια για τα παιδιά των μεταναστών, τη δεύτερη και τρίτη γενιά κατά κύριο λόγο.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΑΣ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ ΠΡΩΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Η διάθεση για συμμετοχή σε έναν τρόπο ζωής, ένα πολιτισμό, μια ταυτότητα, είναι δείκτης αλλά και συνέπεια της ακτινοβολίας και της ελκυστικότητάς του. Αυτό δεν είναι άμεσα συναρτώμενο με την οικονομική ισχύ, τουλάχιστον για τα μικρά έθνη όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Περισσότερο μοιάζει να συναρτάται με την πραγματική συνεισφορά στο παγκόσμιο πολιτισμικό γίγνεσθαι, τις τέχνες, τις επιστήμες, τη λειτουργία τους ως προτύπων άξιων να μιμηθεί κανείς. Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει περισσότερο φτωχή από ποτέ από την άποψη αυτή. Μοιάζει ακόμη η κοινωνία αυτή να απαξιώνει τον ίδιο τον πολιτισμό που της παραδόθηκε, εξορίζοντάς τον από την καθημερινότητα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, από την κοινωνική συμπεριφορά του νεοέλληνα, από την εκπαίδευση. Μοιάζει ακόμη, στη βιασύνη της να μυηθεί στο “American dream”, να έχει ξεχάσει κάποια χαρακτηριστικά που την έκαναν σημαντική και για άλλους λαούς, όπως η δυνατότητα επικοινωνίας με το διαφορετικό, οι ανοιχτοί ορίζοντες, η φιλοξενία αλλά και η προτεραιότητα στις αρχές του δικαίου κι όχι της ισχύος ως γνώμονα της διεθνούς συμπεριφοράς. Όταν οι μηχανισμοί που διαμορφώνουν τα πρότυπα αλλοιώνουν αυτά τα αρχετυπικά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας και μας ωθούν να πετάμε σαν συσκευασία μιας χρήσης τον ίδιο τον πολιτισμό μας, πως είναι δυνατόν να πείσουμε τους οικονομικούς μετανάστες που φιλοξενούμε ότι ο ελληνικός τρόπος είναι ένας καλός τρόπος να ζει κανείς;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*