Άρδην τ. 77

H Εξιδανίκευση των Οθωμανών και η πραγματικοτητα*

του Γιάννη Ταχόπουλου από το Άρδην τ. 77

Εἶναι γνωστό βέβαια ὅτι ἡ ἐθνοαποδομιστική ἀντίληψη τῶν πραγμάτων ἐπιδιώκει νά τεκμηριώσει καί τήν ἄποψη ὅτι ἡ Τουρκοκρατία δέν ἦταν «Τουρκοκρατία», ἀλλά κάτι διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι ὥς τώρα νομίζεται. Κατά τή Χ. Κουλούρη: «Ἡ νέα αὐτή τάση [τῶν ἀναθεωρητῶν ἱστορικῶν] σημαίνει ἀναθεώρηση τῆς βασικῆς, κοινῆς στά βαλκανικά ἐθνικά κράτη (πλήν τοῦ τουρκικοῦ, βεβαίως) ἑρμηνείας τῆς ὀθωμανικῆς κληρονομιᾶς: ὅτι ἡ ὀθωμανική περίοδος τῆς ἱστορίας τους ὑπῆρξε μιά “ἀλλότρια” ἐπιβολή στίς αὐτόχθονες χριστιανικές κοινωνίες πού εἶχε τή μορφή “ζυγοῦ”». Κατά τή Μ. Ρεπούση: «Τόν 19ο καί τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὅταν ὁ ἀλυτρωτισμός ἦταν ὁ βασικός ἐθνικός στόχος […] σχηματίστηκε καί ριζώθηκε στήν ἑλληνική ἱστορική κουλτούρα καί συλλογική μνήμη ἡ στερεότυπη εἰκόνα τοῦ Τούρκου». Τώρα, γιά τήν ἀνεκτικότητα τῶν Ὀσμανῶν δέν χρειάζεται νά εἰπωθοῦν πολλά:
Πρῶτον: […] Οἱ μή μουσουλμάνοι ἀποτελοῦσαν μόνιμα τούς δεύτερης κατηγορίας ὑπηκόους, σέ βαθμό μάλιστα πού ὁ πρῶτος στήν τάξη μή μουσουλμάνος νά ἕπεται τοῦ τελευταίου στήν κοινωνική ἱεραρχία μουσουλμάνου. Δεύτερον: Ἐκεῖνοι πού πραγματικά ἀσκοῦσαν τήν ἐξουσία ἦταν μουσουλμάνοι. [ ]  Γιατί ὁ μή μουσουλμάνος πού ἀναδεχόταν κάποιο ἐπιτρεπόμενο σ’ αὐτόν ὑπούργημα, ἐξαρτιόταν κυριολεκτικά ἀπό τήν ἀνοχή ὄχι μονάχα τῆς ὑπερέχουσας/προϊστάμενής του ἀρχῆς ἀλλά καί τοῦ ὁποιουδήποτε μουσουλμάνου. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀρχή τῆς ὑπεροχῆς τῶν μουσουλμάνων ἦταν ἀπόλυτη. Πολλά χτυπητά παραδείγματα πιστώνουν τίς ἀρχές αὐτές.
Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ περίπτωση τοῦ Ἀλέξανδρου Σούτζου, παράπλευρα στό παραθαλάσσιο μέγαρο τοῦ ὁποίου «ἐναυπηγεῖτο παρά Τούρκων ναῦς». Δύο σκλάβες τοῦ φαναριώτη ἄρχοντα «δαρεῖσαι παρά τῆς κυρίας των ἐξεπόρτησαν κλαίουσαι» καί, ἐπειδή ἦταν νέες, τίς «οἰκειοποιήθησαν» οἱ Τοῦρκοι ἐργάτες. Ὁ Σοῦτζος ζήτησε νά τοῦ ἐπιστραφοῦν οἱ κοπέλες καί, ἐπειδή οἱ ἀπαγωγεῖς ἀρνοῦνταν, προσέφυγε στά δικαστήρια. Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι ἰσχυρίστηκαν μέ ψευδομάρτυρες ὅτι οἱ «σκλάβες» ἦταν μουσουλμάνες. ἔτσι, τό δικαστήριο τούς τίς κατακύρωσε. Ὁ Σοῦτζος προσέφυγε καί σέ ἄλλη ἀρχή καί τό ἀποτέλεσμα ἦταν τό ἴδιο. Ἐπειδή ἀπείλησε ὅτι θά συνέχιζε τόν ἀγώνα, οἱ Τοῦρκοι κατέφυγαν στόν σαντραζάμη, προσκομίζοντας τίς πρότερες ἀποφάσεις. Τήν ἐποχή ὅμως ἐκείνη ὁ σουλτάνος Ὀρχάν Γ’ ἔβλεπε ὁ ἴδιος τά εἰσερχόμενα/ἐξερχόμενα ἔγγραφα τῆς πρωθυπουργίας, θεώρησε λοιπόν ὅτι ὁ Σοῦτζος εἶχε «παλλακίδες» τίς δύο νέες. Πρόσταξε λοιπόν ἀμέσως νά ἀνασκολωπισθεῖ ὁ φαναριώτης ἄρχοντας. Καί τοῦτο, γιατί βάσει τοῦ ἱεροῦ νόμου ἀπαγορεύονταν σέ χριστιανούς οἱ σχέσεις μέ μουσουλμάνες. Δέν πείσθηκε μέ τίς ἐξηγήσεις πού τοῦ ἔδωσε ὁ σαντραζάμης, ὅτι δηλαδή οἱ δύο νέες οὔτε μουσουλμάνες ἦταν οὔτε παλλακίδες, ἀλλά ἁπλῶς ὑπηρέτριες. Ἔτσι, τελικά ὁ Σοῦτζος ὁδηγήθηκε στό ἰκρίωμα».
Ὅπως παρατηροῦν οἱ Τοῦρκοι συγγραφεῖς: «Κατά τίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰώνα μερικοί ἄεργοι καί ἀργόσχολοι εἶχαν ἀνεύρει τρόπους κερδοσκοπίας γενόμενοι ὁ ἕνας μάρτυρας τοῦ ἄλλου σέ δίκες πού σκάρωναν σέ βάρος χριστιανῶν καί ἑβραίων, τούς ὁποίους ἐνοχλοῦσαν ἀφόρητα. Μέ τίς δίκες αὐτές τούς κατηγοροῦσαν ὅτι ὕβρισαν τόν ἰσλαμισμό, τόν τουρκισμό ἤ τούς ἴδιους τούς κατηγόρους, ἤ ἰσχυρίζονταν ὅτι οἱ κατηγορούμενοι εἶχαν προηγουμένως ἐξισλαμιστεῖ καί στή συνέχεια εἶχαν ἐπιστρέψει στήν παλιά τους θρησκεία. Μέ τίς κατηγορίες αὐτές φόβιζαν τούς μή μουσουλμάνους ὅτι θά προσήγοντο στό δικαστήριο ἤ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, σοφίζονταν μιά ἄλλη κατηγορία ἤ συκοφαντία, καί μέ τόν τρόπο αὐτόν ἀποσποῦσαν χρήματα».
Ἡ θρυλούμενη «ἀνοχή» τοῦ κράτους στήν ἐνάσκηση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων ἤ τήν τέλεση τῶν ἐθίμων τῶν πιστῶν ἦταν ἐναρμονισμένη μέ τό πνεῦμα τῆς ὀσμανικῆς πραγματικότητας, κατά τό ὁποῖο οἱ μή μουσουλμάνοι ὑπήκοοι ἦταν μιά μόνιμη καί ἀστείρευτη πηγή πλουτισμοῦ γιά τούς κρατοῦντες, ἀλλά καί γιά κάθε μουσουλμάνο. [ ] Γιά παράδειγμα, τό 1725, γιά τήν ἀνοικοδόμηση ἑνός ναοῦ στή συνοικία Τζιμπαλί τῆς Κωνσταντινούπολης (Ἁγίου Νικολάου) δαπανήθηκαν 40.000 ἄσπρα, ἀπό τά ὁποῖα 9.562 γιά τήν οἰκοδόμηση καί τά 30.000 γιά «δῶρα εἰς Τούρκους οἵτινες ἦσαν πλησιέστατοι τῷ ναῷ γείτονες». Πρόκειται γιά τό γνωστό «μερίδιο ἀποσιώπησης» (sys payi). [ ]  Ἐνδέχεται νά ἔχει σχηματιστεῖ ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ κάθε φορέας κρατικῆς ἐξουσίας, ἔστω καί ἀσήμαντος, μποροῦσε νά βασανίσει τόν κάθε ἐξουσιαζόμενο ρεαγιά. Ἄν μάλιστα λάβουμε ὑπόψη μας καί τήν εἰδική σχέση ἐξουσίας/ὑποτέλειας πού συνέδεε τούς μή μουσουλμάνους μέ τούς μουσουλμάνους, σύμφωνα πρός τήν ὁποία οἱ πρῶτοι θεωροῦνταν σέ σχέση πρός τούς δεύτερους δεύτερης τάξης ὑπήκοοι, θά καταλήξουμε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ κάθε ρεαγιάς χριστιανός ἦταν ἕρμαιο τῶν διαθέσεων τοῦ κάθε μουσουλμάνου, εἰδικά ὅταν αὐτός ἦταν κρατικός ὑπάλληλος. Τό συμπέρασμα αὐτό μερικά μπορεῖ νά εἶναι σωστό, ὡστόσο σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστό τά πράγματα δέν ἐξελίσσονταν ἔτσι, ἐφόσον ἀπό τή μιά οἱ ρεαγιάδες ἱκανοποιοῦσαν τίς δοσιματικές κυρίως ἀπαιτήσεις τῶν «τούρκων» καί ἀπό τήν ἄλλη γιατί πάντα ὑπῆρχε ἡ πιθανότητα νά ἐλεγχθοῦν οἱ παρανομήσαντες σέ βάρος τῶν ρεαγιάδων.
Ἄν ὑπολογίσουμε ὅτι ἕνα μέσης κατάστασης νοικοκυριό χριστιανοῦ εἶχε ἐτήσιο εἰσόδημα 600 ἄσπρα, θά ἔπρεπε νά καταβάλλει ἀπό αὐτά 250 ἄσπρα ὡς φόρο τσιφτιοῦ καί ἐπιπλέον 180 ἄσπρα τζιζγιέ (μέ τόν ὑπολογισμό τριῶν ἀτόμων ἀπό 60 ἄσπρα ὁ καθένας). Μέ διαφορετική διατύπωση, ἡ φορολογική του ὀφειλή ἀνερχόταν σέ 430 ἄσπρα. Ἀντίθετα, γιά ἕνα παρόμοιο κτῆμα ὁ μουσουλμάνος κατέβαλλε μόνο 165,5 ἄσπρα. Συνεπῶς, στό χριστιανό παρέμενε καθαρό μόνο τό 28,5% τοῦ εἰσοδήματός του, ἐνῶ στό μουσουλμάνο τό 72%, δηλαδή 2,5 φορές περισσότερο.
Ἀκόμη καί γιά τήν περίπτωση τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα ὑπῆρξαν φορές πού ἔπρεπε νά δωροδοκηθοῦν οἱ ἀρχές προκειμένου νά τήν ἐγκρίνουν. […] ὁ συνηθισμένος ἑορτασμός τοῦ τριημέρου τοῦ Πάσχα στόν περίβολο τοῦ πατριαρχείου ἐξαρτιόταν ἀπό τήν προαναγγελία τοῦ γεγονότος στό σαντραζάμη, στόν ἀγᾶ τῶν γενιτσάρων, σέ διάφορους βεζίρηδες, ὅπως καί στό ἀπόσπασμα τῶν γενιτσάρων πού φρουροῦσε τό πατριαρχεῖο καί τήν πύλη τοῦ Φαναρίου. Ἡ προαναγγελία αὐτή συνοδευόταν ἀπαραιτήτως ἀπό πολλά δῶρα. [ ]
Ὅπως προκύπτει ἀπό ἔγγραφο τοῦ ἔτους ἐγ. 1222, δηλαδή τοῦ 1807, ἕνας μουσουλμάνος εἰσέβαλε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Φαναράκι τοῦ Βοσπόρου, ἔψαλε τήν ἰσλαμική προσευχή (ἐζζάνι) καί μεταταῦτα τέλεσε ναμάζι. Μέ τόν ἰσχυρισμό αὐτό, ζητήθηκε ἡ μετατροπή τῆς ἐκκλησίας σέ τζαμί. Ἔντρομοι οἱ χριστιανοί, ἀναγκάστηκαν νά προσφύγουν στή δικαιοσύνη ὑποβαλλόμενοι σέ δαπάνες γιά τήν ἔκδοση φετβά ἀπό τόν σεϊχουλισλάμη καί ἀπόφασης ἀπό τόν σαντραζάμη πού νά τούς προσκυρώνει τήν ἐκκλησία τους. Τό περιστατικό αὐτό βλέπουμε νά ἐπαναλαμβάνεται αὐτούσιο τό 1979, ὅταν πιστοί τοῦ Ἰσλάμ εἰσέβαλαν στόν πατριαρχικό ναό, ὅπου τέλεσαν ναμάζι, μέ ἀπώτερη ἐκβιαστική πρόθεση.
Παρουσιάζει ἐνδιαφέρον ὅτι τά διατάγματα πού ἀφοροῦν τήν κατεδάφιση ναῶν εἶναι περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα πού ἐπιτρέπουν τήν ἐπισκευή ἤ ἔστω τό χρωμάτισμα τῶν ναῶν. Τό γεγονός αὐτό ἐπιδέχεται διπλή ἑρμηνεία. Ἡ ἀπειλή κατεδάφισης ἀνατρεπόταν συχνά μέ ἄλλο διάταγμα, ἡ ἔκδοση τοῦ ὁποίου κόστιζε οὐκ ὀλίγα στούς χριστιανούς. Ἔτσι, ἀπό τή μιά μεριά οἱ ἀρχές καί οἱ Ὀσμανοί ἐξασφάλιζαν ἔσοδα, καί ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἐκκλησίες ἐξακολουθοῦσαν νά παραμένουν ἐρειπωμένες.
Κάθε Πάσχα ἤ ἄλλες σημαντικές γιορτές, γενίτσαροι, ἰδιαίτερα στήν Κωνσταντινούπολη, καταλάμβαναν σημαντικά ὁδικά περάσματα καί ἀπαιτοῦσαν βοήθημα ἀπό τούς διερχόμενους χριστιανούς. Μετά τό 16ο αἰώνα ἐμφανίζονται οἱ ψευδο-γενίτσαροι, οἱ ἀποκαλούμενοι τασλακτσί, μέ περιβολή γενιτσάρου, πού ζοῦσαν παρασιτικά εἰς βάρος τῶν κατοίκων τῶν πόλεων […]. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται πώς ἦταν καθεστώς νά κάθονται οἱ γενίτσαροι τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες γιορτές στίς γωνίες τῶν δρόμων, καί μάλιστα σέ τμῆμα πού ὑπῆρχαν λάσπες ἤ σκόνη, κρατώντας μιά σκούπα. Ἔτσι ἀνάγκαζαν τό χριστιανό πού μετέβαινε στήν ἐκκλησία νά πάρει τή σκούπα καί νά σκουπίσει τό δρόμο ἤ ἐπειδή φοροῦσε τά γιορτινά του, πιεζόταν νά δώσει στό γενίτσαρο «δύο, τρεῖς ἤ πέντε παράδες, ὅπως σώση τή γιορτινή φορεσιά» ἀπό τή λάσπη. Γιά παράδειγμα, μνημονεύεται περίπτωση κατά τήν ὁποία γυναίκα πού χτενίστηκε καί τίναξε τήν καλύπτρα τῆς κεφαλῆς της ἀπό τό παράθυρο ὑποχρεώθηκε νά καταβάλει σημαντικό ποσό σέ διερχόμενο τυχαίως γενίτσαρο, γιατί μιά τρίχα εἶχε πέσει στή στολή του καί τήν ἐρύπανε.
Ὑπάρχουν πολλές περιγραφές ξένων ταξιδιωτῶν ἀπό σκλαβοπάζαρα. Τό 1511 ὁ Οὖγγρος Γκεόργκι μᾶς δίνει πληροφορίες ἀπό πρῶτο χέρι, ἐφόσον καί ὁ ἴδιος εἶχε τήν ἀτυχία νά ὑποδουλωθεῖ. Περιγράφει ἕνα μεγάλο σκλαβοπάζαρο στήν Προύσσα, ὅπου οἱ δοῦλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐξαναγκάζονταν νά παρελάσουν γυμνοί, νά τρέχουν καί νά χοροπηδοῦν προκειμένου ἔτσι νά ξεχωρίσουν οἱ ἄρρωστοι ἀπ’ τούς ὑγιεῖς, οἱ ἀδύνατοι ἀπό τούς δυνατούς, οἱ γέροι ἀπό τούς νέους καί οἱ παρθένες ἀπό τίς μή παρθένες. […] Κατά τόν Ζόργκ ἀπό τή Νυρεμβέργη, στά σκλαβοπάζαρα ἔγδυναν ἐντελῶς τούς δούλους καί τούς ἀνάγκαζαν νά χορεύουν καί νά κάνουν ἀσκήσεις. Οἱ ἀγοραστές ἐξέταζαν τά ὄργανα τῶν δούλων, εἴτε γυναῖκες ἦταν αὐτοί, εἴτε ἄνδρες, εἴτε γέροι, σά νά ἦταν ζῶα. Τά νήπια μεταφέρονταν σέ σακιά, σά νά ἦταν λαγοί, καί οἱ ὑπόλοιποι σέ ὁμάδες 10-12 ἀτόμων δεμένων μέ τήν ἴδια ἁλυσίδα.
Λοιπόν, ἄλλαξε κάτι ὥστε ἡ Τουρκοκρατία νά καλεῖται ὄχι ἔτσι ἀλλά πολυπολιτισμική Ὀθωμανική Ἀνατολή; Ποιά καινούργια δεδομένα γιά τή συμπεριφορά τῶν Ὀσμανῶν ἦρθαν στό φῶς; Μήπως οἱ Ἄραβες, οἱ Βούλγαροι, οἱ Ἀρμένιοι καί οἱ Σέρβοι, ὅλοι πρώην ὑπόδουλοι τῶν Ὀσμανῶν, εἶναι ἐπίσης «ψυχωτικοί ἐθνικιστές», ὅπως καί ὁ ἑλληνικός λαός, ἐπειδή ἔχουν, ὅπως κι οἱ Ἕλληνες, διόλου καλή ἄποψη γιά τήν Ὀσμανική Αὐτοκρατορία; Μήπως «στραβός εἶναι ὁ γιαλός» καί πρέπει νά ἰσιώσει; Οἱ περιγραφές τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν εἶναι σαφεῖς καί μόνο ἀπό δύο, ὡς ἐλάχιστο παράδειγμα, ἠπειρώτικα τραγούδια βλέπει κανείς πῶς βίωναν οἱ Ἕλληνες τήν πολυπολιτισμικότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας: Στό ἕνα, «γιά προσκύνα καί γιά ἐμᾶς, ζη’ μωρ’ ζηλεμένη, γιά τ’ ἐμᾶς τούς Χριστιανούς, μωρ’ καημένη, τί μᾶς πλάκωσε ἡ Τουρκιά, καί μᾶς σφάζουν σάν τ’ ἀρνιά, σάν τ’ ἀρνιά τήν Πασχαλιά», ἐνῶ στό ἄλλο γίνεται ἀναφορά στό παιδομάζωμα (τήν ἱστορική ἐμπειρία τοῦ ὁποίου εἰρωνεύεται ὁ Ἀ. Ἡρακλείδης ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ μέσος Ἕλληνας νομίζει πώς ἡ κύρια πρωτοτυπία τῶν Τούρκων εἶναι ἡ ἐφεύρεση τοῦ παιδομαζώματος γιά τήν κατασκευή γενιτσάρων καί ἡ ἀναίσχυντη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί ἐλευθεριῶν, μαζί μέ τή Μ. Ρεπούση, πού ὑποστηρίζει ὅτι «Ὁ Τοῦρκος ἔγινε [= τόν 19ο καί τόν 20ό αἰ.] ὁ βίαιος καί ἀπάνθρωπος κατακτητής τῶν Ἑλλήνων, ὁ δυνάστης σέ τετρακόσια χρόνια δουλείας, πού προσπάθησε νά ἐξισλαμίσει διά τῆς βίας τόν ἑλληνοχριστιανικό πληθυσμό τῆς Αὐτοκρατορίας», ὑπονοώντας πώς στήν πραγματικότητα αὐτό δέν συνέβαινε): «Ἀνάθεμά σε, Βασιλιά, καί τρίς ἀναθεμά σε μέ τό κακόν ὁπόκαμες, μέ τό κακό πού κάνεις! Στέλνεις, τραβᾶς τούς γέροντας, τούς πρώτους, τούς παπάδες, νά μάσεις παιδομάζωμα, νά κάμεις Γιανιτσάρους. Κλαῖν οἱ μανάδες τά παιδιά, κ’ οἱ ἀδερφές τ’ ἀδέρφια, κλαίγω κ’ ἐγώ καί καίγομαι, κι ὅσο νά ζῶ θά κλαίγω πέρσι πῆραν τό γιόκα μου, φέτο τόν ἀδερφό μου». Κανείς δέν ἀμφισβητεῖ τήν ἀξία πού ἔχουν τά πλακάκια τῆς Προύσας, ὁ Μεβλανά κι ἡ λόγια ὀσμανική μουσική, οὔτε παραγνωρίζεται ἡ ἀξία τῶν κινημάτων τοῦ σεΐχη Bedreddîn, τοῦ Börkülce Mustafa καί τοῦ Torlak Kemal· αὐτό δέν μειώνει καθόλου τή βαρβαρότητα καί τόν ρατσισμό τῆς Ὀσμανικῆς Αὐτοκρατορίας πρός τούς κατακτημένους λαούς. Ἕτερον ἑκάτερον.
Ἐνῶ γιά τήν ἑλληνικότητα τῶν Ὀσμανῶν ἤ τουλάχιστον τῶν «καλῶν» Ὀθωμανῶν, ὅπως λ.χ. τοῦ Πορθητῆ, μέ βάση τήν ὁποία ὀνειρεύονται κοινά ἑλληνοτουρκικά μεγαλεῖα οἱ Φαναριῶτες στήν νοοτροπία ὑπερ/νεο-ορθόδοξοι, οἱ ἀρχαιολάτρες (π.χ. μέσῳ τῆς κοινῆς λατρείας τοῦ Δία) καί οἱ φιλοδυτικοί:
Ὁ Πορθητής συγκεκριμένα, ὅπως καί οἱ προκάτοχοί του, ἀπ­ευθύνονταν στά ἑλληνικά μέ γράμματα πού ἀπέστελνε στούς διοικητές τῶν βαλκανικῶν ὀχυρωματικῶν θέσεων, ὅπως ἐπίσης στούς ἱππότες τῆς Ρόδου. Ὡστόσο, τά ἑλληνικά αὐτά εἶναι ἁπλοϊκά, μιά περισσότερο μειξοβάρβαρη παρά δημοτική γλώσσα, πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἀττικίζουσα, στήν ὁποία εἶναι διατυπωμένη ἡ γραμματεία τῆς τελευταίας βυζαντινῆς ἀναγέννησης. Ἀπό τοῦτο συνάγεται πώς ἡ ὅποια ἑλληνική ἐπιρροή, ὑπῆρξε ἐπιφανειακή. [ ] Θά πρέπει νά τονιστεῖ ὅτι ὁ Πορθητής δέν γνώριζε οὔτε ἑλληνικά οὔτε λατινικά, ὅπως τουλάχιστον μᾶς πληροφορεῖ ἕνα ἄτομο πού τόν γνώριζε καλά καί τόν ὑπηρέτησε πιστά, ὁ Κριτόβουλος ὁ Ἴμβριος.
Ὁ ἱδρυτής τοῦ τάγματος [τῶν Δερβίσηδων, Μεβλανά] πού τά καλύτερα ποιήματά του τά ἔχει γράψει στήν περσική, δοκίμαζε τή μούσα του καί στά ἑλληνικά. Τό ἀποτέλεσμα βέβαια δέν εἶναι καθόλου λαμπρό (Gokpinarli, 1959: 258), πράγμα πού ἀποδεικνύει ὅτι δέν ἦταν βαθύς γνώστης τῆς ἑλληνικῆς ἤ δέν μπόρεσε νά ἐξοικειωθεῖ μ’ αὐτήν ἤ, τό πιθανότερο, πώς ἡ τελευταία εἶχε συρρικνωθεῖ.
Ἡ συνήθης πρακτική τῶν φορέων τῆς κυρίαρχης ἰδεολογίας ἦταν νά δυσφορεῖ γιά τήν ὀνομασία τῆς πρωτεύουσας τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, τό 1761 μέ σουλτανική γραφή ἐντέλλονται οἱ ἀρχές νά ἀπαλείψουν ἀπό τά νομίσματα τήν ἔκφραση Κωνσταντινιγιέ καί νά τήν ἀντικαταστήσουν μέ τή λέξη Ἰσταμπόλ.
Ἡ πολιτική σημειολογία καί κατά συνέπεια ἡ νομιμότητα τῆς ἐξουσίας τοῦ Πορθητῆ καί γενικότερα τῶν Ὀσμανῶν εἶναι ἀπόλυτα ἀναιρετική τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς καί βυζαντινῆς παράδοσης. Οὔτε ὁ Μεχμέντ Β’ οὔτε οἱ πρόγονοί του, ἀλλά οὔτε καί οἱ ἀπόγονοί του αἰσθάνθηκαν ὅτι ἦταν διάδοχοι Καισάρων καί Βασιλέων. Προσδέθηκαν σέ τουρανικά καί ἰσλαμικά πρότυπα. Ὁ ἐπίσημος τίτλος τοῦ Πορθητῆ ἦταν «Μεχμέντ γιός τοῦ Μουράντ Χάν, πάντα νικητής» (Mehmed bin Murat Han, muzaffer daima) καί ὁ στρατιωτικός «Σουλτάνος» ἤ «Μεγάλος Βεζύρης (Ἀμιράς)». [ ] Στόχος τοῦ Πορθητῆ δέν ἦταν ἡ παλινόρθωση τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Στόχος του ἦταν ἡ πλήρης καί ὁλοκληρωτική καταστροφή τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ὡς πολιτικῆς, ἀλλά κυρίως ὡς πολιτιστικῆς ὀντότητας. Μέ ἄλλα λόγια, ἀποσκοποῦσε στόν ἀφανισμό τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς πού προερχόταν ἀπό τήν κλασική ἀρχαιότητα καί ἔφθανε μέχρι καί τήν ἐποχή του. Αὐτό ἄλλωστε παρέμενε τό ἰδανικό καί τῶν διαδόχων του.
[Ὁ Πορθητής] Προσαρμόστηκε στά πολιτισμικά δεδομένα τῆς Περσίας, γιατί ἔτσι ἀπό τή μιά ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν ἀραβική παράδοση καί ἀπό τήν ἄλλη ὡς φορέας ἐξουσίας καί πολιτισμοῦ παγίωνε τήν ἀντίθεσή του μέ τήν ἑλληνική καί βυζαντινή παρακαταθήκη. Στόχος τοῦ Πορθητῆ ἦταν νά μετατρέψει τήν Κωνσταντινούπολη σέ πρωτεύουσα τοῦ ἰσλαμικοῦ κόσμου, σέ κέντρο τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ. Ἑνός πολιτισμοῦ ὅμως πού θά διατηροῦσε τίς βασικές τουρανικές δομές. Γι’ αὐτό καί ἐνίσχυσε καί τούς κύριους φορεῖς τῶν ΙΜΚ πού ἦταν τό ἱερατεῖο, δηλαδή τούς οὐλεμά, παγιώνοντας τήν παράδοση νά προέρχονται ὅσο τό δυνατόν ἀπό τουρκικῆς καταγωγῆς κι ὄχι ἐξισλαμισμένα ἄτομα.
Ὅπως στήν αὐλή τοῦ Τεμουτσίν ὑπῆρχαν Κινέζοι πού ὑπηρετοῦσαν ὡς δάσκαλοι καί καθοδηγητές ἀλλά καμμία ἀπολύτως ἐπιρροή δέν εἶχαν ἐπί τοῦ μογγολικοῦ κράτους, ἔτσι δέν ἄσκησαν ἐπίδραση ἐπί τοῦ Πορθητῆ καί τοῦ κράτους του οἱ Ἕλληνες καί Ἰταλοί σύμβουλοι, γιατροί καί καλλιτέχνες.
Ἡ ἐξιδανίκευση καί ἡ ἀπο-τουρκοποίηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐ­τοκρατορίας ἀπό μιά μερίδα διανοουμένων ὀφείλεται καί σέ ἕναν λόγο πού διόλου δέν ἔχει νά κάνει μέ τήν ὑποτιθέμενη προδοτική τους ἤ ἀνθελληνική ἤ «νεοταξική» τους συνείδηση, γιά τήν ὁποία οἱ ἀκροδεξιοί ἐθνικιστές τούς κατηγοροῦν φωνασκώντας. Ὁ λόγος αὐτός εἶναι ψυχολογικός. Προσπαθώντας νά ἀποδείξουν ὅτι ἡ Ὀσμανική Αὐτοκρατορία ἦταν ἕνα ἁρμονικό πολυπολιτισμικό καθεστώς, ὅπου οἱ Ἕλληνες ζοῦσαν φιλήσυχα, καί ὄχι ἕνα καθεστώς διαρκοῦς βιασμοῦ μισῆς χιλιετίας, οἱ ἀναθεωρητές σέ ἔσχατη ἀνάλυση δημιουργοῦν ἕναν μηχανισμό συλλογικῆς ψυχολογικῆς ἄμυνας, ὥστε ἡ πληγωμένη ἐθνική ὑπερηφάνεια νά ἐπουλωθεῖ. Πράγματι: Ἄν ἀποδεικνυόταν κάποτε «ἐπιστημονικά» ὅτι κατά τήν «Τουρκοκρατία» δέν καταπιεζόμασταν ὡς λαός καί μάλιστα ἄν ἀποδεικνυόταν ὅτι ἤμασταν ἴσοι ἤ συνέταιροι στήν ἐξουσία τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτῆς, κι ἔτσι, ὅτι στήν πραγματικότητα δέν ὑπῆρξε Τουρκοκρατία (ἤ, ἀκόμη-ἀκόμη, ὅτι δέν ὑπήρχαμε ἐμεῖς ὡς ἑλληνικός λαός), τότε ὡς λαός δέν θά νοιώθαμε (πάντα κατά βάθος) τήν σκιά τοῦ θλιβεροῦ παρελθόντος (ἀφοῦ ἀποτύχαμε νά πραγματώσουμε τή Μεγάλη Ἰδέα, ἀναιρώντας ἐν μέρει τά ἀποτελέσματα τοῦ 1071, τοῦ 1453 καί τοῦ 1461, καί ἀποτύχαμε νά προστατέψουμε τήν Κύπρο καί τίς Ἴμβρο-Τένεδο), κι ἐν τέλει ἀπροστάτευτοι ἔναντι τῆς σημερινῆς Τουρκίας.
Ὀφείλει κανείς λοιπόν νά διακρίνει τόν πατριωτισμό τῶν ἀνα­θεωρητῶν ἱστορικῶν πίσω ἀπό τίς ἀντιεθνικιστικές ρητορεῖες τους καί τή δῆθεν ἐπιστημονική τους οὐδετερότητα. Πρέπει νά δεχθοῦμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί (μέ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις ἀπόλυτα φιλοτομαριστῶν) πιστεύουν εἰλικρινά πώς ἔτσι ὑπερασπίζονται τό συμφέρον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλά δέν εἶναι σοβαρό νά δεχθοῦμε τήν ἄποψη ὅτι, ἐπειδή πρέπει νά βοηθηθεῖ ὁ ἑλληνικός λαός νά ξεπεράσει τήν Τουρκοκρατία, δέν ὑπῆρξε Τουρκοκρατία (ὥς τώρα γιά τήν βόρεια Κύπρο) καί ὑποδούλωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Βέβαια, πρέπει νά γίνεται ἡ ἀπαραίτητη διάκριση μεταξύ ἑνός μεγάλου φάσματος ἀπόψεων. Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνιδιοτελεῖς καί εἰλικρινεῖς στίς ἀπόψεις τους, τίς ὁποῖες θεωροῦν ἀντικειμενικά κοινωνικῶς χρήσιμες/ἀληθεῖς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται/δέν ἐνδιαφέρονται ἄν οἱ ἀπόψεις τους χρησιμοποιοῦνται («ταιριάζουν») ἀπό τίς κυρίαρχες δυνάμεις (χωρίς ἀπαραίτητα νά ἐπιδιώκουν τό τελευταῖο), ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλογικεύουν ἤ ὑπερασπίζονται τήν ἡγεμονία τῶν ΗΠΑ ὡς ἐθνικά ὠφέλιμη, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζονται τήν ἡγεμονία/πολιτική αὐτήν ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν εἶναι ἐθνικά ὠφέλιμη (π.χ. διότι…«εἶναι πανανθρώπινα ὠφέλιμη») δρώντας ὡς ἀνεπίσημοι ἐκπρόσωποί της, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ξεπερασμένο ἤ βρισιά τόν πατριωτισμό, ἤ θεωροῦν πατρίδα τους τό μπαλκόνι τους, καί, φυσικά, ὑπάρχουν ὅλες οἱ πολλές ἐνδιάμεσες περιπτώσεις μεταξύ τοῦ εἰλικρινοῦς ἤ φιλόπατρη καί τοῦ ἄτυπου ἀλλά, γιά διάφορους λόγους, συνειδητοῦ ἀπολογητῆ τῆς πολιτικῆς βούλησης τῶν κυρίαρχων κρατῶν ἤ μιᾶς συλλογικά ἄβουλης «ἀνθρωπότητας».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*