Βόρεια Αμερική, Διεθνή, Ρήξη φ. 89

Εκλογές και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ

Πως αντιλαμβάνεται η αμερικανική κοινή γνώμη την παγκόσμια πολιτική των ΗΠΑ

του Ιμανουέλ Βαλερστάιν από τη Ρήξη φ. 89 που κυκλοφορεί

Καθώς πλησιάζουν οι αμερικανικές εκλογές, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ γίνεται ένα από τα πλέον καυτά θέματα της αντιπαράθεσης. Δεν αποτελεί μυστικό το γεγονός ότι, για πάνω από μισό αιώνα υπήρξε μια σχετικά μακροπρόθεσμη συνέχεια στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι πιο έντονες εσωτερικές διαφορές φάνηκαν όταν έγινε πρόεδρος ο Τζορτζ Μπους ο νεώτερος και εξαπέλυσε μια βίαιη, σκοπίμως μονομερή, εκστρατεία αποκατάστασης της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ, μέσω των εισβολών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.

Ο Μπους και οι νεο-συντηρητικοί, που ήλπιζαν ότι θα εκφοβίσουν όλο τον κόσμο, τελικά, όχι μόνον δεν εκφόβισαν τους πάντες, αλλά η πολιτική τους επιτάχυνε την, ως τότε, αργή εξασθένηση της ισχύος των ΗΠΑ. Το 2008, ο Ομπάμα έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ με μια πλατφόρμα που στόχο της είχε την αντιστροφή της νεοσυντηρητικής πολιτικής και στις εκλογές του 2012 ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε την υπόσχεσή του και διόρθωσε τη ζημιά που προκάλεσαν οι νεοσυντηρητικοί.

Τι σκέφτεται ο αμερικανικός λαός σχετικά με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης;
Τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της κοινής γνώμης των ΗΠΑ, σε σχέση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, είναι η αβεβαιότητα και η έλλειψη διαύγειας. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι για πρώτη φορά η πλειοψηφία των Αμερικανών πιστεύει πως οι στρατιωτικές επεμβάσεις του Μπους στη Μέση Ανατολή ήταν ένα τραγικό λάθος. Οι άνθρωποι βλέπουν ότι η σημερινή ιρακινή κυβέρνηση είναι πιο κοντά στην ιρανική –πολιτικά, αλλά και από άποψη εθνικού συναισθήματος– παρά στην αμερικανική. Βλέπουν ότι η αφγανική κυβέρνηση κρατιέται στην εξουσία με το ζόρι, με ένα στράτευμα του οποίου πολλά μέλη πρόσκεινται φιλικά προς τους ταλιμπάν και μπορούν ανά πάσα στιγμή να στρέψουν τα όπλα τους κατά των Αμερικανών. Η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ θέλει τα στρατεύματα να αποχωρήσουν απ’ το Αφγανιστάν το 2014, όπως έχει υποσχεθεί ο Ομπάμα.
Στην πρόσφατη τηλεμαχία ανάμεσα στους δύο αντιπροέδρους, ο δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν διαβεβαίωσε κατηγορηματικά πως δεν θα σταλούν αμερικανικά στρατεύματα  στο Ιράν. Αμέσως, ο ρεπουμπλικάνος υποψήφιος αντιπρόεδρος, Πολ Ράιαν, αντέτεινε ότι κανείς στο κόμμα του δεν σκέπτεται να εισβάλει στο Ιράν! Μπορεί, βέβαια, κανείς από τους δύο να μην έλεγε την αλήθεια για τις πραγματικές θέσεις των κομμάτων τους, παρ’ όλα αυτά, και οι δύο φάνηκαν να φοβούνται ότι η οποιαδήποτε σκέψη αποστολής αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράν θα στερούσε ψήφους από τα κόμματά τους.
Και μετά, τι; Αυτό είναι το ερώτημα. Οι ίδιοι άνθρωποι που υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικές επεμβάσεις ήταν λάθος, δεν είναι έτοιμοι να αποδεχτούν την ιδέα πως οι ΗΠΑ δεν πρέπει να επεκτείνουν το πεδίο δράσης των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Το Κογκρέσο συνεχίζει να ψηφίζει προϋπολογισμούς μεγαλύτερους από αυτούς που απαιτεί το ίδιο το Πεντάγωνο. Όχι μόνο διότι τα μέλη του Κογκρέσου θέλουν να διατηρήσουν θέσεις εργασίας στις περιοχές από τις οποίες εκλέγονται, αλλά και διότι ο μύθος της αμερικανικής υπερδύναμης είναι ακόμη πολύ ισχυρός συναισθηματικά.
Αναρωτιέται κανείς αν υποφώσκει κάποιος λανθάνων απομονωτισμός πίσω απ’ όλα αυτά. Μέχρι κάποιο σημείο, σίγουρα. Υπάρχουν, όντως, ψηφοφόροι της αριστεράς, αλλά και της δεξιάς που έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν με θέρμη την αναγκαιότητα της μείωσης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στον κόσμο. Ακόμη, όμως, αυτές οι φωνές δεν είναι ισχυρές.
Αυτό που πρέπει να περιμένουμε είναι μάλλον μια αργή, αλλά ουσιώδης, αναθεώρηση της στάσης των Αμερικανών για συγκεκριμένες ομάδες συμμάχων:
Η απομάκρυνση από την Ευρώπη συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό. Η Ευρώπη θεωρείται «αγνώμων» για όλα όσα έχουν κάνει γι’ αυτήν οι ΗΠΑ, στρατιωτικά και οικονομικά, τα τελευταία εβδομήντα χρόνια.
Φυσικά, η Ευρώπη δεν είναι ομοιογενής. Οι Αμερικανοί έχουν διαφορετική άποψη για την ανατολική Ευρώπη; Ή για τη Μεγάλη Βρετανία, με την οποία οι ΗΠΑ υποτίθεται πως έχουν μια ειδική σχέση; Αυτή η περίφημη ειδική σχέση ΗΠΑ-Μεγάλης Βρετανίας αποτελεί μάλλον πεποίθηση των Βρετανών, παρά των Αμερικανών.
Η ανατολική Ευρώπη συνιστά διαφορετική περίπτωση. Έχουν υπάρξει αμφίδρομες πιέσεις για να διατηρηθούν στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Από την αμερικανική πλευρά, έχει υπάρξει κυβερνητικό ενδιαφέρον για τη χρησιμοποίηση της ανατολικής Ευρώπης ως αντίβαρου στην τάση των Δυτικοευρωπαίων να ενεργούν αυτόνομα. Έχουν υπάρξει, επίσης, πιέσεις από τους Ανατολικοευρωπαίους μετανάστες στις ΗΠΑ να ισχυροποιηθούν οι σχέσεις αυτές. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη εξασθενεί κι έτσι καθίσταται αναξιόπιστη, ενώ οι Ανατολικοευρωπαίοι βλέπουν ότι οι οικονομικές σχέσεις με τη δυτική Ευρώπη, ειδικά με τη Γερμανία, είναι πιο σημαντικές, και στρέφονται προς τα εκεί.
Η αντίθεση με το Μεξικό, λόγω των μη καταγεγραμμένων μεταναστών, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην πολιτική των ΗΠΑ και υποσκάπτει τις στενές, θεωρητικά, οικονομικές τους σχέσεις. Όσο για την υπόλοιπη Λατινική Αμερική, η ολοένα πιο ανεξάρτητη γεωπολιτική στάση των επιμέρους κρατών της, δημιουργεί διάφορα προβλήματα και πονοκεφάλους στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Αναφορικά με την Ασία, στις ΗΠΑ είναι πολύ της μόδας το παιχνίδι «χτύπα τον Κινέζο», ενώ έχει απαγορευθεί σε κινεζικές εταιρείες να προβαίνουν σε συγκεκριμένες επενδύσεις στο έδαφος των ΗΠΑ!
Στη Μέση Ανατολή (περιοχή -κλειδί για τα αμερικανικά συμφέροντα), οι ΗΠΑ έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους στο Ιράν. Το Ισραήλ ασκεί συνεχή πίεση στις ΗΠΑ να «κάνουν περισσότερα» επί του ιρανικού ζητήματος, αν και κανείς δεν είναι σίγουρος τι σημαίνει αυτό το «περισσότερα».
Η με κάθε τρόπο υποστήριξη προς το Ισραήλ υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από το 1967 και μετά και πολύ λίγοι έχουν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. Σήμερα όμως, οι απόψεις αυτές υποστηρίζονται ανοιχτά από προσωπικότητες των ενόπλων δυνάμεων που πιστεύουν ότι η πολιτική του Ισραήλ είναι επικίνδυνη για τα στρατιωτικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Θα συνεχιστεί, λοιπόν, αυτή η άκριτη υποστήριξη προς το κράτος του Ισραήλ την επόμενη δεκαετία; Αμφιβάλλω. Το Ισραήλ θα είναι η τελευταία από τις συναισθηματικές δεσμεύσεις που θα εγκαταλείψουν οι ΗΠΑ. Το ότι θα την εγκαταλείψουν, όμως, είναι απολύτως σίγουρο.
Πιθανώς μέχρι το 2020 και σίγουρα μέχρι το 2030, οι ΗΠΑ θα έχουν κατανοήσει πλήρως το γεγονός ότι δεν αποτελούν πια τη μόνη υπερδύναμη στον πλανήτη, αλλά ότι είναι απλώς ένα από τα πολλά κέντρα γεωπολιτικής ισχύος.

2 Σχόλια

  1. Η ιδέα, ότι οι ΗΠΑ θα πάψουν να στηρίζουν άκριτα το Ισραήλ, μου φαίνεται ως σενάριο μη επιστημονικής φαντασίας! Ίσως απλά να μην βλέπω τόσο μακριά όσο ο συγγραφέας αλλά πολύ αμφιβάλλω!

  2. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ - ΠΑΤΡΑ

    ΜΙΧΑΛΙΟ…

    ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΕΩΣ ΤΟ 2025 ΟΠΟΥ ΘΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Ο ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΕΚΣΥΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΡΩΣΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ,ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΧΥΡΟΤΑΤΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΙΝΔΙΚΩΝ ΚΙΝΕΖΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΙΣ ΠΟΣΟ ΤΣΑΜΠΟΥΚΑΔΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΤΕ ΟΙ ΓΙΑΝΓΚΗΔΕΣ.

    ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΕΑΝ ΤΟ ΧΟΥΝ ΠΑΡΕΙ ΧΑΜΠΑΡΙ ΟΠΟΤΕ ΣΧΕΔΙΑΖΟΥΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΥΡΑΞΗ ΣΤΗΝ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΚΟΠΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ Η ΕΣΤΩ ΑΝΑΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ.

    ΟΙΔΟΜΕΝ…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*