του Αθανάσιου Γκότοβου, από το Άρδην τ. 99, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015

Η πολιτισμική ετερότητα της Θεσπρωτίας, την περίοδο 1913-1944, αποδείχτηκε μια ανταγωνιστικού τύπου, έντονα διαιρετική και συγκρουσιακή πολυμορφία. Εξωτερικές δυνάμεις αλλά και εσωτερικά αλυτρωτικά δίκτυα αφ’ ενός, βαθύτατα συντηρητικές κοινωνικές δομές και νοοτροπίες του μουσουλμανικού πληθυσμού της περιοχής αφ’ ετέρου, και τέλος η απουσία μιας συγκροτημένης και σταθερής ενταξιακής πολιτικής της κεντρικής ελληνικής διοίκησης ειδικά για την περιοχή –και ιδιαίτερα στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής– συνέτειναν στο να συνεχιστεί το προγενέστερο οθωμανικό μοντέλο του ‘πολυπολιτισμού’ με παράλληλα συμβιώνουσες εθνοπολιτισμικές κοινότητες.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες απέτρεψαν τη δημιουργία μιας συνεκτικής δύναμης για την κοινωνία με κοινό κώδικα, σε κρίσιμες περιοχές του δημοσίου βίου, πέρα από τις όποιες θρησκευτικές ή άλλες ιδιαιτερότητες, οι οποίες αυτές καθ’ εαυτές δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην αιτίες σύγκρουσης. Οι κοινοί νόμοι ή ο συνταγματικός πατριωτισμός –το ελάχιστο μιας συνύπαρξης με όρους εθνοπολιτισμικής ετερότητας, το οποίο ορισμένοι μάλλον υπερβολικά αισιόδοξοι οπαδοί της μετανεωτερικής πολυπολιτισμικότητας στα πλαίσια μιας πολυεθνικής κοινωνίας θεωρούν επαρκή συνθήκη για την κοινωνική και εθνική συνοχή, ακόμη και για τη σημερινή εποχή– δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνα τους ως συνεκτικοί δεσμοί για τη συνοχή μιας κοινωνίας και δεν μπορούν να εγγυηθούν τη συνέχειά της. Η εξίσωση που οδηγεί στην κοινωνική και την εθνική συνοχή περιέχει περισσότερες παραμέτρους.

Όταν σε μια συγκρουσιακή περίσταση, όπως η περίοδος της Κατοχής, όπου δύο κοινότητες, πλειονοτική και μειονοτική, απομακρύνονται αντί να πλησιάζουν η μία την άλλη, κυρίως μέσω της αποδοχής και προσαρμογής της μειονοτικής κοινότητας στους κεντρικούς κώδικες του κοινωνικού κορμού, με παράλληλη εγγύηση της ισονομίας και της ισοπολιτείας εκ μέρους της διοίκησης, δημιουργείται ένα δυναμικό σύγκρουσης το οποίο ενεργοποιείται όταν η πολιτικο-στρατιωτική συγκυρία το επιτρέψει. Όχι μόνον μια «κλίκα» γύρω από τους Ντιναίους –όπως ήθελε να παρουσιάζει τα πράγματα η αλβανική κομμουνιστική ιστοριογραφία του καθεστώτος Χότζα και των επιγόνων του και όπως τα παρουσιάζει μέχρι σήμερα χωρίς σοβαρό αντίλογο μια κομμουνιστογενής ελληνική ιστορική αφήγηση εγχώριων διανοητών που στοχεύουν προφανώς σε κάτι περισσότερο από τη διεύρυνση του γνωστικού ορίζοντα των αναγνωστών και την καλλιέργεια της κριτικής τους σκέψης– αλλά το σύνολο σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας, αυτών που επεκράτησε αργότερα να ονομάζονται Τσάμηδες και που στη λαϊκή γλώσσα των κατοίκων της περιοχής ονομάζονταν λόγω θρησκείας Τούρκοι, πίστεψε ότι η ευκαιρία για την απαλλαγή από τον ελληνικό πολιτικό και πολιτισμικό «ζυγό», όπως παρουσίαζε την υπαγωγή της Θεσπρωτίας στην ελληνική επικράτεια η ηγεσία της, είχε δοθεί με την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική κατάρρευση του ελληνικού κράτους στην περιοχή και με την επιβολή κατοχικών καθεστώτων, πρώτα του ιταλικού και αργότερα του γερμανικού. Στο σενάριο της «απελευθέρωσης» της Θεσπρωτίας, δηλαδή της απόσπασής της από την ελληνική επικράτεια και της προσάρτησής της στην Αλβανία, στα πλαίσια μιας μεταπολεμικής Μεγάλης Αλβανίας, όπως την προέβαλλε η αλβανική και η γερμανική προπαγάνδα της εποχής με την παραγωγή και διακίνηση κατάλληλου πληροφοριακού υλικού, δεν πίστεψε μόνο ο Νουρί, ο Μαζάρ και ο Ρετζέπ Ντίνο, ο Γιασίν Σαντίκ και ο Αβδουλά Κασήμ, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των ομοθρήσκων τους, η οποία συσπειρώθηκε γύρω από τα πρόσωπα αυτά. Αυτό το σενάριο υπηρέτησαν –και δεν ήταν οι μόνοι στην κατεχόμενη από τα ναζιστικά στρατεύματα Ευρώπη– με τη χρήση εγκληματικής βίας, με τη διάπραξη ωμοτήτων εναντίον του εθνοτικά ελληνικού πληθυσμού, ώστε να πετύχουν την εκκαθάριση της Θεσπρωτίας από τη χριστιανική «ετερότητα». Το κέλυφος μέσα στο οποίο μπόρεσε να εκδηλωθεί η βία ήταν το καθεστώς κατοχής, και εγγύηση για την ανθεκτικότητα του κελύφους τα φασιστικά ιταλικά, στην αρχή, και μετά τα γερμανικά όπλα.
Αυτή την αλήθεια, έτσι όπως αναδύεται μέσα από τη μελέτη των αρχείων της γερμανικής κατοχικής δύναμης στην Ήπειρο, αλλά και μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα από πρώτο χέρι, είναι υποχρεωμένο να αναδείξει το ελληνικό σχολείο στα πλαίσια της παιδείας του πολίτη. Γιατί η εικόνα της πραγματικότητας, έτσι όπως δίνεται μέχρι σήμερα από το αλβανικό εκπαιδευτικό σύστημα στους Αλβανούς μαθητές, συμπεριλαμβανομένων των εθνοτικά Ελλήνων μειονοτικών μαθητών, κυρίως μέσω των σχολικών βιβλίων του μαθήματος της Ιστορίας και της Γεωγραφίας σε όλες τις βαθμίδες της αλβανικής εκπαίδευσης, όχι μόνο δεν μπόρεσε ακόμη να ξεφύγει από το ύφος και το λεξιλόγιο της πολιτικής προπαγάνδας του προηγούμενου καθεστώτος, αλλά μετεξελίχθηκε σε ανοιχτό και επικίνδυνο εκπαιδευτικό εθνικισμό με σαφή ανθελληνική και αντιευρωπαϊκή αιχμή, απέναντι στον οποίο δεν επιτρέπεται να μένει αδρανές το ελληνικό κράτος ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όχι μόνον οι Ντιναίοι, συνεπώς, αλλά το σύνολο σχεδόν της μουσουλμανικής μειονότητας στην κατεχόμενη Θεσπρωτία ψυχανεμίζονταν πως, αν κάτι πάει στραβά, αν σπάσει το κέλυφος που επέτρεπε και νομιμοποιούσε τη βία εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού, η συμβίωση των δύο κοινοτήτων θα ήταν πλέον αδύνατη και ότι η πιο πιθανή λύση θα ήταν η φυγή, αν οι αντάρτες του Ζέρβα –δηλαδή ο συμμαχικός παράγων– το επέτρεπε. Όπως τονίσαμε ήδη, η Θεσπρωτία δεν είναι η μόνη περιοχή της Ευρώπης όπου συνεργαζόμενοι με τον Άξονα, και ειδικά με τους ναζί, μειονοτικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, όταν τα κατοχικά καθεστώτα στις αντίστοιχες περιοχές κατέρρεαν και η νέμεσις ήταν πολύ πιθανή. Οι 18.000 περίπου μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, που εγκατέλειψαν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1944 την πατρίδα τους, θυμίζουν τη δομή μιας τραγωδίας, με την αρχαία ελληνική σημασία του όρου. Στην αρχή, μέσω της ευθυγράμμισης με την ηγεσία τους και μέσω της έμπρακτης στήριξης που παρείχαν σε αυτή, ταυτίστηκαν με τα εγκληματικά καθεστώτα που είχαν προκαλέσει την Κατοχή. Μετά έστρεψαν τα όπλα εναντίον των χριστιανών γειτόνων, αφήνοντας πίσω τους τα πεπραγμένα κοινών εγκλημάτων, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Στο τέλος ήρθε η νέμεσις μέσω της ίδιας μεθόδου που, υπακούοντας στις εντολές της ηγεσίας τους, πρώτοι εκείνοι είχαν εφαρμόσει για την «κάθαρση» της Θεσπρωτίας από το χριστιανικό στοιχείο.

Από γερμανικής πλευράς, για τα εγκλήματα στη Θεσπρωτία λογοδότησε μέχρι σήμερα μόνον ένας, ο διοικητής του 22. Ορεινού Σώματος της Wehrmacht, στρατηγός Hubert Lanz, ο οποίος καταδικάστηκε το 1947 σε 12 χρόνια κάθειρξη, για να κυκλοφορήσει ξανά ελεύθερος το 1951, μετά από ένα είδος αμνηστίας που του χορηγήθηκε με παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα. Καταδίκες για τους υπευθύνους από πλευράς μουσουλμάνων Τσάμηδων υπήρξαν από ελληνικά δικαστήρια, αλλά οι υπεύθυνοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ποτέ δεν εξέτισαν τις ποινές, καθώς οι υπόδικοι βρίσκονταν εκτός ελληνικής επικράτειας. Ο Μαζάρ Ντίνο είχε φρικτό τέλος μέσα στο αλβανικό έδαφος. Δεν συνέβη το ίδιο με τους άλλους δύο πρωταγωνιστές της βίας, που μπορεί να μην έγιναν ποτέ νομάρχες της Θεσπρωτίας ή του Αργυροκάστρου, αλλά έγιναν πετυχημένοι και συνεργαζόμενοι επιχειρηματίες, ο ένας, ο Νουρί Ντίνο, στη Μαγνησία της Μικρασίας και ο άλλος, ο ανεψιός του Ρετζέπ, στο Μόναχο.

Η ελληνική πολιτεία δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί τους μετά την ερήμην καταδίκη στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων στα Ιωάννινα. Πίστεψε, ίσως, ότι με τον χρόνο όλα θα ξεχαστούν. Η ιστορική εξέλιξη, και ειδικά ο νέος αλβανικός εθνικισμός που ξεπήδησε μέσα από τα χαλάσματα του κομμουνιστικού ερειπίου, αποδεικνύει ότι η πολιτεία έκανε λάθος εκτίμηση. Όμως τα εγκλήματα πολέμου παραμένουν, οι σφαγές αμάχων από στελέχη της γερμανικής κρατικής μηχανής σε συνεργασία με μουσουλμάνους Τσάμηδες, που δολοφονούν ή αφήνουν να δολοφονούνται εν ονόματι της μεγάλης Γερμανίας ή της μεγάλης Αλβανίας άμαχοι, δεν παραγράφονται. Η αβελτηρία των ελληνικών κυβερνήσεων, από το 1945 μέχρι σήμερα, να διεκδικήσουν και να πετύχουν ηθικές και υλικές αποζημιώσεις για τα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής δεν σημαίνει ούτε ότι τα εγκλήματα είναι επινοημένα, ούτε ότι το θέμα αποζημιώσεων έχει κλείσει. Το ότι ειδικά στη Θεσπρωτία συνεργοί στα εγκλήματα αυτά υπήρξαν Έλληνες πολίτες, μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας, δεν απαλλάσσει ούτε τους μεν, ούτε τους δε από την ηθική τουλάχιστον υποχρέωση να αναγνωρίσουν ότι υπήρξαν οι πρωταγωνιστές αυτών των εγκλημάτων, μέσω μιας δημόσιας συγγνώμης απέναντι στους συγγενείς των θυμάτων. Όπως δεν απαλλάσσει την ελληνική πολιτεία από την υποχρέωσή της να μεριμνά για τη διδασκαλία της σύγχρονης Ιστορίας, χωρίς να κάνει εκπτώσεις προς χάριν, υποτίθεται, των σχέσεων καλής γειτονίας με τη νέα πατρίδα των απογόνων των μουσουλμάνων Τσάμηδων, την Αλβανία. Διότι η καλή γειτονία δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε ψεύδη. Αντιθέτως, απαιτεί τη γενναιότητα της παραδοχής της ιστορικής αλήθειας από όλες τις πλευρές. Και αυτή δεν αφήνει περιθώρια ούτε για παρερμηνείες, ούτε για ωραιοποιήσεις, ούτε για στρεβλώσεις και αποσιωπήσεις.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek