του Θανάση Σταματούκου, από το Άρδην τ. 95, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014

Θ α ήθελα η συμβολή μου σε αυτήν τη συζήτηση να είναι η προσπάθεια ερμηνείας της γέννησης, των χαρακτηριστικών και των ενδεχόμενων κατευθύνσεων των κοινωνικών κινημάτων στη χώρα μας, με βάση τη συστηματική ένταξη της έννοιας του «ανθρώπινου ζωντανού» μέσα στην κίνηση της κοινωνικής δομής και των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών της χώρας. Επειδή αυτό είναι αδύνατο λόγω του περιορισμένου χρόνου, θα περιοριστώ στα απαραίτητα, με βάση κάποια κομβικά σημεία των εξελίξεων στη χώρα μας. […]

Παρατηρήσεις για τις δυναμικές των κοινωνικών κινημάτων στη χώρα μας

Η πρώτη φάση της μεταπολίτευσης (1974 – 1981) έμοιαζε σαν μια επανεκκίνηση των κοινωνικών κινημάτων μέσα σε ένα πλαίσιο απότομης αποσυμπίεσης των πολιτικών περιορισμών της χουντικής περιόδου.
Τα κοινωνικά κινήματα της πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής αναδύονταν με άμεση καθοδήγηση και βοήθεια «από τα έξω» (δηλαδή με βοήθεια από τις ανασυγκροτούμενες πολιτικές οργανώσεις και κόμματα). Το κατευθυντήριο εργαλείο για τη συγκρότηση νέων συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων-κοινωνικών ερμηνειών και εικόνων της ιδιαίτερης πραγματικότητάς τους και, τελικά, των συλλογικών ταυτοτήτων τους, ήταν κυρίως οι «από τα έξω» αυτών των κοινωνικών συλλογικοτήτων εισαγόμενες θεωρητικές πολιτικές ιδεολογίες και οι αντίστοιχες ιστορικοκοινωνικές αφηγήσεις της διεθνούς και εθνικής πραγματικότητας.
Το ότι τα επιμέρους κοινωνικά κινήματα δεν ανέπτυξαν ως βάση μια δικιά τους ιδιαίτερη κοινωνική κουλτούρα, μέσα από τους κοινωνικούς όρους της ύπαρξής τους, αλλά εμβαπτίστηκαν μέσα σε κομματικές κουλτούρες και χειραγωγήθηκαν κομματικά, είχε μετέπειτα τεράστιες επιπτώσεις σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
Τα επόμενα τριάντα χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ συντελέστηκαν πολύ μεγάλες μεταβολές στους διεθνείς πολιτικούς συσχετισμούς, στην κοινωνική διάρθρωση της χώρας και στις τεχνολογικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Αυτές οι μεταβολές όμως σήμαιναν και αλλαγή των ατομικών και συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων-ερμηνειών της κοινωνικής πραγματικότητας στη χώρα και, άρα, αλλαγή των προηγούμενων συλλογικών κοινωνικών ταυτοτήτων μέσα στις διάφορες κοινωνικά ενεργητικές ομάδες, παρέες κ.λπ.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση της χώρας, αμβλύνθηκαν οι ιστορικοπολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις με την αύξηση της καταναλωτικής δυνατότητας, τη διεύρυνση των μικροαστικών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και τη μείωση των κοινωνικών αποκλεισμών, λόγω πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων από παραδοσιακά φρούρια της συντηρητικής παράταξης, όπως το δημόσιο και οι σκληροί μηχανισμοί του κράτους (στρατός, αστυνομία, δικαιοσύνη). Μέσω της λεγόμενης νέας οικονομίας και των επιδοτήσεων νέων επενδύσεων από εισροές της Ε.Ε, δημιουργούνται τα αποκαλούμενα «νέα τζάκια». Παράλληλα, συνεχίζεται η αποβιομηχάνιση της χώρας, διαδικασία που ξεκίνησε στη μεταπολίτευση λόγω της πολιτικής υψηλού πληθωρισμού και μεγάλου κόστους χρήματος της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή για μία βιομηχανία που διέθετε μικρό ποσοστό ιδίων κεφαλαίων, απέτυχε η διάσωση των προβληματικών επί ΠΑΣΟΚ και συνεχίστηκε αργότερα λόγω σκληρού ευρώ και συνακόλουθης έλλειψης ανταγωνιστικότητας. Η ίδια παραγωγική αποδιάρθρωση επήλθε και στον αγροτικό τομέα, ξεκινώντας από την επιδότηση των λειτουργικών δαπανών και όχι των γεωργικών υποδομών των αγροτών από την κυβέρνηση Κ.Καραμανλή και συνεχίστηκε με την ΚΑΠ της ΕΕ επί ΠΑΣΟΚ, την κακοδιαχείριση και την αποτυχία των παραδοσιακών γεωργικών συνεταιρισμών και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας λόγω σκληρού ευρώ.
Η κατασπατάληση των ευρωπαϊκών εισροών στη χώρα μέσω μιζών και υπερκοστολογήσεων για υποτιθέμενες ή πραγματικές επενδύσεις [πράγμα που φαίνεται από την επίδραση που είχαν οι εισροές αυτές στα ΑΕΠ άλλων χωρών (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία κ.λπ.) σε σύγκριση με τη χώρα μας], επέτεινε το κλίμα της μίζας και της παραγωγικής και ηθικής αποδιάρθρωσης, το οποίο, όπως φαίνεται σήμερα, πολλές φορές κανοναρχούσαν ανώτατα πολιτικά και διοικητικά στελέχη, ακόμη και υπουργοί. Και όλα αυτά με καθεστώς συνεχούς και αυξανόμενου εξωτερικού δανεισμού. Αυτά οδήγησαν στην αποδυνάμωση κοινωνικών αξιών, στη δημιουργία παρασιτικής, επιφανειακής και αεριτζήδικης κουλτούρας σχεδόν σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, γιατί οι μεγάλες μεταβαλλόμενες συλλογικές κοινωνικές αναπαραστάσεις-ερμηνείες-εικόνες μεταδίδονται μέσα σε ολόκληρο τον λαό ως κύμα. Πού βρίσκονταν τα κοινωνικά κινήματα και η «κοινωνική αριστερά» όλη αυτή την περίοδο της ρεμούλας;
Αυτή την περίοδο λοιπόν στην Ελλάδα (1981 έως 2010) είχαμε επτά βασικούς λόγους με βάση τους οποίους απομειώθηκαν δραστικά οι ριζοσπαστικές συλλογικές θεωρητικές πολιτικές ιδεολογίες. Αυτό σήμαινε θόλωμα και απομείωση της ισχύος και της έλξης που ασκούσαν οι προηγούμενες συλλογικές ταυτότητες των ριζοσπαστικών κοινωνικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων στο ευρύτερο κοινωνικό σώμα. Υπήρχαν και άλλοι όμως λόγοι, που οδηγούσαν και στην απομείωση γενικώς όλων των θεωρητικών πολιτικών ιδεολογιών και, κατά συνέπεια, όλων των συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων και ταυτοτήτων στη χώρα. Αυτό όμως είχε άμεση επίπτωση και στην κοινωνική ισχύ και στην κοινωνική δράση αντίστοιχων κοινωνικών διαδικασιών και οργανώσεων.

Αυτοί οι λόγοι ήσαν:

1ον. Η ακύρωση των πολιτικοκοινωνικών οραμάτων, μέσω της αποτυχίας, της ήττας και της μη ελκτικότητας των διαφορετικών κρατικών κοινωνικών μοντέλων που επιβλήθηκαν από τα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα του προηγούμενου αιώνα. (Κατάληξη κρατικών κοινωνικών μοντέλων στην ΕΣΣΔ και τις υπόλοιπες κρατικές γραφειοκρατίες, στην Κίνα, στα νέα κράτη που προήλθαν από εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα κ.λπ.). Επίσης, εξ αυτού του λόγου υπήρξε απομείωση του αισθήματος ισχύος για τα κινήματα, από την άποψη της εξέλιξης των διεθνών συσχετισμών, δηλαδή της υποτιθέμενης εν δυνάμει συμμαχικής πολιτικής ισχύος τους.
2ον. Η ενίσχυση της καταναλωτικής δυνατότητας και η σχετική μεταστροφή του πεδίου ταυτίσεων των πολιτών σε πολύ περισσότερα καταναλωτικά αντικείμενα και υπηρεσίες από ό,τι στο παρελθόν. Οι συλλογικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και οι αντίστοιχες συλλογικές ταυτότητες (τα «εμείς») καθορίζονταν ακόμη περισσότερο από την ατομική κατανάλωση σε σχέση με την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων και της συνολικής κοινωνικής ζωής.
3ον. Η σταδιακή ιδεολογική μεταστροφή ενός ισχυρού πομπού ριζοσπαστικών μηνυμάτων κοινωνικής αλλαγής, του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ, από τα οράματα του σοσιαλισμού, της κοινωνικής αλλαγής και της κοινωνικής δικαιοσύνης σταδιακά μετατοπίστηκε στο όραμα μιας «ισχυρής Ελλάδας στην Ευρώπη» και, τελικά, σε σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
4ον. […] αρκετοί πρώην κοινωνικοί και πολιτικοί επαναστάτες, η πολιτική ηγεσία και πάρα πολλά ανώτερα και ενδιάμεσα στελέχη ενός κόμματος που επικαλέστηκε την πολιτική αλλαγή, αλλά και πολλά κοινωνικά και πολιτικά στελέχη των σχηματισμών της πολιτικής αριστεράς έκαναν προσωπικές και επαγγελματικές κινήσεις, σε πλήρη αντίφαση με το πρώην ιδεολογικό και πολιτικό τους προφίλ. Το κύμα ιδεολογικής μεταστροφής, που αρχικά προκάλεσαν οι αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες που προαναφέρθηκαν, μετατράπηκε σε ποτάμι, που παρέσυρε στα νερά του ακόμη και πρώην «αγίους» του κοινωνικού κινήματος. Αυτό το ρεύμα της ηθικής κατάπτωσης, του επίπλαστου, της γκλαμουριάς και του δήθεν, επειδή γινόταν συγκεκριμένη εικόνα της κοινωνικής ζωής άμεσα, μεταδιδόταν ταχύτατα και επιδρούσε στο επίπεδο των κοινωνικών αξιών και των συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων, μέχρι τα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας.
5ον. Η κατά το δυνατόν ευκρίνεια των συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων-ερμηνειών μειώνεται μέσα από την ένταση και την ταχύτητα της κοινωνικής κινητικότητας και των μεταβολών, την αύξηση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της πολυπλοκότητας των κοινωνικών κατασκευών και συνολικά της κοινωνίας και τελικά μέσα από τον μεγάλο όγκο των νοητικών πληροφοριών, στις οποίες κυριαρχούν οι εικόνες, ή η περιγραφή εικόνων. Αυτό δημιουργεί στο κεφάλι μας μία σχετική αδυναμία διαπραγμάτευσης και κατηγοριοποίησης πληροφοριών, επειδή αδυνατίζουν οι λειτουργίες δημιουργίας αφηρημένων εννοιών-κατηγοριοποιήσεων αυτών των πληροφοριών στο κεφάλι μας, και επειδή επίσης συρρικνώνεται η αίσθηση του χρόνου, ή κατατμίζεται σε μικρά χρονικά τμήματα, λόγω της τεράστιας συσσώρευσης πληροφοριών σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, μέγεθος που το ατομικό νευρικό σύστημα αδυνατεί να επεξεργαστεί με ενιαίο τρόπο. Αυτή η «σούπα» με το τεράστιο εύρος κατατμήσεων και στοιχειακών συνθέσεων, η προσπάθεια εξαφάνισης της χρονικότητας των χαρακτηριστικών στις αισθητικές και κοινωνικές προτιμήσεις-θεάσεις μας, έχει να κάνει πολύ με αυτήν την κοινωνική αδυναμία ευκρίνειας των επιμέρους συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων. Η αναπτυσσόμενη αδυναμία στο ατομικό νευρικό σύστημα οδηγεί στην πολύπλευρη κοινωνική πολυδιάσπαση, ή στις περιστασιακές κοινωνικές, απείρως πολύχρωμες και επισφαλείς, επιφανειακές κοινωνικές ενότητες.
6ον. Η επίδραση της τηλεόρασης. Αυτό το εργαλείο καθίσταται κοινωνικά θανατηφόρο ως εργαλείο τεράστιας δυνατότητας μανιπουλάτσιας των ερμηνειών και δημιουργίας συστημάτων κοινωνικών αξιών, άρα συλλογικών κοινωνικών αναπαραστάσεων και ταυτοτήτων, όταν το έχει στην κατοχή της αποκλειστικά μία κοινωνική ολιγαρχία, όπως στη χώρα μας.
7ον. Σχετιζόμενη με τα παραπάνω, αλλά πολύ πιο κεντρική, είναι μία υπόθεση που αφορά στον περιορισμό της ισχύος του ίδιου του ατομικού μηχανισμού ταύτισης των πολιτών με τις παντός είδους απλές και σύνθετες πληροφορίες που τους διοχετεύουν. Δηλαδή στην εξασθένιση του ίδιου του βιοψυχικού μηχανισμού με τον οποίο αναγνωρίζουμε τις ενότητες και τις αποξενώσεις μας με τις απλές και σύνθετες πληροφορίες που εισρέουν τον εγκέφαλό μας. Η υπόθεση αφορά στην μείωση της συναισθηματικής φόρτισης των πληροφοριών τις οποίες οικειώνεται και εντάσσε το ατομικό νευρικό σύστημα, λόγω της υπερβολικά έντονης στην εποχή μας νοητικής του λειτουργίας, που είναι σχετικά πιο «αργή σε ταχύτητες από τη συναισθηματική λειτουργία. Άρα, με κάποιον τρόπο, την περιορίζει στη συνολική διαδικασία.

Ερμηνεία του σήμερα

Οι παραπάνω παρατηρήσεις μπορούν να αποτελέσουν σε ικανοποιητικό βαθμό μια ισχυρή βάση ερμηνείας για τα σημερινά χαρακτηριστικά της κοινωνικής ζωτικότητας και των κοινωνικών κινημάτων στη χώρα μας και συγκεκριμένα για:
– Τη μείωση της σχετικής κοινωνικής εμβέλειας των θεωρητικών πολιτικών ιδεολογιών και τη σχετική ένταση των θρησκευτικών και εθνικών ιδεολογιών.
– Τις εξατομικευμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις και συμπεριφορές, με βάση ένα φανερό ή κρυφό υπόβαθρο αποτίμησης προσωπικού και όχι συλλογικού κόστους-οφέλους.
– Την απομαζικοποίηση και τη μείωση της μαχητικότητας και της κοινωνικής επίδρασης των παραδοσιακών κοινωνικών κινημάτων και των ενδιάμεσης εμβέλειας οργανωμένων κοινωνικών συλλογικοτήτων, οργανώσεων και θεσμών, όπως και την απαξίωση των ηγεσιών τους, που συμβάδισε χρονικά με τη σταδιακή απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την απομαζικοποίηση των κομματικών φορέων. (Εδώ εντάσσεται και η άρνηση του πιο ζωντανού τμήματος της κοινωνίας, δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας της νεολαίας, που ενηλικιώθηκε μετά την εποχή της έντασης των πολιτικών-κομματικών ιδεολογιών, να ενταχθεί σε οργανωμένα σχήματα κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων στα οποία κυριαρχούν και οι θεωρητικές πολιτικές ιδεολογίες, και μία περιορισμένη κοινωνικά συλλογική ταυτότητα.
– Την ύπαρξη πολλών διάσπαρτων νέων κοινωνικών κινημάτων, με έντονη ευαισθησία στην αυτονομία τους, τα οποία κινούνται από ολιγάριθμες, κυρίως έντονα πολιτικά ιδεολογικοποιημένες ομάδες που απέμειναν από το παρελθόν, από μικρές ομάδες νέων με προσανατολισμό σε οραματικές κοινωνικές ιδεολογίες, όπως τις αντιεξουσιαστικές ή τις οικολογικές, αλλά με παντελώς ανεπαρκή συγκεκριμένο πολιτικό λόγο, ή επίσης ομάδες που καθορίζονται από τη θρησκευτική ιδεολογία και τη μεταφυσική αναζήτηση.
– Την εμφανή ατομική τάση στους πολίτες για αναζήτηση, κατά το δυνατόν αδιαμεσολάβητων από ενδιάμεσες κοινωνικές κατασκευές και θεωρητικές πολιτικές ιδεολογίες, πεδίων ατομικής και συλλογικής κοινωνικής ταύτισης. Αυτή είναι μία τάση ενίσχυσης του αισθήματος ατομικής και συλλογικής ενότητας και ταυτότητας, σε διάφορα κοινωνικά πεδία […] (Παρατήρησα ότι στη Χαλκίδα -πόλη περίπου 80.000 κατοίκων, υπάρχουν τρεις σύλλογοι στους οποίους διδάσκονται παραδοσιακοί χοροί μέσα σε ένα ευχάριστο και διασκεδαστικό κλίμα παρέας, οι οποίοι σύλλογοι έχουν ως μέλη τουλάχιστον 600 άτομα. Αν κάποιο κόμμα είχε ως μέλη τα μισά από αυτά, θα είχε φέρει όλη την πόλη τούμπα).
– Την ανάπτυξη και ενίσχυση ακραίας αντικοινωνικής επιθετικότητας στην κατεύθυνση αναζήτησης συμβολικής αντισυστημικής ισχύος, από τα πιο καθυστερημένα πολιτικά τμήματα των φτωχών στρωμάτων, της νεολαίας και των μικροαστών, που προσανατολίζονται προς το φιλοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής και αυταρχικές λογικές.
Από τον Φεβρουάριο του 2010
Παρά τις αρνητικές όμως εξελίξεις για τα παραδοσιακά κοινωνικά κινήματα, υπήρξε ένα μεγάλο προανάκρουσμα από τις μεγάλες ταραχές πανελλαδικής εμβέλειας για τη δολοφονία του Αλ. Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008, πράγμα που έδειχνε τη δυναμική που μπορεί να έχουν αντιαυταρχικά κινήματα. Ένα αντιαυταρχικό κίνημα τέτοιας έκτασης, δεν μπορεί να είναι μηδενιστικό, όπως υποστηρίζουν κάποιοι που αδυνατούν να εξηγήσουν ικανοποιητικά το φαινόμενο. Μετά όμως τον Φεβρουάριο του 2010, που γίνεται η μεγάλη απεργία της ΑΔΕΔΥ για το πρώτο πακέτο μέτρων που αφορά στον δημόσιο τομέα, έως και τις δεύτερες εκλογές του 2012 στις 17 Ιουνίου, (δηλαδή για περίπου 2,5 χρόνια), υπήρξε ένα ανεπανάληπτο κύμα κοινωνικών κινητοποιήσεων και αντιδράσεων, το οποίο αντιμετωπίστηκε με εγκληματική αποφασιστικότητα από τους κυβερνητικούς τοποτηρητές των ξένων δανειστών στη χώρα. Ανεξαρτητοποιήθηκαν ή διαγράφηκαν μέχρι την επόμενη της ψήφισης του δεύτερου μνημονίου, 64 βουλευτές, υπήρξε μία σεισμική μεταβολή στα εκλογικά ποσοστά, έγιναν συνεχείς κινητοποιήσεις από τα συνδικάτα με κορύφωση σε 8 πρωτοφανείς σε όγκο διαδηλώσεις-κινητοποιήσεις στην Αθήνα και πολλές κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και μία μεγάλη πανελλήνια αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου του 2011. Η κορύφωση της βίαιης αντιμετώπισης της κοινωνίας από τους κυβερνητικούς πραιτοριανούς πραγματοποιήθηκε στις τεράστιες (πάνω από μισό εκατομμύριο λαού) συγκεντρώσεις της 28 και 29 Ιουνίου (ψήφιση του πρώτου μεσοπρόθεσμου προγράμματος), καθώς και στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 2011 (ψήφιση πολυνομοσχεδίου). Η απουσία και σιωπή της τηλεόρασης στα περισσότερα μεγάλα γεγονότα, με τις ανεκδιήγητες (και κατά το μάλλον σφόδρα ύποπτες) αποφάσεις των δημοσιογραφικών σωματείων, για παράλληλες απεργίες των δημοσιογράφων τις μέρες των μεγαλύτερων ειρηνικών κινητοποιήσεων, καθώς και η εστίασή της τηλεόρασης κάθε φορά στα επεισόδια και στις καταστροφές (υπάρχουν στοιχεία για δράση προβοκατόρων της αστυνομίας) και όχι στο πολιτικό ζήτημα της απονομιμοποίησης των μνημονίων από τις συγκλονιστικές κινητοποιήσεις, δίνει μια πρόγευση για τη χρησιμότητα του πλήρους ελέγχου των δημοσιογράφων από το πολιτικό σύστημα.
Η αίσθηση και η πρόθεση όμως του κόσμου για τις εξελίξεις ήταν ειρηνική και καθαρή και μεταδόθηκε παντού ως κύμα. Θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής:
«Οι κυβερνητικοί δωσίλογοι δεν καταλαβαίνουν τίποτε, γιατί φοβούνται ότι παίζεται το τομάρι τους. Είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι τους προστάζουν τα αφεντικά τους, οι πολιτικοί εκπρόσωποι των δανειστών και φιλόδοξων νεοαποικιοκρατών». Ο φόβος και η αίσθηση του λαού ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις δεν πιάνουν τόπο και, ότι, «δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει», εξαπλώθηκε παντού μέσα στην κοινωνία, επιτείνοντας τις προηγούμενες αρνητικές εξελίξεις και τα αρνητικά αποτελέσματα στη δυναμική και τη μαζικότητα των επιμέρους κινητοποιήσεων και κοινωνικών συλλογικοτήτων και οργανώσεων. Αυτό άρχισε να φαίνεται πριν από τις εκλογές του 2012 και σήμερα έχει ενταθεί. Σε πολλά σωματεία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα υπάρχει τόσο μεγάλη απροθυμία εκπροσώπησης, που κινδυνεύουν με θεσμική διάλυση. Τα κινήματα που διεξήγαγαν μεγάλους αγώνες, όπως αυτά της Χαλυβουργικής, των Σκουριών, της ΕΡΤ, των καθηγητών κ.λπ., ενώ κέρδισαν ένα μέρος της συμπάθειας και συμπαράστασης του λαού, φυσιολογικά έφτασαν τα όριά τους και έπεσαν. Το συνολικό κίνημα αντίστασης στο μνημόνιο και τις επιπτώσεις του, προφανώς δεν επιθυμούσε αιματηρές συγκρούσεις, ούτε και είχε καμιά ελπίδα από τέτοιες εξελίξεις. Έτσι, αντιμετωπίζοντας την αναποτελεσματικότητά του, περιόρισε τις επί δυόμισι χρόνια ισχυρές αντιστάσεις του, εναποθέτοντας την ελπίδα του στις εκλογικές εξελίξεις. Αυτή η διαδικασία της κινηματικής ύφεσης συνεχίζεται και σήμερα, με τα όποια στοιχεία πολιτικής δημοκρατίας και κοινωνικών δικαιωμάτων έχουν απομείνει, να βρίσκονται στο στόχαστρο των αδίστακτων πραιτοριανών της κυβέρνησης και των νεοαποικιοκρατών.

Τι να Κάνουμε;

Τα παραπάνω δείχνουν έναν εξελισσόμενο δυισμό τάσεων μεταξύ κοινωνίας -πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο –και σωστά– την επίθεση εναντίον της ως συνολική επίθεση ενάντια σε ολόκληρο τον λαό και τη χώρα. Δηλαδή, σαν επίθεση στο μεγάλο «εμείς», στο έθνος, στη μεγάλη συλλογική ταυτότητα που, προφανώς, έχει και πραγματικό και συμβολικό και φαντασιακό χαρακτήρα, σήμερα που βρισκόμαστε ακόμη στην ιστορική περίοδο των εθνών-κρατών. Έτσι διαμορφώνεται μία τάση ανάπτυξης και έντασης εθνικών και πατριωτικών ιδεολογιών, ιδεολογιών που προσδοκούν να συγκολλήσουν το μεγάλο «εμείς» απέναντι στους εχθρικούς παράγοντες. Όπως όμως αναλύθηκε προηγουμένως, ενώ η κοινωνία προσανατολίζεται προς την ενίσχυση του μεγάλου «εμείς», του «εθνικού», (μέσα στο οποίο δεν περιλαμβάνεται προφανώς ο εσμός των Ελλήνων τραπεζιτών, της ντόπιας ολιγαρχίας και των δωσίλογων), δυστυχώς έχουν αδυνατίσει οι επιμέρους συλλογικές κοινωνικές ταυτότητες και αντίστοιχες δράσεις. Έχουν αδυνατίσει τα μικρά και τα μεσαία κοινωνικά ριζοσπαστικά «εμείς», τα οποία αρθρωνόμενα θα γίνονταν η ισχυρή κοινωνική ραχοκοκαλιά και η ισχυρή στήριξη του μεγάλου «εμείς» για τη μεγάλη κοινωνική και εθνική μάχη. Το μεγάλο «εμείς», το πατριωτικό-εθνικό, είναι σαν μία ασώματος κεφαλή. Δηλαδή έχει αδυνατίσει το κοινωνικό περιεχόμενο μιας πραγματικής κοινωνικής ενότητας και ισχύος για τον λαό και τη χώρα, που θα είχε μεγάλη πιθανότητα επιτυχούς αντιπαράθεσης με τους ξένους αποικιοκράτες και την ντόπια ολιγαρχία. Η αντικειμενική τάση ενός πατριωτικού μετώπου, με ουσιαστική κοινωνική βάση και στήριξη, θα ήταν η επανασυγκρότηση του κοινωνικού σώματος με διεύρυνση της κοινωνικής δημοκρατίας. Η κοινωνική δημοκρατία αποτελεί συστατικό περιεχόμενο των κοινωνικών κινημάτων. Χωρίς να αναπτυχθεί μέσω των επιμέρους κοινωνικών κινημάτων αυτό το επιμέρους κοινωνικό περιεχόμενο και αυτή η επιμέρους κοινωνική ισχύς, χωρίς να υπάρξουν διευρυμένες επιμέρους κοινωνικές συλλογικές ταυτότητες με πατριωτικό περιεχόμενο, είναι βέβαιο ότι θα ελλοχεύει η ψευδεπίγραφη πατριωτική καπηλεία. Καπηλεία που μπορεί να γίνει ισχυρό ιδεολογικό όπλο ανάπτυξης της αντικοινωνικής επιθετικότητας του κάθε ναζιστή και του κάθε πονηρού, που θα ψαρεύει στα θολά νερά για αφελείς, και εργαλείο του κάθε πράκτορα ξένων συμφερόντων.

Προτάσεις κατεύθυνσης για τα κοινωνικά κινήματα και την ενεργοποίηση των πολιτών

Τα παραπάνω υποδεικνύουν τις εξής κατευθύνσεις:
1. Προσπάθεια για κατά το δυνατόν αυτόνομη και αδιαμεσολάβητη από κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς ανάπτυξη της ιδιαίτερης κοινωνικής κουλτούρας και των διαδικασιών των επιμέρους κοινωνικών κινημάτων. Το κύριο πλαίσιο θα πρέπει να είναι «ενότητα στην κοινωνική δράση», χωρίς αποκλεισμούς, πλην των απόψεων που αντιμάχονται την κοινωνική δημοκρατία.
2. Προτεραιότητα στα κοινωνικά κινήματα, που το αίτιο της ύπαρξής τους είναι το άμεσο κοινωνικό συμφέρον και η κοινωνική ζωή των πολιτών οι οποίοι συγκροτούν οι ίδιοι την κοινωνική συλλογικότητα-φορέα του κινήματος. […] Τα κοινωνικά κινήματα των οποίων τα μέλη έχουν έμμεση σχέση με το πρόβλημα (δηλ. μόνο μέσω συμπάθειας προς άλλους και μέσω πολιτικών ιδεολογιών) μπορεί να είναι πολύ σημαντικά για την κοινωνία σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, αλλά έχουν συνήθως μικρή ένταση και διάρκεια. Για παράδειγμα, έχει διαφορετική δυναμική μία οργάνωση αλληλεγγύης, στην οποία βοηθούν εθελοντικά και αρκετοί φτωχοί άνεργοι νέοι, οι οποίοι ωφελούνται και οι ίδιοι από την ύπαρξη του κινήματος, και διαφορετική δυναμική έχει μία οργάνωση αλληλεγγύης ενός φιλόπτωχου ταμείου ή ενός συλλόγου ευπόρων κυριών.
3. Προσπάθεια διεύρυνσης των πεδίων συλλογικής ταύτισης των επιμέρους κοινωνικών κινημάτων, χωρίς να χάνουν τον κύριο κοινωνικό χαρακτήρα της ύπαρξής τους, δημιουργώντας χώρους και διαδικασίες διεύρυνσης της ενότητας των μελών τους μεταξύ τους. Δημιουργώντας δηλαδή ανοιχτές κοινότητες και κοινοτικά περιβάλλοντα ζωής, ατομικής και συλλογικής αλληλεγγύης, πολιτισμού, κοινωνικής μόρφωσης, άθλησης, διασκέδασης και αναψυχής, πέρα από τις κύριες δραστηριότητες των μελών των κοινωνικών κινημάτων.
4. Προσπάθεια για επιστημονική ενδελέχεια στους κανόνες συγκρότησης, οργάνωσης, λειτουργίας και ελέγχου, μέσα σε πλαίσια αυστηρής διαφάνειας, δημοκρατίας και αμοιβαιότητας. Πρόβλεψη αποφυγής εσωτερικών οικονομικών και άλλων συσχετισμών ελέγχου και χειραγώγησης του κοινωνικού κινήματος ή των μορφών οργάνωσής του. Συνεχής έρευνα και καινοτόμες ιδέες για το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις της δράσης για μεγαλύτερη επιτυχία στους στόχους του κοινωνικού κινήματος.
5. Προσπάθεια για επέμβαση σε νομοθετικά πλαίσια τα οποία ευνοούν τους στόχους και τη διεύρυνση της επιτυχίας των κοινωνικών κινημάτων, χωρίς εξαρτήσεις και περιορισμούς στη δράση από κρατικούς, κομματικούς ή άλλους εξωγενείς του κινήματος μηχανισμούς.
6. Προσπάθεια για τοπικότητα στους πυρήνες ανάπτυξης των κοινωνικών κινημάτων.
7. Προσπάθεια δημιουργίας τοπικών δικτύων αλληλοενημέρωσης και πιθανού συντονισμού δραστηριοτήτων κοινωνικών κινημάτων. Μπορούν να υπάρξουν επιτροπές γειτονιάς, από εκπροσώπους διάφορων κοινωνικών κινημάτων στο επίπεδο μιας περιοχής, που θα μπορούν να ασχοληθούν με ευρύτερα θέματα που απασχολούν τους κατοίκους της περιοχής και δεν καλύπτονται από επιμέρους κοινωνικά κινήματα. Προσπάθεια αυτόνομης μετωπικής έκφρασης με εκπροσώπους, στους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πιο προνομιακό πεδίο για να εκφραστεί στην εποχή μας ο δυισμός κατεύθυνσης και η σύγκρουση μεταξύ κοινωνίας – σημερινού πολιτικού συστήματος είναι η τοπική αυτοδιοίκηση.
8. Προσπάθεια μέσω συζητήσεων, μελετών και παρακολούθησης των συνολικών εξελίξεων στη χώρα, της κατανόησης της συσχέτισης του επιμέρους κοινωνικού κινήματος με την κοινωνική δομή, τις γενικές κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες και τη συνολική κατάσταση του λαού και της χώρας. Σε καμιά περίπτωση αυτές οι προσπάθειες γενικού προσανατολισμού, δεν θα πρέπει να υποκαθιστούν τις κύριες, κατά το δυνατόν συμφωνημένες κοινωνικές δράσεις του κινήματος.
Στην ουσία, οι παραπάνω κατευθύνσεις αποσκοπούν στην ανάπτυξη των επιμέρους και αυτόνομων κοινωνικών συλλογικών ταυτοτήτων των κοινωνικών κινημάτων και μιας αυτόνομης δημοκρατικής συμμετοχικής κουλτούρας σε καθένα από αυτά, πράγμα που σημαίνει μαζικοποίηση, σπάσιμο του συντεχνιασμού με την διεύρυνση κοινωνικών ιδεολογιών και κοινωνικών αξιών και επανασύσταση κοινωνικών χώρων συζήτησης, δημιουργίας, ζωής και μάχης για την κοινωνία, την άμεση δημοκρατία και την πατρίδα, στους πραγματικά δύσκολους καιρούς που έρχονται.

 

 

* Κείμενο εισήγησης σε εκδήλωση που οργάνωσε το «Πράττω» στις 13-1-2014 στην Αθήνα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek