Από το Άρδην τ. 93, Μάιος-Ιούλιος 2013

Απόσπασμα από το κεφάλαιο VI. (Émeute, Événement, Vérité –Εξέγερση, Συμβάν, Αλήθεια-, σελ. 85-93) του δοκιμίου Le réveil de l’histoire (Το ξύπνημα της Ιστορίας) του Γάλλου φιλοσόφου Alain Badiou (Éditions Lignes, Παρίσι, 2012), που αφορά την εξέγερση στην πλατεία Ταχρίρ, δύο χρόνια πριν.

Θ α ήταν εκ του περισσού το να πούμε ότι, στην ιστορική αιγυπτιακή εξέγερση, την πιο σημαντική και ουσιαστική απ’ όλες, τίποτα δεν μαρτυρά μια μαζική λαχτάρα για τη Δύση. Όσοι διάβαζαν καθημερινά, στην αραβική γλώσσα, τα πανό της πλατείας Ταχρίρ, διαπίστωναν, συχνά προς μεγάλη τους έκπληξη, ότι η λέξη δημοκρατία δεν εμφανιζόταν σχεδόν πουθενά. Τα κυριότερα αιτήματα, εκτός από το: Ξεκουμπίσου! ομόφωνα αφορούν: τον τόπο, την Αίγυπτο, την απόδοση της χώρας στον ξεσηκωμένο λαό της (εξ ου και η παρουσία, παντού, της αιγυπτιακής σημαίας) και άρα, το τέλος της υποτέλειάς της στη Δύση και στην ισραηλινή συνιστώσα της. τον τερματισμό της διαφθοράς και της τερατώδους ανισότητας ανάμεσα σε μια χούφτα διεφθαρμένων και τη μάζα των κανονικών εργαζομένων. Τη θέληση οικοδόμησης ενός κοινωνικού κράτους, που θα βάζει τέλος στην τρομερή εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Όλα αυτά μπορούν να ενταχθούν σε μια νέα, μεγάλη πολιτική Ιδέα, ως προέκταση αυτής που αποκάλεσα ο «κομμουνισμός του κινήματος», ίδιον όλων των κινημάτων αυτού του είδους, πολύ πιο εύκολα από ό,τι στην εκλογική απάτη, τη στημένη από τον παλαιό δυνάστη.

Μπορώ να τα επαναλάβω όλα αυτά σε μια γλώσσα πιο αφηρημένη και ταυτόχρονα πιο απλή. Σε έναν κόσμο δομημένο από την εκμετάλλευση και την καταπίεση, οι μάζες των ανθρώπων δεν έχουν, στην κυριολεξία, καμία υπόσταση. Δεν λογαριάζονται καθόλου. Στο σημερινό κόσμο, όλοι σχεδόν οι Αφρικανοί, για παράδειγμα, δεν λογαριάζονται καθόλου. Ούτε καν στις πλούσιες χώρες μας, κατά βάθος, η πλειονότητα των ανθρώπων, η μάζα των εργαζομένων, δεν αποφασίζει για απολύτως τίποτα, δεν έχει παρά μια επίπλαστη φωνή στο κεφάλαιο των αποφάσεων που αφορούν την ίδια της τη μοίρα. Μόνο μια ολιγαρχία, ταυτόχρονα απόμακρη, αλλά και πανταχού παρούσα, καταφέρνει να διασυνδέει τα αλλεπάλληλα επεισόδια της ζωής των ανθρώπων μέσω μιας ενιαίας παραμέτρου, εκείνης του κέρδους, με το οποίο αυτή η ολιγαρχία τρέφεται.

Ας αποκαλέσουμε, καθέναν από αυτούς τους ανθρώπους, παρόντες στον κόσμο, αλλά απόντες στο πνεύμα του και στις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του, ανύπαρκτους του κόσμου. Μπορούμε να πούμε λοιπόν πως μια αλλαγή του κόσμου είναι πραγματική, όταν ένας από αυτούς τους ανύπαρκτους αρχίζει να εμφανίζεται σε αυτόν τον ίδιο κόσμο με τη μέγιστη ένταση. Είναι αυτό ακριβώς που έλεγαν και ακόμα λένε οι άνθρωποι στις λαϊκές συγκεντρώσεις στην Αίγυπτο: δεν υπήρχαμε και τώρα υπάρχουμε, μπορούμε να αποφασίζουμε για την ιστορία της χώρας μας. Αυτό το υποκειμενικό γεγονός είναι προικισμένο με μια εξαιρετική δύναμη. Ο ανύπαρκτος ανορθώθηκε. Γι’ αυτό μιλάμε για εξέγερση: ήταν ξαπλωμένος, λυγισμένος, σηκώνεται, ορθώνεται, ξεσηκώνεται. Αυτή η ανύψωση είναι η εξύψωση της ίδιας του της ύπαρξης: οι φτωχοί δεν έγιναν πλούσιοι, οι άοπλοι δεν οπλίστηκαν κ.λπ. , στο βάθος τίποτα από αυτά δεν άλλαξε. Αυτό που συνέβη είναι η εξύψωση της ύπαρξης του ανύπαρκτου, υπό τις συνθήκες αυτού που αποκαλώ ένα συμβάν. Γνωρίζοντας ότι, σε αντίθεση με την ανόρθωση του ανύπαρκτου, το συμβάν καθαυτό είναι σχεδόν πάντα απροσπέλαστο.

Ο ορισμός του συμβάντος ως, εκείνου που κάνει εφικτή την ανόρθωση του ανύπαρκτου, είναι ένας ορισμός αφηρημένος, αλλά αναμφισβήτητος, επειδή, απλούστατα, η ανόρθωση διακηρύχθηκε: είναι αυτό που οι άνθρωποι δηλώνουν άμεσα. Τι παρατηρούμε αντικειμενικά; Ο ορισμός ενός χώρου παίζει αποφασιστικό ρόλο: μια πλατεία του Καΐρου αποκτά μια πλανητική αναγνωρισιμότητα μέσα σε μερικές ημέρες. Είναι θεμελιώδης η διαπίστωση ότι, κατά τη διάρκεια μιας πραγματικής αλλαγής, υπάρχει η δημιουργία μιας τοποθεσίας νέας και, ωστόσο, εσώτερης στον γενικό περιορισμό που συνιστά ένας κόσμος. Έτσι, στην Αίγυπτο, οι άνθρωποι που συγκεντρώνονται στην πλατεία θεωρούν ότι η Αίγυπτος είναι αυτοί, η Αίγυπτος δεν ήταν παρά οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί για να διακηρύξουν πως, αν υπό τον Μουμπάρακ η Αίγυπτος δεν υπήρχε, στο εξής υπάρχει και μαζί της υπάρχουν κι εκείνοι.

Η δύναμη αυτού του φαινομένου είναι τέτοια ώστε, γεγονός πραγματικά καταπληκτικό, οι πάντες υποκλίνονται. Ολόκληρος ο κόσμος αποδέχεται ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί, στο χώρο που οι ίδιοι κατασκεύασαν, αποτελούν τον αιγυπτιακό λαό αυτοπροσώπως. Ακόμα και οι κυβερνώντες μας, ακόμα και τα υποδουλωμένα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσής μας, που στα παρασκήνια τρέμουν, που αναρωτιούνται τι θα κάνουν δίχως τους υπηρέτες-αφέντες τους σε χώρες στρατηγικές, όπως η Αίγυπτος, δεν παύουν να μιλούν «περί της δημοκρατικής εξέγερσης» του αιγυπτιακού λαού και, υποκλινόμενοι, να τον διαβεβαιώνουν για την απόλυτη υποστήριξή τους (ενώ προετοιμάζουν, πάντα στα παρασκήνια, υπό τη μασκαράτα μιας εκλογικής λύσης, μια «αλλαγή», που θα είναι μια από τα ίδια).

Οι εξεγερμένοι που συγκεντρώθηκαν σε μια πλατεία του Καΐρου είναι, λοιπόν, ο «αιγυπτιακός λαός»; Σε αυτή την περίπτωση, τι γίνεται με το δόγμα της δημοκρατίας, την καθαγιασμένη καθολική ψηφοφορία; Ξέρω καλά ότι, πίσω από την πρόσοψη της αμέριστης υποστήριξης προς τους εξεγερμένους, κρύβεται ένας έντονος φόβος και, τελικά, ισχυρές πιέσεις προκειμένου να επιστρέψουν σύντομα σε μια κρατική τάξη αξιόπιστη και δυτικόφιλη. Και όμως! Δεν είναι επικίνδυνο, δεν είναι –τι φρίκη!– ο ερχομός μιας καινούριας αντίληψης της πολιτικής, όταν από παντού χαιρετίζεται, ως πολύτιμη, αυτή η σύντομη μετωνυμία της Αιγύπτου, που είναι οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι στην πλατεία, με τη μαζική δημοκρατία τους, την ενότητά τους δράσης και τα ριζοσπαστικά τους πανό; Διότι, ακόμα κι αν είναι ένα εκατομμύριο, δεν είναι πολλοί σε μια χώρα 80 εκατ. Αιγυπτίων. Με αριθμητικούς όρους εκλογών, αποτελούν ένα βέβαιο φιάσκο! Αλλά το ίδιο αυτό εκατομμύριο, που παρευρίσκεται εκεί, είναι τεράστιο, αν η πολιτική απήχησή του πάψει να μετριέται, όπως οι ψήφοι, με αυτό τον ουδέτερο και χωριστικό αριθμό.

Εμείς, οι παλιοί, γνωρίσαμε αυτή την κατάσταση στο τέλος του Μάη του ’68. Υπήρχαν εκατομμύρια διαδηλωτές, κατειλημμένα εργοστάσια, χώροι όπου γίνονταν αδιάκοπα γενικές συνελεύσεις. Ωστόσο, ο Ντε Γκωλ οργανώνει εκλογές που καταλήγουν σε μια Βουλή αφάνταστα αντιδραστική. Θυμάμαι τη σαστιμάρα κάποιων φίλων μου που έλεγαν: «Μα, αφού ήμασταν όλοι στο δρόμο!» Και τους απαντούσα: «Όχι, και βέβαια όχι, δεν ήμασταν όλοι στο δρόμο!» Διότι, όσο μεγάλη κι αν είναι μια διαδήλωση, είναι πάντοτε εξαιρετικά μειοψηφική. Η δύναμή της βρίσκεται στην εντατικοποίηση της υποκειμενικής ενέργειας (οι άνθρωποι καταφέρνουν να διεκδικούν μέρα-νύχτα, γεμάτοι ενθουσιασμό και πάθος) και στην εδαφικοποίηση της παρουσίας τους (συγκεντρώνονται σε μέρη που έγιναν απόρθητα, πλατείες, πανεπιστήμια, λεωφόρους, εργοστάσια…)

Όταν διαπεραστεί από την ένταση και παγιοποιηθεί στο συγκεκριμένο χώρο, το κίνημα, πάντοτε απολύτως μειοψηφικό, είναι τόσο σίγουρο ότι αντιπροσωπεύει ολόκληρο το λαό της χώρας, ώστε κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί δημοσίως ότι πράγματι τον αντιπροσωπεύει. Ούτε καν οι εχθροί του, μυστικοί όσο και μανιασμένοι. Αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει σε αυτή την περίπτωση –των ιστορικών εξεγέρσεων που ανοίγουν νέες δυνατότητες– ένα στοιχείο οικουμενικής επιταγής. Η συναίρεση της εδαφικότητας, που μεταβάλλεται σε σύμβολο για όλο τον κόσμο, και της εντατικοποίησης, που δημιουργεί νέα υποκείμενα, επιφέρει μια μαζική προσχώρηση, από την οποία, όποιος απέχει, καθίσταται αυτόματα ύποπτος. Ύποπτος ότι είναι με το μέρος των παλαιών ηγετών.

Μπορούμε τότε να μιλούμε περισσότερο για λαϊκή δικτατορία παρά για δημοκρατία. Η λέξη «δικτατορία» είναι μια λέξη ευρύτατα ατιμωτική, στο δικό μας «δημοκρατικό» περιβάλλον. Και μάλιστα, πρόκειται, ευλόγως, για μια έννοια με την οποία οι εξεγερμένοι στιγματίζουν τους διεφθαρμένους ηγέτες τους, αποκαλώντας τους «δικτάτορες». Αλλά όπως η δημοκρατία του κινήματος, εξισωτική και άμεση, αντιπαρατίθεται απόλυτα στη «δημοκρατία» των κεφαλαιοκρατών, θεμελιωμένη στην ανισότητα και την αντιπροσώπευση, έτσι η δικτατορία, που ασκείται από το λαϊκό κίνημα, αντιπαρατίθεται ριζικά στις δικτατορίες ως μορφές ενός κράτους διαχωρισμένου από το λαϊκό σώμα και καταπιεστικού. Με την έννοια «λαϊκή δικτατορία» περιγράφουμε μια εξουσία που νομιμοποιείται ακριβώς επειδή η αλήθεια της προέρχεται απ’ ό,τι και μόνο βγαίνει από αυτή: ουδείς είναι αντιπρόσωπος κανενός (όπως σε μια αντιπροσωπευτική εξουσία), κανένας δεν έχει ανάγκη να λέει ό,τι λένε όλοι, δεν έχει ανάγκη από την προπαγάνδα ή την αστυνομία (όπως σε ένα δικτατορικό καθεστώς), διότι αυτό που λέει είναι η αλήθεια σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. μόνο οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί υπάρχουν και, όσοι βρίσκονται εκεί, προφανώς μια μειονότητα, διαθέτουν το αποκτημένο από τη συμμετοχή κύρος να δηλώνουν ότι το ιστορικό πεπρωμένο της χώρας (συμπεριλαμβανομένης της συντριπτικής πλειοψηφίας όσων δεν βρίσκονται εκεί) είναι αυτοί οι ίδιοι. Η «δημοκρατία των μαζών» επιβάλλει, σε ό,τι βρίσκεται έξω από αυτή, τη δικτατορία των αποφάσεών της, σαν να ήταν οι αποφάσεις αυτές βγαλμένες από την παλλαϊκή βούληση.

Μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek