του Γιώργου Ρακκά από το Άρδην τ. 89

Τ ο μετεκλογικό δράμα που ζήσαμε τις τελευταίες δύο εβδομάδες, και που προσωρινώς βρήκε λύση με νέες εκλογές, είναι προϊόν μιας βαθύτερης αδυναμίας της ελληνικής πολιτικής ζωής να βρει μια διέξοδο για τη χώρα. Οι δύο πόλοι, ο μνημονιακός και ο αντιμνημονιακός, βρίσκονται αυτήν τη στιγμή σε μια ισορροπία τρόμου, ενώ ως κοινό γνώρισμά τους έχουν την ολοκληρωτική αδυναμία να καθορίσουν ένα μίνιμουμ εθνικής στρατηγικής ώστε να μπορέσουν να κυβερνήσουν, να οδηγήσουν δηλαδή τη χώρα μέσα από τις θύελλες, προς μια διέξοδο.

Ο μνημονιακός πόλος βρίσκεται σε πτώση. Προβάλλεται ως εγγυητής της σταθερότητας, επί της ουσίας όμως αποτελεί εγγυητή της σταθερής πορείας της χώρας προς τη χρεοκοπία, την εξαθλίωση και την υποδούλωση.

Ο αντιμνημονιακός πόλος εισπράττει την οργισμένη αντίδραση του ελληνικού λαού και ανέρχεται, επί της ουσίας όμως αποτελεί έναν γίγαντα με πήλινα πόδια, καθώς χαρακτηρίζεται από μεγάλη οργανωτική, αλλά κυρίως πολιτική και ιδεολογική αδυναμία να εκφράσει αυτό που εισπράττει.

Αυτό που ζούμε σήμερα είναι ένα μεσοβασίλειο. Μια ισορροπία δυνάμεων εν μέσω ενός παράδοξου κλίματος τρόμου και αγανάκτησης. Και είναι πολύ πιθανόν, παρά την πόλωση που επικρατεί στο πολιτικό σκηνικό, η κάλπη να δώσει και πάλι αμφίρροπους συσχετισμούς, ένα αποτέλεσμα όπου οι μεν ή οι δε θα προηγούνται σε απόσταση αναπνοής από τους αντιπάλους.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα αυτής της συγκυρίας, αξίζει να θυμηθούμε κάποια  λόγια του Αντόνιο Γκράμσι, τα οποία φωτίζουν τη βαθύτερη κρίση την οποία βιώνουμε: «Εάν η κυρίαρχη τάξη απολέσει τη συναίνεση, δηλαδή δεν είναι πια ηγεμονική, αλλά μόνο κυρίαρχη, ασκώντας αποκλειστικά καταναγκασμό, αυτό σημαίνει ότι οι μάζες έχουν απαγκιστρωθεί από τις παραδοσιακές ιδεολογίες και δεν πιστεύουν πλέον όσα συνήθιζαν να πιστεύουν κ.λπ. Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι, ενώ το παλιό πεθαίνει, το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σε αυτό το μεσοδιάστημα κάνει την εμφάνισή της μια μεγάλη ποικιλία από νοσηρά συμπτώματα».

Ζούμε, εν ολίγοις, μια περίοδο όπου κυοφορούνται νέες ελπίδες –καθώς το πασοκικό καθεστώς και η δικομματική του απόληξη έχουν πλέον εξαντληθεί– και επικρατεί ταυτόχρονα η γενικευμένη ανασφάλεια, γιατί βιώνουμε μια βαθιά κρίση και γιατί το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα, δεμένο με τον παλιό κόσμο, αδυνατεί να γεννήσει τα νέα πολιτικά υποκείμενα που μπορούν να δώσουν απαντήσεις. Εδώ ακριβώς είναι που το μονοπάτι της διαφυγής στενεύει επικίνδυνα και τα «νοσηρά συμπτώματα» εμφανίζονται μπροστά μας και είναι ικανά να μας βυθίσουν στα Τάρταρα της κρίσης.

Τα νοσηρά αυτά συμπτώματα έχουν να κάνουν με τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής απογείωσης του πολιτικού μας συστήματος. Δηλαδή, με την τάση να κατευθυνθεί η πολιτική διαμάχη σε θέματα και αντιπαραθέσεις που αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις στα επιτακτικά ζητήματα που θέτει σήμερα η συγκυρία. Είναι σύνηθες, εξάλλου, τα συστήματα που βρίσκονται σε επιθανάτια κρίση να αποξενώνονται ολοκληρωτικά από το περιβάλλον τους και να βυθίζονται σε μια βίαιη εσωτερική αναταραχή, η οποία δεν είναι σε θέση να οδηγήσει στη σύνθεση και την υπέρβαση της κρίσης, παρά μόνον να καταλήξει σε αποσύνθεση του ίδιου του συστήματος.

Μνημόνιο ή ανασυγκρότηση

Αυτό συμβαίνει σήμερα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ας γίνουμε σαφέστεροι.
Πρώτον, το μνημονιακό στρατόπεδο έχει υιοθετήσει μια στρατηγική μετωπικής αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία είναι έωλη και ανεδαφική.

Τι μας λέει σήμερα η Νέα Δημοκρατία; Αυτοπαρουσιάζεται ως «δύναμη ευθύνης», ως ο μοναδικός πόλος που είναι ικανός να παρέχει εχέγγυα παραμονής της χώρας στο ευρώ και στην ευρωζώνη. Τούτο θα το πράξει, μας λένε, αφ’ ενός με το να τηρήσει τα συμφωνηθέντα, αφ’ ετέρου με το να διαπραγματευτεί ριζικά το «μείγμα πολιτικής» που συνεπάγεται το μνημόνιο, έτσι ώστε να εξισορροπήσει τη λιτότητα με περισσότερη ανάπτυξη. Απέναντί τους, μας λένε οι εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας, ορθώνονται οι δυνάμεις της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού, που συνωμοτούν για να καταγγείλουν το μνημόνιο και να μας οδηγήσουν στην εθνική καταστροφή της επιστροφής στη δραχμή. Οι επιθέσεις που ασκούν στην αντίπαλη πλευρά είναι διαποτισμένες από ένα παλαιοδεξιό εμφυλιακό πνεύμα, μπολιασμένο με έντονα αντικομμουνιστικά αντανακλαστικά.

Κι όμως, στην πραγματικότητα όλα αυτά δεν είναι παρά χαρταετοί στον ουρανό.

Γιατί, επί της ουσίας, αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο δρόμοι που μπορεί να υιοθετήσει κανείς σε σχέση με το μνημόνιο, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη.

Ο πρώτος είναι ο δρόμος του μνημονίου. Είναι ο δρόμος του οικονομικού και πολιτικού στραγγαλισμού της χώρας, που θα διαλύσει την κοινωνία και θα καταστήσει το ελληνικό κράτος ένα «αποτυχημένο κράτος», δηλαδή ένα κράτος που αδυνατεί να παρέχει στους πολίτες του τα βασικά για την επιβίωση. Στην πραγματικότητα, μέσω της ριζικής εκπτώχευσης, της διάλυσης των θεσμών και της εξαθλίωσης, πολύ πιθανόν το μνημόνιο να είναι εκείνο που θα μας οδηγήσει έξω από το ευρώ.

Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της εθνικής ενδυνάμωσης και του ιδεολογικού αποευρωπαϊσμού. Και, κατά παράδοξο τρόπο, τουλάχιστον στα πρώτα πολύ ουσιαστικά βήματα, αυτός ο δρόμος είναι κοινός, είτε μιλάμε για μια ριζική επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου και της θέσης μας εντός της Ε.Ε., είτε μιλάμε για απεμπλοκή από το ευρώ και την ευρωζώνη!

Σ’ αυτό το σημείο τα πράγματα είναι απλά, μολονότι ο δημόσιος διάλογος τα συσκοτίζει. Κατ’ αρχάς, είτε επιθυμούμε να παραμείνουμε και να διαπραγματευτούμε σκληρά, είτε να φύγουμε, θα πρέπει να έχουμε ικανοποιήσει κάποια κοινά προαπαιτούμενα.

Πρώτον και κύριο, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε κάποιους διαθέσιμους πόρους, είτε για ν’ αρνηθούμε τη δόση των εκβιαστών-δανειστών μας, στα πλαίσια κάποιας σκληρής διαπραγμάτευσης, είτε για να εξασφαλίσουμε τη μετάβαση από το ένα νόμισμα στο άλλο. Και αυτό το πράγμα μπορεί να γίνει μόνο μέσα από δύο δρόμους: Να ανατρέψουμε την άδικη πολιτική του μνημονίου, με όχημα ένα δίκαιο εσωτερικό ομολογιακό δάνειο, το οποίο θ’ αντλήσει πόρους από όλους, με πρώτους βέβαια τους έχοντες και κατέχοντες, και να απορρίψουμε τη μονομερή προσήλωσή μας στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, αναζητώντας ταυτόχρονα εναλλακτικές πηγές δανεισμού, δηλαδή να προσφύγουμε στην Κίνα ή τη Ρωσία. Αυτά είναι στοιχεία πολιτικής που ούτως ή άλλως πρέπει να υιοθετήσουμε, είτε θέλουμε να αναδιαπραγματευτούμε, είτε θέλουμε μεσοπρόθεσμα να φύγουμε από το ευρώ.
Δεύτερον, θα πρέπει να απορρίψουμε την πολιτική του μνημονίου που οδηγεί στην απαξίωση και τη διάλυση του ελληνικού κράτους. Και αυτό το απαιτεί ο ρεαλισμός και τα μαθήματα που δίνει η παγκόσμια εξέλιξη της κρίσης κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Διότι, ό,τι και να λέει η τρόικα και το ΔΝΤ, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση χώρας, η οποία να αντιμετώπισε αποτελεσματικά την κρίση, χωρίς να στηριχτεί αποφασιστικά σ’ έναν ισχυρό και υγιή δημόσιο τομέα. Ως και οι άκρως νεοφιλελεύθερες ΗΠΑ ασκούν τώρα παραινέσεις στη Γερμανία προς αυτή την κατεύθυνση, και εδώ έχουμε τους διάφορους γελοίους πολιτικάντηδες να μιλούν ακόμα υπέρ της ελεύθερης οικονομίας και του πεπαλαιωμένου κρατισμού. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός αρμόζει πλέον μόνο σε υπό λεηλασία προτεκτοράτα και αποικίες και γι’ αυτό επιμένει τόσο πολύ η τρόικα σ’ αυτό το σημείο. Για πολιτικούς λόγους, και επειδή το γερμανικό σχέδιο προβλέπει μια ολοκληρωτικά αποικιοποιημένη Ελλάδα! Προφανώς, κανένα διαλυμένο κράτος δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτεί οτιδήποτε και βεβαίως σε τέτοιες συνθήκες δεν θα αντέξουμε τη μετάβαση σε ένα άλλο νόμισμα δίχως να διαλυθούμε.

Τρίτο και σημαντικότερο: Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Όχι η ανάπτυξη γενικά και αόριστα που το έχει κάνει πιπίλα ο Σαμαράς, ούτε η ανάπτυξη του τουρισμού και των υπηρεσιών, ή απλώς η τόνωση της εσωτερικής ζήτησης που λέει ο κ. Μηλιός και κάποιοι άλλοι οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανασυγκρότηση που παραγωγικού ιστού, με προτεραιότητα στην κάλυψη των εσωτερικών αναγκών. Δηλαδή η ανατροπή του παρασιτικού μοντέλου, που ήταν στηριγμένο στην ολοκλήρωση της μεταπρατικής υποδομής, στις καταναλωτικές υπηρεσίες και την εισαγωγή καταναλωτικών προϊόντων. Και τούτο διότι, ό,τι και να κάνουμε, με μνημόνιο ή χωρίς, μέσα ή έξω από το ευρώ, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ένα ελάχιστο αυτάρκειας. Είναι ο μόνος δρόμος για να ανακόψουμε τη φτωχοποίηση του ελληνικού λαού και να εξασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων των πολιτών στα μέσα της επιβίωσης, και βέβαια είναι ο μόνος δρόμος για την οικονομική ανάκαμψη και την καταπολέμηση της ανεργίας. Ούτως ή άλλως, όπως και να πορευτούμε, το παρασιτικό μοντέλο μάς τελείωσε, και αν επιμείνουμε σ’ αυτό από εδώ και πέρα, η οικονομία μας θα θυμίζει οικονομία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπου τα βασικά προϊόντα θα είναι πανάκριβα και τα προϊόντα εισαγωγής θα σπανίζουν στην αγορά.

Δηλαδή, αυτή τη στιγμή ανοίγονται δύο δρόμοι για τη χώρα μας: Ή μνημόνιο, αποδόμηση, εκπτώχευση και υποδούλωση, ή εσωτερική αναδίπλωση και ανασυγκρότηση. Το δεύτερο, δε, ισχύει όποια στρατηγική και αν επιλέξει κανείς, από αυτές που προβάλλονται σήμερα, αυτή δηλαδή της άμεσης αποχώρησης ή της ριζικής επαναδιαπραγμάτευσης.

Επί της ουσίας, το δίλημμα ριζική επαναδιαπραγμάτευση ή αποχώρηση δεν υφίσταται. Διότι δεν μπορεί να συντελεστεί άμεση αποχώρηση δίχως να οδηγηθεί η χώρα και ο λαός σε μια μεγάλη καταστροφή και, βέβαια, το πρώτο στάδιο για μια συντεταγμένη και οργανωμένη αποχώρηση είναι η ριζική αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου εντός της ΕΕ και η αλλαγή της πολιτικής στις κατευθύνσεις που ορίσαμε. Το ότι η αποχώρηση από το ευρώ είναι σταδιακή και μεσοπρόθεσμη είναι σχεδόν αυτονόητο, και μόνο ιδεοληπτικοί ή μαυραγορίτικα συμφέροντα ποντάρουν στο αντίθετο, αποσκοπώντας στο να κυριαρχήσουν στη χώρα μέσα σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Συνεπώς, σε ό,τι έχει να κάνει με τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει κανείς από εδώ και πέρα, η πολιτική διαμάχη η οποία εκτυλίσσεται σήμερα είναι άσχετη και ανεδαφική. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο δίλημμα, που χονδρικά ανακεφαλαιώνεται στο πολύ γενικό «αντίσταση και εσωτερικοποίηση ή εκπτώχευση και υποταγή».

Μια ανεδαφική στρατηγική

Κι όμως, αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να καταγγείλει αυτήν τη στρέβλωση που δημιουργεί η Νέα Δημοκρατία, και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, βλέπουμε να σηκώνει το γάντι της πρόκλησης και να παίζει το χαρτί της «αριστερής διακυβέρνησης»: Απέναντι στους δεξιούς μνημονιακούς και σκληρούς νεοφιλελεύθερους, μας λέει, ορθώνουμε την ενότητα του αριστερού αντιμνημονιακού χώρου, ενώ λίγο έως πολύ την προβάλλουν σε κεϋνσιανή-αναδιανεμητική βάση. Δηλαδή, προτάσσουν, απέναντι στη λογική της σκληρής λιτότητας του μνημονίου, μια πολιτική κρατικών επενδύσεων, κοινωνικών παροχών και δικαιότερης αναδιανομής.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική είναι εντελώς ανεδαφική για δύο κύριους λόγους.

Πρώτον, γιατί το αντιμνημονιακό κίνημα, μέσα από τις πλατείες, υπερέβη τη διαίρεση αριστερά-δεξιά και έθεσε σε νέα βάση το λαϊκό αντιστασιακό κίνημα. Ως προς αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αναντίστοιχος με το ρεύμα που δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία κατά τα τελευταία δύο χρόνια και που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε και τη θεαματική δημοσκοπική του έκρηξη.

Το κίνημα των πλατειών προσδιόρισε με μεγάλη σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του νέου λαϊκού κινήματος αντίστασης. Τι ζήτησαν οι πλατείες; Ζήτησαν εθνική ανεξαρτησία και εθνική αξιοπρέπεια, γι’ αυτό είχαν και ως κύριο σύμβολο την ελληνική σημαία. Ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη και μάλιστα έθεσαν συγκεκριμένη αιχμή στο αίτημα αυτό την άμεση τιμωρία όλων των υπευθύνων για την καταστροφή της χώρας. Τέλος, απέρριψαν συλλήβδην το πολιτικό κατεστημένο, απαιτώντας μια ριζική συνταγματική αναθεώρηση, που να διαπνέεται από την θέσπιση στοιχείων άμεσης δημοκρατίας στο νέο Σύνταγμα, ως απάντηση στη φαύλη και δικτατορική κυριαρχία της κομματοκρατίας κατά τη μεταπολίτευση.

Μπροστά σ’ αυτή τη νέα πολιτική σύνθεση, αυτή τη στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολλά βήματα πίσω. Οικειοποιείται σε κάποιο βαθμό τον πατριωτικό χαρακτήρα της αντίστασης, εντούτοις δεν τον εντάσσει οργανικά στο πρόγραμμά του. Απόδειξη αυτού είναι ότι συστηματικά υποβαθμίζει τις γερμανικές αποζημιώσεις ή την ΑΟΖ στο πρόγραμμά του. Θέτει ως προμετωπίδα του μετώπου την κοινωνική δικαιοσύνη, εντούτοις παραλείπει το πιο βασικό σκέλος της, την άμεση τιμωρία όλων των υπευθύνων. Τέλος, παρακάμπτει εντελώς το αίτημα για άμεση δημοκρατία και συνταγματική αναθεώρηση, επιδεικνύοντας μια άκρως θεσμική προσήλωση στα γερασμένα, και ανίκανα πλέον να εκφράσουν την κοινωνία, σχήματα της μεταπολίτευσης, επιμένοντας μόνο στην απλή αναλογική και όχι στην υπέρβαση της κομματοκρατίας, με δημοψηφίσματα, δεύτερο νομοθετικό σώμα, άμεση εκλογή του προέδρου κ.λπ.. Απόδειξη για τούτο είναι ότι, την περίοδο που έλαβε τη διερευνητική εντολή, εννόησε την «πορεία προς τον λαό» ως συνομιλία με τους θεσμικούς κοινωνικούς φορείς (συνδικάτα, πρυτάνεις, τοπική αυτοδιοίκηση), ενώ αυτοί έχουν προ πολλού χάσει την επαφή και τη σχέση τους με το κοινωνικό σώμα, το οποίο τους απορρίπτει εξίσου με τα κόμματα και την κυβέρνηση.

Έτσι, το μήνυμα των πλατειών διαμεσολαβείται και στρεβλώνεται. Απόρροια αυτής της στρέβλωσης είναι ο διχασμός του αντιμνημονιακού κινήματος σε αριστερά και δεξιά, με αρκετές ψήφους να διαρρέουν προς τον Καμμένο ή, ακόμα, να κατευθύνονται αρκετοί αγανακτισμένοι, απολίτικοι ψηφοφόροι, προς τη Χρυσή Αυγή. Ενώ είναι πασιφανές ότι, εάν είχε οργανωθεί ένα μέτωπο σε πατριωτική, ριζοσπαστική δημοκρατική βάση, θα είχε μεγαλύτερη απήχηση και δεν θα επέτρεπε σε τυχοδιωκτικά ή αντιδραστικά εγχειρήματα να αποκτήσουν τη δύναμη που απολαμβάνουν σήμερα. Ούτε θα ήταν εύκολο στον Σαμαρά, αν όντως είχε επιτευχθεί αυτό το μέτωπο, να οργανώσει το αντίπαλο δέος στη βάση μιας παλαιοδεξιάς ψευδοεθνικοφροσύνης. Διότι είναι σαφές ότι κανείς σήμερα δεν μπορεί να συμπτύξει μέτωπο σε ανοικτά μνημονιακή βάση και αν το καταφέρει η ΝΔ θα το κάνει μόνο εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες της αριστεράς, που της προσφέρουν το άλλοθι για κάτι τέτοιο.

Δεύτερον, διότι, ο κεϋνσιανός, αναδιανεμητικός χαρακτήρας που προτάσσει, είναι εξίσου έωλος και ανεδαφικός. Επιστρέφει σε μια λογική ΠΑΣΟΚ του 1981, ενώ σήμερα αυτός ο κύκλος έχει κλείσει, ο ελληνικός παρασιτισμός καταβυθίζεται και δεν υπάρχει δυνατότητα για έναν νέο κύκλο καταναλωτικής ευημερίας, σαν αυτή που βίωνε η χώρα μέχρι το 2009. Το ίδιο λάθος έκανε και ο Γιώργος Παπανδρέου με το «λεφτά υπάρχουν» και την πρασινο-καπιταλιστική εκδοχή μιας αναδιανεμητικής πολιτικής και κατέληξε να συνωμοτεί με τον Στρος Καν για να θέσει τη χώρα υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ και της Τρόικας.

Δυστυχώς, σήμερα ισχύει όσο ποτέ άλλοτε το κλασικό απόφθεγμα ότι «σε εποχές όπου βασιλεύει το ψέμα, η διάδοση της αλήθειας είναι μια πράξη επαναστατική». Όποιος επιθυμεί να συγκροτήσει λαϊκό αντιστασιακό μέτωπο στις μέρες μας, θα πρέπει να πει κατάματα την αλήθεια στον ελληνικό λαό: Ότι οι μέρες της αφθονίας της ύστερης μεταπολίτευσης, της ολυμπιάδας και του εύκολου πλουτισμού έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ότι το δίλημμα που τίθεται σήμερα είναι μεταξύ της ριζικής κατάρρευσης, της ολοκληρωτικής εκπτώχευσης και της υποδούλωσης, και μιας δημοκρατικής ανασύνταξης, με όρους εθνικής αξιοπρέπειας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που θα συνδυάζεται με μια πολιτική, πολιτιστική και αξιακή αναγέννηση. Αυτό μόνο το περιεχόμενο μπορεί να έχει ένα νέο αντιστασιακό μέτωπο, και όχι μια ψευδοριζοσπαστική, αριστερή εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν» τέτοια που πρεσβεύουν σήμερα από τα κανάλια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ όπως ο Γιάννης Μηλιός.

Μπροστά σ’ αυτή την τρομερή αντίφαση λόγου και πραγματικότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε σχεδόν πίσω τη μόνη ρεαλιστική οικονομική πρόταση που αρθρώθηκε διά στόματος Μανώλη Γλέζου, τη σύναψη ενός εσωτερικού ομολογιακού δανείου, καθολικού μεν, αναγκαστικού για τις ελληνικές άρχουσες τάξεις δε.

Εντούτοις, η λογική που κρύβεται πίσω από το εσωτερικό ομολογιακό δάνειο είναι μονόδρομος για τη χώρα. Πλέον, το παρασιτικό πρότυπο και μοντέλο δεν είναι εφικτό. Έτσι, το λαϊκό αντιστασιακό κίνημα, εάν επιθυμεί να φέρει απτά αποτελέσματα στην υπόθεση για τη σωτηρία της χώρας, θα πρέπει να ανοίξει δρόμο μέσα από τα ερείπια του παρελθόντος, σ’ έναν νέο τρόπο ζωής, που δεν θα στηρίζεται στην κατανάλωση και τη συσσώρευση άχρηστων προϊόντων. Μόνον μ’ έναν τέτοιο μετασχηματισμό είναι δυνατόν να υπάρξει μια προοδευτική διέξοδος σε ό,τι αφορά στον σκληρό, υλικό θα λέγαμε, πυρήνα της κρίσης.

Όλα τα παραπάνω, που αφορούν τον έναν ή τον άλλον πόλο της αντιπαράθεσης, είναι πολύ ξεκάθαρα για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή. Όπως, επίσης, είναι ξεκάθαρο το γιατί και οι δύο πόλοι προσχωρούν σε αυτήν τη λογική.

Ο Σαμαράς, γιατί αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για την προσωπική πολιτική του διάσωση, διότι, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Ν.Δ. με εντελώς διαφορετική ατζέντα, αυτήν της λαϊκής δεξιάς, τώρα εισέρχεται σε χωράφια που ανήκουν κατ’ εξοχήν στην Ντόρα Μπακογιάννη.

Ο Τσίπρας, γιατί βρήκε έναν πολύ εύκολο και αρπακολλατζίδικο τρόπο να «κόψει δρόμο». Δηλαδή, να αλώσει εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, αποσπώντας τους ψηφοφόρους του με το να ενσαρκώνει έναν νέο Ανδρέα. Ο ΣΥΡΙΖΑ του, όμως, είναι ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, διότι δεν διαθέτει πολιτική, ιδεολογική και προγραμματική συνοχή. Εάν προσπαθήσει να τα κατακτήσει αυτά αφού μαζέψει τον κόσμο, θα βρεθεί μπροστά στο φάσμα της εσωτερικής κρίσης και του κατακερματισμού –μιας κρίση που σοβούσε πριν από έξι μήνες ήδη στο εσωτερικό του σχηματισμού και που είχε να κάνει με κεντρικές πολιτικές θέσεις, που αφορούν το ευρώ ή τη δραχμή, την έξοδο ή όχι από την ευρωζώνη. Ας μην το ξεχνάμε δεν πάνε πολλοί μήνες που ο Γιάννης Μηλιός υποστήριζε, σε δημόσια εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το πρόβλημα σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο το μνημόνιο, αλλά και ο «οικονομικός εθνικισμός που ορθώνεται απέναντί του – ένας «εθνικισμός» τον οποίο ο ίδιος αναγκάζεται να υποστηρίξει σήμερα στα τηλεοπτικά κανάλια. Και, βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι το μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει διόλου ξεκάθαρες θέσεις στα λοιπά σημαντικά ζητήματα, που απειλούν με αποδόμηση τη χώρα και είναι ανάλογης σημασίας με το μνημόνιο, όπως τα ελληνοτουρκικά ή το μεταναστευτικό.

Βέβαια, ο άλλος δρόμος, πιο τίμιος, πιο αποδοτικός μακροπρόθεσμα, θα ήταν ο δρόμος των θαρραλέων ρήξεων και ανατροπών, ώστε να συγκροτηθεί ένα μέτωπο αντίστασης που να βρίσκεται πιο κοντά στις πραγματικότητες και τις ανάγκες του ελληνικού λαού. Ωστόσο, κάτι τέτοιο προσκρούει στον «κομματικό πατριωτισμό» και στο ένστικτο αυτοσυντήρησης των κομματικών μηχανισμών του παρελθόντος.

Αυτός ο κομματικός πατριωτισμός, κοινός, δυστυχώς, και στους δύο πόλους της αντιπαράθεσης, έρχεται σε αντιδιαστολή με τον συνταγματικό πατριωτισμό του κινήματος των πλατειών, και εκτρέπει σήμερα την πολιτική αντιπαράθεση σε άγονα για τη χώρα και την κοινωνία πεδία. Που υποβιβάζουν την πολιτική συζήτηση σε επίπεδα που είναι σε θέση οι ίδιοι να απαντήσουν, και που όμως είναι τραγικά λίγα για τα διακυβεύματα και τις προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τώρα. Αυτή η τραγική αναντιστοιχία, απόρροια της παρακμής της μεταπολίτευσης, της εξάντλησης των ιδεολογιών της και της παρακμής των πολιτικών οργανισμών της αντιπροσωπεύει το κατά Γκράμσι «νοσηρό σύμπτωμα», που επιτείνει τον επιθανάτιο σπασμό του παλιού κόσμου και καθυστερεί την έλευση του νέου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek