Από το Άρδην τ. 86, Ιούνιος-Αύγουστος 2011

εφ. Σκριπ, 12 Φεβρουαρίου 1905

Ε ις το καφενείον «ο Αστήρ» των Χαυτείων υπάρχει καφέ-αμάν. Αι δύο γυναίκες του είνε καταστρόγγυλοι, αλλά αυτό δεν τας εμποδίζει να χορεύουν καλά, να τραγουδούν παθητικά και να εμπνέουν ντέρτι. Όταν βγάζουν πιάτο, νωχελείς, υπερήφανοι σαν πάπιες, με μεγάλες χάντρες ηλέκτρου εις τον λαμόν, κατορθώνουν να περνούν δια των τραπεζών ασύλητοι. Είνε ευγενείς και γίνονται σεβασταί. Το καφέ-αμάν γενικώς έχει μίαν όψιν σεμνήν, αντίθετον προς την τρκυμιώδη του παράδοσιν, και το τόλμημα αυτό της Ασίας να εγκαθιδρυθή μέσα εις την Ομόνοιαν, αποφεύγουσα με τρόμον τας συνοικίας, είνε άξιον σημειώσεως. Το καφέ-αμάν του «Αστέρος» είνε το πρώτον εν Αθήναις που επαναφέρει τον αμανέ, μετά δέκα ετών ολικήν απουσίαν. Πολλοί που κρίνουν τον πολιτισμόν μας μόνον από την έκλειψιν του αμανέ, θα οργισθούν δια την εμφάνισιν. Αλλά δεν πιστεύω να είνε εκπολιτισμός τα καφεσαντάν, και ποίου είδους βαρβαρότης παραπλεύρως των νεροπλυμάτων αυτών είνε το γνήσιον, το παρθένον και το άγριον αμάν. Όσην αηδίαν απειργάσθη δια τας Αθήνας το καφεσαντάν, και ό,τι κακόν έκαμε, δεν είνε βέβαια δυνατόν να το κάμη μια τουρκική ορχήστρα παίζουσα εις την Ομόνοιαν. Διότι το καφέ-αμάν έχει ένα λόγο που υπάρχει. Η Αθήνα δεν είνε ιδανική αερόκτιστος πόλη φωτός, αλλά κατοικείται από Έλληνας, Αθηναίους, επαρχιώτας υποδούλους. Πρέπει να ζήση ως πόλις και εφόσον πρέπει να ζήση, υπηρετούσα όλα τα γούστα, το καφέ-αμάν καλά βρίσκεται εκεί που είνε.

Αυτό επιτέλους αντιπροσωπεύει μίαν τέχνην τρομεράν και ανίκητον εν τη αυθυπαρξία της, είναι η φωνή μυριάδων ανθρώπων, φωνή φυλής και φυλών. Χθες ήτο και η ιδική μας φωνή. Αν δεν είναι πλέον, αυτό δεν εμποδίζει να την ακούωμεν ως μακρυνήν φωνήν, ως τον ήσκιον μιας τυραννίας η οποία επέρασε χωρίς να μας ροφήση. Υπάρχουν άνθρωποι θεωρούντες ότι ο μεγαλύτερος εθνικός μας τίτλος είνε η έκλειψις του αμανέ. Αλλά δεν ηξεύρω τι ανάγκην έχει του τίτλου αυτού η Ελλάς όταν έχη τον άλλον, ότι από 400 ασιατικά χρόνια εβγήκε πάλιν Ελλάς. Αφού κατορθώσαμεν μίαν Ασίαν να την κάμωμεν «κατοχή μάλλον ή κατάκτησιν επάνω μας», όπως λέγει ο Ζαμπέλιος και ο Φιλήμων, φοβούμεθα τώρα το ανατολικόν τραγούδι. Εν τούτοις οι Έλληνες που τους ήκουσα να σκιάζουν αμανέ ή να τραγουδούν τα αχ και τα βαχ της Ανατολής, δεν είνε Τούρκοι. Γνωρίζω Αθηναίον πρώτης γραμμής αμανατζήν και ήκουσα επαρχιώτας πλέον φίνους εις τον λάρυγγαν από μουεζίνην. Και γνωρίζω ακόμη ότι το ανατολικόν τραγούδι, όπως ήτο φυσικόν, εχύθη κάπως και αυτό μέσα μας, αφήσαν εις την ελληνικήν ζωήν όχι τους αγρίους ρυθμούς και τους παλμούς του λάρυγγος, αλλά το ευγενές του πάθος, την παρθένον του φυσικότητα και τον πικροχαροπόν του εορταστικόν τόνον, δηλαδή το καταστάλαγμά του.

Με τέτοιου είδους βιολίσματα και λαγουτισμούς η ελληνίς νύφη των επαρχιών προπέμπεται εις τον νέον οίκον, με αυτούς τους ήχους περνούν αι μεγάλαι εκείναι αμαξοδρομίαι με τα προικιά, που τας βλέπομεν και μέσα εις την καρδίαν των Αθηνών ακόμη. Και ο Ρόμπος, ο λαϊκός βιολιστής των Αθηνών, δι αυτό είνε φημισμένος, δια το σύρειν ανατολικές δοξαριές που σε κάμνουν να πηδάς.
Αλλά χωρίς αυτούς τους λόγους, το καφέ-αμάν έχει τον σκοπόν που έχει κάθε ευλαβής αναπαράστασις των εκδηλώσεων ενός λαού και μιας φυλής. Η σεμνότης του άλλως είνε τόση, που θα εκοκκίνιζον απέναντί του εξ εντροπής τα περίφημα δια την ανοστιάν των καφέ-σαντάν των Αθηνών. Το λαγούτο, το κύμβαλον και η γυναίκα του καφέ-αμάν είνε απλά και συμπαθή όργανα της μυστηριώδους ασιατικής μελωδίας, εκείνης που εχύθη μαζί με το κύμα της Ασίας μέχρι Βιέννης και απεσύρθη όπως ήτο, χωρίς να ροφήση άλλην ούτε να ροφηθή, εκείνης που φωνάζει τον έρωταν και την δυστυχίαν προς τον ουρανόν, που τραγουδεί τα ρόδα μόνον διότι μοιάζουν με την γυναίκα, που αναδίδει πόνον άγριον και πρωτογενή. Από το καφέ-αμάν των Χαυτείων δεν λείπει βέβαια η καθαρά σφραγίς της ενδοτέρας Τουρκίας. Υπάρχει και εκεί, μεταξύ των δύο γυναικών, τρίτη γυναίκα, άνδρας ντυμένος γυναικεία, χορεύων εξαίσια και την κοιλιά και τους ώμους με όλην την γνωστήν τέχνην αναπάλλων υπό τους ρυθμικούς ήχους. Είνε ο λεγόμενος χαυτενές, και αι μεταμορφώσεις αυταί πολύ συνειθίζονται εν Τουρκία. Αλλ’ αυτά είνε απλά θεάματα, μόνον περίεργα. Εκείνο που ενδιαφέρει τον θαμώνα είνε η μουσική του καφέ-αμάν. Ο ωραίος εκείνος ψηλός ανατολίτης που παίζει με δακτυλήθρες το κύμβαλον (κανόνι) είνε ένας υπέροχος τεχνίτης, ο οποίος εν συνεργασία με το λαμπρόν βιολί, υψώνει τρικυμίας. Και ένας τεχνίτης άμα θίξη ανατολικόν ήχον, το πάθος δεν γίνεται πλέον φωτιά, αλλά πυρκαϊά. Ταύτα όλα τα ακούουν οι θαμώνες του καφέ-αμάν ήσυχοι. Ο καιρός οπού εσπάζοντο ποτήρια επέρασε, και η μουσική Ασία εν Ελλάδι έχει πλέον τον σκοπόν ν’ ακουσθή από ησύχους ανθρώπους, θέλοντας μόνον να την αισθανθούν, ανθρώπους αδιαφόρους για την γυναίκα, φίλους των ρυθμών και των ήχων μόνον υπό τους οποίους αυτή χορεύει.

Άνθρωποι της καλής τάξεως πίνουν εκεί την μπύραν των, ρίχνουν την πεντάραν των εις το πιάτο χωρίς να κυττάζουν ποίον χέρ το κρατεί και βυθίζονται εις την απόλαυσιν των χαλιφών και των σουλτάνων. Το ορμητικόν κύμα που κατέβαινε προς τον πολιτισμόν είχε την φωνήν του. Το εσταμάτησαν, το μετεμόρφωσαν, οι Τούρκοι έγιναν διπλωμάται κομψοί, οι Αράπηδες ευρωπαίοι στρατιώται, το κύμα επιστρέφει προς τα οπίσω, αλλά οι ήχοι της Ανατολής, οι αχρονολόγητοι και οι ανεξερεύνητοι, από σαντούρι εις σαντούρι και από χείλη εις χείλη φωνάζουν δυνατά τον έρωτα και την θλίψιν και ο σπαθοφόρος κατακτητής που εσάρωσε κόσμον, τραγουδεί ως ταπεινός άνθρωπος, νικημένος από τον κυρίαρχον Πόνον.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek