Π. Κελαϊδής, από το Άρδην τ. 85, Απρίλιος-Μάιος 2011

Η χρονική περίοδος της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913) υπήρξε λαμπρή και πολλοί την παραλληλίζουν με τη χρυσή εποχή του αρχαίου βασιλιά Μίνωα, διότι αφ’ ενός είναι το ορόσημο για το τέλος της τουρκικής κατοχής στο νησί μας, με την απομάκρυνση και του τελευταίου Οθωμανού στρατιώτη, και αφ’ ετέρου, επειδή ολόκληρη η Μεγαλόνησος μετατράπηκε τότε σε ένα απέραντο εργοτάξιο προόδου.

Αποτέλεσμα αυτής της ευλογημένης αλλαγής ήταν: Να ανέλθει το βιωτικό επίπεδο του λαού. Να γεμίσουν χρυσά νομίσματα τα δημόσια ταμεία. Να θεσπισθούν νόμοι τόσο λαμπροί, ώστε να τους αντιγράψει αργότερα το ελληνικό κράτος. Να λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες κατά τρόπο υποδειγματικό. Να οργανωθούν άψογα στρατός και χωροφυλακή.

Η Κρητική Πολιτεία υπήρξε (κατά γενική εκτίμηση και ομολογία) μία ξεχωριστή περίοδος προόδου και ευημερίας του νησιού μας. Διάφορες αιτίες συνέτειναν σ’ αυτό. Μια από τις βασικές ήταν η φωτεινή παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Κι όμως, οι Κρητικοί δεν έμεναν ευχαριστημένοι από τον παράδεισο εκείνο. Διότι στο βάθος της ψυχής τους, στο βάθος της καρδιάς και του μυαλού τους, έμενε απαρασάλευτη η ίδια πάντα λαχτάρα: η ένωση της Κρήτης με τη μητέρα Ελλάδα.

Όταν στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφτασε στην Κρήτη ο πρίγκιπας Γεώργιος, ο λαός τον υποδέχτηκε με ουρανομήκεις ζητωκραυγές. Τον ονόμασαν «αρραβώνα» του μελλοντικού «γάμου», που δεν θα ήταν βέβαια άλλος από την πολυπόθητη ένωση. Όλοι οι Κρητικοί πίστευαν ότι η περίοδος της Κρητικής Πολιτείας ήταν ένα μεταβατικό στάδιο προς την τελική φάση. Κι αυτή η ονειρεμένη τελική φάση ήταν, βέβαια, η ένωση. Η ένωση που έλαμπε σαν μαγικό όραμα. Που στο όνομά της είχαν γίνει αλλεπάλληλες επαναστάσεις στην Κρήτη κι είχαν χυθεί ποταμοί αίματος.

Παρά λοιπόν την ωραία λύση της αυτονομίας, παρά την εντυπωσιακή άνοδο του βιωτικού επιπέδου, την άνετη ζωή, την ευνομία και την τάξη που επικρατούσε, ο πόθος των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα ήταν διαρκής, έντονος, άσβεστος.

Αυτό ακριβώς μας βεβαιώνουν τα αλλεπάλληλα διαβήματα, κινήσεις, κινήματα και ένοπλες εξεγέρσεις των προγόνων μας. Θα αναφερθούμε σε όλα αυτά περιληπτικά αμέσως μετά (με τρόπο τηλεγραφικό, από έλλειψη χρόνου).

Το παράξενο που θα θελα να προτάξω είναι το εξής: Ακόμη και ο ύπατος αρμοστής πρίγκιπας, τον Σεπτέμβριο του 1900 (οπότε πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη), υπέβαλε υπόμνημα και ζητούσε από τις Μεγάλες Δυνάμεις την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Ας αφήσουμε όμως τον πρίγκιπα (μια και οι Μεγάλες Δυνάμεις του απάντησαν βέβαια αρνητικά), για να αναφερθούμε σε άλλες κινήσεις, που υπογραμμίζουν την άσβεστη φλόγα των ντόπιων για ένωση.

Τον Μάιο του 1901 η κρητική βουλή με ψήφισμά της ζήτησε από τις Μεγάλες Δυνάμεις «την εκπλήρωσιν των νομίμων πόθων του Κρητικού Λαού, που είναι η Ένωσίς του μετά της Ελλάδος. Αυτή ήταν και είναι το τέρμα και ο σκοπός των αγώνων και των παθημάτων όλων ανεξαρτήτως την Κρητών». Πρόεδρος της κρητικής βουλής ήταν τότε ο παλιός καπετάνιος της επανάστασης του 1866-69, Εμμανουήλ Σκαλίδης.

Παρόμοια ψηφίσματα εξέδωσαν όλα τα δημοτικά συμβούλια του νησιού. Αλλά το ίδιο είχε ζητήσει και ο λαός απευθείας, σε πολυάριθμες συγκεντρώσεις. Κι αυτή τη φορά όμως η απάντηση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ευγενική, διπλωματική και κατηγορηματικώς αρνητική.

Δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή στα 1903, το αίτημα για ένωση επαναλήφθηκε από την κρητική βουλή. Τότε, ήταν πρόεδρός της ο επίσης γνωστός καπετάνιος της επανάστασης του 1866 Αναγνώστης Γογονής. Το ψήφισμα ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Επειδή πάντες οι περί Ελευθερίας αγώνες της Κρήτης νόμιμον σκοπόν έχουν αείποτε την Ένωσιν αυτής μετά της Ελλάδος …
Διά ταύτα, η Βουλή της Κρήτης ικετεύει τας Προστάτιδας Δυνάμεις ίνα ευδοκήσωσι και ακούσωσι την δικαίαν παράκλησιν του Κρητικού Λαού, συμπληρούσαι το ευγενές και φιλάνθρωπον αυτών έργον, διά της ενώσεως της νήσου μετά της Ελλάδος».
Παράλληλα ο λαός, με πάνδημες διαδηλώσεις, ζητούσε την εθνική αποκατάσταση.

Επειδή και πάλι είχαμε αρνητική απάντηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις, τον Απρίλιο του 1904 γίνεται μια κίνηση με επικεφαλής τον επίσης γνωστό καπετάνιο επαναστάσεων Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη, η οποία όμως σβήνει γρήγορα.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους (1904), στους Λάκκους Κυδωνίας, οι Κρητικοί με επικεφαλής τους αδελφούς Μαλινδρέτους και με την υποστήριξη του Κωνσταντίνου Μάνου, κατεβάζουν την κρητική σημαία. Υψώνουν την ελληνική. Και μαζί την επιγραφή, «Ζήτω η Ένωσις».

Ακολουθεί τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου οργάνωση πολλών συλλαλητηρίων και λαοψηφισμάτων για την ένωση.
Φτάνουμε τώρα στα 1905. Στο Θέρισσο. Οι ένοπλοι Κρητικοί, με αρχηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, διακηρύττουν με ψήφισμα ότι: «Ο Κρητικός λαός, συνελθών εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Θερίσσω Κυδωνίας σήμερον την ΙΙ Μαρτίου, κηρύττει ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού Ενωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος, εις μίαν αναίρετον, ελευθέραν και συνταγματικήν Πολιτείαν».

Ψηφίσματα με το αυτό περιεχόμενο εκδόθηκαν τότε σε ολόκληρη τη Κρήτη. Η βουλή του νησιού μας (πρόεδρος ο επίσης παλιός καπετάνιος κρητικών επαναστάσεων Αναγνώστης Μάντακας) κήρυξε την ένωση.

Δεν πέρασαν ούτε σαράντα οκτώ ώρες και οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριπταν και πάλι το αίτημα των Κρητικών. Η απόρριψη ήταν λακωνική: «Υπό τας παρούσας περιστάσεις, δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθεί το πολιτικόν καθεστώς της νήσου Κρήτης».
Αλλά και τα επόμενα χρόνια, 1906 και 1907, πέρασαν με αλλεπάλληλες εξεγέρσεις, ψηφίσματα της βουλής, συλλαλητήρια του λαού. Ένα ήταν πάντα το αίτημα: Ένωσις. Μία η απάντηση των Μεγάλων Δυνάμεων: Όχι.

Και έφτασαν οι λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις να ρίψουν κανονιοβολισμούς εναντίον των Κρητικών που είχαν επαναστατήσει. Και να συγκρουστούν σε πολύνεκρες μάχες μαζί τους. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο επειδή η θυγατέρα επιζητούσε να φτάσει στην αγκαλιά της μάνας της. Βέβαια, οι πάντες γνώριζαν ότι η απάνθρωπη άρνηση υπέκρυπτε συμφέροντα αυτών των ίδιων των Δυνάμεων.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Γεώργιος, είχε αντικατασταθεί από τον Ζαΐμη, χωρίς όμως να αλλάξει το παραμικρό σχετικά με το θέμα της ένωσης. Και κάτι άλλο σημαντικό: όποτε μπορούσαν οι Κρητικοί, υπέστελλαν τη σημαία της πολιτείας τους και την αντικαθιστούσαν με την ελληνική. Κίνηση που εξόργιζε τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Από όταν ήλθε στην Κρήτη ο πρίγκιπας (1898) μέχρι το 1908, είχαν περάσει δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια αγώνων και προσπαθειών για να λήξει η παρένθεση της Κρητικής Πολιτείας και να πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη ένωση.

Θα συνεχιζόταν βέβαια και πέραν της δεκαετίας ο αγώνας των Κρητικών. Ένα όμως ιστορικό γεγονός συντόμευσε τα πάντα. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1908, η Βουλγαρία ανακηρύσσεται βασίλειο. Οι Κρητικοί θεωρούν το γεγονός αυτό ευκαιρία γενικότερης ανακατάταξης για να κηρύξουν κι εκείνοι, μέσα στο ίδιο 24ωρο, ένωση με την Ελλάδα.

Δημιουργείται λοιπόν στο νησί μας ένας πατριωτικός πυρετός. Πρωτοστατεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος συντάσσει προκηρύξεις που κυκλοφορούν την ίδια ημέρα. Οι εφημερίδες τυπώνουν παραρτήματα. Από χωριά, μπαίνουν στις πόλεις ένοπλοι καβαλάρηδες και πεζοί. Μόνο στο Πεδίον του Άρεως, στα Χανιά, συγκεντρώνεται ένα πλήθος 12.000 ανθρώπων, τους οποίους διακατέχει ασυγκράτητος ενθουσιασμός.

Ψηφίσματα που εγκρίνει ο λαός της Κρήτης κηρύττουν την ένωση. Καλούν τον βασιλιά να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού.
Η μία ενέργεια διαδέχεται την άλλη προκειμένου να ισχυροποιηθεί η ένωση. Υποστέλλεται επισήμως η σημαία της Κρητικής Πολιτείας και γίνεται έπαρση της ελληνικής. Η κυβέρνηση Κρήτης δίδει τον όρκο του ελληνικού κράτους. Ακολουθούν αμέσως οι ορκωμοσίες της κρητικής βουλής, του στρατού της Μεγαλονήσου, της χωροφυλακής, των δημοσίων υπαλλήλων, των δικαστών. Με διατάγματα καθιερώνεται η χρήση στην Κρήτη γραμματοσήμων και χαρτοσήμων που αναγράφουν τις λέξεις «Ελλάς» ή «Ελληνικόν Βασίλειον».

Επίσης, την επίσημη εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας, όπου δημοσιεύονταν οι νόμοι της κυβέρνησης του νησιού μας, τη μετονόμασαν. Έθεσαν στην κορυφή της πρώτης σελίδας τον ελληνικό θυρεό κι από κάτω έγραψαν: «Βασίλειον της Ελλάδος – Παράρτημα της Κυβερνήσεως εν Κρήτη». Τάχατες δηλαδή ότι η Ένωση ήταν γεγονός και ότι οι νόμοι, τα διατάγματα κ.λπ. του νησιού μας θα δημοσιεύονταν στο εξής στην εφημερίδα της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά «στο Παράρτημα Κρήτης». Αυτή τη φορά οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν αντέδρασαν ακαριαία όπως άλλοτε.

Αυτή υπήρξε η δεκάχρονη πορεία του Κρητικού λαού, από την Κρητική Πολιτεία προς την ένωση. Κι αυτό υπήρξε το ενωτικό κίνημα του 1908. Όχι βέβαια ότι η πολυπόθητη ένωση συντελέστηκε τότε. Χρειάστηκε μια ακόμη πενταετία προσπαθειών. Αλλά με το ενωτικό κίνημα του 1908 σφραγίστηκε η ένωση. Και δεν έμεναν πια παρά τα διαδικαστικά. Αλλά κυρίως απέμενε να βελτιωθούν οι διεθνείς συγκυρίες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek