Οι «καρβουνοσακούλες»

Ανάλογα με την εποχή, την ιδεολογική και πολιτική συγκυρία, φωτίζονται διαφορετικές πλευρές του έργου του Ρήγα, που, παρά την πολύ σύντομη ενεργό εκδοτική και πολιτική δραστηριότητά του (από το 1790-1791 έως το 1798), πρόλαβε κιόλας να είναι πολύπλευρο και συνθετικό: εκδότης, διαφωτιστής, συγγραφέας, συνωμότης, επαναστάτης και μάρτυρας. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ο Ρήγας, απολύτως φυσιολογικά, ήταν σχεδόν αποκλειστικά ο πρόδρομος, ο μάρτυρας της εθνικής ιδέας, ο συγγραφέας του Ύμνου Πατριωτικού, του Τι καρτερείτε και προπαντός του Θούριου, που βρισκόταν στα χείλη όλων των Ελλήνων. Κατά ένα μεγάλο μέρος του δεύτερου ημίσεως του 19ου αιώνα, πριν αρχίσει η διαμάχη για το Μακεδονικό, θα γίνει ο απόστολος και ο πρόδρομος της βαλκανικής ιδέας, της «Βαλκανικής Ομοσπονδίας», που θα συνεγείρει τον Παναγιώτη Πανά, τον Ανδρέα Ρηγόπουλο και τόσους άλλους δημοκράτες και επαναστάτες. Το ίδιο θα συμβεί και πάλι στον Μεσοπόλεμο, χωρίς όμως ποτέ να χάσει και την ιδιότητα του Έλληνα πρωτομάρτυρα της Επανάστασης. Ακριβώς γι’ αυτό, ο Κορδάτος, στη «μακεδονική» φάση του ΚΚΕ, θα τον ανακηρύξει, όπως δείξαμε, «πρόδρομο του ελληνικού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια», απλώς και μόνο διότι έβλεπε μια ελληνική πρωτοκαθεδρία στην κοινή βαλκανική προσπάθεια που οραματιζόταν. Το 1945, όμως, όταν η ελληνική Αριστερά θα έχει αναβαπτιστεί στην Αντίσταση και θα έχει ηγηθεί του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ενώ θα προωθείται το αίτημα μιας υπό σοσιαλιστική ηγεσία βαλκανικής ομοσπονδίας, ο Κορδάτος θα… ξαναγράψει το ίδιο βιβλίο, επιμένοντας πλέον σε θετική αποτίμηση του Ρήγα.

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ο Ρήγας παραμένει σύμβολο της Αριστεράς, ως εκφραστής μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής αντίληψης και φορέας ενός πνεύματος βαλκανικής συνεννόησης – τη στιγμή που η Δεξιά θα επικεντρώνεται στον σλαβικό κίνδυνο, οπότε, γι’ αυτήν, ο Ρήγας θα είναι απλώς ο πρωτομάρτυρας της «εθνικής επανάστασης».

Κανείς ωστόσο δεν είχε διανοηθεί να αποτολμήσει μια συνολική στρέβλωση του Ρήγα όμοια με εκείνη που θα πραγματοποιήσουν οι αποδομιστές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Από κείμενο σε κείμενο, από μελέτη σε μελέτη, από βιβλίο σε βιβλίο, ο Ρήγας μεταβάλλεται σταδιακώς σε έναν απλό οπαδό των δυτικών Φώτων, εμμανή της γαλλικής Επανάστασης, αγνωστικιστή, οικουμενιστή, χωρίς εθνική ταυτότητα, που απλώς προπαγάνδιζε την «αδελφοσύνη των λαών», ακόμα και με τους Τούρκους κατακτητές, ιδεοτυπικό σύμβολο μιας εθνοαποδομητικής ιστοριογραφίας, όπου η ελληνικότητά του αντιπαρατίθεται στο βαλκανικό όραμά του και την οικουμενικότητα της αντίληψής του. Διότι, βέβαια, ο «τουρκοφάγος» Κολοκοτρώνης, ο «εθνοκεντρικός» Μακρυγιάννης, ή ο Καραϊσκάκης με τη διαβόητη πυραμίδα του, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ανάλογα σύμβολα. Γι’ αυτό θα χαθούν από το προσκήνιο της «νέας ιστοριογραφίας» της μεταπολίτευσης, και τη θέση τους θα καταλάβουν σταδιακώς οι λόγιοι και συναφώς μια «λόγια εκδοχή» του ίδιου του Ρήγα. Πλέον, δεν πρόκειται για την εποχή της Παλιγγενεσίας αλλά εκείνη του «Διαφωτισμού»… Οι «γραφιάδες» έπαιρναν την εκδίκησή τους από τους αγωνιστές! Θα πρέπει να αμβλυνθούν οι αγωνιστικές διαστάσεις του Ρήγα, να διογκωθεί η σημασία του μεταφραστικού του έργου, να υποτιμηθεί ή να αμφισβητηθεί η σημασία άλλων εκδόσεων του (όπως εκείνη του Αγαθάγγελου), να «ξεχαστεί» η προτεραιότητα της επαναστατικής του πρακτικής και του μαρτυρίου του, να υποβαθμιστεί η σημασία της επαναστατικής ανατροπής την οποία προετοίμαζε καθώς και το πνευματικό μέγεθος και ο ρόλος των «εν όπλοις» συντρόφων του, να σμικρυνθεί το ειδικό βάρος της απεύθυνσης στα λαϊκά στρώματα – κατ’ εξοχήν με τα επαναστατικά του άσματα – εν τέλει, να αποκρυβεί η συνθετικότητα της μορφής και του έργου του.

Ο Ρήγας υπήρξε ένα μετέωρο, μια επαναστατική έκλαμψη που άστραψε για ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα –η ανατρεπτική επαναστατική του δράση, καθεαυτή, διήρκεσε μόλις λίγους μήνες– και, όμως, πρόλαβε να φωτίσει εκτυφλωτικά την οδό της ελληνικής παλιγγενεσίας: το επαναστατικό σχέδιό του, μιας ελληνικής και συνάμα παμβαλκανικής επανάστασης, θα επιχειρήσει να κάνει πράξη η Φιλική Εταιρεία. στο Σύνταγμά του θα στηριχθούν, εν πολλοίς, τα πρώτα ελληνικά συντάγματα της ανεξαρτησίας. τα τραγούδια του θα ψάλλουν οι αγωνιστές του ’21.

Με το συνθετικό του έργο, επιχείρησε να υπερβεί τον «καημό της ρωμιοσύνης», τη διάσπαση, το σκόρπισμα, τις εγγενείς αποκλίσεις μιας τραγικής ιστορικής μοίρας. Και όμως, με το αδόκητο, αιφνίδιο τέλος του, θα υποκύψει και αυτός στην ίδια αδήριτη διαλεκτική – το έργο του θα μείνει εξ ίσου ανολοκλήρωτο, όπως ανολοκλήρωτο θα παραμένει μέχρι σήμερα το γένος των Ελλήνων. Ακριβώς διότι το γένος δεν όριζε τη μοίρα του, ακόμα και τους ρυθμούς της ίδιας του της παλιγγενεσίας, θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει αλλότρια όπλα, τη «συγκυρία», όπως θα κάνουν τόσοι και τόσοι μετά από αυτόν, μέχρι το 1922. θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τον Βοναπάρτη, ως όργανο του πεπρωμένου του γένους, και θα υποκύψει, θύμα της τευτονικής αναλγησίας και της οθωμανικής θηριωδίας. Ως εάν ήθελε, ακόμα και με τον θάνατό του, να ορίσει τις δύο συντεταγμένες του καημού της ρωμιοσύνης, αυτό που θα τονίσει ο Διονύσιος Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους: «τόπ’ Ἄγγλου, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιάς,/πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι».

Για τον Σολωμό, αλλά και τον Κάλβο, έχει αναφερθεί συχνά πως δεν κατόρθωσαν να γράψουν ένα μεγάλο έργο. Και οι δύο θα μείνουν αποσπασματικοί, ο Σολωμός θα αφήσει ατελείωτους τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ο Κάλβος θα σιωπήσει από τα 34 χρόνια του. Ο Νικόλας Κάλας, μάλιστα, θα γράψει για το θέμα αυτό, ίσως σε μια από τις πιο σφαλερές κριτικές αποφάνσεις του: «Ο Σολωμός είχε μάλλον αδύνατη ποιητική φλέβα –μας έδωσε μόνο κάτι ωραία λυρικά τραγούδια – όσο για τον Κάλβο…, ο πατριωτισμός του είναι πολύ διανοητικός και ατομικιστικός για ένα αίσθημα τόσο μαζικό όπως είναι ο πατριωτικός ενθουσιασμός» . Για άλλη μια φορά, φαίνεται πως ο Γεώργιος Σεφέρης έλυσε το «μυστήριο» πολύ πιο αποτελεσματικά: «Μπορούμε να στοχαστούμε πολλά για τη μοίρα της φυλής και του ελληνικού λόγου, όταν λογαριάσουμε ότι, σε μια ορισμένη στιγμή που το Γένος αρχίζει να βγαίνει από έναν μεγάλο ύπνο, τα έργα δύο μοναδικών ποιητών είναι σημαδεμένα από κάτι τέτοιες καρβουνοσακούλες» . Με τις «καρβουνοσακούλες» –εξηγεί ο Σεφέρης– εννοεί τα μαύρα χάσματα στον Ουρανό, σύμφωνα με μια αυσ-τραλιανή παράδοση – δηλαδή τα «μαύρα χάσματα» στη διαμόρφωση του γένους. Ο Σολωμός και ο Κάλβος θα εξοντωθούν ποιητικά από την αδυναμία της Ελλάδας να «αντέξει» μια υψηλή ποίηση, και όχι βέβαια επειδή ο Σολωμός είχε «αδύνατη ποιητική φλέβα», όπως υποστηρίζει ο Κάλας, το αντίθετο μάλιστα. Το επαναστατικό όραμα του Ρήγα Βελεστινλή θα παραμείνει ανολοκλήρωτο και ο ίδιος ο εμπνευστής του δεν θα προλάβει έστω να δοκιμάσει να το θέσει σε εφαρμογή, όχι γιατί δεν διέθετε τη συνθετική και αγωνιστική δυνατότητα και διάθεση για κάτι τέτοιο, αλλά διότι η μοίρα μας, για οκτώ αιώνες, έως σήμερα, ορίζεται από αυτή τη συνθήκη του συνόρου δύο κόσμων, ανάμεσα στους οποίους συνθλιβόμαστε.

Ο Βελεστινλής και η Φιλική Εταιρεία δοκίμασαν να μεταβάλουν και πάλι αυτό που έγινε σύνορο σήμερα σε οικουμένη, σε ό,τι δηλαδή υπήρξε για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, μέχρι και το Βυζάντιο, ο ελληνικός κόσμος. Γι’ αυτό στοχοθέτησαν τη συμπερίληψη όλου του βαλκανικού χώρου, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη, τη φυσική του πρωτεύουσα, στο επαναστατικό τους σχέδιο. Όμως οι «καρβουνοσακούλες» ήταν πάρα πολλές – μαύρες τρύπες, δημογραφικές, οικονομικές, πνευματικές και, προπαντός, ο όγκος δύο μεγάλων κόσμων, «πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι». Γι’ αυτό ανολοκλήρωτο θα μείνει το όραμά του, ανεκπλήρωτο, πριν καν αρχίσει να μπαίνει σε εφαρμογή, το διάβημά του. Ως μια πρόκληση εσαεί για τους Έλληνες –αλλά και τους λοιπούς Βαλκάνιους– όσο συνεχίζουν να υπάρχουν, να απαντήσουν κάποτε θετικά στον «καημό της ρωμιοσύνης», τον καημό των λαών της Βαλκανικής. Εξ άλλου, αυτός, με τον ένα ή άλλο τρόπο, κάποτε θα λυθεί, είτε αρνητικά, με την εξαφάνιση, την απορρόφησή μας από τους δύο αυτούς κόσμους, που μέχρι σήμερα όρισαν την τραγικότητα, το ανολοκλήρωτο των προσπαθειών μας, είτε επί τέλους θετικά, ως ανασυγκρότηση ενός έστω σμικρυμένου αλλά επί τέλους αυτόνομου συλλογικού υποκειμένου.

Γι’ αυτό ο Ρήγας Βελεστινλής παραμένει αξεπέραστος, το εμβληματικό και ταυτόχρονα ανολοκλήρωτο πρόταγμα του νεώτερου ελληνισμού. Γι’ αυτό γυρνάμε και ξαναγυρνάμε κοντά του, γι’ αυτό μας γοητεύει –με έναν συχνά δυσεξήγητο τρόπο– η φυσιογνωμία του, διότι αποτελεί το πρόσωπο –διαχρονικό και, στις μέρες μας, τραγικό– του ελληνισμού, Έλληνας, Βαλκάνιος, οικουμενικός.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek