Από το Άρδην τ. 83, Δεκέμβριος 2010-Ιανουάριος 2011

Αθανάσιος Πλατιάς, Κολιόπουλος Κωνσταντίνος, Thucydides on Strategy, Hurst and Company, Λονδίνο, 2010, σ. 197

Αποτελεί σύνηθες κουσούρι ορισμένων ειδημόνων στις Διεθνείς Σχέσεις να αυτο-φυλακίζονται σε ένα ασφαλές επιλεγόμενο «εννοιολογικό πλαίσιο», πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορούν να πουν ό,τι θέλουν σχετικά με ένα θέμα. Έτσι, δημιουργούν μοντέλα και σταχυολογούν κατά το δοκούν την ιστορική βιβλιογραφία, προκειμένου να αποδείξουν τις υποθέσεις τους, εν αντιθέσει προς τον ιστορικό, ο οποίος δεν χρειάζεται να αποδείξει το σχετικόν των γραφομένων του, δεδομένου ότι όλοι οι αιώνες, σύμφωνα με τον Ράνκε, «είναι ίσοι ενώπιον του Θεού». Ακριβώς όπως ορισμένοι ειδήμονες των Δημοσίων Σχέσεων, στην προσπάθειά τους να τύχουν ακαδημαϊκού σεβασμού, διατείνονται ότι η Βίβλος –και δη η ιστορία του Πέτρου και του Παύλου– αποτελεί πρώιμο παράδειγμα Δημοσίων Σχέσεων, έτσι και ορισμένοι διεθνοσχεσίτες κολλάνε στον Μακιαβέλλι, τον Χομπς και τον Θουκυδίδη και τους ερμηνεύουν εκ νέου, προκειμένου να προωθήσουν τις θεωρίες τους περί πολιτικής ισχύος, η οποία πολύ συχνά προωθεί τον μονομερή πόλεμο υπό την πρωτόγονη αρχή του «δικαίου του ισχυροτέρου». Το εν λόγω βιβλίο το κάνει μανιωδώς και μάλιστα με τον ισχυρισμό ότι (π.χ.) το κείμενο του Θουκυδίδη περί Πελοποννησιακού Πολέμου αποτελεί αριστούργημα στρατηγικής αναλύσεως, εφάμιλλο του Η Τέχνη του Πολέμου του Σου Τζου και του Περί Πολέμου του Κλαούζεβιτς. Μάλλον το σχόλιο του φημισμένου Φλωρεντινού διπλωμάτη στην εισαγωγή του, ότι ο στρατός είχε διαφθαρεί πλήρως και πόρρω απείχε των παραδόσεων, δεν θα ταίριαζε και πολύ με το αντικείμενο του βιβλίου των Πλατιά και Κολιόπουλου, καθώς θα υπογράμμιζε τον περί στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος εφιάλτη του Αϊζενχάουερ. Σε κάθε περίπτωση, ο Θουκυδίδης μεταμορφώνεται ως διά μαγείας από τους συγγραφείς σε θεωρητικό των Διεθνών Σχέσεων επί θεμάτων στρατηγικής, λες κι ο κόσμος δεν γνωρίζει ότι ήταν και ο ίδιος στρατηγός, ο οποίος συμμετείχε στον πόλεμο. Αυτή η προσέγγιση, φυσικά, αποσιωπά το γεγονός ότι ο Θουκυδίδης ήταν κυρίως και πρωτίστως έξοχος χρονικογράφος ενός φρικτού και άσκοπου πολέμου και ότι σχεδόν ποτέ δεν εκφράζει δικές του κρίσεις. Αν το κάνει (κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο «αν»), αυτό γίνεται αυτομάτως μέσω της καταγραφής των λεγομένων τρίτων.

Το ίδιο το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο τιτλοφορείται Grand Strategy: a Framework for Analysis (Η Μεγάλη Στρατηγική: Πλαίσιο για Ανάλυση), το οποίο περιλαμβάνει πέντε υπεραπλουστευμένους πίνακες και σχήματα, επιχειρώντας να εξηγήσει στον αναγνώστη τη διαφορά μεταξύ «στρατηγικής» και «μεγάλης στρατηγικής», λέγοντας (σ. 5) ότι «το υψηλότερο επίπεδο στρατηγικής είναι η μεγάλη στρατηγική», καθώς και ότι «αναφέρεται στη χρήση όλων των μέσων (στρατιωτικά, οικονομικά, διπλωματικά, κ.λπ.) που έχει στη διάθεσή του ένα κράτος προκειμένου να επιτύχει τους στόχους οι οποίοι έχουν τεθεί βάσει πολιτικής, εν όψει πραγματικής ή δυνητικής συγκρούσεως». Με άλλα λόγια, όταν ένα κράτος κάνει πόλεμο, υιοθετεί μία στρατηγική. το εάν αυτή αποκαλείται «μεγάλη», ελάχιστα ενδιαφέρει. Η προσπάθεια αυθαίρετης διαφοροποιήσεως μεταξύ επιπέδων στρατηγικής είναι εξ ορισμού ριψοκίνδυνη και μπορεί κάλλιστα να συγχύσει τον κόσμο με την υπεραπλούστευσή της, συνήθως με τη συνδρομή απλοϊκών διαγραμμάτων τα οποία απομακρύνουν την προσοχή του αναγνώστη από τον συχνά αγνοούμενο ανθρώπινο παράγοντα. Το δεύτερο κεφάλαιο, βασισμένο εν πολλοίς στον Θουκυδίδη, δίνει μία χλιαρή περίληψη του Αθήνα και Σπάρτη: Δομές Ισχύος, Πρώτες Συγκρούσεις και τα Αίτια του Πολέμου, όπως άλλωστε και τα κεφάλαια 3 και 4, τα Periclean Grand Strategy (Η Μεγάλη Στρατηγική του Περικλέους), και Spartan Grand Strategy (Η Μεγάλη Στρατηγική της Σπάρτης). Τώρα, το ποια είναι η διαφορά μεταξύ «στρατηγικής» και «μεγάλης στρατηγικής» ένας Θεός το ξέρει, δεδομένου ότι οι στρατιωτικοί συνήθως χαρακτηρίζουν τις υποστρατηγικές ως «τακτική». Άλλωστε, δεν είναι άραγε αλήθεια ότι και υψηλόβαθμοι πολιτικοί επίσης συγχέουν στρατηγικές και τακτικές, ακριβώς όπως συχνά συγχέουν τους αποκρουστικούς όρους «γεωπολιτική» και «γεωστρατηγική»; Το τελευταίο, σχετικώς πιο ενδιαφέρον, κεφάλαιο, καταπιάνεται με Μια Προοπτική Θεώρηση του Θουκυδίδη και της Στρατηγικής (Thucydides and Strategy in Perspective) –χωρίς, φυσικά, να εξηγεί ποια είναι αυτή η προοπτική–, εμπλέκοντας μεταξύ άλλων την επέκταση του ΝΑΤΟ, τον Ψυχρό Πόλεμο, τη μάχη του Βατερλώ, την ισπανική ηγεμονία και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και καταλήγοντας στα συμπεράσματα (σ. 117) ότι «η κακή συνήθεια της υποτιμήσεως του εχθρού δεν πρόκειται να εξαλειφθεί στο μέλλον», καθώς και ότι «μπορεί ακόμη να ισχυρισθεί κανείς ότι μία εκάστη των πλευρών θα έχει την τάση να θεωρεί εαυτήν ως την πλέον αποφασισμένη ή ως έχουσα το υψηλότερο ηθικό». Αυτές δεν είναι δα και κοσμοϊστορικές αποκαλύψεις…

Η δικαιολογία πίσω από την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Θουκυδίδης ως συγγραφέας επί στρατηγικών θεμάτων, αντί –σύμφωνα με τον ίδιο τον Θουκυδίδη– ως κάποιον ο οποίος προσπαθεί να βοηθήσει «όσους επιθυμούν να κατανοήσουν τα γεγονότα του παρελθόντος», παρουσιάζεται σε ένα δεκαπεντασέλιδο παράρτημα παραθεμάτων, υπό διάφορες επικεφαλίδες από τον χώρο των σύγχρονων διεθνών σχέσεων όπως «κατευνασμός», «ισορροπία δυνάμεων», «διπλωματία εξαναγκασμού», «οριζόντια κλιμάκωση» (ω Θεέ μου!!!), «loss-of-strength gradient», «αποτρεπτικός πόλεμος», «δίλημμα ασφαλείας» και τα τοιαύτα. Ευτυχώς δεν αναφέρουν τις «παράπλευρες απώλειες». Εξίσου ευτυχώς, παραδέχονται ότι ο Θουκυδίδης δεν χρησιμοποιούσε αυτή τη σύγχρονη στρατηγική τεχνική ορολογία. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι το εάν ο Θουκυδίδης προσπαθούσε καν να διδάξει στρατηγική είναι άκρως αμφισβητήσιμο, εκτός κι αν οι συγγραφείς πιστεύουν ότι καταγράφοντας τα λεγόμενα άλλων προσπαθούσε να το κάνει με επιτηδευμένα υποσυνείδητο τρόπο. Εάν όμως ισχύει κάτι τέτοιο, τότε είναι εξίσου συζητήσιμο το εάν η ιστορία του Θουκυδίδη είναι όντως αντιπολεμική και εναντίον των πολιτικών ισχύος, ιδίως δεδομένης της επιχειρηματολογίας των πρωταγωνιστών του έργου του Μηλίων Διάλογος. Δεν γίνεται να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ότι από 154 περιέργως σταχυολογημένα παραθέματα, μόνο 62 δεν προέρχονται από ομιλίες διαφόρων Αθηναίων, Σπαρτιατών, Κερκυραίων, Κορινθίων και Συρακουσίων. Επίσης, πολλά εξ αυτών των 62 αναφέρονται εμμέσως και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν ανάλυση εκ μέρους του Θουκυδίδη. Υπό την ρουμπρίκα Φόβος και Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας, έχουμε τους Κερκυραίους να λένε: «Η Σπάρτη σας φοβάται και επιδιώκει πόλεμο», ενώ υπό την επικεφαλίδα Αριθμητική υπεροχή (numerical superiority), έχουμε τον βασιλιά Αρχίδαμο να λέει: «Πιθανώς να υπάρχει έρεισμα για αυτοπεποίθηση ως εκ της υπεροχής που έχουμε λόγω του βαρέως πεζικού και του μεγάλου μας πλήθους». Αυτές οι «ανακαλύψεις» δεν είναι δα και εκπληκτικά ρηξικέλευθες. Η δε σταχυολόγηση που κάνουν οι συγγραφείς φαντάζει ελαφρώς ράθυμη, αφελής και απλοϊκή. Τέλος, περιέργως, δεν υπάρχουν επικεφαλίδες ή παραθέματα ούτε για τη στρατηγική ούτε και για τη μεγάλη στρατηγική.

Πιθανώς, έχοντας προβλέψει μια τέτοια κριτική, θα πρέπει για λόγους εντιμότητος να πούμε ότι σε μία υποσημείωση (σ. 137) οι συγγραφείς γράφουν: «Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι δεν είμαστε και τόσο λάθος ομιλούντες περί Αναλύσεως του Θουκυδίδη ακόμη και όταν πρόκειται περί γεγονότων τα οποία έχουν αναφερθεί από τρίτους». Δικαιολογούν αυτήν τη σεμνότυφη δήλωση ότι «δεν είναι και τόσο λάθος», υποστηρίζοντας ότι ουδείς άλλος αρχαίος ιστορικός προσεγγίζει το αναλυτικό βάθος του Θουκυδίδη, και ότι η συντριπτική πλειονότητα του υλικού του βιβλίου τους προέρχεται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη. Αυτό είναι απλή και καθόλου πειστική περιπτωσιολογία. Αυτό που όντως πείθει είναι ο ισχυρισμός των συγγραφέων ότι τα θέματα των οποίων επελήφθη ο Θουκυδίδης έχουν επανεμφανισθεί ανά τους αιώνες και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και σήμερα. Αλλά τότε, ακόμη και ο ίδιος ο Θουκυδίδης είχε γράψει ότι τα γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν θα επαναληφθούν και στο μέλλον.

Για όσους ενδιαφέρονται για θεωρητικές ερμηνείες των Διεθνών Σχέσεων, σε αντιδιαστολή με τις αντίστοιχες ιστορικές, το βιβλίο αυτό θα έχει ένα ενδιαφέρον, μόνον όμως αν διαβάσουν πρώτα ολόκληρη την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη.

δρ. William Mallinson
Ιόνιο Πανεπιστήμιο,
21 Οκτωβρίου 2010

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek