Του Σπύρου Κουτρούλη 

μετάφραση-εισαγωγή: Ευαγγελία Κουλιζάκ
Στερέωμα, Αθήνα 2019

Στη σύντομη ζωή της η Σιμόν Βέιλ (πέθανε σε ηλικία 34 ετών το 1943 εξόριστη στο Λονδίνο) μας άφησε ένα σημαντικό έργο το οποίο πλέον σε ένα σημαντικό βαθμό έχει μεταφραστεί και έχει εκδοθεί στη χώρα μας. Η πρώτη γνωριμία του δοκιμίου αυτού στο ελληνικό κοινό έγινε το 1956 από την ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. Όπως επισημαίνει στην εισαγωγή η Ε. Κουλιζάκη, η Ιλιάδα υπήρξε ένα από τα αγαπημένα ποιήματα της Σ.Β. Μάλιστα περιγράφει το εξής περιστατικό. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής κλήθηκε να ανακριθεί σε αστυνομικό τμήμα με την υποψία της συμμετοχής στην αντίσταση. Ανάμεσα στα λιγοστά ρούχα που πήρε σε μια βαλίτσα ήταν και το βιβλίο της Ιλιάδας.
Η Σιμόν Βέιλ ξεκινά με την επισήμανση: «ο πραγματικός ήρωας, το πραγματικό θέμα, το επίκεντρο της Ιλιάδας είναι η βία» (σελ. 15). Θα προσθέταμε η ανώφελη βία, για «ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη», κατά τον στίχο του ποιητή. Όμως συνιστά και ένα προδρομικό κατόρθωμα του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού σε μια ώριμη γλώσσα παρουσιάζει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ειδικά η ταπείνωση του γέροντα βασιλιά των Τρώων Πριάμου μπροστά στον Αχιλλέα ώστε να πάρει το πτώμα του παιδιού του Έκτορα και στη συνέχεια ο από κοινού πόνος για τον θάνατο του φίλου (του Πάτροκλου) και του παιδιού (του Έκτορα) είναι ίσως η κορυφαία στιγμή της Ιλιάδας. Σε αυτό το σημείο «η φιλία φωλιάζει στις καρδιές θανάσιμων εχθρών» ώστε να «παραμερίζει τη δίψα της εκδίκησης για τον σκοτωμένο φίλο ή τον σκοτωμένο γιο και, σαν από κάποιο θαύμα ακόμα μεγαλύτερο, καταργεί την απόσταση ανάμεσα σε ικέτη και ευεργέτη, σε νικητή και ηττημένο» (σελ. 57).
Κατά τον ποιητή (μετάφραση Ι. Πολυλά):
Και αφού εφάγαν κι έπιαν όσο ήθελε η ψυχή τους,
ο Πρίαμος εθαύμαζεν εκεί του Αχιλλέα
την πλάτη και τ’ ανάστημα που ωσάν θεού φαντάζαν.
Και του Πριάμου την ειδή την αγαθή κοιτώντας
και την λαλιά του ακούοντας εθαύμαζε ο Πηλείδης.
Και αφού ν’ αντικοιτάζονται ευφράνθησαν και οι δύο
Σε αυτή την σκηνή μεταξύ Πριάμου και Αχιλλέα «οι στιγμές χάρης στην Ιλιάδα, αν και σπάνιες, είναι ωστόσο αρκετές για να συναισθανθούμε με βαθιά θλίψη το μέγεθος των αξιών που έχουν αφανιστεί και θα συνεχίσουν ν’ αφανίζονται απ’ τη βία» (σελ. 58).
Αλλά επισημαίνει η Βέιλ: «Η βία είναι ανελέητα συντριπτική για τα θύματά της κι ανελέητα μεθυστική γι’ αυτούς που την κατέχουν ως δύναμη – ή νομίζουν ότι την κατέχουν. Κανένας δεν την κατέχει πραγματικά. Η ανθρώπινη φυλή στην Ιλιάδα δεν διακρίνεται σε ηττημένους, σκλάβους και ικέτες από τη μια πλευρά και σε νικητές και άρχοντες από την άλλη. Σ’ ολόκληρο το ποίημα δεν υπάρχει ούτ’ ένας άνθρωπος που κάποια στιγμή, εν τέλει, να μην υποκύπτει στη βία» (σελ. 28).
Αλλά όμως θα επισημάνει: «Οι άλλες στιγμές που οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ψυχή τους είναι όταν αγαπούν. Σχεδόν καμιά μορφή αγάπης μεταξύ ανθρώπων δεν απουσιάζει απ’ την Ιλιάδα… Η αγάπη του γιού για τους γονείς, του πατέρα για τον γιο, της μητέρας για τον γιο περιγράφεται συνεχώς μ’ έναν τρόπο τόσο σύντομο όσο και συγκινητικό» (σελ. 54, 55). Όμως η «μοναδικότητα της Ιλιάδας συνίσταται, σ’ αυτήν την πικρία που προκύπτει απ’ την τρυφερότητα και που απλώνεται πάνω απ’ την ανθρώπινη φυλή σαν το φως του ήλιου» (σελ. 58).
Η Βέιλ συμπεραίνει ότι η Ιλιάδα «συνιστά ένα θαύμα. Η πικρία που το διαποτίζει είναι η απολύτως δικαιολογημένη πικρία που προκύπτει απ’ την υποταγή της ψυχής στη βία, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση στην ύλη. Μια τέτοια υποταγή αποτελεί κοινή ανθρώπινη μοίρα, έστω κι αν καθένας τη διαχειρίζεται διαφορετικά, ανάλογα με την αντίληψή του περί αρετής. Κανένας ήρωας στην Ιλιάδα δεν γλυτώνει απ’ αυτήν τη μοίρα, όπως και κανένας άνθρωπος επί γης». (σελ. 64).
Όμως «η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, είναι η πραγματική συνέχεια του έπους» (σελ. 64).
Η Βέιλ καταλήγει πως, «τα Ευαγγέλια είναι η τελευταία υπέροχη έκφραση του ελληνικού πνεύματος, όπως η Ιλιάδα ήταν η πρώτη. Το πνεύμα της Ελλάδας αποκαλύπτεται όχι μόνο μέσω της εντολής ν’ αναζητήσουμε ως υπέρτατο αγαθό τη βασιλεία και τη δικαιοσύνη του Ουράνιου Πατέρα μας, αλλά και στ’ ότι το μαρτύριο των θνητών εκτίθεται επίσης απροκάλυπτα, σ’ ένα πλάσμα που η φύση του είναι ανθρώπινη και ταυτοχρόνως θεϊκή. Οι καταγραφές του Πάθους δείχνουν πώς ένα θεϊκό πνεύμα, ενσαρκωμένο, μεταμορφώνεται από τη δυστυχία, τρέμει μπροστά στον πόνο και στο θάνατο και πώς στα βάθη της αγωνίας του, αισθάνεται αποκομμένο απ’ τους ανθρώπους και τον Θεό. Η συναίσθηση της ανθρώπινης δυστυχίας προσδίδει στα Ευαγγέλια τον τόνο της απλότητας που συνιστά το ιδιαίτερο αποτύπωμα του ελληνικού πνεύματος και που προικίζει την αττική τραγωδία και την Ιλιάδα με τη χαρακτηριστική τους αξία. Ορισμένες φράσεις απηχούν μια παράξενη συγγένεια με το έπος κι ο έφηβος Τρώας που τον στέλνουν στον Άδη, ενάντια στη δική του επιθυμία, μας θυμίζει τη σκηνή όπου ο Χριστός λέει στον Πέτρο: […] και άλλος σε ζώσει, και οίσει όπου ου θέλεις. Τούτος ο τόνος δεν είναι αποσυνδεδεμένος απ’ την ιδέα που ενέπνευσε τα Ευαγγέλια, καθώς η συναίσθηση της ανθρώπινης δυστυχίας αποτελεί προϋπόθεση για τη δικαιοσύνη και την αγάπη». (σελ. 65).
Τελικά η Σιμόν Βέιλ συμπεραίνει ότι «κανένα έργο απ’ αυτά που παρήγαγαν οι λαοί της Ευρώπης δεν είναι αντάξιο του πρώτου γνωστού ποιήματος που εμφανίστηκε ανάμεσά τους. Ενδέχεται ν’ ανακαλύψουν εκ νέου το επικό πνεύμα όταν μάθουν πως δεν υπάρχει διαφυγή απ’ τη μοίρα, όταν μάθουν να μη θαυμάζουν τη βία κι όταν μάθουν να μην απαξιώνουν τους δυστυχείς. Είναι αμφίβολο πως κάτι τέτοιο θα συμβεί σύντομα» (σελ. 69).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek