του Σπύρου Κουτρούλη, από το Άρδην τ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2009\

«Ρωμιοί, ρακοσυλλέκτες ξένων ιδεών»
Ν. Δήμου «Ημερολόγιο Καύσωνος»
Α
Ο Ν. Δήμου διαθέτει ένα ταλέντο: Eίναι στιλίστας, ξέρει να γράφει με απλό, πυκνό και σαφή τρόπο, κείμενα συχνά αφοριστικά, με γνώση και ευαισθησία, που διαβάζονται με ενδιαφέρον, όπως μαρτυρεί το πλήθος των βιβλίων του.
Είναι βέβαιο ότι το ταλέντο αυτό τον βοήθησε στην επαγγελματική του διαδρομή ως διαφημιστή και στη συνέχεια ως συγγραφέα.
Όμως, αυτά τα στοιχεία τα θυσιάζει και τα σπαταλά στην παθιασμένη υποστήριξη των πολιτικών του απόψεων, που μπορούν να συνοψιστούν: δικαίωση της πολιτικής ενσωμάτωσης (εξάρτησης) της Ελλάδας στη Δύση και αποθέωση της καπιταλιστικής οικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνεται ένα χάσμα ανάμεσα στα καθαρώς φιλοσοφικά και αισθητικά κείμενα και σ’ αυτά που είναι προσανατολισμένα στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα, ώστε το έργο του συνολικά να μην έχει λογική συνοχή, αλλά, όπως θα δούμε, να ξεχειλίζει από αντιφάσεις, αποσιωπήσεις και σχηματοποιήσεις της πραγματικότητας.
Ισχυρίζεται συχνά ότι είναι «αναρχικός», παρότι στρατεύεται στα κατά καιρούς νεοφιλελεύθερα εγχειρήματα του Στ. Μάνου. Ίσως ο «αναρχισμός» του να παραπέμπει στον σκεπτικισμό ή στην επαγγελία του μικρότερου κράτους, του κράτους δηλαδή που έχει παραχωρήσει ουσιώδεις αρμοδιότητές του στη μονοκρατορία της αγοράς και του χρήματος. Αν όμως παρακολουθήσουμε την προσωπική του πορεία –που διεξοδικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια περιγράφει στα βιβλία του–, ή τη συνηγορία του στην ισχυρότερη σήμερα εξουσία. την «αμερικάνικη αυτοκρατορία», τότε θα διαπιστώσουμε ότι ποτέ δεν βρέθηκε απέναντι στην εξουσία, τις περισσότερες φορές ήταν κοντά της.
Στη δεκαετία του ’60 θα λάβει μέρος στη δεξαμενή σκέψης της συντηρητικής αστικής τάξης Εταιρεία Ελληνικών Σπουδών, από την οποία θα προέλθουν τουλάχιστον δεκαπέντε υπουργοί ή στελέχη της δικτατορίας (Μ. Μελετόπουλος: Η δικτατορία των συνταγματαρχών, εκδ. Παπαζήση, σελ. 300).
Ο Ν. Δήμου, στο βιβλίο του Δρόμοι (ΩΚΕΑΝΙΔΑ 2004), αναφέρει ότι το 1970 –μεσούσης της δικτατορίας– σχεδίασε την κρατική εκστρατεία υποστήριξης των ελληνικών προϊόντων,  με το σύνθημα «Σκέψου πριν αγοράσεις». Επίσης, γράφει ότι ο φίλος του υπουργός της δικτατορίας Άρης Δημόπουλος έφερε απρόσκλητο τον Ν. Μακαρέζο σε δεξίωση που οργάνωσε προς τιμή των διαφημιστών.
Με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και την πτώση της χούντας, ο Ν. Δήμου θα εμπνευστεί το σύνθημα «Δεν ξεχνώ» για την κατεχόμενη Κύπρο.
Σύντομα θα βρεθεί στον κύκλο του Κ. Καραμανλή, μαζί με άλλους διανοούμενους.
Την εποχή εκείνη θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του Η δυστυχία τού να είσαι Έλληνας. Από αυτό, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι θεωρεί πως η Ελλάδα δεν βρίσκεται στη Δύση, αλλά ταυτίζεται με τη σλαβορθόδοξη Ανατολή. Οι απόψεις του παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ταυτότητα με αυτές που έχει υποστηρίξει ο Χάντιγκτον ή ο Κ. Ζουράρις ή ο Χ. Γιανναράς:
«Άραγε πόσο Ευρωπαίοι είμαστε; Με την Ευρώπη μάς χωρίζουν πολλά, ίσως περισσότερα από όσα μας ενώνουν. Ελάχιστοι απόηχοι από τα μεγάλα πολιτιστικά κινήματα, που δημιούργησαν τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό, έφτασαν ως εμάς (δεν μιλάμε για τις «φωτισμένες» μειονότητες). Ούτε ο Σχολαστικός Μεσαίωνας, ούτε η Αναγέννηση, ούτε η Μεταρρύθμιση, ούτε ο Διαφωτισμός, ούτε η Βιομηχανική Επανάσταση. Ίσως πολιτιστικά να είμαστε πιο κοντά στην ορθόδοξη Ρωσία των σλαβόφιλων, από την Ευρώπη των ορθολογιστών. Και οι ανατολικές επιδράσεις; Γεγονός είναι πως –ό,τι κι αν λέμε– δεν νιώθουμε Ευρωπαίοι. Νιώθουμε «απ’ έξω» (Ν. Δήμου: Η δυστυχία τού να είσαι Έλληνας, εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ. 33).
Τι μεσολάβησε από αυτές τις διαπιστώσεις, ώστε ο Ν. Δήμου να αλλάξει και να θεωρήσει ότι η Ελλάδα ταυτίζεται με τη Δύση, ενώ όσοι έχουν αντίθετες απόψεις θεωρούνται ανορθολογικοί, απομονωτιστές, ομφαλοσκόποι; Αυτό το αίνιγμα, μόνο ο ίδιος θα μπορεί ίσως να μας το λύσει.
Στο δοκίμιο Απολογία ενός Ανθέλληνα (1996) επισημαίνει: «Πραγματικά θα ήθελα να ζω αλλού. Όμως θα επιθυμούσα αυτό το αλλού να είναι εδώ. Γι’ αυτό έδωσα τη μάχη να εντείνω και να καλλιεργήσω τα θετικά στοιχεία του δυτικού (δηλαδή ελληνικού) πολιτισμού στη χώρα μας… Τα τελευταία χρόνια ένα κύμα εθνικισμού, θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ρατσισμού, αντιδυτικισμού και απομονωτισμού έχει κατακλύσει τον τόπο μας. Διαβάζω τις διάφορες έρευνες που αναλύουν τη σκέψη, τη στάση και τη νοοτροπία των Ελλήνων και σκέπτομαι ότι άδικα κόπιασα. Η πλύση εγκεφάλου από τους ελληνοκεντρικούς είναι συνεχής και υποδόρια. Στον πνευματικό μας χώρο, οι λέξεις “ευρωπαϊστής”, ακόμα και “εκσυγχρονιστής”, ακούγονται πια σαν ύβρεις ή το λιγότερο σαν ειρωνείες».
Στο ίδιο κείμενο θα κάνει άλλο ένα λογικό άλμα και θα υποστηρίξει: «Στην πραγματικότητα το να μιλάμε για δυτικό πολιτισμό είναι λάθος. Πρόκειται τώρα για έναν παγκόσμιο πολιτισμό, που εμπεριέχει μέσα όλα τα προηγούμενα πολιτισμικά μορφώματα».
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα κάποτε είναι ανατολικο-ορθόδοξη, κάποτε είναι Δύση και κάποτε πάλι ο δυτικός πολιτισμός δεν υπάρχει.
Προσπαθώντας να δώσει λογική διέξοδο στις αντιφάσεις στις οποίες έχει εγκλωβιστεί, γράφει: «Πιστεύω πώς αυτή η χώρα έχει πολλά να κερδίσει από τον σωστό εκσυγχρονισμό και από τη μελέτη της Δύσης. Γιατί η Δύση δεν είναι κάτι ξένο –είναι η δική μας συνέχεια. Η σωστή Ελλάδα θα πρέπει να είναι η σύνθεση των θετικών πλευρών της νεοελληνικής ταυτότητας και παράδοσης με τις θετικές στιγμές της Δύσης. Προς το παρόν ζούμε όλοι το αντίθετο: τα αρνητικά του χαρακτήρα μας συνδυασμένα με ό,τι αρνητικό διαθέτει η Δύση…»
Όμως, πώς θα προχωρήσουμε σε συνθέσεις με οποιονδήποτε άλλο πολιτισμό, όταν προηγουμένως θα έχει αποσυντεθεί η νεοελληνική ταυτότητα και όταν δεν θα έχει μείνει τίποτε όρθιο σ’ αυτόν τον τόπο; Διότι για να επικοινωνήσουν δύο μέρη προϋποτίθεται η ύπαρξη βέβαια και των δύο μερών. Όταν με περισσή ευκολία συκοφαντούν ή αποσιωπούν  τον Μακρυγιάννη, τον Γ. Σεφέρη, τον Οδ. Ελύτη, τον Ν. Εγγονόπουλο, τον Γ. Ρίτσο, τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον Ν. Σβορώνο, τον Δ. Πικιώνη, τον Μ. Θεοδωράκη, για ποια πνευματική παράδοση και ταυτότητα μπορούμε τότε να μιλάμε; Αλλά αυτοί που οδήγησαν την Ελλάδα, υποτίθεται, στη Δύση, άδειασαν την ελληνική ύπαιθρο από ό,τι σημαντικότερο είχε, τους ανθρώπους της. Την αντιπαροχή και την αγελαία συγκέντρωση του μισού ελληνικού πληθυσμού στη θλιβερή μας πρωτεύουσα ονόμασαν εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Σε ποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα  καταστράφηκε κάθε αρχιτεκτονική παράδοση στο όνομα μικρών και μεγάλων συμφερόντων που θεοποίησαν το κέρδος; Ας περπατήσουμε σε οποιαδήποτε πόλη της Ευρώπης και θα διαπιστώσουμε ότι σε καμία άλλη δεν συντελέστηκε αυτής της έκτασης το έγκλημα που διέπραξαν σε όλο το ελληνικό τοπίο οι θιασώτες της Δύσης και του «εκσυγχρονισμού».
Ο Ν. Δήμου θα πρέπει να ξανασκεφτεί για τους λόγους που επεκτείνεται ο ευρωσκεπτικισμός όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Η απάντηση θα βρεθεί στο γεγονός ότι η οικονομία της Ευρώπης αποτυγχάνει γιατί ακολούθησε τον νεοφιλελευθερισμό με συντηρητικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, ότι τα ευρωπαϊκά προγράμματα, ειδικά στη χώρα μας, αντί να αποτελέσουν μια ευκαιρία για την παραγωγική αναδιάρθρωση αναδείχθηκαν σε αιτία διαφθοράς ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων και συνέτειναν δραματικά στο να διαλυθεί ο παραγωγικός ιστός της χώρας (γεωργικός – βιομηχανικός) και να μετατραπεί η ελληνική οικονομία σε οικονομία κυρίως παροχής υπηρεσιών. Η δε επιδεικτικά σπάταλη γραφειοκρατία των Βρυξελλών αποξένωσε περισσότερο, από ό,τι στα εθνικά κράτη, τους λαούς από την εξουσία. Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η Ευρώπη, με τη βιαστική της απόφαση να επεκταθεί προς ανατολάς χωρίς όμως να συμπεριλάβει τη Ρωσία, δεν κατάφερε να συγκροτηθεί ως διακριτή πολιτική οντότητα, με αποτέλεσμα, λιγότερο ή περισσότερο, να σέρνεται πίσω από τις ΗΠΑ.
Στο ίδιο κείμενο ο Ν. Δήμου αναφέρεται στον «μύθο της φυλετικής και πολιτισμικής ανωτερότητας των προγόνων». Δεν φαίνεται όμως πουθενά να μπορεί ή να επιθυμεί να αναιρέσει την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού. αντίθετα, σε κείμενά του όπως, «Το φως των Ελλήνων» την αποθεώνει. Το βέβαιο είναι ότι η φυλετική καθαρότητα είναι μια κατασκευή επιστημονικά αδιάφορη. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνείδηση του συνανήκειν, η αίσθηση της μετοχής στην κοινή ταυτότητα, που αφομοίωσε, απ’ ό,τι φαίνεται, ιστορικά και λαούς με διαφορετικές αφετηρίες. Η γλώσσα που μιλιέται από την εποχή του Ομήρου είναι ένα τεκμήριο συνέχειας. Αλλά ενδιαφέρον είναι ότι ελληνικοί πληθυσμοί δίγλωσσοι, όπως οι Βλάχοι ή οι Αρβανίτες, πρωτοστάτησαν σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες (μάλιστα, οι Αρβανίτες είναι τοποθετημένοι παραδοσιακά στο πιο συντηρητικό σημείο του πολιτικού χάρτη). Άλλοι, που για ένα διάστημα είχαν απωλέσει την ελληνική λαλιά αλλά κράτησαν την ορθοδοξία, όπως οι τουρκόφωνοι Καραμανλήδες, δεν έχασαν ούτε στιγμή την ελληνική τους συνείδηση (κι αυτοί επίσης είναι τοποθετημένοι δεξιότατα).
Η σκέψη του Δήμου, ότι «οι Ρωμιοί του 18ου αιώνα δεν ένιωθαν ούτε καν Έλληνες –πόσο μάλλον αρχαίοι. Ήταν ένας νέος βαλκανικός λαός που είχε προέλθει από την επιμειξία πολλών φυλών και πολιτιστικών παραδόσεων, με δικό του ύφος και δική του νοοτροπία. Ξαφνικά οι δυτικοί «φιλέλληνες» (και οι μιμητές τους, δικοί μας λογιώτατοι) «του φόρεσαν μια περικεφαλαία, τον έχρισαν  συνεχιστή των αρχαίων και τον μπόλιασαν με τη μανία της καθαρότητας», δεν έχει σχέση με τα πορίσματα της ιστορίας.
Ο νεοελληνισμός είναι μια πραγματικότητα παλαιότερη. Αποκρυσταλλώνεται στα κράτη που δημιουργούνται αμέσως μετά το 1204 (όπως τεκμηριωμένα υποστηρίζει ο Γ. Καραμπελιάς στο βιβλίο του για το 1204) και το τέλος της Φραγκοκρατίας, όπως και στον λόγο του Πλήθωνα «Έλληνες εσμέν». Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο νεοελληνισμός διατηρεί και ενισχύει την αντιστασιακή του ταυτότητα. Η ιστορία του Κ. Σάθα αποκαλύπτει την Τουρκοκρατία ως μια περίοδο συνεχών επαναστάσεων. Οι λόγοι των επαναστατών, όπως του Ρήγα και του Μακρυγιάννη, αποκαλύπτουν τη συνείδηση ενός ελληνισμού ευρύχωρου και ανοικτού μεν, που όμως εμπνέεται και καθορίζεται από την όλη ιστορική του πορεία (αρχαιότητα, βυζαντινούς χρόνους). Στον νεοελληνισμό δεν κατασκευάζει το κράτος το έθνος, αλλά το έθνος δημιουργεί το κράτος.
Την προγονοπληξία την καταδίκασαν πολλοί, σαν τον Δραγούμη, που ο Ν. Δήμου θα χαρακτήριζε ίσως ελληνοκεντρικούς. Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσουμε τον αρχαίο ελληνισμό: ιδεοληπτικά, όπως κάνουν διάφοροι ακροδεξιοί, και γόνιμα, όπως έκαναν ο Νίτσε, ο Μ. Χάιντεγκερ, ο Κ. Παπαιωάννου, ο Λ. Αξελός, ο Κ. Καστοριάδης, ο Βιντάλ-Νακέ  και άλλοι.
Ο Ν. Δήμου θεωρεί την ratio στοιχείο ελληνικό. Γνωρίζουμε πλέον από στοχαστές όπως ο Χάιντεγκερ, ότι η Δύση παραλαμβάνει λέξεις από τον ελληνισμό δίχως την αρχέγονη εμπειρία τους και γι’ αυτό αντιστρέφει το νόημά τους. Δεν θα δυσκολευθούμε να συμφωνήσουμε ότι ορθολογισμός και ανορθολογισμός υπάρχει και στη Δύση και στην Ελλάδα. Θα δούμε όμως ότι στα γραπτά του Ν. Δήμου υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στον ορθολογισμό, αλλά δεν κάνει ένα αναγκαίο βήμα: την κριτική στον εργαλειακό ορθολογισμό.
Ο ίδιος, στο δοκίμιό του Εγχειρίδιο Ελευθερίας (ΕΡΜΕΙΑΣ 1979 σελ. 49), επισημαίνει: «Ο φωτισμένος άνθρωπος ξέρει: την τυχαιότητα του κόσμου και τη σκοπιμότητα του συστήματος. Ξέρει, την ανοησία της νόησης και την υπεροχή της αίσθησης. Ξέρει: κάθε στιγμή την παρουσία του θανάτου».
Στο φιλοσοφικό δοκίμιο Το Απόλυτο και το Τάβλι (εκδ. Πατάκη 1999), αποκαλύπτεται ως σκεπτικιστής, ίσως και σχετικιστής. Μια τέτοια στάση ξεμακραίνει και από τον ανορθολογισμό και τον ορθολογισμό (όσο κι αν θέλει να δείξει ότι ο κριτικός ορθολογισμός του Κ. Πόπερ βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τον σκεπτικισμό). Ο σχετικισμός μπορεί να οδηγεί στην ανοχή, αφού κανείς δεν κατέχει την αλήθεια. Αντίθετα, στοχαστές σαν τον Κ. Ψυχοπαίδη –απολογητή του ορθολογισμού ως μεθόδου και ως αξίας μέχρι το τέλος της ζωής του– θεωρούν ότι, όταν δεν υπάρχουν αναγνωρισμένες αξίες, αυτές που κυριαρχούν είναι οι αξίες του Κυρίαρχου, γεγονός που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό (μια τέτοια περίπτωση σχετικιστή ήταν ο Γάλλος εθνικιστής Μπαρρές). Όπως φαίνεται από τις παραπομπές, ο Ν. Δήμου χρωστά πολλά στον Νίτσε και στο βιβλίο του Π. Κονδύλη Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη. Επίσης, στον Κίργκεγκορ και στις ανατολικές φιλοσοφίες. Έτσι, διαπιστώνει την αποθεμελίωση της αριστοτελικής λογοκρατίας από τη σκεπτική: «Δεν υπήρξε μόνο καταλυτική για την κατεδάφιση του σχολαστικού αριστοτελισμού, που κυριαρχούσε στα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Ήταν η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ένας νέος τρόπος σκέψης, μια νέα αντίληψη για τη γνώση» (σελ. 101).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek