Του Γιάννη Θωμά (Γίγα), από το Άρδην τ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2009

Ο κουβανικός λαός φιλοξένησε τον Απρίλιο-Μάιο την 10η Μπιενάλε της Αβάνας, μια μεγάλη πετυχημένη διεθνή έκθεση τέχνης, σε μια ιδιαίτερη χρονική συγκυρία. Φέτος συνεορτάζονται τα 50 χρόνια κουβανικής επανάστασης και τα 25 χρόνια λειτουργίας του κουβανικού ιδρύματος πολιτισμού Βιφρέντο Λαμ.

Το μέγεθος της έκθεσης και η ποιότητα των συμμετοχών για μια ακόμη φορά εγγυούνταν την ιστορικά εξασφαλισμένη, ήδη, προσοχή όλου του κόσμου.
Η Μπιενάλε της Αβάνας (ιδέα του ιδίου του Φιντέλ Κάστρο) στη 10η παρουσία της, όχι μόνο υπενθυμίζει την πρωτιά της ως μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις της εποχής της ίδρυσής της, αποδεικνύοντας την κεντρική θέση της στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, αλλά, εν μέσω παγκοσμιοποίησης και παγκόσμιας κρίσης αξιών, έρχεται να κοντράρει στα ίσα και ν’ αποτελέσει ένα κεντρικό σημείο συνάντησης και «εκπομπής» του κόσμου της δημιουργίας. Δεν ήταν λίγα τα έργα που, σχεδιάζοντας έναν άλλο χάρτη του κόσμου, τοποθετούσαν στην καρδιά του την Αβάνα. Η σκληρή κριτική και αυτοκριτική δεν έλειπαν, αλλά η επιβεβλημένη, επικίνδυνη και ηλίθια μόδα της αποδόμησης που μας πνίγει εδώ, εκεί δεν μπόρεσε να αγγίξει παρά μόνο το ευρωλιγούρικο θεωρητικό κομμάτι των γραφειοκρατών, που τουλάχιστον μπορούμε να τους αναγνωρίσουμε το ελαφρυντικό ότι, παρ’ όλη την ανεπάρκειά τους, είναι χρήσιμοι στη διατήρηση γεφυρών και στην ενίσχυση των σχέσεων της πολιορκημένης χώρας τους.

Η πόλη ως σύμβολο, κοινή ομολογία σε δεκάδες συζητήσεις και από τους φιλοξενούμενους καλλιτέχνες συμμετέχοντες, οι οποία συνοψίζεται στη φράση «είναι τιμή μου να βρίσκομαι εδώ», είχε και έχει πάντα μεγάλη συνεισφορά στην επιτυχία. Αυτή τη φορά, ακόμα μεγαλύτερη για έναν ακόμα λόγο: η 10η Μπιενάλε της Αβάνας ήταν η πρώτη επίσημα ανοικτή στον λεγόμενο Πρώτο Κόσμο, αφού οι προηγούμενες εννέα αυτοπεριορίζονταν σε συμμετοχές από τον τεράστιο έτσι κι αλλιώς διεθνή χώρο, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο. Η ανταπόκριση των χωρών της Δύσης σ’ αυτό το πρώτο κάλεσμα μεγάλη, με πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία. Τη Γερμανία, η οποία φαίνεται να εγκατέλειψε οικονομικά τη δική μας πρώτη, διαλυτική, εθνομηδενιστική Μπιενάλε της Αθήνας στη δεύτερη εκδοχή της και που δεν φάνηκε να ενοχλείται από το γενικό αντιπαγκοσμιοποιητικό κλίμα και την πατριωτική υπερηφάνεια των Κουβανών όπως προκύπτει π.χ. από την έκθεση 110 καλλιτεχνών με θέμα τη σημαία!

Το θέμα της διοργάνωσης αποκαλυπτικό του μεταβατικού κλίματος που κυριαρχεί διεθνώς, αλλά και στην Κούβα: Ένταξη και αντίσταση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Και αναρωτιέται κανείς ποια μπορεί να είναι η συνεισφορά μιας χώρας που γνώρισε το μοναδικό και απάνθρωπο αμερικανικό αποκλεισμό (70% των Κουβανών έχουν γεννηθεί μέσα στο εμπάργκο) στην εκτίμηση αυτού του παγκόσμιου σχεδιασμού.

Και όμως, απέναντι στις μικρές και μεγάλες Μπιενάλε, Ντοκουμέντα και λοιπές Διοργανώσεις, όπου η επιρροή της πολιτικής, με τη μορφή ωμής προπαγάνδας ή και foreign affairs μεγάλων δυνάμεων, δεν είναι άγνωστη και δεν εκπλήσσει διασύροντας, ταπεινώνοντας δημιουργούς και κοινό, η Αβάνα αντιπαρέθεσε τον γνήσια πολιτικό αγώνα προσώπων, ομάδων, κοινοτήτων, την ανθρωπιά και την περηφάνια. Πολύ απλά, γιατί μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς δοκιμασμένους στις δεκαετίες της επανάστασης, στηριγμένους στη λαϊκή παράδοση, ενίσχυσε την ανθρωποκεντρική πνευματικότητα κόντρα στον καπιταλιστικό υλισμό. Η απογοήτευση των Κουβανών καλλιτεχνών από τα αυταρχικά και τυραννικά για τον δημιουργό μοντέλα της Δύσης οδήγησε σε απαντήσεις ευφυείς και πετυχημένες, όπως η συλλογική επιμελητεία από το 2002 της ομάδας της Τάνιας Μπρουγκέρα. Η κουβανική δημιουργία είναι αντιστασιακή εμπειρία και ταυτόχρονα φορέας μετάδοσής της σε όλον τον κόσμο. Συνδιαλέγεται, εμπνέει και συνοδοιπορεί χωρίς κόμπλεξ. Μεσ’ από τη επαφή μου και με την κουβανική αντεργκράουντ σκηνή συχνά διαπίστωνα με έκπληξη το πόσο εύκολα και φυσικά οι Λατινοαμερικάνοι και Καραϊβικανοί καλλιτέχνες εντάσσονταν στις δραστηριότητες και έβρισκαν εν μία νυκτί στέγη σε παραστάσεις, εκθέσεις, εκδηλώσεις οργανωμένες από καιρό. Χαρακτηριστικό και δύναμη της πρωτοπορίας της Κούβας είναι το κοινωνικό και όχι το αντικοινωνικό στοιχείο. Έτσι κι αλλιώς αυτό που εκφράζεται μέσω της αληθινής τέχνης είναι κοινωνικό και πολιτικό. Η τέχνη θα παραμείνει πολιτική και αυτό είναι κυρίως που την ξεχωρίζει από τη διακοσμητική χρήση «ωραίων καλλιτεχνημάτων», τη χρηματιστηριακά υστερόβουλη, την προπαγάνδα και την τέχνη των παρανοϊκών. Μέσω των τεχνών κοινωνείται το παρελθόν ως παράδοση, το παρόν ως βίωμα και το μέλλον ως όραμα.

Και είναι τα ανοικτά μάτια τέτοιων καλλιτεχνών που οραματίζονται την καλή πορεία για το ανθρώπινο γένος και μπορούν να μας δώσουν εικόνες της αμαρτίας ως αστοχίας, εικόνες της αποτυχίας. Όπως το κάνει ο Ρομπέρτο Φαμπέλο, εφιαλτικούς κόσμους, ερήμους σπαρμένους με κόκαλα και άδειους κάλυκες βλημάτων, στους οποίους κυριαρχεί ένα νέο είδος. Η συνεχής άρνηση της ανθρωπιάς από τον άνθρωπο χάριν της προσαρμογής, της επιβίωσης, της μακροζωίας, τον οδηγεί εξελικτικά στη μεταμόρφωσή του σε ανθρωποκατσαρίδα που κατακλύζει και κυριαρχεί τα πάντα. Οι τέχνες στη χώρα αυτή, που τόσες αναλογίες έχει με τη δική μας, έχουν μέλλον γιατί, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η παιδεία αποτελεί προτεραιότητα. Για παράδειγμα αρκεί να αναφέρει κανείς την κεντρική θέση που είχαν σε αυτή την έκθεση -για να αφήσω το ειδικό τμήμα στην εθνική πινακοθήκη της Αβάνας – δύο χώροι αφιερωμένοι στην παιδική δημιουργία, ένας εκθεσιακός και ένας δημιουργικός, στον οποίο τα παιδιά έρχονταν σε επαφή με τους φιλοξενούμενους καλλιτέχνες και συνδημιουργούσαν. Έτυχε να γνωρίσω τον Βραζιλιάνο Σέρζιο Σέζαρ, έναν μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη, που αποδεικνύει ότι λαϊκό δεν είναι το αναμασημένο φολκλόρ και η νοσταλγία στα γεράματα. Το έργο του «Χάρτινη Αρχιτεκτονική» έγινε το αγαπημένο παιχνίδι των μικρών επισκεπτών από τη στιγμή που τους το παρουσίασε, ενώ ήταν ήδη μια από τις πιο πετυχημένες παρουσίες στο ποικιλόχρωμο κοινό, αλλά και τους εθελοντές της Μπιενάλε.

Η 10η αυτή μεγάλη κουβανική έκθεση, των 700 περίπου καλλιτεχνών στις επίσημες και τις παράλληλες εκδηλώσεις, με πλήθος άλλων αυτοοργανωμένων καλλιτεχνικών γεγονότων στο γενικότερο πανηγυρικό κλίμα, δεν έχει μόνο να προβάλει το τεράστιο μέγεθός της και την ιστορία της, αλλά κυρίως την ποιότητά της και τη διαφορετικότητά της.
Η Κούβα βρίσκεται σε προσμονή σημαντικών αλλαγών, αλλά θα συνεχίσει να δοκιμάζεται και να αναμετράται με τον κόσμο ποικιλοτρόπως.

Η 11η Μπιενάλε της Αβάνας θα διεξαχθεί υπό νέες συνθήκες, αλλά σίγουρα είναι μια από τις καλύτερες ευκαιρίες για να επισκεφτεί κανείς την πόλη μακριά από τον ανθρωποφαγικό οργανωμένο τουρισμό με εξωτικό φόντο και επαναστατική κονσομασιόν των μεγάλων τουριστικών γραφείων. Για πολλούς Έλληνες, όπως και για μένα, θα αποτελέσει λυτρωτική, οδυνηρή ανάμνηση του χαμένου μας παραδείσου και ενθαρρυντική εμπειρία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek