του Κ. Σεβρή, από το Άρδην τ. 74, Μάρτιος-Απρίλιος 2009

Εδώ και περίπου δύο χρόνια, γίνεται μια ευρύτερη συζήτηση για την προοδευτική ιδιωτικοποίηση του Δημόσιου Πανεπιστημίου, τόσο μέσα από την αναγνώριση των πτυχίων των ιδιωτικών κολεγίων, όσο και από τη προσπάθεια αναθεώρησης του περίφημου πλέον άρθρου 16 από τις δυνάμεις του δικομματισμού και κυρίαρχα τις τελευταίες μέρες από το ΛΑ.Ο.Σ.


Σ ημαία ωστόσο τόσο των κινητοποιήσεων των φοιτητών, όσο και των απεργιών των καθηγητών, δηλαδή της ΠΟΣΔΕΠ, έγινε η αντίδραση στην προοπτική της δημιουργίας Α.Ε.Ι. από ιδιώτες, χωρίς να αναφέρεται στην ατζέντα τους η υπάρχουσα ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των Δημοσίων Πανεπιστημίων και η απόλυτη επικράτηση των παγκοσμιοποιητικών ιδεολογικών ελίτ σε όλα τα σημεία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κυρίως σε σχολές ανθρωπιστικές.


Επιπλέον, ελάχιστη υπήρξε από μεριάς κινήματος η οποιαδήποτε αναφορά στην ακμάζουσα οικογενειοκρατία και κομματοκρατία στο εσωτερικό των ιδρυμάτων, την ίδια στιγμή που η πλήρωση των θέσεων στα διάφορα εκπαιδευτήρια φαντάζει προνόμιο μιας συγκροτημένης και οροθετημένης ακαδημαϊκής ελίτ. Αλλά ας τα δούμε καλύτερα μεμονωμένα.


Αρχικά, μετά την υπογραφή των συνθηκών τόσο του Μάαστριχ, όσο και της Λισσαβόνας, υπήρξε ξεκάθαρη η προοπτική ενσωμάτωσης των δημόσιων ελληνικών Πανεπιστημίων στη σφαίρα επιρροής της ελεύθερης Αγοράς, με ευρωπαϊκό πρόσωπο πλέον. Έτσι, σταδιακά, το σύνολο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων διαφοροποιήθηκε, με κυρίαρχο άξονα την προσήλωση του εκπαιδευτικού μηχανισμού στη συγκρότηση επιστημονικού προσωπικού ικανού να ενταχθεί ειδικευμένο στο νέο αγοραίο περιβάλλον.
Έννοιες όπως ο εκσυγχρονισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η ενίσχυση της οικονομίας της αγοράς μέσα από τη νέα μορφή των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, έγιναν τα νέα εκπαιδευτικά συνθήματα, θρυμματίζοντας και τα τελευταία συνθήματα της δεκαετίας του ’80 και της αποχουντοποίησης.


Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, περιλάμβανε και την καθ’ ολοκληρίαν μεταστροφή του ερευνητικού μηχανισμού, σε μια ακαδημαϊκή έρευνα, προσφιλή αρχικά στις επιχειρηματικές ελίτ και μετέπειτα χρηματοδοτούμενη από τις τελευταίες.


Ιδιαίτερος ωστόσο, σε αυτήν τη μετάλλαξη υπήρξε ο ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου μέσω των διαφόρων πρότζεκτ, –στην Ελλάδα γνωστά ως «προγράμματα»–, μετέφερε πακτωλό χρημάτων στο εσωτερικό των ιδρυμάτων. Με τον τρόπο αυτό, αφενός ενίσχυσε τη πολιτική μετάλλαξης των ιδρυμάτων σε χώρους αναπαραγωγής των εντολών της ελεύθερης αγοράς και αφετέρου μετάλλαξε τους ακαδημαϊκούς καθηγητές σε μάνατζερ διαχείρισης οικονομικών κεφαλαίων, μετατρέποντας πλέον την αυτοδιοικητική λειτουργία των Α.Ε.Ι. σε ένα ασφαλές περιβάλλον ανάπτυξης επικερδών εργασιών, μακριά από οποιαδήποτε κοινωνικό έλεγχο.
Από την εξέλιξη αυτή γεννήθηκε μια σύγχρονη κόζα νόστρα, με διαπλεκόμενους καθηγητές και πρυτάνεις, οι οποίοι, αδιαφορώντας για τις επιλογές τους σε επιστημονικό επίπεδο θησαύρισαν ατομικά, διατηρώντας ακέραιο τον κοινωνικό τους ρόλο. Χαρακτηριστική περίπτωση υπήρξε το σκάνδαλο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με λεία ένα ασύλληπτο χρηματικό ποσό.


Η έρευνα στρατολογήθηκε από τις οικονομικές ελίτ, μη επιτρέποντας σε κανέναν, σταδιακά, να ασχοληθεί με έρευνα συμβατή προς τις διευρυμένες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.


Η ανάπτυξη της τεχνολογίας μεταλλαγμένων τροφών ήρθε να καλύψει οποιαδήποτε προοπτική έρευνας για την εξέλιξη της οικολογικής καλλιέργειας. Τα προγράμματα εξέλιξης της πυρηνικής ενέργειας ήρθαν να εμποδίσουν οποιαδήποτε προοπτική ανάπτυξης της έρευνας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη χώρα. Τα τμήματα μάρκετινγκ και εμπορίας απέκτησαν συντριπτική οικονομική ισχύ έναντι τμημάτων κοινωνικού προσανατολισμού. Το διαβρωμένο σύστημα αξιολόγησης και εξέλιξης καθηγητών επέτρεψε την αναβάθμιση όλων εκείνων των καθηγητών-μάνατζερ-επιχειρηματιών, μετατρέποντάς τους σε μια νέα άρχουσα οικονομική- ακαδημαϊκή τάξη. Η αέναη μελέτη επιστημονικών εγχειριδίων της προηγούμενης περιόδου αντικαταστάθηκε από μια διαρκή παρακολούθηση νέων οικονομικών ευκαιριών, οι μπίζνες κέρδισαν…


Η αλλοτρίωση της διανόησης από τα υπερεθνικά κέντρα
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της προσήλωσης του Δημόσιου Πανεπιστημίου στη σφαίρα επιρροής του υπερεθνικού οικονομικού μπλοκ αποτελεί η απόλυτη κυριαρχία των εκσυγχρονιστικών κύκλων στο σύνολο των ακαδημαϊκών θέσεων, με κέντρο τους τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.


Ανέκαθεν, στις λιγοστές εσωτερικές συζητήσεις του φοιτητικού κινήματος, οι συνιστώσες του αρκούνταν σε μια στείρα κριτική, με άξονα την οικονομική και λειτουργική ευτέλεια των ιδρυμάτων, χωρίς να ασχοληθούν με το τι διδάσκεται στο εσωτερικό των σχολών, το οποίο ίσως και να αποτελεί τη ναυαρχίδα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Η συμπόρευση του συνόλου των τμημάτων των τεχνικών και οικονομικών σχολών με τη νέα ευρωπαϊκή αγορά υπήρξε ένα στοίχημα, το οποίο κερδήθηκε άμεσα.
Η ενσωμάτωση, την ίδια στιγμή, των κοινωνικών επιστημών, στο άρμα του εκσυγχρονισμού, δηλαδή της προσήλωσης στα «νέα ιδανικά» της παγκοσμιοποίησης, υπήρξε ένα ακόμη στοίχημα, πιο σύνθετο, αλλά εξίσου σημαντικό.


Σε αυτή την προοπτική εμφανίστηκαν πρόθυμοι διάφοροι διανοούμενοι ακαδημαϊκοί, από τον χώρo είτε της Αριστεράς είτε της νέας Δεξιάς, οι οποίοι, χρηματοδοτούμενοι από διάφορες MKO ή από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε πολύ μικρή διάρκεια πέτυχαν τον σκοπό αυτό.


Η επέλαση των μηχανισμών της Εκπαίδευσης της Αμάθειας πάτησαν πάνω σε αυτήν τη νέα δημοσιο-ιδιωτική λειτουργία των Α.Ε.Ι., οι διακριτοί διανοούμενοι των ανθρωπιστικών σπουδών εφάρμοσαν, με πρωτοφανή σε ένταση προσήλωση, ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού του συνόλου των κοινωνικών επιστημών. Τα τμήματα ιστορίας, οι παιδαγωγικές σχολές, τα τμήματα πολιτικής επιστήμης και διάφορα άλλα, στρατεύτηκαν από θεωρητικούς της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι, πλουτίζοντας χάρη στους επιφανείς χρηματοδότες τους, ενέταξαν και τον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών στη σφαίρα του νέου ελεύθερου επιχειρηματικά περιβάλλοντος.


Οι σύγχρονοι οικονομικοί μάνατζερ των ανθρωπιστικών επιστημών δεν δίστασαν να ενεργοποιήσουν τον νέο τους ρόλο, στοχοποιώντας τον μοναδικό τομέα που θα μπορούσε να αντισταθεί στη νέα οικονομική και κοινωνική συνθήκη και, μέσα από την αφαίμαξη των κονδυλίων, να εντάξουν και τον κλάδο αυτό στη νέα οικονομική πραγματικότητα. Τα ερευνητικά σχέδια των ακαδημαϊκών μάνατζερ περιλάμβαναν την εχθρική πολιτική έναντι της Ιστορίας, με χαρακτηριστική περίπτωση το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού, την εξέλιξη των βιβλίων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε βιβλία, διαβατήρια για τον νέο κόσμο της αμάθειας και το σύνολο των κοινωνιολόγων σε μια μονομερή ενασχόληση με ζητήματα διαχείρισης μιας διευρυμένης πλέον Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρκούμενοι στη διαρκή ενασχόληση με ζητήματα γύρω από τα ατομικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Επιλογές που κάλλιστα θα αποτελούσαν την εκπαιδευτική τακτική Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων, πολυεθνικών κολοσσών, που μόνο μέσα από την ιδεολογική διάβρωση του ανθρωπιστικού κλάδου και μέσα από τη συγκρότηση μιας πειθήνιας μάζας αμαθών εργαζομένων θα πετύχαιναν την αέναη ανάπτυξη των κερδών τους.

Τα τζάκια
Παράλληλα με τους δύο αυτούς δομικούς μηχανισμούς εσωτερικής ιδιώτευσης του Δημόσιου Πανεπιστημίου που αναφέραμε προηγουμένως, χαρακτηριστική είναι και η διάβρωση και αυτού του ίδιου του θεσμού από την οικογενειοκρατία, απόρροια της διαχρονικής παρεμβολής της στο σύνολο των θεσμών της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που καθηγητές, με θητείες δεκαετιών, επιλέγουν τη μεταβίβαση της θέσης τους, σε κάποιο από τα παιδιά τους πρωτοβουλία όμοια με τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιωτικής περιουσίας. Με τον τρόπο αυτό, τόσο ο κοινωνικός ρόλος όσο και οι ερευνητικές επιχορηγήσεις κληρονομούνται.
Σε αυτή τη δραστηριότητα, το δίκτυο αλληλοκάλυψης των ακαδημαϊκών εφαρμόζει μια στυγνή ιδιωτική λογική, αφαιρώντας οποιοδήποτε «ψεγάδι» δημόσιου χαρακτήρα. Η λογική, του συντεχνιακού μαγαζιού αποτυπώνεται ξεκάθαρα για ακόμα μια φορά, βιάζοντας κάθε έννοια αυτοτέλειας και αξιοπιστίας του δημοσίου Πανεπιστημίου. Στην εξέλιξη αυτή, το σύνθημα του κινήματος για καμία αξιολόγηση, ποτέ και πουθενά, φαντάζει εντελώς απαράδεκτη και απομακρυσμένη από τη σημερινή πραγματικότητα του παρακμάζοντος δημόσιου Πανεπιστημίου.


Στην παρακμή αυτή, ωστόσο, κυρίαρχος υπήρξε και ο ρόλος της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής των κομματικών συντεχνιών. Έτσι, πέρα από τους μηχανισμούς ανέλιξης των νέων διαχειριστών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που αναφέραμε προηγουμένως, ιδιαίτερος είναι και ο ρόλος των κομμάτων, των οποίων στόχος ανέκαθεν υπήρξε η εξασφάλιση του μέγιστου βαθμού επιρροής στα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι μεγάλη μερίδα του σημερινού βουλευτικού κόσμου έχει διδάξει σε κάποια από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τη χώρας, εξασφαλίζοντας τόσο το απαραίτητο κύρος, όσο και ένα δίκτυο πολιτικής στήριξης.

Δηλαδή


Μέσα, λοιπόν, από όλες αυτές τις πραγματικότητες του σύγχρονου Δημόσιου Πανεπιστημίου, βλέπουμε ξεκάθαρα πως η έννοια του Δημόσιου μόνο αναντίστοιχη είναι.


Τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια έχουν μεταλλάξει ξεκάθαρα την ατζέντα των σύγχρονων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τοποθετώντας τους ακαδημαϊκούς επικεφαλής της νέας επιχειρηματικής στρατηγικής των εκπαιδευτηρίων. Τα δίκτυα χρηματοδότησης απλώνονται πλέον ανεξέλεγκτα στο σύνολο των ιδρυμάτων, νουθετώντας την εκπαιδευτική τους στρατηγική σε σκοπούς απόλυτα προσηλωμένους στη λογική της επαύξησης των κερδών τους. Ο έλεγχος της ιδεολογικής έκφρασης των διανοούμενων, πέρασε στα χέρια μιας απόλυτα στρατευμένης ακαδημαϊκής ελίτ, προσδεδεμένης στο άρμα των επιχειρηματιών και των προγραμμάτων.
Το εκσυγχρονιστικό πρόσταγμα, επιβλήθηκε στην νέα ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των Α.Ε.Ι. και ήρθε να καλύψει την ανάγκη ιδεολογικής αλλοτρίωσης του συνόλου των εκπαιδευτικών μηχανισμών, θέτοντας τα θεμέλια μιας κοινωνίας της ατολμίας, της πειθήνιας υπακοής και του απόλυτου ελέγχου. Τα τζάκια των καθηγητών εξασφαλίζουν το αύριο των παιδιών τους εις βάρος της επιστημονικής εξέλιξης των επιστημονικών ιδρυμάτων, την ίδια στιγμή που οι σύγχρονοι κομματάρχες αλωνίζουν για την εξασφάλιση της αυριανής τους πολιτικής καριέρας. Αυτά τα σημεία αποτελούν, συνοπτικά, τα μέσα της γραφειοκρατικής ιδιοποίησης του Δημόσιου Πανεπιστημίου.
Σε αυτά ωστόσο είναι αναγκαίο να προτάξουμε την ανάγκη συγκρότησης μια απαντητικής εναλλακτικής πρότασης, που θα περιλαμβάνει τόσο την προοπτική μιας διαφορετικής προσέγγισης των μηχανισμών της έρευνας, όσο και την εξερεύνηση μιας εναλλακτικής προσέγγισης της γνώσης, της διδασκαλίας ως απάντησης στα διευρυμένα προβλήματα που προκαλεί ο ρόλος της Εκπαίδευσης της Αμάθειας. Στην ατολμία των φοιτητικών κύκλων να καταδείξουν τον παρασιτισμό της κομματικής επιρροής και της αυξανόμενης οικογενειοκρατίας, να προτάξουμε την έννοια του δημοσίου, επαναφέροντας το Δημόσιο Πανεπιστήμιο στην κοινωνία, χειραφετώντας το από τους αγοραίους μηχανισμούς.

*Το κείμενο αποτελεί εισήγηση του Κ. Σεβρή, φοιτητή του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, στην Συνδιάσκεψη του Άρδην στην Έδεσσα, 25-18 Αυγούστου 2008.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek