του Δ. Ευαγγελίδη, από το Άρδην τ. 73, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2009

Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών της Μακεδονίας:

  • Ποια είναι η εθνική τους συνείδηση, άρα και η εθνοτική τους ταξινόμηση;
  • Τι ακριβώς είναι αυτό το ιδίωμα από γλωσσολογική σκοπιά;

Το πρώτο ερώτημα έχει απαντηθεί ήδη από καιρό, τόσο επιστημονικώς, όσο και από την ίδια τη στάση της συντριπτικής πλειονότητας των γηγενών Μακεδόνων: Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού έθνους από αιώνες. Για το ευρύτερο θέμα του μακεδονικού ζητήματος, του οποίου ως πτυχή εμφανίζεται και η ύπαρξη του εν λόγω γλωσσικού ιδιώματος, θεωρώ το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου, Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην εμπλοκή των Σκοπίων, Αθήνα 1992, ως το πληρέστερο και πλέον αξιόπιστο έργο, από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία που υπάρχει.
Ως προς την επιστημονική διάσταση του ζητήματος, τώρα, υπενθυμίζω απλώς ότι οι παλαιότερες αντιλήψεις, όπως π.χ. οι αρχαιοελληνικές διατυπώσεις για το «όμαιμον, ομόγλωσσον και ομότροπον», έχουν χάσει το ιστορικό-γεωγραφικό τους πλαίσιο και δεν ισχύουν, εδώ και αρκετούς αιώνες, λόγω των εκτεταμένων μετακινήσεων των ανθρωπίνων πληθυσμών, αλλά και των αλλεπάλληλων κοινωνικοπολιτικών μεταβολών που σημειώθηκαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εκείνο πλέον που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας
Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι δεν επιθυμούν να έχουν καμία σχέση με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθόδοξους όμως, Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα σερβοκροατικά), ή, ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά, και παρ’ όλα αυτά αισθάνονται μέλη ενός διαφορετικού έθνους.
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο το σλαβογενές ιδίωμα, στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερειακά παρακάτω, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. Ως δίγλωσσος, λοιπόν, γηγενής Έλλην Μακεδόνας, θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Τι είναι όμως αυτό το διαβόητο γλωσσικό ιδίωμα, που ορισμένοι προσπαθούν κατά καιρούς να το επαναφέρουν στο προσκήνιο και να το χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό επιχείρημα;
Θα επιχειρήσω αρχικά μια γλωσσολογική προσέγγιση.
Από την αρχική εμφάνισή τους στη Γη, τα ανθρώπινα όντα χρησιμοποίησαν τη γλώσσα ως κύριο μέσο επικοινωνίας (και όχι μόνον, όπως θέλουν να μας πείσουν κάποιοι μεταμοντέρνοι γλωσσολόγοι), παράλληλα με άλλους τρόπους (χειρονομίες, στάσεις του σώματος κ.λπ.).
Ένα από τα μεγάλα και πρακτικώς ανεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για τη διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια ένα ομιλούμενο γλωσσικό ιδίωμα είναι απλώς μια διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα; Η προαναφερθείσα σερβοκροατική αποτελεί μια ενιαία γλώσσα απλώς με δύο διαλέκτους (σερβική-κροατική), ή έχουμε να κάμουμε με δύο διαφορετικές γλώσσες;
Όπως προανέφερα, η γλωσσολογία αδυνατεί να αποφανθεί, και επομένως άλλα κριτήρια χρησιμοποιούνται, π.χ. πολιτική βούληση. Με βάση τους νόμους της γλωσσολογίας είναι βέβαιον ότι, εφ’ όσον οι δύο αυτές διαφορετικές κρατικές οντότητες (Σερβία-Κροατία) συνεχίσουν να υπάρχουν για τα επόμενα 100–200 χρόνια, το αναμενόμενο είναι να προκύψουν τελικώς δύο πραγματικά ξεχωριστές γλώσσες. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βαϊνράιχ, «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς τη σημασία του πολιτικού/κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα.
Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής, με την οποία εξετάζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος» με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με τη χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache – Abstandsprache – Dach­sprache, δανεισμένων από τη γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα.
Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, τις λεγόμενες βοηθητικές γλώσσες (auxiliary languages). Δυστυχώς, δεν υπάρχει ακριβής ελληνική ορολογία και έτσι θα χρησιμοποιήσω αναγκαστικά τους ξένους όρους.
Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής γλώσσας είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίνγκουα Φράνκα1 (Lingua Franca), κατά λέξη «φράγκικη γλώσσα». Δεν πρέπει να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά, επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά. Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα. Συνώνυμος είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε «δευτερεύουσα γλώσσα», ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες, π.χ. τα αγγλικά είναι δευτερεύουσα (επίσημη) γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (Contact Language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin– «σπαστά αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό.
Σήμερα ως pidgin ορίζεται ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε κρεολή γλώσσα2 (Creole language).
Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά και διευκρινιστικά, ας έρθουμε «στην ταμπακέρα». Τι είναι ακριβώς λοιπόν αυτό το ιδίωμα των γηγενών Μακεδόνων και ποιοι είναι αυτοί οι «σλαβόφωνοι» χρήστες του;
Πρώτα-πρώτα, να ξεκαθαρίσουμε ότι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά αμιγείς σλαβόφωνοι, αλλά δίγλωσσοι (ελληνικά – σλαβικά) και ελάχιστοι από τους νεώτερους μπορούν να μιλήσουν με ευχέρεια αυτό το ιδίωμα, η εξέλιξη του οποίου σταμάτησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Έτσι, λείπουν πάμπολλες λέξεις του καθημερινού λεξιλογίου, τις οποίες υποκαθιστούν ελληνικές. Εκφράσεις του τύπου «κι όνταμ να Νομαρχίατα» (=θα πάω στη Νομαρχία), «κι μου κάζιαμ να Δήμαρχό του» (=θα πω στον Δήμαρχο), αποτελούν αστείρευτη πηγή τοπικών ανεκδότων και πειραγμάτων.
Αυτοί λοιπόν οι δίγλωσσοι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου, κυρίως στην ΚΔ Μακεδονία, είναι απόγονοι χριστιανικών πληθυσμών που επί Τουρκοκρατίας ζούσαν στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης Ιστορικής Μακεδονίας. Έχουν ελληνική κατά βάση καταγωγή, αλλά πιθανότατα έχουν αφομοιώσει και σλαβικά στοιχεία που είχαν εγκατασταθεί κατά τους βυζαντινούς χρόνους στην περιοχή και στη συνέχεια εκχριστιανίστηκαν (θρησκευτικά) και εξελληνίστηκαν (γλωσσικά και πολιτιστικά).
Σύμφωνα με τον αείμνηστο γλωσσολόγο Ν. Ανδριώτη (στον συλλογικό τόμο «Η γλώσσα της Μακεδονίας», Ολκός, Αθήνα 1992, σελ. 211), η σλαβική γλώσσα άρχισε να διαδίδεται επί Βυζαντίου στη Βόρεια Μακεδονία με τους εξής τρόπους:
α. από Σλάβους δούλους που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν στα κτήματά τους ως αγρότες.
β. από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων που έμαθαν σλαβικά και, μετά την απελευθέρωσή τους και επάνοδό τους, συνήθως μετά από αρκετά χρόνια, εξακολουθούσαν να τα χρησιμοποιούν, και
γ. από συναλλασσόμενους με Σλάβους Έλληνες που μάθαιναν εύκολα σλαβικά, ενώ ή εκμάθηση της ελληνικής από τους Σλάβους ήταν δύσκολη.
Η εμφάνιση αυτού του ιδιώματος (που δεν χρειάστηκε ποτέ γραφή) ανιχνεύεται γύρω στον 18ο αιώνα (οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξή του χρονολογούνται γύρω στο 17903 – βλ. J.P. Mallory -D.Q. Adams: The Oxford Introduction to Proto-Indo-European and the Proto-Indo-European World, Oxford 2006, σελ. 26) και η δημιουργία του είχε καθαρά χρηστικούς και πρακτικούς λόγους. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν ένα πολύχρωμο φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Τούρκοι κατακτητές, Τουρκομάνοι νομάδες (Γιουρούκοι), Αθίγγανοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βόσνιοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι (Ισπανοεβραίοι Σεφαρδίμ) κ.λπ., που μιλούσαν τουρκικά, ρομά, ελληνικά, βλάχικα, βουλγαρικά, σερβοκροατικά, αλβανικά, αρμενικά, εβραϊκά (λαντίνο και γίντις) και ήταν μουσουλμάνοι, χριστιανοί, ιουδαίοι.
Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης, ένα είδος Λίνγκουα Φράνκα. Βαθμιαία λοιπόν εμφανίσθηκε αυτό το ιδίωμα, μια γλώσσα πίτζιν, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ή, σωστότερα, προέκυψε.
Είχε ως βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο, όπως αποδείχθηκε από τις γλωσσολογικές έρευνες (βλ. Ι. Θ. Λαμψίδη, Γραμματική της Βουλγαρικής Γλώσσας Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 15-16), και στον κορμό αυτό προστέθηκε ένα πλήθος από ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες και αλβανικές λέξεις. Γενικώς, η πλειοψηφία των γλωσσολόγων συµφωνεί ότι παρουσιάζει περισσότερες, µορφολογικές κυρίως, οµοιότητες µε τη βουλγαρική και λιγότερες, φωνολογικές κυρίως, µε τη σερβική.
Στα χρόνια εκείνα της γενικευμένης αγραμματοσύνης και απαιδευσίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, το ιδίωμα που προέκυψε αποδείχθηκε πολύ εύκολο4 στην εκμάθηση και εξυπηρετικότατο για τις καθημερινές ανάγκες. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει τους μελετητές είναι η ευκολία υιοθέτησής του από αλλόγλωσσους και η μετατροπή του στο κύριο και συχνά στο αποκλειστικό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας!
Υπάρχουν καταγεγραμμένες πολυάριθμες τέτοιες περιπτώσεις, όχι απλώς σε ατομικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο ολόκληρων ομάδων. Έτσι, υπάρχουν γνωστές περιπτώσεις, καταγεγραμμένες και στη βιβλιογραφία, π.χ. βλαχόφωνων χωριών στην περιοχή της ΚΔ Μακεδονίας, που έγιναν σλαβόφωνα.
Μέχρι σήμερα διατηρούνται συνοικισμοί Αθίγγανων (η ινδική καταγωγή των οποίων είναι εμφανέστατη σε όποιον διαθέτει έστω και στοιχειώδεις γνώσεις εθνολογίας) στις πόλεις Έδεσσα (Καραμάν), Νάουσα (Άγ. Γεώργιος) και Βέροια, αλλά και σε πολλά χωριά, οι οποίοι είναι σλαβόφωνοι τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα.
Επιστημονική μελέτη αυτού του φαινομένου δεν έχει γίνει, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η δε συνήθης λαϊκή ερμηνεία ότι οι ελληνόφωνοι χωρικοί γίνονταν σλαβόφωνοι για να αποφύγουν το παιδομάζωμα των Τούρκων δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πειστική (άποψη που υποστηρίχθηκε και από τον λογοτέχνη Χρ. Χρηστοβασίλη στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άρθρο του στο περιοδικό Ελληνισμός, τεύχος 9ο, Σεπτέμβριος 1903, σελ. 683).
Είναι πάντως εξίσου περίεργο το ότι ποτέ επίσης δεν δόθηκε πειστική εξήγηση από βουλγαρικής πλευράς (η οποία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ισχυριζόταν ότι όλοι οι σλαβόφωνοι είναι Βούλγαροι) για ποιο λόγο οι Βούλγαροι της Μακεδονίας θα εγκατέλειπαν μαζικά τη μητρική τους γλώσσα και θα υιοθετούσαν ένα σλαβογενές ιδίωμα, που έπρεπε να το μάθουν εκ των υστέρων!
Υποστηρίζω λοιπόν ότι αυτό το ιδίωμα προέκυψε αρχικά ως pidgin ή σπασμένα βουλγαρικά, για να το πούμε διαφορετικά, και κατέληξε τελικώς σε κρεολή γλώσσα, ανομοιογενών πληθυσμών, όπως προανέφερα, οι οποίοι το αναβάθμισαν για διαφόρους λόγους σε μητρική γλώσσα, σε κύριο γλωσσικό όργανο.
Αυτό το ιδίωμα, επαναλαμβάνω και τονίζω γιατί έχει μεγάλη σημασία, δεν απέκτησε ποτέ γραφή. Επομένως, στερείται πεζογραφίας, ποίησης και γενικά λογοτεχνίας, ενώ αντίθετα υπάρχουν τραγούδια, η παραγωγή των οποίων σταμάτησε ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα, για προφανείς λόγους. Ένα από τα πιο γνωστά είναι και το χαρακτηριστικό «Μπάμπα ι Πόστολ» (Η γιαγιά και ο Αποστόλης), στο οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτή η διαφοροποίηση των σλαβόφωνων γηγενών από τους Βούλγαρους, όπως εξάλλου και σε ορισμένες παροιμίες.
Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι η σοβαρότερη προσπάθεια για την ανάδειξη του ιδιώματος των γηγενών σε γλώσσα ήταν οι εργασίες του Χρίστο Μισίρκοφ (Krste Misirkov, 1874-1926), από την Παλιά Πέλλα (τότε Απόστολοι), και κυρίως το βιβλίο του που τυπώθηκε το 1903 στο τυπογραφείο της «Φιλελεύθερης Λέσχης» στη Σόφια, με τον τίτλο «Για τις μακεδονικές υποθέσεις» (Кръстьо П. Мисирков: За Македонцките Работи, София, Печа΄тница на “Либералний Клубъ”, 1903). Στο βιβλίο αυτό ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για τη δημιουργία μιας επίσημης φιλολογικής «μακεδονικής» γλώσσας με βάση τη «μακεδονική» (=βουλγαρική) διάλεκτο της Βόρειας Μακεδονίας, η οποία έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα φωνητικό (κυριλλικό) αλφάβητο. Το βιβλίο του Μισίρκοφ εντάσσεται στη στροφή που σημειώνεται στους ανώτερους βουλγαρικούς κύκλους, με την εγκατάλειψη της στρατηγικής του βίαιου εκβουλγαρισμού των γηγενών της Μακεδονίας και την υιοθέτηση της καλλιέργειας του «μακεδονισμού».
Πνευματικός «πατήρ» πάντως αυτής της στρατηγικής ήταν ο περίφημος Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος συνέλαβε το 1895 την ευφυέστατη θεωρία περί «Μακεδόνων» και «ανεξάρτητης Μακεδονίας», όταν διαπίστωσε ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας αντιδρούσαν στον εκβουλγαρισμό τους και γενικότερα ότι οι βουλγαρικές θέσεις δεν έβρισκαν ανταπόκριση στους κατοίκους της Μακεδονίας χωρίς τη χρήση βίας. Η πατρότητα του «μακεδονισμού» ανήκει αναμφισβήτητα σε Βούλγαρους, οι οποίοι βεβαίως ποτέ δεν πίστεψαν στο κατασκεύασμα αυτό και πολύ περισσότερο δεν αισθάνθηκαν Μακεδόνες.
Σε επιστολή του με ημερομηνία 1 Μαΐου 1899 προς τον φίλο του Κόλιο Μαλεσέβσκι (Nikola Maleshevski), ο Γκότσε Ντέλτσεφ ομολογούσε ότι ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Βούλγαρος. (Αναφέρεται στη βιογραφία του Ντέλτσεφ από τον στενό του φίλο και συνεργάτη Πέιο Γιαβόρωφ). Ο εφευρέτης της «μακεδονικής» γλώσσας, ο προαναφερθείς Χρίστο Μισίρκωφ (Krste Misirkov) έγραφε το 1924 ότι «…Εμείς [οι Σλάβοι της Μακεδονίας] είμαστε περισσότερο Βούλγαροι από εκείνους της Βουλγαρίας…». (Για όσους τυχόν γνωρίζουν βουλγαρικά, τους παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα http://news.netinfo.bg/?tid=40&oid=995281 όπου υπάρχει το εκπληκτικό άρθρο «Как “бащата на македонизма” Кръстьо Мисирков се оказа чист българин» (Πώς ο «πατέρας του μακεδονισμού» Χρίστο Μισίρκωφ προβάλλεται ως καθαρός Βούλγαρος).
Αλλά «τι χρείαν άλλων μαρτύρων» έχουμε όταν ο πρώην Πρωθυπουργός των Σκοπίων και αρχηγός του ισχυρού σοβινιστικού κόμματος Β.Μ.Ρ.Ο. των Σκοπίων, ο Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι, με δηλώσεις του στον σκοπιανό και στον βουλγαρικό Τύπο, εξεδήλωσε την πρόθεσή του να διοριστεί πρέσβυς της Βουλγαρίας στα Σκόπια (!!!). Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Ο εν λόγω κύριος έχει αποκτήσει τη βουλγαρική υπηκοότητα και προτείνει τον εαυτό του ως εκπρόσωπο της Βουλγαρίας στην πρώην πατρίδα του!
Βεβαίως, όλα τα παραπάνω πλαστογραφούνται και παραποιούνται μονίμως από συγκεκριμένους κύκλους εθνομηδενιστών, εξέχον μέλος των οποίων είναι και ο γνωστός Τάσος Κωστόπουλος, συνεργάτης της εφηµερίδας Ελευθεροτυπία και του «Ιού της Κυριακής», ο οποίος δεν δίστασε να συγγράψει σχετικό βιβλίο με τον πομπώδη τίτλο: Η απαγορευµένη γλώσσα: Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία (Αθήνα 2000), ανακαλύπτοντας μάλιστα και πολλές διαλέκτους!!!
Αυτό το απόσταγμα εθνομηδενισμού έσπευσε να προβάλει με σχετική κριτική, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Kαθηµερινή στις 17/10/2000 με τίτλο H γλωσσική πολιτική αφοµοίωσης των σλαβόφωνων, ο επίσης γνωστός και μη εξαιρετέος κ. Σπύρος A. Μοσχονάς, γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Αθηνών!
Κλείνοντας, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το ιδίωμα των Ελλήνων γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, δήθεν «μακεδονική» γλώσσα (με βάση τη διάλεκτο της περιοχής Μοναστηρίο – Βελεσών) του σκοπιανού κράτους, η οποία εκσερβίστηκε συστηματικά, ώστε να αλλοιωθούν τα βουλγαρικά χαρακτηριστικά της. Αντίστοιχη ήταν και η πορεία των καταπιεστικών μέτρων που εφαρμόστηκαν στον πληθυσμό της περιοχής επί Τιτοϊκού καθεστώτος. Στο βιβλίο τού Hugh Poulton, Who are the Macedonians? (C. Hurst & Co. Publishers, London 22000) αναφέρονται τεκμηριωμένα οι πολυάριθμες ομαδικές δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ. εις βάρος των φιλοβουλγαρικών στοιχείων της περιοχής των Σκοπίων, με στόχο να αποκτήσουν «μακεδονική» συνείδηση.
Ανάλογα ήσαν και τα μέτρα εις βάρος του ελληνικού στοιχείου της περιοχής (κυρίως βλαχόφωνους της Πελαγονίας), το οποίο εξαφανίστηκε ως διά μαγείας, ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής εκείνης «έκαναν τα στραβά μάτια», κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μη δυσαρεστήσουν τον προστατευόμενο των Αμερικάνων Τίτο.
Σήμερα, το φαιδρό της υπόθεσης, αλλά εξίσου επικίνδυνο (λόγω της ανάμειξης του αμερικανικού παράγοντα), συνιστούν οι αιτιάσεις κάποιων φερέφωνων των Σκοπίων οι οποίοι θρασύτατα απαιτούν να ανοίξουν σχολεία για να διδάσκεται η σκοπιανή γλώσσα στα παιδιά κάποιας «μακεδονικής εθνότητας», που αποτελεί δήθεν μια καταπιεζόμενη μειονότητα στην Ελλάδα. Το τραγικό στην περίπτωση είναι ότι οι πάντοτε «βαθιά νυχτωμένοι» πολιτικοί των Αθηνών ανοίγουν αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τον ελληνικής καταγωγής γενίτσαρο Γκρουέφσκι, αντί να απαιτήσουν «εδώ και τώρα» τη διεξαγωγή διεθνούς έρευνας για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής του σημερινού κράτους των Σκοπίων.
Είμαι περίεργος πάντως να διαπιστώσω ποια ακριβώς γλώσσα προτείνεται να διδάσκονται στα μειονοτικά σχολεία, διότι, όσον αφορά στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλάμε εδώ, ουδείς διανοείται να στείλει τα παιδιά του σε ένα τέτοιο σχολείο, για πολλούς και προφανείς λόγους, και το όλο θέμα μάλλον αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Εάν όμως οι Σκοπιανοί εννοούν τη διδασκαλία της κατασκευασμένης γλώσσας τους, τότε το θράσος τους ξεπερνάει κάθε όριο. Αναρωτιέμαι πόσοι άραγε θα έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν τα πρακτικώς άχρηστα σκοπιανά (τη δήθεν «μακεδονική» γλώσσα) αντί μιας οποιασδήποτε χρήσιμης δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας, ή ακόμα και της ρωσικής, της βουλγαρικής ή της τουρκικής;
Ας σταματήσει λοιπόν αυτή η ανούσια συζήτηση εδώ. Το γλωσσικό ιδίωμα που μιλάμε αποτελεί για μας τους γηγενείς μια πολιτιστική κληρονομιά και για κάποιους άλλους Έλληνες ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο. Δυστυχώς, από τη στιγμή που το ιδίωμα αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε τη χρησιμότητά του, θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων βοηθητικών γλωσσών. Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μία ή και δύο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. Προσωπικά, λυπάμαι που θα χαθεί ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής, όπως λυπάμαι που γκρεμίστηκαν ένα σωρό θαυμάσια οικήματα και στη θέση τους υψώθηκαν κακόγουστες πολυκατοικίες, αλλά αμφιβάλλω αν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι το τίμημα της εξέλιξης, της κακής εξέλιξης αν θέλετε, αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Η ζωή συνεχίζεται…
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η Λίνγκουα Φράνκα προέκυψε στα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγής μεταξύ των εμπόρων και ήταν ένα μείγμα γαλλικών, ιταλικών, ισπανικών, ελληνικών, αραβικών και τουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η ελληνική γλώσσα ήταν η Λίνγκουα Φράνκα της Μέσης Ανατολής και της ΝΑ Ευρώπης στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα η λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίνγκουα Φράνκα της διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την αγγλική στη συνέχεια, η οποία έγινε Λίνγκουα Φράνκα σήμερα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.

Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση κρεολής γλώσσας είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα – Νέα Γουϊνέα με βάση την αγγλική, και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων και σε μικρότερη έκταση γερμανικών και πορτογαλικών. Χρησιμοποιήθηκε ως Λίνγκουα Φράνκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με τη βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση talk pidgin (tok pisin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομμ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ., δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στη μέση, και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.

Το περίφημο «Τετράγλωσσον Λεξικόν» (1793) του Δανιήλ Μοσχοπολίτη στην ελληνική, αλβανική, αρωμουνική και σλαβική, όπου η σλαβική αντιπροσωπεύεται από το σλαβικό ιδίωμα της Αχρίδος, κατ’ άλλους μεν μια δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, κατ’ άλλους δε μια πρώτη μορφή της «σλαβομακεδονικής».

Για παράδειγμα, οι τρεις συζυγίες του ρήματος (στην επίσημη βουλγαρική γλώσσα) συγχωνεύθηκαν σε μία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek