των Γ. Καραμπελιά – Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 70, Ιούνιος-Ιούλιος 2008

Την εποχή του θριάμβου της «ευτυχούς» παγκοσμιοποίησης, δηλαδή την περίοδο 1980-1990, αναπτύχθηκε και η θεωρία της λεγόμενης glocalization (που θα την αποδίδαμε ως παγκοσμιο-τοπικοποίηση), με κύριους εκφραστές της, στο θεωρητικό πεδίο, τον Άγγλο Ρόλαντ Ρόμπερτσον, τον Ζίγμουντ Μπάουμαν κ.ά., και κυριότερους υποστηρικτές της, στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, τους Ευρωπαίους Πράσινους. Μάλιστα, το πασίγνωστο οικολογικό σύνθημα «σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά» μοιάζει να συναρτάται με αυτή την αντίληψη, η οποία «βλέπει» μόνο δύο επίπεδα δράσης και παρέμβασης, ένα παγκόσμιο και καθολικό επίπεδο και ένα αποκλειστικά τοπικό.

Σύμφωνα με αυτόν τον καταμερισμό, στο παγκόσμιο επίπεδο αναλογεί ο προσδιορισμός και η τήρηση των καθολικών αρχών (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός στο περιβάλλον κ.ο.κ.), που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών, μέσα από υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας ή η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.  

Το δε τοπικό επίπεδο επιφορτίζεται, μέσα από την ανάπτυξη άμεσων μορφών δημοκρατίας, συνεταιριστικής ή/και συνεργατικής οικονομίας, θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης κ.ο.κ., να αποτελέσει το κύριο αντίβαρο στα ελλείμματα και τις αντιφάσεις της παγκοσμιοποίησης, αποκαθιστώντας τη συμμετοχή των πολιτών,  αμβλύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και αίροντας τους κοινωνικούς αποκλεισμούς.  

Μέσα από αυτήν τη διαλεκτική τοπικού και παγκόσμιου, οι υποστηρικτές αυτού του ρεύματος αποπειράθηκαν να δώσουν μία διπλή απάντηση, τόσο έναντι της παγκοσμιοποίησης, όσο και απέναντι στο αίτημα για επιστροφή στον προστατευτισμό του εθνικού κράτους. 

Η παγκοσμιοποίηση, υποστήριζαν, αποτελεί ταυτόχρονα ευχή και κατάρα. Κατάρα, διότι σήμανε την έλευση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, της ασύδοτης κυριαρχίας του διεθνούς εμπορίου και των διεθνών οργανισμών. Ευχή, διότι αφαίρεσε το έδαφος κάτω από τα πόδια του εθνικού κράτους, περιόρισε δραστικά την ισχύ της κυριαρχίας του, δίνοντας έτσι τη (θεωρητική) δυνατότητα να αναδυθούν αποκεντρωμένες, υποεθνικές-τοπικές συλλογικές οντότητες, πιο ευεπίφορες στην ανάπτυξη αμεσοδημοκρατικών πολιτικών θεσμών, της συνεργατικής οικονομίας κ.ο.κ.   
Παρ’ όλο που, στα βιβλία, στις εισηγήσεις, στα πολιτικά συνέδρια και στις συνεντεύξεις το σχήμα έμοιαζε για ένα διάστημα να δουλεύει, η πραγματικότητα η ίδια ήρθε να αποδείξει τις πολύ ουσιαστικές του αδυναμίες στο πρακτικό πεδίο και εντέλει και στο θεωρητικό πεδίο:
Η άρση του προστατευτισμού των εθνικών κρατών όχι μόνον δεν επέτρεψε την άνθηση των υποεθνικών, κοινοτιστικών οντοτήτων, αλλά αντίθετα ξεθεμελίωσε και τις ήδη υπάρχουσες (χαρακτηριστική υπήρξε στην Ελλάδα η διάλυση όλων των συνεταιριστικών δομών που προϋπήρχαν), εγκαθιδρύοντας παντού το ατομικιστικό, φιλελεύθερο μοντέλο, τους μηχανισμούς των πολυεθνικών και του διεθνούς εμπορίου, τη λογική της εμπορευματοποίησης των πάντων. Κοινώς, παρ’ όλο που ο συγκεντρωτισμός του έθνους-κράτους αποτελούσε μείζονα ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη τοπικών, αποκεντρωμένων και εξισωτικών τάσεων στην οικονομική και την πολιτική σφαίρα, η εξασθένησή του κατέστησε εντελώς ανέφικτη οποιαδήποτε “επιστροφή στην τοπικότητα”. Πλέον, ό,τι μπορούσε να οικοδομηθεί στο τοπικό επίπεδο, προσιδίαζε πολύ περισσότερο σε θεσμούς-τοποτηρητήρια της πλανητικής αυτοκρατορικής πολιτικής, τα οποία απλώς ρύθμιζαν ζητήματα που η αποεδαφικοποιημένη εξουσία δεν μπορούσε να διαχειριστεί.   

Οι εξελίξεις στο επίπεδο της πράξης απέδειξαν την ανεδαφικότητα αυτού του διαβήματος και ανέδειξαν εντέλει και την αδυναμία του στο αναλυτικό θεωρητικό πεδίο: Οι κύριοι λόγοι της αποτυχίας του είναι δύο, συνδέονται δε στενά μεταξύ τους. Αφορούν τόσο στην υποτίμηση του εθνικού κράτους και του παρεμβατικού του ρόλου, όσο και στην υπερτίμηση των δυνατοτήτων και των ορίων της εντοπιότητας.  
Η υποτίμηση του παρεμβατικού ρόλου του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας

Το ρεύμα της παγκοσμιο-τοπικοποίησης δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να κατανοήσει ότι η υποχώρηση των εθνικών κρατών κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης συνιστούσε μία εξέλιξη άκρως αρνητική για τους λαούς και τις κοινωνίες. Και τούτο διότι υποτιμούσε συστηματικά τόσο την αξία και τη σημασία της εθνικής ταυτότητας όσο και τον χαρακτήρα του ίδιου του παρεμβατικού ρόλου του έθνους-κράτους.

Η συντριπτική πλειοψηφία των υποστηρικτών του ρεύματος της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης» αποδέχεται εξ ολοκλήρου την κυρίαρχη παγκοσμιοποιητική άποψη περί της εθνικής ταυτότητας. Υποστηρίζουν έτσι ότι η εθνική ταυτότητα είναι μία κατασκευή, ένα εργαλείο στα χέρια των αστικών τάξεων, στην προσπάθειά τους να συγκροτήσουν ομοιογενή κράτη κατά τον 19ο αιώνα· εάν το κράτος ήταν το πολιτικό εργαλείο των αστικών τάξεων, το έθνος υπήρξε απλώς το πολιτιστικό. Επομένως, σήμερα, στο μέτρο που ο καπιταλισμός υπερβαίνει με γοργά βήματα τη φάση της συγκρότησής του σε έθνη-κράτη, η ιστορική χρησιμότητα τόσο του έθνους όσο και του κράτους εξαντλείται και οποιαδήποτε σύγκρουση προκύπτει μεταξύ της παγκοσμιοποίησης, από τη μια, και της εθνικής ταυτότητας και του έθνους-κράτους, από την άλλη, συνιστά απλώς μία αντίφαση ανάμεσα σε μια προχωρημένη βάση και ένα ξεπερασμένο «εποικοδόμημα». Με αυτό το θεωρητικό τέχνασμα, όμως, παρακάμπτονταν τα πολύ καθοριστικά ζητήματα της αυτοδιάθεσης των εθνών, αλλά και της διατήρησης της ιδιοπροσωπίας τους κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι ένα έθνος που είναι υπόδουλο, ένα έθνος το οποίο είναι πνευματικά και υλικά αποικιοποιημένο, δεν μπορεί να υιοθετήσει μία στρατηγική αναζωογόνησης του τοπικού επιπέδου.

Εξάλλου, οι δυναμικές του κοινοτισμού, της κοινωνικής αλληλεγγύης, οι μη-χρησιμοθηρικές πρακτικές και οι συνεργατικοί θεσμοί εδράζονται βαθιά στις εθνικές παραδόσεις των λαών, αποτελούν κομμάτι της ιδιοπροσωπίας τους. Η πολιτιστική αποικιοποίησή τους μπλοκάρει την αναζωογόνηση αυτών των πρακτικών, ενώ οδηγεί σταδιακά στην εξάλειψη αυτών που έχουν ήδη επιβιώσει. Και επειδή η Ελλάδα είναι ο κατ’ εξοχήν αποικιοποιημένος πολιτισμικά και πνευματικά χώρος, όπου οποιαδήποτε αναφορά στην εθνική ιδιοπροσωπία και τις παραδόσεις κινδυνεύει να αντιμετωπίσει, από δεξιούς και αριστερούς, την κατηγορία του «εθνικισμού», ας επιχειρήσουμε να στηρίξουμε τη θέση αυτή «μέσω Καλκούτας» (στην κυριολεξία!): Θα ήταν αδύνατον, λοιπόν, να φανταστούμε την ανάπτυξη των νέων κοινοτιστικών μορφών άμεσης δημοκρατίας και συνεργατικής οικονομίας του ινδικού κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, δίχως την εθνική κληρονομιά που άφησε ο Μαχάτμα Γκάντι ή δίχως τις παραδόσεις του ινδουισμού. Τούτο βέβαια είναι αποδεκτό από τους εδώ υποστηρικτές της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης», διότι οι αναφορές αυτές δεν προσθέτουν παρά μια αίγλη εξωτισμού στα επιχειρήματά τους. Το να προσπαθήσει όμως κανείς να πράξει το ίδιο στην Ελλάδα ισοδυναμεί, για τους ίδιους, με έγκλημα καθοσιώσεως και καταδικάζεται στο πυρ το εξώτερον ως «οπισθοδρομικός εθνικισμός»1.
Το δεύτερο ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο. Έχει να κάνει με το ακριβές περιεχόμενο αυτού που ονομάστηκε “αποδυνάμωση του έθνους–κράτους”. Τι ακριβώς από το έθνος- κράτος αποδυναμώθηκε, κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης; Η επιβολή του φιλελεύθερου δόγματος προκάλεσε μία άνευ προηγουμένου υποχώρηση των παρεμβατικών μηχανισμών του κράτους, οι οποίοι περιόριζαν την αγορά προς όφελος της κοινωνίας. Μηχανισμών, μάλιστα, που οικοδομήθηκαν έπειτα από μακροχρόνιους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των πληβειακών μαζών, οι οποίοι ξεκίνησαν τουλάχιστον από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, για να καταλήξουν στους αγώνες για την απο-αποικιοποίηση και τα εργατικά κινήματα που συντάραξαν τον πλανήτη μέχρι και το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα2. Επομένως, η αποδυνάμωσή τους συνιστά μία πολιτική ήττα των πληβειακών στρωμάτων, που είδαν μέσα σε 20 χρόνια το ιστορικό αποτύπωμα των αγώνων τους να διαβρώνεται μέχρις εξαφανίσεως. Οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της ήττας, πολύ ευδιάκριτες στον φτωχό Νότο, δεν έχουν εκδηλωθεί σε όλη τους την έκταση στη Δύση, καθώς, εκεί, οι ελίτ επεξεργάστηκαν μια σειρά εναλλακτικών στρατηγικών, προκειμένου να διασφαλίσουν προσωρινώς ότι τα λαϊκά στρώματα δεν θα καταρρεύσουν από την άρση του κρατικού προστατευτισμού της αγοράς3. Η αναδίπλωση του εθνικού κράτους, όμως, σ’ ένα φιλελεύθερο υπόδειγμα, το οποίο εγκαταλείπει κάθε έννοια κοινωνικού προστατευτισμού και προσανατολίζει τους θεσμούς αποκλειστικά στην ενίσχυση των μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς, άφησε παντελώς απροστάτευτες τις κοινωνίες στη λεηλασία του μεγάλου υπερεθνικού κεφαλαίου: πλέον, κανένα νομικό ή νομοθετικό πλαίσιο δεν θα μπορούσε να προστατεύσει τις κοινότητες, τους μικροϊδιοκτήτες, τους εργάτες και τους άνεργους από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ο οποίος τους κατακρήμνισε στα όρια της φυσικής επιβίωσης.
Επομένως, η αντίθεση του έθνους-κράτους με την παγκοσμιοποίηση όχι μόνον δεν συνιστά ασυμβατότητα μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και του «εποικοδομήματος», αλλά είχε ξεκάθαρο ταξικό και αποικιακό πρόσημο, πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια μιας κολοσσιαίας αντεπανάστασης του κεφαλαίου4. Το να υποτιμάει κάποιος αυτές τις διαστάσεις –οι οποίες θα έπρεπε να είναι κύριες σε οποιοδήποτε εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση διάβημα– ισοδυναμεί με το να δημιουργεί τους όρους της ίδιας της ενσωμάτωσής του στο άρμα της παγκοσμιοποίησης, έστω από «κριτική» και «διορθωτική» σκοπιά.

Η υπερτίμηση της εντοπιότητας

Πέρα, όμως, από την υποτίμηση του εθνικού ζητήματος και του εθνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι οπαδοί της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης» διαπράττουν και το αντίστροφο σφάλμα. Υπερτιμούν τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα που έχει το ίδιο το τοπικό επίπεδο.
Κανείς δεν διαφωνεί ότι θα πρέπει να δρομολογηθούν διαδικασίες επανα-τοπικοποίησης, προκειμένου να δοθεί μια διέξοδος στα ποικιλώνυμα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης. Και ότι αυτή, με την τιμή του πετρελαίου να προσεγγίζει τα 150 δολάρια, τους πάγους του Βόρειου Πόλου να λιώνουν, την ακρίβεια να καλπάζει και τον φτωχό Νότο να βυθίζεται στο φάσμα της πείνας, καθίσταται κυριολεκτικά αναπόφευκτη, διότι έχουμε προσεγγίσει τα οικολογικά, ανθρωπολογικά και κοινωνικά μας όρια. Ότι αναγκαστικά θα επιστρέψουμε σε μια λογική που θα προκρίνει την αυτάρκεια έναντι του διεθνούς εμπορίου, σε μια λογική που θα δίνει προτεραιότητες στους τοπικούς θεσμούς, την αποκέντρωση, τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τις συμμετοχικές και άμεσες μορφές διακυβέρνησης ως απάντηση στην αδιαφάνεια και τη διαφθορά κ.ο.κ.

Εκείνο που είναι αμφίβολο είναι ότι η τοπικοποίηση μπορεί να παίξει έναν ρόλο πασπαρτού, της πανάκειας που θα γιατρέψει κάθε όψη της κρίσης. Οι λόγοι είναι πολλοί, έχουν να κάνουν και με τα όρια και τις αδυναμίες ενός μοντέλου οργάνωσης που δίνει βάρος αποκλειστικά στο τοπικό, για να το συνδέσει ex post με το παγκόσμιο-καθολικό επίπεδο. Ας αναφέρουμε μερικούς:

Α) Οι οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί που κινούνται σε τοπικό επίπεδο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, δίχως την ύπαρξη ενός ευρύτερου προστατευτικού πλαισίου. Είναι ζήτημα ισχύος και μεγεθών. Για παράδειγμα, όσο άρτιος και εάν είναι, ένας συνεταιρισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό μιας πολυεθνικής επιχείρησης, δίχως την προστασία κάποιου ευρύτερου θεσμού. Και μια κοινότητα από μόνη της, όσο συνεκτική κι αν είναι, δεν μπορεί να αντισταθεί στην έξωθεν λεηλασία των φυσικών της πόρων. Ως προς αυτά, η ιστορία μπορεί να αποβεί διδακτική. Η Μοσχόπολη, η σημαντικότερη βιοτεχνική και εμπορική πόλη του βόρειου ελληνικού χώρου (στη σημερινή Βόρειο Ήπειρο), με 40.000 πληθυσμό, “Ακαδημία”, τυπογραφείο και αναπτυγμένους θεσμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κατεστράφη ολοσχερώς, και οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν το 1767 εν σώματι την πόλη, μη μπορώντας να αντέξουν τις επιδρομές των αλβανικών συμμοριών, για να σκορπίσουν σε όλη την περιοχή της Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης, μέχρι τη Βιέννη. Τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας, που υπήρξαν μια μορφή ιδιότυπου συνεταιρισμού, καταδικάστηκαν σε μαρασμό από τον έντονο ανταγωνισμό της αναπτυσσόμενης αγγλικής και αυστριακής υφαντουργίας, η οποία βεβαίως πλεονεκτούσε σε κάθε επίπεδο (κεφάλαια, τεχνολογία και εργατικά χέρια). Αυτά μπόρεσαν να συμβούν διότι το Οθωμανικό κράτος δεν προσέφερε ούτε κάποια μορφή εσωτερικής ευταξίας, αλλά ούτε οποιαδήποτε προστασία έναντι του εξωτερικού ανταγωνισμού, διότι το ενδιαφέρον των τουρκικών αρχουσών τάξεων επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην κατανάλωση και τη λεηλασία και όχι στην παραγωγή και την προστασία της.

Β) Πώς θα πραγματοποιηθεί ο παγκόσμιος ή, έστω, ο υπερεθνικός-περιφερειακός συντονισμός των κοινοτήτων; Βεβαίως, η πληροφορική και το διαδίκτυο παρέχουν την τεχνολογική βάση ώστε να καταστεί εφικτή μία αποκέντρωση μεγάλης κλίμακας, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι είναι σε θέση να καταστήσουν βιώσιμη τη Βαβέλ των εκατομμυρίων κοινοτικών εκπροσώπων που θ’ απαιτούσε μια ομοσπονδιακού ή συνομοσπονδιακού τύπου οργάνωση. Ή, μήπως, μία διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην οποία μεσολαβούν εκατοντάδες ανακλητοί εκπρόσωποι, οι οποίοι, προκειμένου να αποφασίσουν, θα πρέπει να λογοδοτήσουν στους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, δεν γεννάει γραφειοκρατίες και αντιπαραγωγικές «αντι-οικονομίες κλίμακας»;

Γ) Υπάρχουν προβλήματα και ζητήματα που εκτείνονται πέραν της τοπικής εμβέλειας και απέναντι σ’ αυτά η λογική της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης» δεν έχει να καταθέσει παρά την αμηχανία της. Το πιο απλό, και ίσως απλοϊκό, παράδειγμα, αφορά στο ποιος θα συντονίζει και θα διαχειρίζεται τα δίκτυα των μεταφορών. Από εκεί και πέρα, τα προβλήματα που προκύπτουν είναι άπειρα. Ποιος θα συντονίζει τα εκπαιδευτικά συστήματα; Ποιος θα διαχειρίζεται τα οικολογικά ζητήματα που υπερβαίνουν την τοπική εμβέλεια; Δεν υφίσταται ευρύτερος του τοπικού γεωγραφικός καταμερισμός της παραγωγής; Κι αν ναι, ποιος θα τον διαχειρίζεται, δεδομένου μάλιστα ότι, αν έχει αποδειχθεί κάτι στην οικονομική ιστορία, είναι ότι το ρυθμιστικό κενό τείνει να δημιουργήσει μονοπώλια και υπερβολική συγκέντρωση του πλούτου; Πολύ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο βαθμός της πολυπλοκότητας και του καταμερισμού που έχουν αναπτύξει οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν επιτρέπει πλέον την επιστροφή στο κοινοτικό στάδιο, τουλάχιστον όχι δίχως να έχει συμβεί πρώτα μία δραματική υποστροφή της ανθρωπότητας σε προγενέστερα στάδια ανάπτυξής της και… πληθυσμιακής πυκνότητας. Εν ολίγοις, μια «ριζική αποκέντρωση» των ανθρωπίνων κοινοτήτων θα απαιτούσε να περάσουμε, από τα 6,5 δισεκατομμύρια άτομα πληθυσμό, το πολύ στα 500 εκατομμύρια, όσα δηλαδή κατοικούσαν τον πλανήτη γύρω στα ρωμαϊκά χρόνια, και πάλι πολλά θα ήταν! Όπως πολύ εύστοχα έχει σημειώσει ο Ραούλ Βανεγκέμ, ήδη η… γεωργική επανάσταση εγκαινίασε μία πορεία πολυπλοκοποίησης και συγκεντρωτισμού των ανθρώπινων κοινωνιών, η οποία δεν είναι δυνατόν να αναστραφεί ολοκληρωτικά.

Δ) Τέλος, το διάβημα της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης» θέτει και πολύ σημαντικά θεωρητικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην υπερβολική έμφαση που δίνει στην εντοπιότητα. Μήπως αυτή, στο μέτρο που δεν αλληλοσυμπληρώνεται από ευρύτερες ταυτότητες, τροφοδοτεί με τη σειρά της τάσεις απομονωτισμού και εκτρέφει τους τοπικισμούς; Συνήθως, μια θεωρητική υποστήριξη της εντοπιότητας επικαλείται δύο ιστορικά πρότυπα. Τις κοινότητες των ιθαγενών, οι οποίες υπήρξαν –κατά τον πολύ εύστοχο ορισμό του Πιέρ Κλάστρ– «κοινωνίες ενάντια στο κράτος», αλλά και την αρχαιοελληνική αυτόνομη πόλη, ιδιαίτερα στην εκδοχή της δημοκρατικής Αθήνας. Αμφότερα όμως τα παραδείγματα αυτά εξαντλήθηκαν ιστορικά, ακριβώς εξαιτίας της αδυναμίας τους να επιλύσουν τις τοπικιστικές συγκρούσεις και τις διαμάχες μεταξύ των κοινοτήτων. Σε ό,τι αφορά στις ιθαγενικές κοινότητες, ο ίδιος ο Πιέρ Κλάστρ υποστηρίζει ότι ο διακοινοτικός πόλεμος υπήρξε συστατικό τους στοιχείο, ακριβώς διότι η απόλυτη ταύτιση των ιθαγενών με τις κοινότητές τους εξέθρεφε την αντιπαράθεση με τον ξένο και τον άλλο, δημιουργώντας έτσι έναν έντονο «κοινοτικό σοβινισμό»5. Και, βεβαίως, το πολεοκεντρικό σύστημα της Αρχαίας Ελλάδας εξαντλήθηκε μέσα στα ερείπια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ανίκανο να επινοήσει σταθερούς θεσμούς αμφικτυονίας, ικανούς να αντέξουν σε περιόδους όπου δεν καιροφυλακτούσε η εξωτερική απειλή για τον ελληνισμό6. Και μόνο όταν οι Μακεδόνες, με τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, ενοποίησαν τον ελληνικό κόσμο manu militari, μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση του ενδημικού εμφυλίου πολέμου. Τα ιστορικά παραδείγματα υποδεικνύουν έναν πραγματικό κίνδυνο, ο οποίος θέτει σαφέστατα όρια στην έκταση που θα πρέπει να λάβει η «επανα-τοπικοποίηση». Γιατί, εντέλει, επαληθεύεται ένα γενικότερο συμπέρασμα που έχει να κάνει εν γένει με τις συλλογικές ταυτότητες: ότι οποιαδήποτε λογική που προωθεί μονομερώς μία οποιαδήποτε ταυτότητα σε ανταγωνιστική σχέση με τις υπόλοιπες, υποστηρίζοντας ότι αυτή είναι σε θέση να τις υποκαταστήσει, εκφράζοντας από μόνη της τη συλλογική διάσταση του ανθρώπινου βίου, δεν μπορεί παρά να αναπτύσσει στο εσωτερικό της τάσεις αυταρχικής περιχαράκωσης και –εντέλει– ολοκληρωτισμού. Κι αυτό έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Όσοι θεωρούσαν την εργατική τάξη ως το μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας έτειναν να υποτιμούν –αν όχι να εξαφανίζουν– την εθνική ταυτότητα, το φύλο κ.ο.κ. Ο φεμινισμός, με τη σειρά του, θεωρούσε ότι μπορεί να μεταφράζει οποιαδήποτε αντίθεση ως αντίθεση ανδρών-γυναικών. Ο εθνικισμός διέγραφε οποιαδήποτε άλλη ταυτότητα κ.ο.κ. Μήπως σήμερα θα περάσουμε λοιπόν σε αυτό που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί «οικοφασισμός»; Εξάλλου, καθόλου τυχαία, το ναζιστικό κίνημα είχε και μια έντονα οικολογική διάσταση –ο Χίτλερ ήταν και χορτοφάγος– συνδέοντάς την όμως με αποκλειστική φυλετική ρίζα και με τον αποκλεισμό οποιουδήποτε δεν ανήκε στην Gemeinschaft.

Ε) Αυτός ο κίνδυνος ολοκληρωτισμού, και ο ουτοπικός χαρακτήρας μιας οργάνωσης της κοινωνίας αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο, ανακύπτει επιπλέον, όταν λάβουμε υπόψη μας την υψηλή κινητικότητα των πληθυσμών στις σημερινές επικοινωνιακές, παραγωγικές και ανθρωπολογικές συνθήκες. Ο άνθρωπος των προαγροτικών κοινοτήτων διέθετε φύλο, ηλικιακή ομάδα, φυλή και κοινότητα, εκτός από τις ατομικές διαφοροποιήσεις. Ο άνθρωπος των αγροτικών κοινοτήτων προσέθεσε στις προηγούμενες και την ταξική διαφοροποίηση και, σταδιακώς, μια διαφυλετική, υπερφυλετική «εθνική ταυτότητα». Στις βιομηχανικές κοινωνίες οι ταυτότητες πολλαπλασιάζονται ακόμα περισσότερο. Οι απασχολήσεις πολλαπλασιάζονται και οι αυξανόμενες μετακινήσεις και μεταναστεύσεις των πληθυσμών δημιουργούν νέες πρωτόγνωρες ταυτότητες. Οι Έλληνες της Αμερικής είναι Ελληνοαμερικανοί, δηλαδή μετέχουν, σε διαφορετικό βαθμό, δύο εθνικών ταυτοτήτων και παράλληλα πολλών άλλων. Αν δοκιμάσουμε να επαναφέρουμε όλους τους πληθυσμούς στην κατάσταση της αποκλειστικά κοινοτικής οργάνωσης, θα έπρεπε όχι μόνο να εξοντωθούν τα 9/10 του ανθρώπινου πληθυσμού, όπως ήδη τονίσαμε, αλλά να επιβάλουμε και μια μορφή υποχρεωτικής καθήλωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε έναν τόπο αποκλειστικά, ή σχεδόν. Αυτό ακριβώς που δοκίμασε να κάνει ο Πολ Ποτ στην Καμπότζη, δηλαδή να διαλύσει το αποικιακό «αστικό» οικοδόμημα και κυρίως την υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στην πρωτεύουσα Πνομ Πενχ, με την επιστροφή των κατοίκων στα χωριά τους. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε όλοι.

Κατά συνέπεια, ο σημερινός άνθρωπος, σε σχέση με εκείνον της πρωτόγονης κοινότητας, διαθέτει πολλαπλές ταυτότητες και μία από αυτές συνδέεται με τη σχετικά συχνή –μόνιμη ή πρόσκαιρη– αλλαγή χώρου κατοικίας ή εργασίας, σπουδής κ.λπ. Βεβαίως, σε μία αποκεντρωμένη κοινωνία, άσκοπες και υπερβολικές μετακινήσεις θα περιοριστούν, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αυξηθούν άλλες, ψυχαγωγίας, σπουδής, εκπαιδευτικού και μορφωτικού χαρακτήρα κ.λπ. Το βέβαιο είναι πως ο πολίτης του σημερινού και αυριανού κόσμου θα ορίζεται από ένα σύνολο ταυτοτήτων, που προϋποθέτουν μια πολλαπλότητα που φτάνει μέχρι την πολλαπλότητα των ατομικών υποκειμένων. Κατά συνέπεια, άτομο, οικογένεια, κοινότητα, υποεθνική περιφέρεια, εθνική ταυτότητα, υπερεθνική περιφέρεια (π.χ. τα Βαλκάνια), ηπειρωτική διάσταση (π.χ. ευρωπαϊκή ταυτότητα) και, τέλος, παγκόσμιο πεδίο, οικουμενική ταυτότητα. Αυτά τα διαφορετικά επίπεδα οργανώνουν και ρυθμίζουν την πολλαπλότητα της ανθρώπινης κατάστασης και επομένως εμπεριέχουν στο εσωτερικό τους, έως το ευρύτερο πεδίο, τον πλανήτη γη, όλες τις δυνατότητες «εδαφικών ταυτοτήτων», από την ατομική κατοικία έως το παγκόσμιο επίπεδο. Και παράλληλα οι λοιπές ταυτότητες, η ηλικία, το φύλο, η τάξη, οι επαγγελματικές, εκπαιδευτικές ή πολιτισμικές ομαδοποιήσεις. κ.λπ. κ.λπ. Ο άνθρωπος είναι όλα αυτά μαζί.

Η «παγκοσμιο-τοπικοποίηση» είναι παγκοσμιοποίηση

Επί τη βάσει όλων αυτών, μπορούμε να κατανοήσουμε το διπλό αδιέξοδο του διαβήματος της «παγκοσμιο-τοπικότητας». Από τη μία, η αποτυχία του να συλλάβει τόσο τις εθνικές πραγματικότητες όσο και τον ρυθμιστικό ρόλο έναντι της αγοράς, που έπαιζε το εθνικό κράτος, το οδήγησε στο να τηρήσει μία επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στους αμείλικτους και καταστροφικούς μηχανισμούς της παγκοσμιοποίησης, γεγονός που υπονόμευσε καίρια τον εναλλακτικό του χαρακτήρα και δημιούργησε τις προϋποθέσεις της ενσωμάτωσής του. Από την άλλη, η υπερβολική έμφαση που έδωσε στην «τοπικοποίηση», η μονομέρεια της προσέγγισής του, δημιούργησε ένα σημαντικό έλλειμμα ρεαλισμού σε ό,τι πρότεινε, γεγονός που με τη σειρά του συνέβαλε στην περαιτέρω αποδυνάμωσή του.
Είναι προφανές πως όλοι όσοι υποστηρίζουν ένα και μόνο επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας, το τοπικό, απορρίπτοντας το αποφασιστικής σημασίας εθνικό πεδίο, στην πραγματικότητα, άσχετα με τις αρχικές προθέσεις τους, καταλήγουν να μετατρέπονται σε θιασώτες της παγκοσμιοποίησης. Έτσι ακριβώς συνέβη με τους «Πράσινους», και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Οι Ευρωπαίοι Πράσινοι, ξεκινώντας από τη θεωρητική υποτίμηση του έθνους και του εθνικού πεδίου, υπέρ της «τοπικότητας» από τη μια και των διεθνών ρυθμιστικών οργανισμών από την άλλη, κατέληξαν απλώς θιασώτες της παγκοσμιοποίησης.
Τα δε επιχειρήματά τους είναι τουλάχιστον σχιζοφρενικά. Υποστηρίζουν πως η παγκοσμιοποίηση έχει αμβλύνει και διαβρώσει τη δυνατότητα του έθνους-κράτους να προστατεύσει τις κοινωνίες. Αν όντως έχει συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι μήπως οι πολύ ασθενέστερες κοινότητες που θα αντιμετωπίσουν μόνες τους την παγκοσμιοποίηση; Αστειότητα, την οποία αναλύει εκτενώς η Βαντάνα Σίβα στο άρθρο της που δημοσιεύουμε, εξετάζοντας ανάλογα επιχειρήματα που προβάλλονται στην Ινδία και που οδηγούν σε μείωση της προστασίας των κοινοτήτων από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ισχυρές κοινότητες προϋποθέτουν, αντίθετα, ισχυρή εθνική υπόσταση και διαμεσολάβηση μεταξύ της παγκόσμιας αγοράς και του τοπικού πεδίου. Και αν, μάλιστα, δεν αρκεί η εθνική διάσταση, θα πρέπει να προστεθεί σε αυτή η περιφερειακή (π.χ. Βαλκάνια) ή/και ηπειρωτική (π.χ. Ευρώπη). Με τέτοιου είδους θεωρητικό υπόβαθρο, οι «Ευρωπαίοι Πράσινοι» κατέληξαν να υπερασπίζουν τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία και πολλοί από αυτούς και στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, ενώ έχουν μεταβληθεί στους πλέον διαπρύσιους οπαδούς της αποεθνικοποίησης· εντέλει, της εξαφάνισης κάθε προστασίας απέναντι στο πολυεθνικό κεφάλαιο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του τοπικού παραρτήματός τους στην Ελλάδα, που τάχθηκε υπέρ του Σχεδίου Ανάν, της αναγνώρισης των Σκοπίων ως Μακεδονίας, και που πλειοδοτεί σε κάθε μέτρο που κατατείνει στη διάλυση του ελληνικού έθνους. Μήπως για να μπορούν να κλείνουν «δουλειές» απευθείας με τις Βρυξέλλες; Κατά τα άλλα, τάσσονται αναφανδόν υπέρ των τοπικών κοινοτήτων, των τοπικών… μειονοτήτων και εντέλει… της Νέας Τάξης.

Έτσι, ένα σωστό σύνθημα, «σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά», μεταβλήθηκε σε «δράσε τοπικιστικά», και, κατά συνέπεια, απόλυτα εξαρτημένος από το παγκοσμιοποιητικό μεγαεπίπεδο. Διότι τοπικό, δηλαδή συγκεκριμένο, είναι και το περιφερειακό και το εθνικό πεδίο. Μέσα από αυτές τις μετατοπίσεις, κατέληξε και το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα να μεταβληθεί σε κίνημα υπέρ της εναλλακτικής (sic) παγκοσμιοποίησης. Εντέλει, στον πυρήνα της σκέψης των περισσότερων από τους θιασώτες αυτής της αντίληψης, δεν βρίσκονται προφανώς οι τοπικές κοινότητες, αλλά η «ευρυχωρία» των αεροπλάνων, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης, του «τρίτου κύματος», κατά τον Άλβιν Τόφλερ, δηλαδή της αποεδαφικοποιημένης ελίτ τoυ παγκόσμιoυ jet set. Μια τέτοιου τύπου «τοπικοποίηση» προσφέρει απλώς μια «εναλλακτική» θεωρητική δικαιολόγηση στην παγκοσμιοποίηση. Όσο για τους ελάχιστους που ζουν όντως σε τοπικές κοινότητες και πασχίζουν για την προκοπή τους, όπως οι αυθεντικοί βιοκαλλιεργητές π.χ., αυτοί δεν αποτελούν παρά το άλλοθι των Φίσερ και των Κον Μπεντίτ.

Η αποστροφή για το έθνος, σε μια εποχή που η παγκοσμιοποίηση το αποσαθρώνει καθημερινά, είναι στην πραγματικότητα και αποστροφή για μια αυθεντική τοπικοποίηση, τόσο της παραγωγής, όσο και του ίδιου του έθνους. Διότι τοπικοποίηση μπορεί να υπάρξει, σήμερα τουλάχιστον, μόνο στα πλαίσια υπαρκτών και ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων.
Αυτό επισημαίνει και το άρθρο του Ντάουν Γκέιμπλ για τις κοινοτικές δομές στη Βενεζουέλα του Τσάβες. Η ύπαρξη μιας ισχυρής εθνικής εξουσίας επιτρέπει και ενισχύει την ανάπτυξη των κοινοτικών δομών.

Το ίδιο πρόβλημα τέθηκε και στο ελλαδικό κράτος κατά τη γένεσή του. Πράγματι, το μικροσκοπικό ελεύθερο ελληνικό κράτος του 1828 αναδύθηκε εκτός από έναν υπέροχο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, και από έναν αιματηρό εμφύλιο, που άρχισε ήδη από το 1822· εμφύλιος που είχε σαν βασική αιτία τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε τοπικισμούς και ιδιαίτερα συμφέροντα, παράλληλα με τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις. Δεδομένου δε ότι ο ελληνικός κόσμος της εποχής ήταν οργανωμένος κοινοτικά, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε το νέο κράτος ήταν προφανώς η σύνθεση της τοπικότητας και του εθνικού κράτους. Ο Καποδίστριας, που είχε συντάξει το Σύνταγμα της Ελβετίας, το οποίο συνδύαζε με υπέροχο, για την εποχή, τρόπο, το αίτημα της αποκέντρωσης και της κρατικής ενότητας, της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει κάποια πρόταση για τις ελληνικές συνθήκες, δολοφονήθηκε από τον μανιάτικο παρτικουλαρισμό. Έτσι, οι Βαυαροί ανέλαβαν να λύσουν τον γόρδιο δεσμό, με την τακτική του Αλεξάνδρου, διαλύοντας δηλαδή τις κοινότητες και συγκροτώντας ένα συγκεντρωτικό και προκρούστειο εθνικό κράτος.

«Δεν πετάμε τίποτα»: μια οικουμενική πρόταση

Ωστόσο, σήμερα, αυτό το συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, που μάζεψε το 40% του πληθυσμού σε μία πόλη, έχει ήδη μπει σε βαθύτατη κρίση και αδιέξοδο. Και γι’ αυτό η κριτική στην παγκοσμιο-τοπικοποίηση δεν σημαίνει καθόλου πως θα πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε ιδέα «τοπικοποίησης», ούτε να υιοθετήσουμε τους καγχασμούς των κρατιστών και των φιλελεύθερων, που θεωρούν οποιαδήποτε απόπειρα κοινοτισμού στις μέρες μας ανέφικτη και ουτοπική.

Το αντίθετο μάλιστα. Το αίτημα για την αναζωογόνηση του τοπικού επιπέδου και την εγκαθίδρυση μορφών άμεσης δημοκρατίας και μορφών συνεργατικής οικονομίας, όπου και όποτε μπορούν να οικοδομηθούν, αποτελεί μια στρατηγική επιλογή –ίσως τη μόνη– που μπορεί να μας βγάλει από τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης, δίχως να αναγκαστούμε να θυσιάσουμε όσα στοιχεία ισότητας, δημοκρατίας και δικαιοσύνης έχουν απομείνει στις σύγχρονες κοινωνίες.

Τούτο όμως είναι εφικτό εάν και μόνον πραγματοποιηθεί υπό το πρίσμα μιας συνθετικής λογικής, μιας λογικής που αρνείται τους αποκλεισμούς και την απαξίωση οποιασδήποτε ταυτότητας και συλλογικού υποκειμένου. Μιας λογικής που καταφάσκει στην οικοδόμηση θεσμών σε όλα τα επίπεδα (τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο), δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά που είναι πιο «εδαφικοποιημένα», άρα σ’ εκείνα που επιτρέπουν περισσότερη δημοκρατία και άρα περισσότερο έλεγχο των κοινωνιών πάνω σε ό,τι τους αφορά.

Επιπλέον, όπως ήδη τονίσαμε, η τοπικοποίηση της παραγωγής, η μείωση των εμπορευματικών μεταφορών, η ανάσχεση της «ανάπτυξης», αποτελούν τη μόνη διέξοδο από την οικολογική κρίση που, με βήματα γίγαντα, απειλεί την ίδια τη ζωή στον πλανήτη. Η αναστροφή των κυρίαρχων τάσεων της μεγέθυνσης καθίσταται όρος της επιβίωσής μας. Κατά συνέπεια, το έθνος, για να συνεχίσει να υπάρχει στις παρούσες και μελλοντικές συνθήκες, είναι υποχρεωμένο να αλλάξει όχι απλώς μορφή, αλλά να εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση. Αν στην αρχαιότητα η δομή του ήταν πολεοκεντρική και φυλετική, αν στους «μέσους χρόνους» ήταν οικουμενική –από την εποχή του Αλεξάνδρου μέχρι τους Κομνηνούς– και στη συνέχεια, κατ’ εξοχήν δε μετά την Επανάσταση, επικεντρώνεται στο έθνος-κράτος, μπαίνουμε σήμερα σε μια νέα εποχή.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο κοινοτισμός και η τοπικοποίηση μπορούν να αποβούν το πιο σημαντικό εργαλείο στην προσπάθειά μας να επινοήσουμε μορφές εθνικής κυριαρχίας, οι οποίες θα υπερβαίνουν το κυριότερο πρόβλημα του έθνους-κράτους, τη συγκεντρωτική, γραφειοκρατική του φύση. Και από την άλλη, είναι εξίσου σίγουρο ότι θα χρειαστούν, όσο οτιδήποτε άλλο, μορφές προστασίας που σήμερα μόνο το εθνικό κράτος μπορεί να προσφέρει.

Αυτό που καλούμαστε να κάνουμε είναι να αντιστρέψουμε την πυραμίδα της παγκοσμιοποίησης, να ξαναστήσουμε τις κοινωνίες στα πόδια τους, με το κεφάλι αυτήν τη φορά να βρίσκεται επάνω και όχι στο έδαφος. Προτεραιότητα στο τοπικό, προστασία του εθνικού, προοπτική στο περιφερειακό και το παγκόσμιο. Ή, όπως υποδειγματικά το θέτει ο Θ. Ζιάκας: Κοινότητα προσώπων-έθνος κοινοτήτων-κοινότητα εθνών. Προς το παρόν, μόνο σ’ αυτή την προοπτική μπορούμε να δούμε την παγκοσμιοποίηση να υποκαθίσταται από μία πραγματική και ουσιαστική οικουμενικότητα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek