του Θ. Τζιούμπα, από το Άρδην τ. 66, Αύγουστος-Οκτώβριος 2007

Μεσούντος του θέρους, ο υπουργός Υγεί­ας Αβραμόπουλος παρουσίασε το νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, που καταστρώθηκε μετά την κατακραυγή που προκάλεσε η προηγούμενη απόπειρα στην οποία εξέχοντα ρόλο είχε ο πρόεδρος του Ο.ΚΑ.ΝΑ. κος Μπάλας.
Μια πρώτη ανάγνωση του σχεδίου που τέθηκε σε δημόσιο διάλογο αναδεικνύει την απόσταση που χωρίζει την αναφορά στις αρχές της νέας πολιτικής, όπως αυτή προβάλλει από τη ρητορική του κειμένου του σχεδίου, με τα συγκεκριμένα μέτρα υλοποίησης της πολιτικής αυτής.
Στο επίπεδο της ανάλυσης του φαινομένου της εξάρτησης, η ηγεσία του υπουργείου φαίνεται να υιοθετεί προσέγγιση της χρήσης ως προβλήματος κοινωνικού (μέχρι και η παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στα αίτια) και να προκρίνει την ολιστική αντιμετώπιση του φαινομένου, όχι απλώς ως ιατρικού αλλά ως ψυχοκοινωνικού προβλήματος. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει μια ανατροπή των επιλογών της προηγούμενης πρότασης Εθνικού Σχεδίου Δράσης, όπου κυριαρχούσε η ιατροκεντρική προσέγγιση, η εμμονή στη γενικευμένη χορήγηση υποκαταστάτων και η ουσιαστική εξάλειψη από τον χάρτη των Θεραπευτικών Προγραμμάτων (ΚΕΘΕΑ, 18 Άνω, Ψ.Ν.Θ.). Μια τέτοια στροφή 180 μοιρών θα μπορούσε να είναι ευπρόσδεκτη.
Όταν μπαίνει όμως κανείς στον χώρο του συγκεκριμένου, η εικόνα γίνεται ασαφής. Τα 15 μέτρα που εξαγγέλλονται αποτελούν ένα ακατέργαστο μείγμα δραστηριοτήτων, που αρχίζουν με τη διάλυση ουσιαστικά του Ο.ΚΑ.ΝΑ. και καταλήγουν στις καταρτίσεις και τις βιοκαλλιέργειες.
Συνοπτικά, αυτά τα μέτρα είναι:
1) Η «μετεξέλιξη» του Ο.ΚΑ.ΝΑ. σε έναν οργανισμό προσανατολισμένο στην εκπαίδευση, την υποστήριξη των δικαιωμάτων των χρηστών, την έρευνα και την αξιολόγηση. Στην ουσία ο Ο.ΚΑ.ΝΑ., που σήμερα έχει ως αποκλειστική σχεδόν δραστηριότητα τη χορήγηση υποκαταστάτων, διαλύεται, το προσωπικό του περνάει στο Ε.Σ.Υ. Στη θέση του Ο.ΚΑ.ΝΑ. δημιουργείται ένας νέος οργανισμός, το «Εθνικό Κέντρο Απεξάρτησης»
2) Τα Κέντρα Πρόληψης (που σήμερα το καθεστώς λειτουργίας τους και η χρηματοδότησή τους είναι στον αέρα, όπως έδειξε η απεργιακή κινητοποίηση της 26ης Ιουνίου), διασυνδέονται σε εθνικό δίκτυο, το προσωπικό περνάει και αυτό στο Ε.Σ.Υ. και διασφαλίζεται η χρηματοδότηση της λειτουργίας τους.
3) Καθιερώνεται ετήσια εθνική εκστρατεία πρόληψης.
4) Δημιουργείται από το υπουργείο ιστοσελίδα για τα ναρκωτικά.
5) Ενισχύεται η δουλειά στον δρόμο.
6) Ο τέως Ο.ΚΑ.ΝΑ. θα πραγματοποιήσει προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης αστυνομικών, δεσμοφυλάκων, γιατρών κλπ.
7) Το Ε.Σ.Υ. αναλαμβάνει να λειτουργήσει στα νοσοκομεία τα προγράμματα μεθαδόνης ή βουπρενορφίνης, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζει τη διασύνδεσή του με θεραπευτικά προγράμματα που λειτουργούν με το ψυχοκοινωνικό μοντέλο.
8) Τα στεγνά προγράμματα ενισχύονται με τη δημιουργία επτά νέων (ένα ανά υγειονομική περιφέρεια).
9) Δημιουργούνται από το ΚΕΘΕΑ τρεις μονάδες σωματικής αποτοξίνωσης με παράλληλη ψυχοκοινωνική στήριξη.
10) Ενισχύεται η «κοινωνική επιχειρηματικότητα».
11) Καταρτίζεται η χάρτα δικαιωμάτων του χρήστη.
12) Δημιουργούνται προγράμματα βιοκαλλιέργειας για την επαγγελματική ένταξη των πρώην εξαρτημένων.
13) Εξαγγέλλονται προγράμματα κατάρτισης σε συνεργασία με ενώσεις επιχειρηματιών.
14) Υποστηρίζονται νομικά οι χρήστες με τον «συνήγορο ανθρωπιάς».
15) Εξαγγέλλονται ρυθμίσεις διευκόλυνσης της επαγγελματικής και κοινωνικής ένταξης των πρώην χρηστών (υποτροφίες, μοριοδότηση κλπ.).
Η πρώτη διαδικαστική παρατήρηση στο σύνολο των ενεργειών αυτών είναι η ολοφάνερη αναντιστοιχία με τον χρονικό ορίζοντα του σχεδίου (2 χρόνια). Ο στενός αυτός χρονικός ορίζοντας υπονομεύει την αξιοπιστία του εγχειρήματος, όταν είναι γνωστό ότι οι θεσμικές και μόνον αλλαγές που χρειάζονται για την ένταξη στο Ε.Σ.Υ. αρκετών εκατοντάδων εργαζομένων απαιτούν με μαθηματική βεβαιότητα περισσότερο χρόνο από το διάστημα αυτό (πρόσφατα το ΚΕΘΕΑ κατάφερε, μετά από 1,5 έτος, να έχει έγκριση επαναπρόσληψης των εκπαιδευτών για τη λειτουργία των μεταβατικών σχολείων, αφού χάθηκε μια ολόκληρη σχολική χρονιά). Ακόμη, η πείρα έχει δείξει ότι η ίδρυση θεραπευτικών μονάδων όπως οι 7 που συμπεριλαμβάνονται είναι επιτυχής όταν αποτελεί προϊόν προσεκτικού σχεδιασμού και έρευνας των αναγκών της κάθε μικροκοινωνίας, και αυτό απαιτεί χρόνο.
Η δεύτερη είναι ότι οι δραστηριότητες που εξαγγέλλονται αποτελούν στην κυριολεξία «πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι», χωρίς ιεράρχηση και συνοχή, με διαφορετικό βαθμό σημασίας, κόστους, νομοθετικών μεταβολών, βαθμού μελέτης και ωριμότητας. Δεν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα υλοποίησης και προϋπολογισμοί, όπως δεν υπάρχουν στοιχεία κόστους του σχεδίου, εκτός από το 1 εκατομμύριο που αναφέρεται για την εθνική εκστρατεία πρόληψης.
Προσπαθώντας να καταγράψουμε τις αλλαγές που συντελούνται, βλέπουμε κατ’ αρχήν να επιλέγεται μια πολιτική γενίκευσης της χορήγησης υποκαταστάτων (μεθαδόνης και βουπρενορφίνης) από μονάδες του Ε.Σ.Υ., επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τόσο την άμεση ένταξη από τη λίστα ενός μεγάλου αριθμού χρηστών, πράγμα ιδιαίτερα επωφελές επικοινωνιακά σε προεκλογική περίοδο, και ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, όταν τα προγράμματα υποκατάστασης εγκαθίστανται στις γειτονιές. Πίσω βέβαια από την ευγενή αυτή πρόθεση θα μπορούσε κανείς, κακοπροαίρετα, να επισημάνει ότι στέλνοντας τις λειτουργίες χορήγησης υποκαταστάτων στα νοσοκομεία μαζί με το προσωπικό του ΟΚΑΝΑ, ο υπουργός Υγείας καταφέρνει να ξεφορτωθεί έναν μηχανισμό που στήθηκε και στελεχώθηκε από την προηγούμενη διακυβέρνηση και η πολιτική του ισχύς είναι συνάρτηση του μεγέθους του κοινωνικού προβλήματος που διαχειρίζεται. Ο χαρακτηρισμός του ως ΔΕΚΟ των ναρκωτικών δεν είναι τυχαίος ούτε αθώος. Ο νέος ΟΚΑΝΑ της αβραμοπουλικής «επανίδρυσης του κράτους» ενδύεται νέο όνομα και ρόλο, ίσως για να δώσει μια ακόμη ευκαιρία στον νυν πρόεδρό του και συντάκτη του προηγούμενου σχεδίου δράσης να έχει στη διάθεσή του μια δομή που τον διατηρεί ως σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση πολιτικής για τις εξαρτήσεις.
Στο επίπεδο των εργαζομένων, η μεταφορά στο ΕΣΥ τόσων ανθρώπων από τον ΟΚΑΝΑ και τα Κέντρα Πρόληψης και ο τρόπος ένταξής τους σε αυτό, από τη μια καλύπτει κάποια αιτήματα σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας τους, το ενιαίο καθεστώς και τη διασφάλιση της απασχόλησης, αλλά ανοίγει πολλά θέματα που, σύμφωνα με τον σύλλογο των Κέντρων Πρόληψης, σχετίζονται με την ειδικότητα με την οποία θα απασχοληθούν, καθώς είναι ορατός ο κίνδυνος να κλείνουν τις τρύπες ενός υποστελεχωμένου ΕΣΥ.
Υπάρχει στις εξαγγελίες μια μεγάλη ασάφεια ως προς τη διασύνδεση της υποκατάστασης με τη θεραπεία, δηλαδή τα προγράμματα απεξάρτησης που το σχέδιο υιοθετεί ως την ολοκλήρωση της θεραπευτικής παρέμβασης, αποδεχόμενο τις αρχές της ολιστικής προσέγγισης (όχι μόνο ιατρικό, αλλά και κυρίως ψυχοκοινωνικό ζήτημα). Δεν είναι σαφές ποιοι θα αναλάβουν το κρίσιμο πεδίο της κινητοποίησης και στήριξης των ατόμων στα προγράμματα υποκατάστασης, ώστε από τη μείωση της βλάβης να στραφούν στη θεραπεία και την επανένταξη. Θα είναι οι εργαζόμενοι του τέως ΟΚΑΝΑ; Θα είναι οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης που θα αναλάβουν μια δραστηριότητα με την οποία δεν είχαν συστηματική επαφή, αφήνοντας έτσι ένα τεράστιο κενό στην πρωτογενή πρόληψη; Θα είναι κάποιος άλλος; Αν δεν διευκρινιστεί αυτό, η εξαγγελλόμενη διασύνδεση των μορφών παρέμβασης θα είναι κενό νοήματος κείμενο.
Τέλος, ένα από τα θετικά στοιχεία της ρητορικής του σχεδίου είναι η αποδοχή του έργου της παρέμβασης για τις εξαρτήσεις ως καθήκοντος και έργου της Πολιτείας, με χαρακτήρα δημόσιο και δωρεάν. Και εδώ όμως υπάρχουν κάποια στοιχεία που δημιουργούν υπόνοιες για την ύπαρξη παραθύρων, καθώς στις δραστηριότητες του Εθνικού Κέντρου Απεξάρτησης αναφέρεται και η αξιολόγηση υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα. Η διευκρίνηση του κου Μπάλα στη συνέντευξη Τύπου, ότι στη νομοθετική ρύθμιση που επίκειται για το καθεστώς αδειοδότησης θεραπευτικών μονάδων δεν περιλαμβάνονται κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, δεν είναι ιδιαίτερα καθησυχαστική. Όπως είναι γνωστό από καιρό, οι ιδιώτες κλινικάρχες ενδύονται τον μανδύα των Μ.Κ.Ο. για να συνεχίσουν την εκμετάλλευση της απελπισίας των χρηστών και των οικογενειών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κλινική «Άγιος Νικόλαος» του κου Θεοδωρουλέα στον Πειραιά, που προσφάτως μεταλλάχθηκε σε MERIMNA S.A., μη κυβερνητική κατά τα άλλα.
Επιχειρώντας μια συνολική αποτίμηση του σχεδίου που τέθηκε σε διάλογο, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στο επίπεδο των αρχών που επικαλείται αποτελεί μια επιλογή πολιτικής θετικής ως προς τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της απεξάρτησης, προσανατολισμένης προς τον χρήστη, τα δικαιώματα και τις προοπτικές του, που διασυνδέει τις διαφορετικές δραστηριότητες που πολλές φορές λειτουργούν ανταγωνιστικά και που κρατάει ισορροπίες ανάμεσα στην υποκατάσταση και τη θεραπεία.
Το ζήτημα βέβαια είναι αν θα υπάρξει επιμονή στην πολιτική αυτή, ή αν η διαδικασία επεξεργασίας του τελικού κειμένου και τα συγκεκριμένα μέτρα που θα επιλεγούν θα αποτελέσουν μια διαδικασία εκπτώσεων, ώστε το τέλος να μη θυμίζει καθόλου την αρχή. Οι εξαγγελίες εξάλλου σε προεκλογικές περιόδους πρέπει να ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους. Ακόμη περισσότερο όταν ανατρέπουν μια πολιτική όπως αυτή της εμμονής στην υποκατάσταση και της συρρίκνωσης της ιδέας της θεραπείας και της επανένταξης, πολιτική που με απόλυτη συνέπεια ακολουθείται από την παρούσα όσο και τις προηγούμενες διακυβερνήσεις του τόπου. Μια στροφή 180 μοιρών δεν είναι απίθανο να συνεχιστεί για άλλες τόσες μοίρες, καταλήγοντας στο σημείο εκκίνησης που τόσο καλά ξέρουμε.

  • Γραμματέα του Δ.Σ. Συλλόγου Εργαζομένων ΚΕΘΕΑ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek