του Χρ. Πατρινέλη, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Ο θρύλος του Κρυφου Σχολειού ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ανάμεσα στον ελληνικό λαό καθ’ όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, ιδίως από τα μέσα του ΙΘ’ αιώνα και ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία (1899) του γνωστού πίνακα του Νικολάου Γύζη και τη δημοσίευση του ομότιτλου ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη.
Πρώτος ο Γιάννης Βλαχογιάννης αμφισβήτησε την ιστορικότητα του θρύλου, επικαλούμενος τη μακρά πείρα του: ανάμεσα στα χιλιάδες έγγραφα που αναδίφησε δεν συνάντησε καμία γραπτή μαρτυρία περί λειτουργίας Κρυφών Σχολειών κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1). Η μελέτη του Βλαχογιάννη έπεσε μάλλον στο κενό. Ο θρύλος του Κρυφού Σχολειού, χάρη στα σχολικά αναγνώσματα και τους πανηγυρικούς λόγους, εξακολούθησε να επιζεί ακλόνητος. Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα της αντιστάσεως που προβάλλει η συλλογική συνείδηση σε καινοφανείς θεωρίες και στην αμφισβήτηση παραδοσιακών συμβόλων. Οι λαοί βεβαίως έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν επιφανείς προσωπικότητες και σπουδαία γεγονότα με την αχλύ του θρύλου. Απαράδεκτη είναι η σκόπιμη εκμετάλλευση των λαϊκών αυτών παραδόσεων από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς ή ιδεολογικούς φορείς.
Η διένεξη για την ύπαρξη ή όχι του Κρυφού Σχολειού αναζωπυρώθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, αφότου δηλαδή ο Άλκης Αγγέλου δημοσίευσε, το 1974, ένα σχετικό συνοπτικό άρθρο (2) και κατόπιν το βιβλίο του, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου (έκδ. Εστίας, Αθήνα 1997, 81 σ.). Το σπουδαίο εύρημα του Αγγέλου είναι ότι ο πρώτος που διατύπωσε (το 1822) τη θεωρία ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων ήταν ο νεαρός γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος. Αποτέλεσμα της απαγορεύσεως αυτής ήταν, κατά τον Κανέλλο, να «συστένουν» οι Έλληνες «κοινά σχολεία κρυφίως», αυτά δηλαδή που αργότερα θα ονομαστούν Κρυφά Σχολειά.
Το μικρό άρθρο του Αγγέλου (το 1974) και ιδίως το βιβλίο του περί Κρυφού Σχολειού (1997) προκάλεσαν αντιδράσεις με τη δημοσίευση δεκαπέντε τουλάχιστον άρθρων και βιβλίων, όλων –πλην ενός– επικριτικών (3).
Το θέμα της αμφισβητήσεως του Κρυφού Σχολειού απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, σε συνεδρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998), αποφάσισε να εκδοθεί από την Αποστολική Διακονία ειδική πραγματεία του κ. Κωνστ. Χολέβα, αναιρούσα τις ενστάσεις για την ιστορική ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. (4) Το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε ακόμη. Εκδόθηκε όμως στο μεταξύ από την Αποστολική Διακονία φυλλάδιο με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999, 24 σ. Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα αναγράφεται ότι ή έκδοση έγινε «με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κληρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών».
Δεν είναι βέβαια δυνατόν να σχολιάσω όλα τα δημοσιεύματα που, είτε αδιστάκτως είτε με κάποια επιφύλαξη, δέχονται την ιστορική ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, αφού τα περισσότερα επαναλαμβάνουν τα ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρήματα, τις ίδιες παρεκκλίσεις προς άσχετα θέματα, την ίδια άγνοια των ιστορικών μεθόδων. Ο Τάσος Γριτσόπουλος, που περισσότερο από κάθε άλλον ασχολήθηκε με το θέμα (5), καταλήγει σε σχετικό δημοσίευμά του: «Υπήρξεν όμως πράγματι το περιλάλητον Κρυφό Σχολειό; ‘Ιστορικώς δεν αποδεικνύεται βεβαίως ή ύπαρξίς του… Αλλά η ζώσα περί αυτού παράδοσις; Και ιστορικό ψέμα αν θεωρηθή τελικώς, κατεχωρίσθη ήδη εις τον πίνακα των εθνικών μας συμβόλων».6 Σύμφωνοι. Αλλά οι λαϊκές παραδόσεις και τα συλλογικά σύμβολα είναι αντικείμενα μελέτης της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη γραπτή ιστορική μαρτυρία. Pas de documents, pas d’ histoire.
Στην παρούσα επομένως μελέτη, θα διατυπωθούν γενικές παρατηρήσεις και σχόλια (χωρίς άμεση συνοχή μεταξύ τους) που αναφέρονται πάντως στα δημοσιεύματα που σημειώθηκαν παραπάνω.


– Α΄ –


Σε όλους τους αρχαίους και μεσαιωνικούς λαούς (Αιγυπτίους, Εβραίους, Πέρσες, μουσουλμάνους Άραβες και μη, Τούρκους κ.ά. –πλην των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων– μοναδικός σχεδόν φορέας της γνώσεως και της σοφίας ήταν το ιερατείο. (7) Από το ιερατείο αυτό προέρχονταν οι κατά τόπους δάσκαλοι των γραμμάτων. Επόμενο ήταν ότι τα κύρια σχολικά αναγνώσματα ήσαν τα ιερά κείμενα κάθε θρησκείας (η Παλαιά Διαθήκη, το Κοράνι, τα χριστιανικά ιερά κείμενα), στο πρωτότυπο ή –προκειμένου για τη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη– στην επίσημη λατινική τους μετάφραση, τη Vulgata. Το ίδιο έγινε στην ορθόδοξη Ανατολή κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Τα παιδιά μάθαιναν τα πρώτα γράμματα στην ενοριακή εκκλησία από τον εφημέριο ή κάποιον εγγράμματο μοναχό γειτονικού μοναστηριού. Τα αναγνωστικά τους ήσαν (επί δέκα ή δεκαπέντε αιώνες) τα ίδια: το Ψαλτήριο και λίγο αργότερα η Οκτώηχος, το Ωρολόγιο και άλλα λειτουργικά βιβλία. Αυτά ήσαν τα σχολεία των «ιερών γραμμάτων» ή «κοινά σχολεία», όπως είναι γνωστότερα κατά την Τουρκοκρατία (8).
Η επίσημη Εκκλησία ευνοούσε τα παραδοσιακά αυτά σχολεία, αφού από εκεί θα έβγαιναν οι αυριανοί παπάδες και ψάλτες. Στα μοναστηριακά σχολεία –που είχαν το ίδιο πρόγραμμα– οι μαθητές προετοιμάζονταν κυρίως για τη μοναστική ζωή. Σ’ αυτά, η διδασκαλία παρεχόταν συνήθως δωρεάν, ενώ στα ενοριακά, οι γονείς των μαθητών αντάμειβαν τον παπα-δάσκαλο σε χρήμα ή σε είδος.
Πολλοί δάσκαλοι και λόγιοι της εποχής επισημαίνουν ότι τα «κοινά» αυτά σχολεία ήσαν κατά μέγα μέρος αναποτελεσματικά, αφού η εκκλησιαστική γλώσσα των διδασκόμενων κειμένων ήταν δύσληπτη ή και ακατανόητη όχι μόνον από τους μικρούς μαθητές, αλλά, όχι σπάνια, και από τον ημιμαθή δάσκαλο (9). Το έργο αυτό των ενοριακών ιερέων και των μοναχών οδηγεί συχνά στο συμβατικό αλλά όχι εντελώς ακριβές συμπέρασμα ότι κατά τους χρόνους της δουλείας, η Εκκλησία γενικώς έσωσε την ελληνική γλώσσα και την εκπαίδευση από τον αφανισμό. Το ακριβές είναι ότι οι συγκεκριμένοι αυτοί παπα-δάσκαλοι επιτέλεσαν –στον βαθμό που επιτέλεσαν– το έργο αυτό. Η διδασκαλία του παπά στην ενορία του ήταν δυνητική, όχι υποχρεωτική. Δεν ξέρουμε κανένα έγγραφο μητροπολίτη που να εντέλλεται σε κάποιον ιερέα να αναλάβει καθήκοντα δασκάλου ή να επαινεί ή να επικρίνει το διδακτικό του έργο. Η πρωτοβουλία του παπα-δασκάλου ήταν προσωπική και είχε κίνητρα την επιθυμία του να ωφελήσει τα παιδιά της ενορίας του, αλλά και να βελτιώσει τις μικρές απολαβές του με τη διδασκαλική αμοιβή.
Ανάλογη ήταν η στοιχειώδης εκπαίδευση και στην οθωμανική κοινωνία (10). Είχε χαρακτήρα σχεδόν αποκλειστικά θρησκευτικό. Το σχολείο (mahale mektebi) λειτουργούσε μέσα ή κοντά στο τζαμί της γειτονιάς. Δάσκαλος ήταν ο χότζας. Σχολεία λειτουργούσαν και σε μονές δερβίσηδων. Σκοπός και περιεχόμενο της διδασκαλίας ήταν η ανάγνωση και αποστήθιση χωρίων του Κορανίου, έργο εξαιρετικά δύσκολο για τους μικρούς μαθητές, αφού το ιερό κείμενο είναι γραμμένο στα αραβικά, γλώσσα εντελώς διαφορετική από τα τουρκικά. Συμπέρασμα: οι ομοιότητες με τα ελληνικά σχολεία είναι πολλές. Η διαφορά ήταν ότι τα οθωμανικά σχολεία (και οι δάσκαλοι) χρηματοδοτούνταν από κάποιο βακούφι. Ώστε, όταν ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ παραχωρούσε τα «προνόμια» στον Γεννάδιο Σχολάριο, ήταν αυτονόητο –και για τον σουλτάνο και για τον πατριάρχη– ότι μέσα στις αρμοδιότητες της Εκκλησίας ήταν και η λειτουργία των από αιώνες καθιερωμένων σχολείων, μέσα ή δίπλα στην εκκλησία ή τη μονή.


– Β΄ –


Στις μαρτυρίες που παραθέτει ο Αγγέλου για την ακώλυτη λειτουργία σχολείων καθ’ όλη την Τουρκοκρατία ας προστεθούν και οι εξής:
α΄– Ο Γερμανός ελληνιστής στην Τυβίγγη Μαρτίνος Κρούσιος σημειώνει (προ του 1584): «Σε όλη την Ελλάδα δεν υπάρχουν εκπαιδευτήρια. Δεν υπάρχουν επίσης ακαδημίες και δημόσιοι καθηγητές, παρά μόνο “κοινά” σχολεία (scholae triviales), όπου τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν το Ωρολόγιο, την Οκτώηχο, το Ψαλτήριο και άλλα λειτουργικά βιβλία. Ελάχιστοι όμως είναι οι ιερείς και οι μοναχοί που τα κατανοούν… Οι ιερείς εισπράττουν από τους μαθητές των μικρό βοήθημα». (11)
β΄– Ο Κρούσιος επίσης σημειώνει ότι, καθώς πληροφορήθηκε από τον ιερέα της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Στέφανο Gerlach, «σε πολλούς ναούς ελληνικούς διαφόρων πόλεων είναι προσαρτημένα σχολεία, στα οποία δεν υπάρχουν τάξεις, ούτε ποικιλία μαθημάτων, αλλά ένας μοναδικός δάσκαλος διδάσκει στα παιδιά το Ψαλτήριο, το Ωρολόγιο, τις ακολουθίες και άλλα βιβλία που χρησιμοποιούνται στις εκκλησίες». (12)
γ–΄ Ο διάδοχος του Gerlach, ιερέας Σολομών Schweigger, σημειώνει (γύρω στα 1580): «Επιτρέπεται η ανίδρυση δημοτικών σχολείων, αλλά κακώς ταύτα διευθύνονται, αίτιος δε ο πατριάρχης, μη δρων κατά το καθήκον αυτού· διότι υπάρχουν λίαν μικρά σχολεία, εις τα οποία εις καλόγηρος διδάσκει ανάγνωσιν και γραφήν εις ολίγιστα παιδία. Εάν τις μαθητής ορέγηται ανωτέρας παιδεύσεως, οφείλει να απολαύση τούτου δι’ ιδίας αυτού ενεργείας και μεγάλων θυσιών. Λαμβανομένου δ’ υπόψιν των καλών του λαού διαθέσεων, ουδεμία χωρεί αμφιβολία ότι θαυμασίως θα επετύγχανον, εάν καλαί σχολαί, εις τας οποίας να εδιδάσκοντο αι τέχναι και αι επιστήμαι, η Αγία Γραφή κλπ» (13).
δ΄– Ο Άγγλος αξιωματικός W. M. Leake, που περιηγήθηκε τις ελληνικές χώρες επί έξι χρόνια, επισκέφθηκε το 1809 τη Ζίτσα της Ηπείρου και σημειώνει: «Δεν υπήρχε σχολείο. Τους ρώτησα γιατί δεν δίνουν έναν παρά ο καθένας για να αποκτήσουν δάσκαλο. “Έτσι το βρήκαμε”, απάντησαν οι Ζιτσαίοι. Και δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τους εμποδίζει κανένας. Ο βεζίρης αφήνει τους Έλληνες απόλυτα ελεύθερους σε ό,τι αφορά την παιδεία και συχνά παρακινεί τους προεστούς να την ενισχύουν» (14).
ε΄– Ο Γεώργιος Γαζής, λόγιος και γραμματικός του Καραϊσκάκη, γράφει το 1847: «Η Τουρκία, εκ δόγματος θρησκευτικού ορμώμενη, τους μεν Τούρκους εμπόδιζεν από τα φώτα της [κοσμικής] παιδείας, τους δε χριστιανούς άφηνε να συσταίνουν σχολεία» (15).
ς΄– Ο Ιωάννης Φιλήμων, αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος αργότερα και ιστορικός, γράφει το 1834: «Εις την αμάθειαν των Τούρκων πρέπει να ομολογήση ο Έλλην και τινα χάριν. Τους διεκράτει αυτή αλυσοδεμένους τρόπον τινά εις μίαν θέσιν, ένεκα της οποίας ηγνόουν ποία μέτρα ωφέλουν και ποία έβλαπτον αναφορικώς ως προς το πολιτικόν των σύστημα. Οιστρηλατούμενοι ούτοι από προσφοράς χρημάτων, άπαξ διδομένων, ή και αδύνατοι να εκτιμώσι τα αγαθά και την δύναμιν των φώτων, εσυγχώρουν την σύστασιν σχολείων με πάσαν ευκολίαν, μ’ όσην δυσκολίαν κατεπείθοντο να παραχωρήσωσι την οικοδομήν ή επισκευήν ναού τίνος» (16).
Οι μαρτυρίες που παρατέθηκαν παραπάνω είναι σαφείς και απερίφραστες. Δεν περιέχουν ούτε καν υπαινιγμό περί παρεμβάσεως των τουρκικών αρχών στα σχολικά πράγματα των Ελλήνων. Ιδιαίτερα οι τρεις πρώτες μαρτυρίες του ΙΣΤ΄ αι. αναιρούν την πρόσφατα επινοημένη θεωρία ότι ναι μεν επισήμως –κατά τα παραχωρηθέντα στην Εκκλησία προνόμια– η εκπαίδευση ήταν ελεύθερη, στην πράξη όμως οι τοπικοί μπέηδες και πασάδες αυθαιρετούσαν ασύστολα και απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων, ιδίως κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, οπότε οι συνθήκες ζωής των ραγιάδων ήσαν αφόρητες. Πράγματι, υπάρχουν πάμπολλες ιστορικές μαρτυρίες για αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, περιέργως όμως δεν υπάρχει καμία που να σχετίζεται με άρνηση ιδρύσεως ή με κλείσιμο σχολείων. Αντίθετα, υπάρχει μία τουλάχιστον εκπληκτική περίπτωση Τούρκων αξιωματούχων, περιλαμβανομένου και του τοπικού αγά, που συνεισφέρουν χρήματα για την ίδρυση ελληνικών σχολείων στην περιοχή της Πρέβεζας. Τη γενναιοδωρία των Τούρκων προυχόντων είχε προκαλέσει σχετικό κήρυγμα του Κοσμά Αιτωλού το 1779 (17).

– Γ΄ –


Όσο για τις αντίθετες μαρτυρίες (περί απαγορεύσεως εκ μέρους των Τούρκων της λειτουργίας ελληνικών σχολείων), ουσιαστικά είναι δύο: του λόγιου γιατρού Στέφανου Κανέλλου το 1822, και του λόγιου Φαναριώτη Ιακώβου Ρίζου Νερουλού, το 1827.
α΄– Ο Κανέλλος, σε μακρά επιστολή του προς τον Γερμανό φιλέλληνα Κάρολο Ίκεν, γράφει: «Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας· τούτο και άλλαι συγχρόνως αιτίαι εβίαζαν τους Γραικούς να θεωρούν την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα γράμματα και τα σχολεία, διά τούτο και εις μεγάλας και εις μικράς πόλεις οι Γραικοί επροσπαθούσαν με δόσιν χρημάτων και με διαφόρους τρόπους να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως» (18). Ό Άλκης Αγγέλου σχολιάζει εκτενώς τη σκοπιμότητα και τα κίνητρα του Κανέλλου, που τον οδήγησαν στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις. Ωστόσο θα ήθελα να προσθέσω και μερικά ακόμη σχόλια.

Εφόσον οι Τούρκοι αξιωματούχοι, που μπορούσαν να δώσουν (ή να μη δώσουν) άδεια λειτουργίας σχολείου, εδωροδοκούντο και επέτρεπαν τελικά την ίδρυση σχολείου, πώς το σχολείο αυτό λειτουργούσε κρυφίως, αφού οι δωροδοκημένοι αρμόδιοι το εγνώριζαν;

Πώς οι Γραικοί θεωρούσαν «την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα γράμματα και τα σχολεία», αφού ο Κανέλλος γράφει ότι από τους μητροπολίτες «πολλά ολίγοι εφρόντισαν διά την παιδείαν του ποιμνίου των πολλοί μάλιστα και εμπόδιζαν την σύστασιν σχολείων δια να μη συγκαταβάλουν και αυτοί χρήματα».

Στην ίδια επιστολή ο Κανέλλος γράφει: «Πολλοί νέοι μας πτωχοί… έτρεχαν προθύμως εις όποιον σχολείον εμάνθαναν ότι είναι καλός δάσκαλος… Κατά δυστυχίαν όμως εις όλα σχεδόν τα σχολεία μας εδιδάσκετο μόνον η παλαιά ελληνική χωρίς μέθοδον… Η προ πενήντα, ογδόντα λοιπόν χρόνων αμάθεια του γένους μας δεν προέρχεται από την αναισθησίαν ή αδιαφορίαν μας εις την παιδείαν, αλλά από την αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Εδώ δεν γίνεται λόγος περί απαγορεύσεως λειτουργίας σχολείων εκ μέρους των τουρκικών αρχών. Άλλες ήσαν οι αιτίες της «αθλίας καταστάσεως των σχολείων», η λόγια γλώσσα κ.λπ.
Είναι φανερό ότι ο Κανέλλος προχειρολογεί και αυτοσχεδιάζει. Το συναισθάνεται, φαίνεται, αυτό και ο ίδιος, αφού στην αρχή της επιστολής του προς Iken γράφει: «Αλλ’ επειδή μ’ έδωκες την άδειαν να σε γράφω ό,τι με έλθει εις τον νουν… θέλεις συγχωρήσει την αταξίαν και ατέλειαν των όσων μέλλω να σε σημειώσω».
β΄– Η μαρτυρία του Ιακώβου Ρίζου Νερουλού δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Cours de litteιrature grecque moderne, που εκδόθηκε στη Γενεύη (όπου ο Νερουλός διέμενε τότε) το 1827, δηλαδή δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του Iken, Leucothea, Λειψία 1825. Στο βιβλίο αυτό περιέχεται και η επιστολή του Κανέλλου προς Iken σε γερμανική μετάφραση. Ήταν λοιπόν πολύ πιθανό ο Νερουλός να εγνώριζε το βιβλίο του Iken και να επηρεάσθηκε από τις απόψεις του Κανέλλου, αν και ο Νερουλός, ως αξιωματούχος Φαναριώτης, είχε καλή γνώση των πραγμάτων της καθ’ ημάς Ανατολής. Παραθέτω αποσπάσματα που αναφέρονται στο θέμα μας (από μετάφραση του βιβλίου του Νερουλού στα ελληνικά το 1870): (19)
Ι. «Η θρησκευτική θεοβλάβεια και η ύποπτος πολιτική των Τούρκων, μάλιστα δε κατά την εποχήν των πρώτων χρόνων της κατακτήσεως, εμπόδιζεν ισχυρώς την θρησκείαν και φιλολογίαν των χριστιανών, μη κατατρέχουσα όμως πάντοτε αυτάς και αναφανδόν».
ΙΙ. «Οι Τούρκοι απηγόρευαν επί κεφαλική ποινή την οικοδομήν νέων εκκλησιών… εμπόδιζον δε διά της αυτής αυστηρότητας και την καθίδρυσιν δημοσίων σχολείων».
ΙΙΙ. «Πραγματικώς μεν η ανέγερσις δημοσίων σχολείων απετρέπετο… αλλά πάντες οι πρόδομοι, είτε νάρθηκες των εκκλησιών μετεσχηματίζοντο εις προκαταρκτικά σχολεία… Τα δε ανώτερα σχολεία των επιστημών και της φιλολογίας ηνοίγοντο μόνον ως δήθεν σωφρονιστήρια, είτε φυλακαί. Κατά τον τρόπον τούτον ο διερμηνεύς Παναγιωτάκης [Νικούσιος] και ο διάδοχος αυτού Αλέξανδρος ο Μαυροκορδάτος κατώρθωσαν να στερεώσωσι σχολεία εν πολλαίς πόλεσι της ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας».
IV. «Οι Τούρκοι φέρουσι είδος τι σεβασμού προς τους παράφρονας και τους ιερείς… Ούτως ανεχόμενοι πάντα τα μοναστήρια παρεχώρουν εις αυτά ου μόνον προνόμια, αλλά και ελέη μάλιστα. Κατά συνέπειαν τα πλείστα των μοναστηριών μεταβαλλόμενα εις σχολεία, απέβαινον άσυλον απαραβίαστον των επιστημών και γραμμάτων, κατά παράδοξον δε σύμπτωσιν… εσπουδάζοντο οι συγγραφείς της αρχαιότητος εν τοις τόποις, όπου μάλιστα παρά των μοναχών περιεφρονούντο και κατεδιώκοντο».
V. «Μόνον επί της βασιλείας του Σουλτάν Σελίμ Γ΄ [1789-1807] ου μόνον τα σχολεία, αλλά και τα λύκεια, ως τα των Κυδωνιών, της Σμύρνης, της Χίου και της Ξηράς Κρήνης (Κούρου Τσεσμέ) στερεώθησαν παρά της τουρκικής κυβερνήσεως».
VI. [Ο πρίγκιψ Δημήτριος Μουρούζης] «διωρίσθη δι’ αυτογράφου διαταγής του Σουλτάν Σελίμ γενικός διευθυντής των ελληνικών σχολείων και νοσοκομείων. Όθεν έκτοτε αι βελτιώσεις επληθύνθησαν, η δε δημόσιος διδασκαλία, επισήμως προστατευόμενη, προώδευσε πολύ εν Ελλάδι».
Είναι προφανές ότι οι παραπάνω μαρτυρίες του Νερουλού είναι αντιφατικές και μάλλον σύγχυση επιφέρουν στον αναγνώστη. Από τη μια οι τουρκικές αρχές «εμπόδιζον ισχυρώς την θρησκείαν και την φιλολογίαν των χριστιανών», αλλά πάντως δεν τις «κατέτρεχαν αναφανδόν». Οι Τούρκοι «απηγόρευαν επί κεφαλική ποινή… την καθίδρυσιν δημοσίων σχολείων». Αλλά τότε πώς εξηγείται η λειτουργία φημισμένων σχολείων, όπως (εκτός της Κωνσταντινουπόλεως) στα Ιωάννινα, ιδρυμένο το 1647, άλλο το 1671, άλλο το 1742, στην Αθήνα το 1647, άλλο το 1716, στη Χίο το 1666, στην Άρτα το 1669, στην Τραπεζούντα το 1682, στην Καστοριά το 1708 και δεκάδες άλλα; Όλα αυτά τα ανώτερα σχολεία ιδρύθηκαν –για να σώσουν οι ιδρυτές το κεφάλι τους– ως δήθεν «σωφρονιστήρια, είτε φυλακαί»; Και οι Τούρκοι θα υποπτεύονταν το σχολείο, αλλά όχι μια φυλακή, στην οποία μπαινόβγαιναν εκατοντάδες μαθητές όλη την ημέρα: Ότι δε ο Παναγιωτάκης Νικούσιος και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, με αυτόν ή άλλο τρόπο, ίδρυσαν σχολεία είναι εντελώς αμάρτυρο. Αντιφατικές επίσης είναι οι πληροφορίες ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν «επί κεφαλική ποινή» την ίδρυση εκκλησιών αλλά πάντως τα μοναστήρια αποτελούσαν «άσυλον απαραβίαστον των επιστημών και γραμμάτων», όπου μάλιστα εδιδάσκοντο οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι όμως, κατά τα άλλα «περιεφρονούντο και κατεδιώκοντο» από τους μοναχούς. Ο Σουλτάν Σελίμ Γ΄ ήταν πράγματι μεταρρυθμιστής, αλλά πάντως τα τρία πρώτα από τα τέσσερα «λύκεια» που σημειώνει ο Νερουλός είχαν ιδρυθεί αρκετά χρόνια πριν από τη βασιλεία του Σελίμ.
Το βιβλίο του Νερουλού είναι γραμμένο από άνθρωπο απαράσκευο για τέτοιο έργο. Κύριος σκοπός του ήταν να εξάρει τον ρόλο της παραδοσιακής ηγεσίας (Εκκλησίας και ιδίως των Φαναριωτών) στον ιστορικό βίο του Γένους, γενικεύοντας, υπερβάλλοντας ή και ακόμη επινοώντας ανύπαρκτα «γεγονότα».
Ώστε ο θρύλος του Κρυφού Σχολειού δεν υπήρξε λαϊκός κατά τη γένεσή του· ήταν σκόπιμο επινόημα λογίων των χρόνων της Επαναστάσεως, αλλά γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα αργότερα, χάρη στο κλίμα του ενθουσιασμού και της εθνικής εξάρσεως, που χαρακτηρίζει τον ΙΘ’ αι., αλλά και χάρη στη γοητεία του μύθου.
Δεν συζητώ τις άλλες δήθεν μαρτυρίες, που παρατίθενται στις μελέτες που σημειώθηκαν παραπάνω, γιατί πρόκειται απλώς για γνώμες και απόψεις επί του θέματος αρμοδίων και μη λογίων του δεύτερου μισού του ΙΘ΄ και Κ΄ αι. Η αυθεντική ιστορική μαρτυρία όμως προϋποθέτει αυτοψία, αυτηκοΐα (έστω και σχετική) και πάντως συγχρονία προς τα μαρτυρούμενα γεγονότα.


– Δ΄–


Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί της ελληνικής εκπαιδεύσεως κατά την Τουρκοκρατία θεωρούν ιστορικό σταθμό την πατριαρχική σύνοδο του 1593, που επικύρωσε την ίδρυση του πατριαρχείου Μόσχας το 1589. Στον συνοδικό τόμο που συντάχθηκε τότε, γράφονται μεταξύ άλλων: «Ώρισεν η άγια σύνοδος έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι· βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσι» (20).
Και είναι μεν αμφίβολο αν η απόφαση αυτή είχε κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα (21), το γεγονός όμως ότι η πατριαρχική σύνοδος για πρώτη φορά ενδιαφέρθηκε για την παιδεία του Γένους είναι σημαντικό. Είχε βέβαια προηγηθεί η ίδρυση του πρώτου πατριαρχικού σχολείου το 1556, αλλ’ αυτό οφειλόταν στην προσωπική πρωτοβουλία του πατριάρχη Ιωάσαφ Β΄, του λεγομένου Μεγαλοπρεπούς. (22)
Είναι ακόμη αξιοσημείωτο ότι, στην παράγραφο περί ιδρύσεως όχι ενός αλλά δεκάδων σχολείων, δεν εκφράζεται καμία ανησυχία για το αν οι τουρκικές αρχές θα ενέκριναν τη σύσταση των σχολείων αυτών. Προφανώς γιατί δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Αξίζει ακόμη να διευκρινισθεί ότι τόσο το άρθρο περί σχολείων, όσο και η όλη απόφαση της συνόδου γράφτηκε από τον Μελέτιο Πηγά, πατριάρχη Αλεξανδρείας τότε, δραστήριο μέλος της συνόδου και προφανώς εισηγητή της περί ιδρύσεως σχολείων παραγράφου. Σε επιστολή του (του 1597) προς τον νέο τσάρο Θεόδωρο Α΄, γράφει: «…και φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν συνεκροτήσαμεν σύνοδον υπερτελή εν τη οικία του Βλάτου… και μονώτατος συνέβηκα τον τόμον εκείνον, εν ω στερεούται ο θρόνος ο πατριαρχικός της ορθοδόξου βασιλείας σου…» (23).
Συντάσσοντας το άρθρο εκείνο περί σχολείων, ο Πηγάς, σπουδασμένος στην Ιταλία, είχε ασφαλώς υπόψη του τα λεγόμενα Επισκοπικά Σχολεία της Δυτικής Ευρώπης, τα οποία ήσαν προσαρτημένα στις επισκοπές και επιδοτούνταν (δάσκαλοι και μαθητές) από τον τοπικό επίσκοπο (24).


– Ε΄–


Είναι πασίγνωστο το παιδικό τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». Ο Claude Fauriel (1824) δεν το περιέλαβε στη συλλογή του, δημοσιεύει όμως ένα άλλο τραγούδι, με εντελώς διαφορετική υπόθεση, που αρχίζει κι αυτό με τους στίχους «Φεγγαράκι μου λαμπρόν / φέγγε και περπάτειγε…». Όπως το ξέρουμε σήμερα, το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον D. Sanders το 1844 και αργότερα από τον Α. Passow (1860) και πολλούς άλλους. Το ποίημα αυτό ο Sanders το θεωρεί απλώς ως παιδικό τραγούδι, ο Passow ως νανούρισμα (25). Κι όμως, το τραγουδάκι αυτό πολύ νωρίς συσχετίστηκε με τον θρύλο του Κρυφού Σχολειού. Για πρώτη φορά συναντώ τον συσχετισμό αυτό το 1855 σε μελέτη του λογίου Γρ. Γ. Παπαδοπούλου: «[Οι μαθητές] την νύκτα εξερχόμενοι λάθρα μετέβαινον εις τον διδάσκαλον, λέγοντες το γνωστόν ασμάτιον “Φεγγαράκι μου λαμπρό”…» (26).
Κι όμως, στο ποίημα αυτό λέγεται μεν ότι οι μαθητές επήγαιναν σε κάποιο νυκτερινό σχολείο, αλλά όχι κατ’ ανάγκη κρυφό. Ξέρουμε ότι οι δάσκαλοι ή παπα-δάσκαλοι της εποχής έκαναν μαθήματα όποτε ευκαιρούσαν από τις ασχολίες τους, ενδεχομένως και τη νύχτα. Είναι πάντως μάλλον μάταιο να αναζητά κανείς λογικές ερμηνείες σε λαϊκά δημιουργήματα. Ας σημειωθεί ακόμη ότι παρά την πανελλήνια αποδοχή του συσχετισμού του ποιήματος με τον θρύλο του Κρυφού Σχολειού, ο Γύζης, όταν ζωγράφιζε τον πίνακα το «Κρυφό Σχολειό», δεν γνώριζε τον συσχετισμό αυτό. Συγκεκριμένα, σε επιστολή προς τον πεθερό του, ο Γύζης περιγράφει τον πίνακα που ζωγράφιζε τότε («Το Κρυφό Σχολειό», 1886) και μεταξύ άλλων γράφει: ((…ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχόμενης εντός…» (27). Ώστε το αμυδρό φως που μπαίνει από το παράθυρο δεν προέρχεται από το «φεγγαράκι» το «λαμπρό» αλλ’ από τον ήλιο. Εν τούτοις, ο Βλαχογιάννης, που, όπως σημειώθηκε ήδη, αρνείται την ιστορική ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού, θεωρεί ότι η μόνη μαρτυρία υπάρξεώς του είναι το τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» (28).
Συμπέρασμα: Το Κρυφό Σχολειό μπορεί να γίνει δεκτό όχι ως ιστορική πραγματικότητα, αλλά ως δραματοποιημένος συμβολισμός των δυσμενών συνθηκών υπό τις οποίες λειτούργησαν τα ελληνικά σχολεία κατά την Τουρκοκρατία.

*Δημοσιεύτηκε το πρώτον στον Ερανιστή, έτος ΜΒ΄, τόμος 25/2005. Αναδημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος του με την άδεια του συγγραφέα.

  1. Γ. Βλαχογιάννης, «Το κρυφό σχολειό», Νέα Εστία 38 (1945), 678-683.
  2. Α. Αγγέλου, «Η κατάσταση της παιδείας στις υπόδουλες ελληνικές χώρες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών), τ. 10, Αθήνα 1974, σ. 366-367.
  3. Σημειώνω τα δημοσιεύματα, στα οποία γίνονται αναφορές στην παρούσα μελέτη: Ι. Χατζηφώτης, Το «Κρυφό Σχολειό». Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας (εκδ. Αποστολικής Διακονίας), Αθήνα 1978. Φ. Βώρος, «Το Κρυφό Σχολειό και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Εκπαιδευτικά 2 (1985-1986), 31-39 (Δεν δέχεται την ιστορικότητα του Κρυφού Σχολειού). Αχ. Μανδρίκας, «Κρυφό Σχολειό» μύθος ή πραγματικότητα; (εκδ. Καλέντης), Αθήνα 1992, 202 σ. (αξιόλογο). Αναστ. Γιαννικόπουλος, Η εκπαίδευση στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (έκδ. Γρηγόρη), Αθήνα 2001 (αλλά γραμμένο το 1994· στηρίζεται σε ευρεία έρευνα). Ν. Χρονόπουλος, Η αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό (εκδ. Πλάτανος), Αθήνα 2002, 103 σ., βλ. και σημ. 5.
  4. Εκκλησιαστική Αλήθεια, τχ. 454 (16.7.1998). Πρβλ. και σχετικά σχόλια του Β. Μακρίδη, «Ορθόδοξη εκκλησία και Διαφωτισμός», Ίστωρ 12 (Μάρτιος 2(Χ)1 ), 183, σημ. 68.
  5. Τ.Α. Γριτσόπουλος, «Το Κρυφό Σχολειό», Παρνασσός Δ’ (1962), 66-90. Ό ίδιος, «Ολίγα περί Κρυφού Σχολειού και άλλα τινά», Μνημοσύνη Ε΄ (1973-1975), 399-405. Ό ίδιος, «Το Κρυφό Σχολειό. Παιδεία των Ελλήνων – Οργάνωσις αυτής μετά την Άλωσιν», Πελοποννησιακά ΙΓ΄ (I978-I979), 1-50.
  6. Στο ΛΙΕΕ ΙΓ’ (1959), 471.
  7. Ι. Μαρκαντώνης, Παραδόσεις ιστορίας της παιδείας, Αθήνα 1976, σ. 29 κέ. Μητροπολίτου Χριστοστόμου Καρθαγένης, «Η αγωγή παρ’ Εβραίοις», Εκκλησιαστικός Φάρος 72 (2000), 9-64.
  8. Φ. Κουκουλές, «Τα των ιερών γραμμάτων και της εγκυκλίου παιδεύσεως σχολεία», στον τόμο του ίδιου, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Α΄1, Αθήνα 1948, σ. 35-107.
  9. Π.χ. ο πολύπειρος δάσκαλος Πολυζώης Κοντός γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του Ποικίλη διδασκαλία…, Βιέννη 1803: «Ενθυμήσου, αγαπητέ, την ψυχικήν τροφήν όπου μας έδινον οι διδάσκαλοι των απλών σχολείων εις την πρώτην μας τρυφεράν ηλικίαν… διδάσκοντές μας εκείνο το χειράγραφον Άλφα, Βήτα, το Αλφαώ, τον Προοιμιακόν ψαλμόν, την Οκτώηχον και αυτό το ιερόν Ψαλτήριον· βιβλία όντως άγια και θεολογικά, εις ωραίαν φράσιν ελληνικήν, όπου όχι μόνον μικρά παιδία, αλλά και πολλοί διδάσκαλοι δεν γινώσκουσι ποσώς τι αναγινώσκουσι· ώστε εις τα τοιαύτα δυσνόητα βιβλία, φευ, ματαιοπονούντες εχάσαμεν πέντε χρόνους τουλάχιστον και μετά βίας εμάθομεν μόνον να κακοαναγνώθωμεν». Το Ψαλτήριο ειδικά εχρησιμοποιείτο ως αλφαβητάριο από την εποχή του Μ. Βασιλείου (βλ. Κουκουλές, ό.π., σ. 55), ήταν δε επίσης σε σχολική χρήση κατά τους τελευταίους αιώνες και στη Ρωσία και στη Σερβία (βλ. Ι. Ταρνανίδης, Το πρόβλημα της μητροπόλεως Καρλοβικίων…, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 92, και Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Εκκλησία και παιδεία στη Ρωσία τον 17ο αιώνα», Ροδωνιά (Τιμή στον Μ. Ι. Μανούσακα), τ. Β΄, Ρέθυμνο 1994, σ. 354.
  10. Α. Kazamias, Education and the Quest for Modernity in Turkey, Σικάγο 1966. R. Mantran, Καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη τον αιώνα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (εκδ. Παπαδήμα), Αθήνα 1999, σ. 280-283. Κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπί, στα μέσα του ΙΖ΄, αι. υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη 1993 «mahale mektebi», 78 μεντρεσέδες (θεολογικές σχολές) και 170 άλλα θρησκευτικά σχολεία βλ. V. Còndea, «Les intellectueles du Sud-Européen au XVIPe siècle», RESEE 8 (1970), 199-200.\
  11. Martinus Crusius, Turcograecia, Βασιλεία 1584, σ. 205
  12. Αυτόθι, σ. 246.
  13. Salomon Schweigger, Ein newe Reyssbeschreibung, Νυρεμβέργη 1608, σ. 22· η μετάφραση του παρατεθέντος χωρίου είναι του Ξ. Σιδερίδη, «Περί τινος αντιγράφου του Νομοκάνονος του Μανουήλ Μαλαξού», ΕΦΣΚΠ 30 (1908), 185.
  14. W. M. Leake, Travels in Northern Greece, τ. 3, Λονδίνο 1835, σ. 388.
  15. Γεώργιος Γαζής, Λεξικόν της Επαναστάσεως (εκδ. Ετ. Ηπειρωτικών Μελετών), Ιωάννινα 1971, σ. 165).
  16. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834, σ. 60-61.
  17. Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί (1777-1779). Τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των Διδαχών (εκδ. Πουρνάρα), Θεσσαλονίκη 1984, σ. 103-108.
  18. Το ελληνικό πρωτότυπο της επιστολής του Κανέλλου προς τον Iken εκδόθηκε από τον Ανδρόνικο Δημητρακόπουλο, Επανορθώσεις σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Νεοελληνική Φιλολογία του Κ. Σάθα, Τεργέστη 1872, σ. 46-53· ειδικότερα, τα τέσσαρα χωρία που παρατέθηκαν παραπάνω προέρχονται από τις σ. 46, 47, 49, 50.
  19. Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, Ιστορία των γραμμάτων παρά τοις νεωτέροις Έλλησι, Αθήνα 1870. Τα χωρία που παρατίθενται προέρχονται κατά σειρά από τις σ. 63, 64, 65-66, 66-67,67.
  20. Το συνοδικό πρακτικό του 1593 εκδόθηκε από τον Κ. Σάθα, Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του πατριάρχου Ιερεμίου Β΄ (1572-1594), Αθήνα 1870, σ. 82-92· η παράγραφος Ζ΄ περί σχολείων στη σ. 91.
  21. Μ. Ι. Γεδεών, Ιστορία των του Χριστού πενήτων, Αθήνα 1939, σ. 182: «Αγνοώ τίνα φροντίδα κατέβαλον οι κληρικοί –εξαιρουμένων των μοναστηριακών– περί συστάσεως και συντηρήσεως σχολείων ελληνικών της εγκυκλίου λεγομένης παιδεύσεως απανταχού της Ανατολής, όχι γραμματοδιδασκαλείων»· σ.190: «Ολίγιστοι τούτων [των αρχιερέων], ολιγιστότατοι εσκέφθησαν “φροντίδα την δυναμένην και δαπάνην ποιείν” υπέρ ιδρύσεως και συντηρήσεως σχολείων».
  22. Για το πρώτο μετά την Άλωση πατριαρχικό σχολείο, βλ. άρθρο μου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ( Εκδ. Αθηνών), τ. 10 (1974), σ. 372-373. Θα επανέλθω εκτενέστερα στο θέμα προσεχώς.
  23. Η επιστολή του Μελετίου Πηγά εκδόθηκε από τον W. Regel, Analecta Byzantinorussica, Πετρούπολη 1891-1898, σ. 108-111.
  24. F. B. Artz, The Mind of the Middle Ages, A. D. 200-1500 (εκδ. Α.Α. Knopf), Νέα Υόρκη 1954, σ. 305-308.
  25. Για το ποίημα, τις παραλλαγές, τις εκδόσεις και σχετικά σχόλια βλ. Αλ. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου λαμπρό. Απόπειρα για ένα μικρό σχεδίασμα της πρώτης φάσης της ιστορικής διαδρομής του μύθου του Κρυφού Σχολειού», στο βιβλίο του, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα (έκδ. Πόλις), Αθήνα 2000, σ. 25-39.
  26. Γρ. Γ. Παπαδόπουλος, «Περί των προγενεστέρων ελληνικών σχολείων», Πανδώρα 5 (1855), 450-451.
  27. Επιστολαί Νικολάου Γύζη, επιμέλεια Γ. Δροσίνη και Λάμπρου Γ. Κορομηλά, Αθήνα 1953, σ. 138-139.
  28. Βλαχογιάννης, ό.π., σ. 678.

3 Σχόλια

  1. Dimitrios G. Panagiotidis says:

    To κείμενο προφανώς περιέχει (28 συνολικώς) παραπομπές οι οποίες όμως …απουσιάζουν από το τέλος του κειμένου. Υπάρχει η δυνατότητα να δημοσιευθούν ΚΑΙ αυτές οι παραπομπές;

    Επίσης προς τι η αναδημοσίευσις (από το 2007) αυτού του κειμένου και η …αναμόχλευσις του ζητήματος περί της ιστορικής υπάρξεως του Κρυφού Σχολειού, εφ’ όσον οι δικές σας Εναλλακτικές Εκδόσεις έχουν ήδη εκδόσει το σχετικό βιβλίο του κ. Κεκαυμένου το οποίο επιστημονικώς αναλύει το θέμα με πλήρη αντικειμενικότητα; Ευχαριστώ!

  2. DIMITRIOS G. PANAGIOTIDIS says:

    Eυχαριστώ!

Γράψτε απάντηση στο DIMITRIOS G. PANAGIOTIDIS Cancel

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek