του T. Φρήντμαν, από το Άρδην τ. 61, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006

Την περασμένη Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προσκάλεσε την ηγεσία της Χαμάς, του ισλαμικού πολιτικού κόμματος που κέρδισε τις πρόσφατες εκλογές στην Παλαιστίνη, σε μια επίσκεψη στη Μόσχα. Η Χαμάς αποδέχτηκε αμέσως την πρόσκληση και η συνάντηση αναμένεται να πραγματοποιηθεί μέσα σ’ αυτόν τον μήνα. Όπως συμβαίνει πολλές φορές σε διπλωματικά ζητήματα, το γεγονός της πρόσκλησης και της συνάντησης είναι απείρως σημαντικότερο από το τι θα ειπωθεί κατά τη διάρκειά της.

Η πρόσκληση λίγο έχει να κάνει με τη Χαμάς και ακόμη λιγότερο με το Ισραήλ. Συνολικά, ο,τιδήποτε έχει να κάνει με την ενίσχυση του ριζοσπαστικού ισλαμικού κινήματος –και η Χαμάς σίγουρα περιλαμβάνεται σε αυτό– θα έπρεπε να αναθεματίζεται από τη Μόσχα, δεδομένων των προβλημάτων που έχουν οι Ρώσοι στην Τσετσενία. Η Ρωσία όμως έχει μεγαλύτερα προβλήματα: συγκεκριμένα, τον ίδιο της τον ρόλο στον κόσμο αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρόσκληση δεν αφορά τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους. Αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις ΗΠΑ- Ρωσίας και, ως τέτοια, αντιπροσωπεύει μια χαρακτηριστική στιγμή.


Η ανατροπή της ρωσικής στρατηγικής
Το Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις επανέλαβε αυτό που έχει γίνει πλέον σταθερή αμερικανική θέση για τη Ρωσία, λέγοντας ότι «είμαστε πολύ προβληματισμένοι, ειδικά σχετικά με κάποια ζητήματα εκδημοκρατισμού που φαίνεται να πηγαίνουν προς λάθος κατεύθυνση». Η Ράις συνέχισε τη δήλωσή της τονίζοντας: «νομίζω πως το ερώτημα για το μέλλον της Ρωσίας είναι ανοιχτό». Το να πει κανείς ότι το θέμα αυτό εκνευρίζει τους Ρώσους, απλά υποβαθμίζει την κατάσταση.
Οι Ρώσοι στην πραγματικότητα επαναπροσδιορίζουν τη γεωπολιτική τους θέση. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη Ρωσία φαινόταν να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η εγκατάλειψη της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να προσπορίσει οικονομικά οφέλη. Για να το θέσουμε με διαφορετικό τρόπο, οι Ρώσοι ήταν προετοιμασμένοι να μάθουν από τη Δύση και πήραν ώθηση από αυτή. Οι συμβουλές και τα μαθήματα από τη Δύση ήταν αναμενόμενα και, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και καλοδεχούμενα.
Σήμερα, οι Ρώσοι είναι διχασμένοι ως προς την ακολουθητέα στρατηγική. Υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν πως αυτή η πολιτική ήταν καταστροφή για τη Ρωσία. Υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι η διαδικασία δεν έγινε με το σωστό τρόπο, αλλά ότι μπορεί να συνεχιστεί προσεκτικότερα. Τέλος, υπάρχει μια μικρή μειοψηφία που πιστεύει ότι οι αλλαγές θα φέρουν αποτελέσματα μόνον αν γίνουν γρηγορότερα και πάνε βαθύτερα. Η τελευταία άποψη έχει καταντήσει εντελώς περιθωριακή στη Μόσχα. Ουσιαστικά, η διαμάχη γίνεται μεταξύ αυτών που ζητούν μια πλήρη ανατροπή πολιτικής –μια μεγάλη μειοψηφία—και εκείνους που αναγνωρίζουν ότι διορθώσεις πρέπει να γίνουν σε όλα τα επίπεδα, αλλά ότι η βασική ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αγοράς δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί εντελώς.


Αυτό που συμβαίνει επομένως είναι μια διαμάχη σχετικά με τον βαθμό συρρίκνωσης της δημοκρατίας και περιορισμού της απελευθέρωσης της αγοράς. Αυτό που επικαθορίζει όλη τη συζήτηση είναι μια βαθιά καχυποψία σχετικά με τις προθέσεις των ΗΠΑ. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι οι απαιτήσεις της Ράις για εντατικοποίηση του εκδημοκρατισμού δεν είναι παρά μια προσπάθεια για περαιτέρω αποδυνάμωση της Ρωσίας. Το βασικό επιχείρημα όσων ασπάζονται αυτή την άποψη βασίζεται στη συμπεριφορά των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών σε περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που θεωρούν ότι βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Συγκεκριμένα, βλέπουν τα διάφορα γεγονότα στην Ουκρανία ως ενδείξεις για το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ως στόχο τη συρρίκνωση της Ρωσίας, επιβάλλοντας επιζήμιες μεταρρυθμίσεις στο άμεσο περιβάλλον της.
Κατά τη διάρκεια των εορτασμών της νίκης των συμμαχικών δυνάμεων έναντι του γερμανικού άξονα, τον Μάιο του 2005, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζωρτζ Μπους αναφέρθηκε και στα δύο θέματα επισκεπτόμενος τη Λετονία και τη Γεωργία, δύο χώρες που θεωρούνται εχθρικές προς τη Ρωσία ασκώντας δημόσια κριτική στην αποτυχία της Ρωσίας στο θέμα του εκδημοκρατισμού. Η Ουάσινγκτον έκανε σαφές ότι δεν προτίθεται να ελαττώσει την πίεση και οι Ρώσοι πείστηκαν γι’ αυτό. Ως αποτέλεσμα, η Ρωσία βρίσκεται επί ποδός πολέμου σε πολλά επίπεδα, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει την αμερικανική επιρροή στις περιοχές που οι Ρώσοι αποκαλούν «εγγύς εξωτερικό». Ήδη, από την 1η Ιανουαρίου, η διακοπή της παροχής φυσικού αερίου στην Ουκρανία και τη Γεωργία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας.
Και αυτό μας φέρνει στην πρόσκληση της Μόσχας προς τη Χαμάς. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να γίνει η πρόσκληση αυτή, και ο πιο σημαντικός είναι ότι οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να γίνει. Οι Ρώσοι, βέβαια, ήλθαν σε επαφή και με τους Ισραηλινούς, αν και καθυστερημένα: το Σάββατο 12 Φεβρουαρίου, ο Ρώσος υπουργός Άμυνας Σεργκέι Ιβανώφ προσκάλεσε τον Ισραηλινό ομόλογό του Σαούλ Μοφάζ στη Ρωσία, σε μια χειρονομία που απέβλεπε στο να δείξει ότι η Ρωσία δεν στηρίζει μονομερώς την Χαμάς. Ωστόσο αυτό που προκύπτει διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, είναι ότι οι Ρώσοι επεδίωξαν να στείλουν στην Ουάσινγκτον δύο μηνύματα.
Το πρώτο ήταν ότι η Μόσχα δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της υποδεέστερο συνεργάτη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής –και, στην πραγματικότητα δεν θεωρεί καν πως είναι συνεργάτης των ΗΠΑ. Δεύτερον, ήθελαν να καταστήσουν σαφές στους Αμερικανούς, ότι όπως ακριβώς η Ουάσινγκτον δημιουργεί προβλήματα στην ίδια την περιφέρεια της Ρωσίας, έτσι και οι Ρώσοι είναι ικανοί να δημιουργήσουν προβλήματα σε περιοχές θεμελιώδους σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μήνυμα της Μόσχας είναι στην ουσία το εξής: Μην θεωρείτε την αποτυχία της Ρωσίας να ασκήσει τις επιλογές της σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ως έλλειψη επιλογών εξωτερικής πολιτικής για τους Ρώσους. Τίποτα από αυτά που η Ρωσία παίρνει από τις ΗΠΑ σε επίπεδο οικονομικών σχέσεων δεν αντισταθμίζει τη ζημιά που υφίσταται από τις ΗΠΑ σε γεωπολιτικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, είμαστε στο 2005 και όχι στο 1995. Πολλά συνέβησαν στην τελευταία δεκαετία, τα περισσότερα από τα οποία δεν ήταν καλά για τους Ρώσους. Οι κανόνες αλλάζουν.
Υπάρχει και ένας άλλος, πιο άμεσος στρατηγικά λόγος για την αλλαγή αυτή. Η Ρωσία έχει, και πάντα είχε, στρατηγικά συμφέροντα στην Μέση Ανατολή. Δεδομένης της υπονόμευσης της ισχύος της Ρωσίας στις πρώην σοβιετικές περιοχές, τα συμφέροντα αυτά –που σήμερα περιλαμβάνουν δεσμούς με τη Συρία και πιθανή συνεργασία με το Ιράν για πυρηνικό εμπλουτισμό– έχουν γίνει πιο σημαντικά από ποτέ. Η διείσδυση των ΗΠΑ στην κεντρική Ασία, τη Βαλτική και την Ουκρανία δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί εύκολα στις περιοχές αυτές. Ο μόνος τρόπος για να εκτραπεί η προσοχή των Αμερικανών από περιοχές μεγάλης στρατηγικής σημασίας για τους Ρώσους είναι ν’ αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα εύρους – εννοώντας ότι όσο μεγαλύτερα προβλήματα έχουν οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, τόσο λιγότερο χρόνο έχουν για την πρώην Σοβιετική Ένωση. Είναι επίσης το ότι αν η Ρωσία καταφέρει να αναχαιτίσει τις ΗΠΑ από τα νότια σύνορά της, παγιώνοντας την παρουσία της και την επιρροή της στα μετόπισθεν των περιοχών αυτών –τη Μέση Ανατολή– θα αποκτήσει ταυτόχρονα ισχύ πάνω σε κάποιες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.


Μια νέα δυναμική
Η προθυμία της Ρωσίας να έρθει σε επαφή με τη Χαμάς δημιουργεί μια νέα δυναμική στον μουσουλμανικό κόσμο. Η Συρία και το Ιράν αναζητούν την υποστήριξη μιας «μεγάλης δύναμης» έναντι των ΗΠΑ. Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να περιμένει μια εξέλιξη κατά την οποία και η ιρακινή κυβέρνηση θα αναζητούσε επίσης συμμαχίες που να ισοσταθμίζουν την αμερικανική δύναμη. Προσκαλώντας τη Χαμάς, και πιθανώς ανοίγοντας ένα κανάλι μεταξύ αυτής και των Ισραηλινών, η Ρωσία τοποθετεί τον εαυτό της ως επιδιαιτητή διαχειριζόμενη σχέσεις που οι ΗΠΑ φάνηκαν ανίκανες να χειριστούν.
Δεδομένης της ισχύος της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία είναι πολύ πιο ζωντανή και εξελιγμένη από όσο θεωρείται γενικά, οι Ρώσοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στον ρόλο τους ως προμηθευτές όπλων της περιοχής και προστάτες κυβερνήσεων εχθρικών προς τις ΗΠΑ. Η κατάσταση από το 1955 έως το 1990 εξέφραζε μια πολύ πιο φυσική γεωπολιτική στρατηγική από ότι η σημερινή κατάσταση, στην οποία η Ρωσία δεν είναι πραγματικά παρούσα στην περιοχή. Η Ρωσία είναι ένας φυσικός παίκτης στην Μέση Ανατολή.


Αξίζει να θυμόμαστε επίσης ότι η Χαμάς είναι πολύ κοντά στη Σαουδική Αραβία, με την οποία η Ρωσία έχει μια έντονα ανταγωνιστική σχέση στην ενεργειακή αγορά. Και μετά υπάρχει και η Τσετσενία. Οι Ρώσοι, εδώ και πολύ καιρό, πιστεύουν ότι, πίσω από της ανταρσία της Τσετσενίας, και διάφορες ανάλογες στην Κεντρική Ασία, κρύβεται έντονη η επίδραση των Ουαχαμπιτών. Για τους Ρώσους, ο ουαχαμπιτισμός σημαίνει ουσιαστικά «ένοπλο ισλαμισμό», συμπεριλαμβανομένης της Αλ Κάιντα. Νιώθουν επίσης ότι ενώ οι Αμερικανοί πίεσαν τη Σαουδική Αραβία για παροχή πληροφοριών γύρω από την Αλ Κάιντα, δεν έπραξαν το ίδιο στο θέμα των Τσετσένων. Η αντίληψη των Ρώσων με άλλα λόγια, είναι ότι οι ΗΠΑ, όχι μόνο αμέλησαν να προσφέρουν βοήθεια στο θέμα της Τσετσενίας, αλλά επιπλέον εμπόδισαν τη λύση του προβλήματος.


Είναι διακαής πόθος των Ρώσων να θέσουν υπό έλεγχο την εξέγερση των Τσετσένων χωρίς να επιτρέψουν στην Τσετσενία να αποσχιστεί. Πιστεύουν ότι οι Τσετσένοι αντάρτες, και ιδιαίτερα τα διεθνή τμήματα των οπαδών της τζιχάντ που συμμετέχουν στην εξέγερση, δεν θα επιβίωναν αν σταματούσε η βοήθεια που δέχονται από εξωτερικούς παράγοντες. Πιστεύουν ακόμα ότι οι ΗΠΑ δεν δυσαρεστούνται βλέποντας τη Ρωσία να αιμορραγεί λόγω του πολέμου στην Τσετσενία, και ότι η Ουάσινγκτον έχει αποθαρρύνει τη συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας με τη Μόσχα. Βλέποντας συνολικά το ζήτημα, αυτό είναι πιθανώς αλήθεια. Επιζητώντας την επαφή με τη Χαμάς, η Ρωσία επιζητά ταυτόχρονα επαφή με τη Σαουδική Αραβία, η οποία μπορεί να μην είναι σε θέση να ελέγξει τους Τσετσένους, μπορεί όμως να διαθέσει κάποια μέσα για να περιορίσει το εύρος των επιχειρήσεων των τελευταίων.

Συμπεράσματα

Φυσικά, πολλά από αυτά τα πράγματα είναι ακόμα αδιαμόρφωτα. Ωστόσο, το θέμα της επίσκεψης της Χαμάς στη Ρωσία είναι θεμελιώδους σημασίας για πολλούς λόγους. Πρώτον, μέσω αυτού οι Ρώσοι δείχνουν ότι επιθυμούν να επιστρέψουν στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, γνωρίζουν ότι φέρνουν τους Αμερικανούς σε εξαιρετικά άβολη θέση. Και τρίτον, αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούν να πετύχουν. Για τους Ρώσους, η δημιουργία προβλημάτων στις ΗΠΑ σε στρατηγικές περιοχές, την περίοδο αυτή, είναι θέμα εθνικού συμφέροντος.
Εδώ και μήνες, η Ουάσινγκτον προσπαθεί να παρέμβει στις εξελίξεις στη Μόσχα. Ωστόσο δεν είναι ξεκάθαρο αν έχει καταφέρει να δει σε βάθος την κατάσταση που διαμορφώνεται. Τουλάχιστον, δημοσίως, η κυβέρνηση Μπους κρατάει απέναντι στη Μόσχα την ίδια στάση με αυτή που κρατούσαν οι ΗΠΑ από την εποχή του Γκορμπατσώφ: οι Ρώσοι είναι οι μαθητές και η Ουάσινγκτον ο δάσκαλος. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της Ρωσίας, αλλά δεν διαθέτουν την ανάλογη πολιτική.
Η Ουάσινγκτον θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στα δύο: Πρώτον, μπορεί να προσπαθήσει να σφίξει τη θηλιά στη Μόσχα – ενισχύοντας την αμερικανική παρουσία στην περιφέρεια της Ρωσίας, μπλοκάροντας τις ρωσικές επιθέσεις και ενθαρρύνοντας αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό της ρωσικής ομοσπονδίας. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ μπορούν να στοχεύσουν στο τελειωτικό χτύπημα και να είναι έτοιμες να δεχτούν τις συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας. Εναλλακτικά, μπορούν να αποδεχτούν ότι έχουν φτάσει στο μέγιστο της εμπλοκής τους μέσα στην ίδια τη σφαίρα επιρροής των Ρώσων και να διαχειριστούν την επιστροφή του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής αυτής σε ρωσικό έλεγχο. Τότε όμως θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την ανάδυση της Ρωσίας ως πιθανής υπερδύναμης σε μία ή δύο γενιές.
Αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα σοφό είναι αυτό που κάνουν τώρα οι ΗΠΑ. Το να πληγώνεις μια αρκούδα χωρίς να τη σκοτώνεις είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι από όλα. Τίποτα από αυτά που κάνουν τώρα οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να σκοτώσει την αρκούδα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η αμερικανική πολιτική θα την ερεθίσει πείθοντάς την ότι έχει πρόθεση να την σκοτώσει. Δεν υπάρχουν θετικά αποτελέσματα από αυτήν τη στρατηγική.
Τελικά, η πρόσκληση της Μόσχας στη Χαμάς δεν είναι παρά μια προειδοποίηση ότι η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να κάνει τη ζωή των Αμερικανών εξαιρετικά δύσκολη—και ότι αυτό ακριβώς προτίθεται να κάνει.


Stratfor, 14 Φεβρουαρίου 2006 www.stratfor.com
Μετάφραση:
Νίκος Γκατζούρης

*Ο Τζ. Φρήντμαν είναι ιδρυτής και πρόεδρος του Στράτφορ, ενώ συνεργάζεται συχνά με περιοδικά και εφημερίδες όπως το Time, οι New York Times και η Wall Street Journal. Θεωρείται από τους κορυφαίους γεωπολιτικούς αναλυτές στις ΗΠΑ.


Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek