από το Άρδην τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005

Στην εισαγωγή του αφιερώματος αναφερθήκαμε στις δύο μεγάλες ιστορικές φάσεις του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μετά το 1922, την εποχή του έθνους-κράτους, μέχρι το 1981-’89, και την εποχή της αποδόμησής του που βιώνουμε μέχρι σήμερα. Ως προς την πρώτη φάση και εντελώς σχηματικά μπορούμε να διακρίνουμε τρεις χρονικές στιγμές. Στην πρώτη (1909/22-1940), η γηγενής αστική τάξη προσπαθεί να πραγματοποιήσει μια οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση διαθέτοντας την ιδεολογική, την πολιτική και την οικονομική ηγεμονία. Ακολουθεί μια δεύτερη περίοδος, 1940-1949, κατά την οποία το εγχείρημα το αποπειρώνται οι κατώτερες τάξεις και η Αριστερά, και τέλος μια τρίτη, 1961-1989, κατά την οποία δοκιμάζουν να πραγματοποιήσουν την εθνική ολοκλήρωση τα μικροαστικά στρώματα.1 Ενδιάμεσα παρεμβλήθηκαν και οι στρατοκρατικές απόπειρες, όπως εκείνη που δοκίμασε ο Πάγκαλος, ο Μεταξάς και η Χούντα.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, δοκιμάστηκαν τρεις ή τέσσερις εκδοχές συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους:

• Η μία επιχειρείται με την αστική τάξη, στην ευτυχέστερη έκφρασή της, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

• H δεύτερη είναι η στρατοκρατική-κρατικιστική (π.χ. Μεταξάς, δικτατορίες του ’20, του ’67 κ.λ.π.)

• Eκείνη της Αριστεράς, που αναπτύσσεται με την ευκαιρία της εθνικής αντίστασης, και είναι μια προσπάθεια να υλοποιηθεί αυτό το εγχείρημα υπό την ηγεμονία των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, δηλαδή από μια συμμαχία εργατών-αγροτών και μικροαστικών στρωμάτων.

• Kαι η τελευταία χρονικά, που ηγεμονεύεται κατ’ εξοχήν από τα μικροαστικά στρώματα, τα οποία, καταλαμβάνοντας την εξουσία, με το ΠΑΣΟΚ, μεταλλάσσονται κοινωνικά, δημιουργώντας μια νέα κρατικο-γραφειοκρατική νομενκλατούρα, για να συνδεθούν με τα νέα τζάκια μετά το ’89 και να εγκαταλείψουν κάθε προσπάθεια αυτόνομης ανάπτυξης.
Από το 1989 και μετά, η προσπάθεια εθνικής ολοκλήρωσης εγκαταλείπεται και ο αποκλειστικός στόχος των κρατικών ελίτ γίνεται όχι πλέον απλώς η ένταξη στην Ε.Ε. αλλά η απορρόφηση σε αυτήν, η απομείωση των λειτουργιών και ο «μαρασμός» του έθνους-κράτους με την ενσωμάτωσή του σ’ ένα ευρύτερο σύνολο. αυτή η αντίληψη σηματοδοτεί και την αλλαγή πολιτικής στα υπόλοιπα ζητήματα: για παράδειγμα, στις σχέσεις με την Τουρκία η αλλαγή εγκαινιάζεται με το Νταβός του Παπανδρέου το ’88, επιβεβαιώνεται με το Μακεδονικό, και στη διακυβέρνηση Σημίτη γίνεται αποδεκτή η ένταξη της Τουρκίας για να φθάσουμε στο Σχέδιο Ανάν και την ομόθυμη αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος όπου οι δικαιοδοσίες του εθνικού κράτους θα είναι πάρα πολύ μειωμένες. Άρα ζούμε, χωρίς ίσως να το έχουμε συνειδητοποιήσει, ή να το συζητούμε, την εποχή που το ελληνικό έθνος – κράτος έμοιαζε να ψυχορραγεί και όσοι αντιστεκόμαστε σε αυτή την εξαφάνιση παλεύαμε κυρίως στο ιδεολογικό-πολιτισμικό πεδίο για να αποφύγουμε τουλάχιστον την εξαφάνιση και του ελληνικού έθνους… Πάντως η έκβαση αυτής της σύγκρουσης δεν έχει κριθεί οριστικά και θα επηρεαστεί και από γενικότερους παράγοντες και εξελίξεις, δηλαδή από το τι θα συμβεί στα ελληνοτουρκικά, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη…

Απόπειρες ολοκλήρωσης
Για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, έχει σημασία να επισημάνουμε τα μείζονα ιδεολογικά ρεύματα αυτής της περιόδου καθώς επίσης και τις μεγάλες ιδεολογικές «γενιές» που σφράγισαν το νεότερο ελληνικό κράτος.2
Αν πάμε λίγο πιο πίσω από την περίοδο που πραγματευόμαστε, θα δούμε ότι μετά την επανάσταση του ’21, και τους Κάλβο, Σολωμό, Παπαρρηγόπουλο κ.ά. εμφανίζεται η πρώτη, σημαντική νεοελληνική γενιά του 1880 (ορίζουμε τη γενιά από τη στιγμή της εμφάνισής της), του Παλαμά και του Καβάφη, η οποία έχει διακριτά χαρακτηριστικά και η οποία επιχειρεί να οικοδομήσει μια καινούργια αντίληψη για τον νεότερο ελληνισμό. Μια δεύτερη ιδιαίτερα σημαντική είναι εκείνη του 1910 (Καζαντζάκης, Σικελιανός, Σκληρός, Βάρναλης, Γληνός κ.ά.). Καθώς το 1909 αποτελεί μια πολύ μεγάλη τομή, εκείνη την περίοδο εμφανίζεται μια γενιά που προσπαθεί να συνδέσει το ελληνικό κράτος με το ευρύτερο, με το γένος. Πολλοί από τους εκπροσώπους της προέρχονται από τον ευρύτερο ελληνισμό. Δρουν και αναπτύσσονται στο ελληνικό κράτος αλλά ταυτόχρονα και στην Κωνσταντινούπολη που αποτελεί ένα μεγάλο πνευματικό κέντρο μέχρι το 1920. Ακολουθεί η γενιά του ’20, η «γενιά της ήττας», με χαρακτηριστικό εκφραστή τον Καρυωτάκη, ενώ κομβικής σημασίας είναι ,βέβαια, η γενιά του ’30.

Η ιδιαιτερότητα της τελευταίας συνίσταται στο ότι, ενώ προέρχεται από τον παλιό ευρύτερο ελληνισμό – πολλοί από τους εκφραστές της έχουν προέλευση εκτός ελλαδικού κράτους– και είναι φορείς ενός ευρύτερου πνεύματος, ταυτόχρονα προσαρμόζονται στην πραγματικότητα του ελλαδικού κράτους και διατηρούν μεγάλες επαφές με τη Δύση˙ προσπαθούν να συνθέσουν τον παλιό ελληνισμό με την σύγχρονη Ελλάδα και τη Δύση. Η γενιά του ’30 θα επιχειρήσει δηλαδή τη συγκρότηση μιας νεοελληνικής ιδεολογίας σε όλους τους τομείς (ποίηση, φιλοσοφία, ζωγραφική κ.ά.) και επανασυνδέεται με τη λαϊκή παράδοση, ανακαλύπτοντας τον Μακρυγιάννη, το δημοτικό τραγούδι, τον Θεόφιλο… Μέχρι τότε οι παραδόσεις ήταν διχοτομημένες. Από την μια μεριά η λαϊκή παράδοση και από την άλλη η λόγια. Αυτή η γενιά δοκιμάζει να άρει αυτή τη διχοτόμηση που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κοινωνία και ιστορία. Μια διχοτόμηση τόσο βαθιά στην ελληνική ιστορία που εκφράζεται σε όλες τις φάσεις της: στο ύστερο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία είχαμε τους λόγιους, με την αττική τους διάλεκτο, μια γλώσσα αποκομμένη από τον λαό αλλά ταυτόχρονα συνδεδεμένη μ’ ένα ένδοξο και παραδειγματικό παρελθόν, και από την άλλη τη λαϊκή παράδοση. στη συνέχεια, στην ελληνική Επανάσταση με τους καλαμαράδες από τη μια και τους αγωνιστές από την άλλη, τον Μαυροκορδάτο και τον Καραϊσκάκη˙ ακόμα και το 1940-45 έχουμε από τη μια την ηγεσία του ΚΚΕ από την άλλη τον Βελουχιώτη.

Η γενιά του ’30 λοιπόν επιχειρεί, τουλάχιστον στο πνευματικό επίπεδο, να ενώσει το σύγχρονο και την παράδοση, να δημιουργήσει αυτό που ο Σεφέρης χαρακτήρισε μια «ελληνική ελληνικότητα». Αυτή η προσπάθεια ολοκλήρωσης του νεοελληνικού κράτους παρατηρείται και στο οικονομικό πεδίο, καθώς αναπτύσσεται στη διάρκεια του μεσοπολέμου η ελληνική βιομηχανία, και ιδιαίτερα μετά την κρίση του ’29, ενδοστρεφώς. Όπως μετά την κρίση αναπτύσσεται ο κεϋνσιανισμός στην Αμερική, ο φασισμός με τον Μουσολίνι, που είναι εσωστρεφής από την άποψη της οικονομικής ανάπτυξης, το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα η περίοδος του 1930-40 είναι περίοδος μεγάλης εσωτερικής οικονομικής ανάπτυξης, ακόμα και στην εποχή του Μεταξά, και δημιουργίας ενός σύγχρονου βιομηχανικού πυρήνα και μάλιστα σε τομείς που θα αποκαλούσαμε βαριά βιομηχανία.
Αυτές οι απόπειρες σκοντάφτουν στο 1940. Συναντούν την εισβολή της Γερμανίας και της Ιταλίας˙ και εκτροχιάζονται οριστικά με τον εμφύλιο και τον ψυχρό πόλεμο. Και όμως και τότε εμφανίστηκε μια γενιά η οποία δοκίμασε να πάει παραπέρα εκείνο που έκανε η γενιά του ’30. Είναι η απόπειρα της γενιάς της αντίστασης που επιχειρεί να ολοκληρώσει και πολιτικά και πολιτισμικά τη διαδικασία που άνοιξε η προηγούμενη γενιά. Όμως οι περισσότεροι και οι πιο αγέρωχοι, όπως θα πει τόσο επιγραμματικά ο Κλείτος Κύρου, θα πεθάνουν στον πόλεμο και την αντίσταση, άλλοι θα φύγουν στο εξωτερικό, αυτοί δηλαδή που είχαν και τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες, και τις επαφές, από τον Ξενάκη μέχρι τον Καστοριάδη, τον Παπαϊωάννου μέχρι τον Αξελό κ.ά, ενώ άλλοι θα θαφτούν στις εξορίες και τις φυλακές. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Μιχάλη Κατσαρού, ο οποίος γράφει κάποια έργα του το ’48, τα οποία θα γίνουν γνωστά το 1974. Όπως ο Παπαϊωάννου, ο Καστοριάδης και πολλοί άλλοι. Στην μουσική έχουμε τις περιπτώσεις του Χατζηδάκη ή του Θοδωράκη. Στην ποίηση: ο Αναγνωστάκης, ο Κύρου, στην ιστορία: ο Βακαλόπουλος, ο Σβορώνος, ο Ψυρούκης. Ο Ψυρούκης γίνεται γνωστός μετά τη δικτατορία, ή ο Σβορώνος μόλις σήμερα γίνεται γνωστός στο ευρύτερο κοινό. Η μοίρα της γενιάς του ’40, που ίσως είχε τις περισσότερες προϋποθέσεις ακριβώς γιατί είχε υπάρξει μια προεργασία, αντανακλά τη μοίρα της νεότερης Ελλάδας. Είναι μια γενιά που δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί. Πρόκειται για μια επανάληψη αυτού που ο Μοσκώφ είχε χαρακτηρίσει «καημό της ρωμιοσύνης»: έχουμε μια τάση ολοκλήρωσης, και ιδεολογικής και πνευματικής, του ελληνισμού και του ελληνικού κράτους η οποία μένει συνεχώς μετέωρη.

Το αδιέξοδο θα διαφανεί μέσα από τη μανιχαϊκή διχοτόμηση της νεώτερης ελληνικής ιδεολογίας και των πηγών της ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου και του ψυχρού πολέμου. Η Αριστερά θα επιμείνει στους δύο και μόνο πνεύμονες του νεώτερου ελληνισμού, τη λαϊκή /επαναστατική παράδοση και τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό (και κατ’ επέκταση τον μαρξισμό). Η Δεξιά θα ταυτιστεί με την αρχαιοελληνική και ορθόδοξη συνιστώσα (τον περιβόητο ελληνοχριστιανικό πολιτισμό) παραθεωρώντας, υποτιμώντας ή και αντιστρατευόμενη τόσο τη λαϊκή/επαναστατική παράδοση όσο και τον διαφωτισμό. Και έτσι εκείνο που πήγαινε να ολοκληρωθεί, η νεοελληνική ιδεολογία, μέσα από την ενσωμάτωση όλων αυτών των στοιχείων σε ένα ενιαίο ιδεολογικό σύστημα, έγινε κομμάτια. Μόνον ορισμένοι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Παπανούτσος, ο Τσαρούχης, θα συνεχίσουν να επιμένουν στη συνθετική αντίληψη και θα διατηρούν αναμμένη μια μικρή εστία.

Η γενιά του ’60 και η Αριστερά στην εξουσία
Η δεκαετία του 1960 είναι η περίοδος κατά την οποία θα εμφανιστεί μια άλλη γενιά. Τότε, έχουμε ένα πρώτο «ξεπάγωμα» –έχουμε ένα διεθνές κίνημα που αρχίζει από το αντιαποικιακό και φτάνει μέχρι και τις εξεγέρσεις του ’68– και διαγράφεται και στην Ελλάδα μια αντίστοιχη ελπιδοφόρα πορεία.

Ωστόσο η εφτάχρονη χούντα θα πάει και πάλι τα πράγματα πίσω επιτείνοντας τη διαίρεση που επισημάναμε, ανάμεσα στην ελληνοχριστιανική και τη διαφωτιστική/λαϊκή συνιστώσα. Έτσι όταν το 1974 θα πέσει η δικτατορία, τα πνευματικά ρεύματα και οι συζητήσεις θα βρίσκονται από ορισμένες πλευρές πολύ πιο πίσω από τις αντίστοιχες της δεκαετίας του ’60, γιατί η χώρα είχε να απαντήσει σε ζητήματα τα οποία ξανάβαλε η χούντα, όπως τα ζητήματα δημοκρατίας. Συνέβη δε κάτι ακόμα πολύ χειρότερο: επειδή η χούντα ταύτισε το έθνος με τη στρατοκρατία και με μια εθνική καταστροφή στην Κύπρο, το εθνικό ζήτημα θα απεμποληθεί, θα θεωρηθεί ως στοιχείο της Δεξιάς. Και ενώ η γενιά του ’60 είναι μια γενιά η οποία μεγαλώνει με το Κυπριακό, με το διεθνές αντιαποικιακό κίνημα και με την υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινήματων, το γεγονός ότι μεσολαβεί η χούντα, η οποία κάνει όλη αυτή την αντιστροφή, έχει ως συνέπεια, όταν η κοινωνία επαναδραστηριοποιείται μετά την πτώση της δικτατορίας, όλα τα στοιχεία της εθνικής ολοκλήρωσης, με τα οποία είχαν ανατραφεί οι προηγούμενες γενιές, να ταυτιστούν με το ελληνοχριστιανικό, το οποίο σηματοδοτούνταν πλέον αρνητικά ακριβώς γιατί είχε ταυτιστεί με τη δικτατορία.

Η γενιά του ’60 είχε δοκιμάσει να συνθέσει πάλι, με έναν νέο τρόπο, στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και του σύγχρονου κόσμου σε πάρα πολλούς τομείς, όπως π.χ. στη μουσική. Ανακαλύπτεται και πάλι το ρεμπέτικο, ή έχουμε τα νέα ρεύματα από τον Σαββόπουλο, ή τους Θοδωράκη και Χατζιδάκη, που μπορεί να είναι μιας παλαιότερης γενιάς αλλά τότε ουσιαστικά λειτουργούν. Η παλιά Δεξιά και η παλιά Αριστερά απέκλειαν την ελληνική παράδοση στη μουσική. Το ΚΚΕ υποστήριζε ότι το ρεμπέτικο είναι μια εκφυλισμένη μουσική του λούμπεν προλεταριάτου ενώ η Δεξιά είχε το ελαφρολαϊκό τραγούδι, και κάποιες ελαφρές εκδοχές του ρεμπέτικου (π.χ. Χιώτης), άρα υπήρχε ένας αποκλεισμός της παράδοσης που ερχόταν από τους πρόσφυγες και από τη Μικρά Ασία, τους οποίους πολιτιστικά δεν είχε ενσωματώσει η νεοελληνική κοινωνία. Στη δεκαετία του ’60 και με τις μετακινήσεις των πληθυσμών που γίνονται καθώς υπάρχει έντονη αστικοποίηση, ολοκληρώνεται και η ενσωμάτωση των προσφύγων. Έως τότε οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονταν από τους Ελλαδίτες συχνά όπως αντιμετωπίζονται σήμερα οι ξένοι μετανάστες.

Η αλλαγή συντελείται στη δεκαετία του ’60 και τότε εμφανίζεται και ένα μεγάλο ιδεολογικό ρεύμα σύνθεσης της απώτερης παράδοσης με το σήμερα. Η δε γενιά του ’60 υποχρεώνεται να «πάει πιο πίσω» στην ιστορία απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Η γενιά του ’30 έφερε στο φως το ’21 και τη λαϊκή ζωγραφική, τον Παναγιώτη Ζωγράφο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη κ.ά. Η γενιά του ’60 ανατρέχει στο Βυζάντιο. Όσο βαθαίνει η κρίση τόσο οι αναζητήσεις ιστορικά πηγαίνουνε πιο πίσω. Ο Σαββόπουλος και ο Θοδωράκης θα πάρουνε πολλά στοιχεία της βυζαντινής μουσικής και θα κοιτάξουν να συνθέσουν τη νεώτερη ταυτότητά μας με το Βυζάντιο. Στο πνευματικό πεδίο αυτό θα γίνει ακόμα περισσότερο από το λεγόμενο νεο-ορθόδοξο ρεύμα, το οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά εκείνη την περίοδο, και ειδικά από τους προερχόμενους από την Αριστερά, που έδωσαν και τον τόνο στην νεο-ορθοδοξία: ο Μοσκώφ, ο Ζουράρις, ο Ράμφος, ο Καλιόρης κ.ά. Η προσπάθεια ενσωμάτωσης με τον λαό και την παράδοσή του φάνηκε όταν το ΚΚΕ εσ., το οποίο ήταν ο φορέας αυτών των αντιλήψεων τότε, θα εισαγάγει την ενασχόληση με τη λαϊκή αρχιτεκτονική, το στυλ «ταγάρι» και την λαϊκή παράδοση ευρύτερα.

Αυτή είναι η τελευταία απόπειρα να συγκροτηθεί μια νεώτερη ελληνική ιδεολογία που να εκφράζει το ελλαδικό κράτος. Στο πολιτικό επίπεδο θα εκφραστεί με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ ενώ στο ιδεολογικό αλλά και εν’ μέρει στο πολιτικό επίπεδο το ίδιο θα συμβεί με τους συμμάχους του της παραδοσιακής αριστεράς. Δηλαδή η αριστερά, τριάντα χρόνια μετά τη σύγκρουση του ’40, ανεβαίνει στην εξουσία όχι πλέον με τους όρους της δεκαετίας του ’40 αλλά με μια ηγεμονία των μικροαστικών στρωμάτων. Το ΠΑΣΟΚ και η ευρύτερη αριστερά επιχειρούν μια απόπειρα εθνικής ολοκλήρωσης (που εκφράζεται μέσα από το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», από την αντίσταση στον τουρκικό επεκτατισμό, την ανάγκη αυτόκεντρης ανάπτυξης, τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους, την διάλυση των ιδιωτικών βιομηχανιών και ένταξή τους στον κρατικό τομέα, τον διπλασιασμό του κρατικού τομέα κ.λ.π.). Μια απόπειρα η οποία, όπως το διακρίνουμε καθαρά από το ’89 και μετά, αποτυγχάνει παταγωδώς, διότι έρχεται σε αντίθεση με τις δουλείες της ένταξης στην Ε.Ε., που εμφανίστηκε ως ανάγκη για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με την Τουρκία. Δηλαδή για άλλη μια φορά, η Ελλάδα βρέθηκε στο γνωστό δίλημμα μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, κάνοντας για άλλη μια φορά εκείνη την επιλογή που θεωρεί ότι θα απομακρύνει τον κίνδυνο.3

Στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο επρόκειτο όπως τονίσαμε για ένα μικροαστικό σοσιαλιστικό εγχείρημα: Σοσιαλισμός από την μια αλλά και το ιδιωτικό μας πορτοφόλι να παχαίνει από την άλλη. Ο σοσιαλισμός της μεταπολίτευσης κλείνει τον κύκλο του το ’89 με το σκάνδαλο Κοσκωτά και κατεξοχήν με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Από το 1989 και μετά, η ελίτ, οι πρώην μικροαστοί που έχουν μεταβληθεί σε κρατική νομενκλατούρα, τα νέα τζάκια, οι διανοούμενοι οι οποίοι συγκροτήθηκαν με βάση τα ευρωπαϊκά προγράμματα –και είναι πάρα πολύ σημαντικός ο ρόλος που έπαιξαν στη μετάλλαξη της διανόησης σε ευρωποκεντρική– πρωτοστατούν στη διάλυση. Εκείνο το κομμουνιστικό κόμμα που παλιά ήθελε να είναι εθνικό και είχε θέσει στο έμβλημά του το σφυροδρέπανο μαζί με την ελληνική σημαία, μέσα σε 25 χρόνια, παρήγαγε τους πολιτικούς και τους διανοούμενους που υποστηρίζουν ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τελεσίδικα το ελληνικό έθνος.

Εκσυγχρονιστές και «παραδοσιακοί»
Κατά τη διάρκεια λοιπόν της αποσύνθεσης του νεοελληνικού κράτους που αρχίζει από το ’89, σταδιακώς συγκροτήθηκαν δύο στρατόπεδα: Το ένα στρατόπεδο, που το χαρακτηρίσαμε εκσυγχρονιστικό και το οποίο κυριαρχούσε μέχρι το 2004, υποστήριζε την ενσωμάτωσή μας στην Ευρώπη (ΟΝΕ, διάλυση των εσωτερικών δομών, Ευρωσύνταγμα, μεταφορά του κέντρου βάρους της πολιτικής εξουσίας από την Αθήνα στις Βρυξέλλες) και εγκατέλειψε κάθε στοιχείο της ταυτότητάς μας, εκτός από την αναφορά στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, και μάλιστα σε μια εκσυγχρονιστική εκδοχή. Το δεύτερο προσπάθησε να αντιταχθεί στον εκσυγχρονισμό με αναφορές στην παράδοση και τα κοινωνικά και πολιτικά κεκτημένα, και ήταν αρκετά ετερόκλητο, καθώς άρχιζε από το ΚΚΕ και έφτανε μέχρι την Εκκλησία. Αυτό το στρατόπεδο χαρακτηριζόταν από εμμονή σε στοιχεία της παράδοσης, είτε επρόκειτο για την Εκκλησία, είτε το ΚΚΕ και εμφάνιζε εξ ίσου μια αδυναμία να διαμορφώσει μια συνθετική πρόταση. Η Εκκλησία θα μένει προσκολλημένη αποκλειστικά στην ορθόδοξη συνιστώσα. ένα κομμάτι του παλιού ΠΑΣΟΚ –το οποίο προσπάθησε να αντισταθεί στην κυριαρχία του εκσυγχρονισμού, όπως το ΔΗΚΚΙ με τον Τσοβόλα, ο Στέλιος Παπαθεμελής, ή ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, θα επιχειρούν μία σύνθεση που στηρίζεται λιγότερο ή περισσότερο στο λαϊκό και το ορθόδοξο στοιχείο. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΚΚΕ περνά την περίοδο αυτή, μετά τη διάσπαση του «Συνασπισμού», σε πιο παραδοσιοκεντρική λογική, φτάνει μέχρι και τον Στάλιν που είχε απορρίψει και υποκύπτει σε μια λογική δογματικού «φονταμενταλισμού» με μοναδική σχεδόν αναφορά τη λαϊκο-επαναστική παράδοση.

Η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο μέτωπα εκφραζόταν σε πάρα πολλά θέματα: Πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία, Οτσαλάν, ζήτημα ταυτοτήτων, και παρόλο που κάθε φορά το επίκεντρο ήταν διαφορετικό, οι εκσυγχρονιστές διεκήρυτταν ότι «είστε ένα μέτωπο από το ΚΚΕ μέχρι τον Χριστόδουλο».
Μέχρι το 2004 λοιπόν, το εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο και η στρατηγική της σταδιακής εξαφάνισης του ελληνικού έθνους-κράτους έμοιαζε να είναι κυρίαρχη. Από το 2004 και μετά μπαίνει σε κρίση, ουσιαστικά με τις εθνικές εκλογές και κυρίως μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Κι αυτή η κρίση είναι τόσο συνέπεια της ευρύτερης κρίσης της παγκοσμιοποίησης (βλέπε την απόρριψη του ευρωσυντάγματος) όσο και τις αδυναμίας των Ελλήνων εκσυγχρονιστών να υλοποιήσουν το αποδομητικό τους πρόγραμμα [ηττήθηκαν στην Κύπρο, το ευρώ πάει από το κακό στο χειρότερο, η Τουρκία πολύ δύσκολα θα ενταχθεί στην Ε.Ε. ενώ οι συμμαχίες τους υπερέβαιναν την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας].
Από την άλλη όμως πλευρά και το αντίπαλο «αντιεκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο δεν πάει καθόλου καλά, ενδεικτικό του αδιεξόδου της ελληνικής κοινωνίας. Τα υπολείμματα του λαϊκού Πασοκ συνεχίζουν να αποσυντίθενται. Αυτά που συμβαίνουν τελευταία με την Εκκλησία συνιστούν μια κρίση μεγάλης κλίμακας, μετά την οποία τα πράγματα δεν πρόκειται να επανέλθουν στο status quo ante.

Επήλθε το τέλος ενός ορισμένου τύπου αντιπαράθεσης που κυριάρχησε στη δεκαετία του ’90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Πλέον το αντί-εκσυγχρονιστικό μέτωπο θα τείνει να εκφραστεί και με άλλες πολιτικές δυνάμεις: θα ξαναδοθεί η σύγκρουση και στο εσωτερικό της Αριστεράς, ενώ από την άλλη εμφανίζεται η ακροδεξιά η οποία θα δυναμώσει και θα επιχειρεί να μεταφέρει τον άξονα των εθνικών προβλημάτων από τα πραγματικά εθνικά ζητήματα και την κρίση η οποία ανοίγεται για τα επόμενα χρόνια με την Τουρκία, στο εσωτερικό ζήτημα της μετανάστευσης.
Ένα πρόταγμα

Το ερώτημα διαμορφώνεται ως εξής: Σήμερα, όταν ο ελληνισμός βρίσκεται στο κατώφλι της οριστικής εξαφάνισης, θα υπάρξει μια συνθετική πρόταση η οποία, αναχωνεύοντας το σύνολο των συνιστωσών της ταυτότητάς μας, αρχαιοελληνική, βυζαντινή/ορθόδοξη, λαϊκό-επαναστατική, διαφωτιστική, θα ολοκληρώσει αυτό που μένει ημιτελές εδώ και οκτώ αιώνες; Αυτή η ολοκλήρωση αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσουμε να βαδίσουμε και προς οποιεσδήποτε νέες ταυτότητες. Με άλλα λόγια, το ελληνικό έθνος θα επιβιώσει σε μια στιγμή που το ελλαδικό έθνος-κράτος είναι σε κρίση; 4

Μπορεί λοιπόν να υπάρξει μια οραματική πρόταση στο πολιτικό επίπεδο; Η μόνη πρόταση η οποία είναι εφικτή, και η οποία θα τεθεί τα επόμενα χρόνια, είναι η ανασυγκρότηση στις νέες συνθήκες του χώρου στον οποίο κινούνταν το γένος μας παλιά. Οι νέες συνθήκες έχουνε δημιουργήσει χωριστά έθνη. Έγινε εθνογένεση στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στη Ρουμανία, στην Αλβανία. Έγιναν αλλαγές που κράτησαν διακόσια χρόνια. Η δημιουργία των εθνών-κρατών στα Βαλκάνια είναι μια αιματηρή ιστορία διακοσίων χρόνων. Μια διαδικασία που συνεχίστηκε με οδυνηρό τρόπο, όπως έγινε στη Γιουγκοσλαβία. Η ανασύνθεση λοιπόν αυτού του χώρου που θα βάλει ως κέντρο τα Βαλκάνια και τη Νοτιανατολική Ευρώπη μπορεί να είναι το μόνο όραμα για την Ελλάδα.

Είναι ευνόητο ότι ένα όραμα δυτικοευρωπαϊκό, τέτοιο που είχαν οι άρχουσες τάξεις και οι σιτιζόμενοι από τα ευρωπαϊκά προγράμματα παρακεντέδες τους, δεν έχει καμία αντιστοιχία με την ελληνική πραγματικότητα, σημαίνει απλώς τη μεταβολή της Ελλάδας σε μια επαρχία ενός ενιαίου χώρου που θα αρχίζει από το Κουρδιστάν και θα φτάνει στην Ιρλανδία ή ακόμη και στην Αμερική (όπως είναι και το σχέδιο των Αμερικανών), στο πλαίσιο της οποίας δεν θα έχουμε καμία υπόσταση. Αναπόφευκτα, με την είσοδο τόσων χωρών στην Ευρώπη, και της Τουρκίας ιδιαίτερα, θα οδηγηθούμε σε ένα μόρφωμα πολλών ταχυτήτων, όπου θα κυριαρχεί η ελευθερία του κεφαλαίου. Το κράτος δεν θα μπορεί να ελέγχει τίποτα. Στα πλαίσια της Ε.Ε. θα κυριαρχήσει ο απόλυτος νεοφιλελευθερισμός.

Απέναντι σ’ αυτό, το μοναδικό όραμα που μπορεί να έχουν οι Έλληνες, και το οποίο θα μπορεί να εκφράσει μια προοπτική των λαϊκών στρωμάτων, είναι η ανασύνθεση αυτού του ιστορικού χώρου με νέους όρους. Της διαμόρφωσης δηλαδή μιας –ίσως ομοσπονδιακής– δομής βαλκανικών κρατών, κάτι που θα μπορούσε να υλοποιηθεί τα επόμενα 40-50 χρόνια. Μόνο που μπορεί να υλοποιηθεί με δύο μορφές: Η μια είναι η σήμερα κυρίαρχη, η νεο-οθωμανική. δηλαδή, όπως στο παρελθόν η Κωνσταντινούπολη ένωνε τα Βαλκάνια, να τα ξαναενώσει με νεο-οθωμανική σφραγίδα, με βάση τα μεγέθη, την οικονομία, τον πληθυσμό και τον γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, δεδομένου και του κατακερματισμού των υπολοίπων. (Αυτή τη στιγμή η Βουλγαρία π.χ. στο οικονομικό πεδίο ελέγχεται από τους Γερμανούς και από τους Τούρκους και στο πολιτικό από τους Αμερικανους.) Γίνονται αλλαγές στην περιοχή που οδηγούν σε μια μορφή τέτοιας ενοποίησης. Εμείς, όπως και άλλοι λαοί, δεν επιθυμούμε κάτι τέτοιο καθώς θα θέλαμε τη δημιουργία αυτού του χώρου με όρους πιο ισότιμους. Αυτό σημαίνει ότι οι βαλκανικοί λαοί θα πρέπει να αποτελέσουν έναν διαχωρισμένο πόλο και η Τουρκία έναν δεύτερο. Μόνο αν υπήρχε μια τέτοια δομή στην περιοχή μας, θα μπορούσε να υπάρχει ειρήνη με την Τουρκία. Όχι ειρήνη υποταγής. Ισορροπία δυνάμεων εξασφαλίζεται με δύο πόλους στην περιοχή μας: έναν βαλκανικό και έναν μικρασιατικό. Και οι εξελίξεις στην Ευρώπη, που καθυστερούν ή κάνουν ίσως και ανέφικτη την ένταξη της Τουρκίας, μας προσφέρουν έναν απαραίτητο χρόνο.

Αυτός ο ιστορικός ενδιάμεσος χώρος θα ανασυγκροτηθεί είτε με όρους ηγεμονισμού, από μια μεγάλη δύναμη, είτε με όρους σύγχρονους και ισότιμους, που θα είναι προς το συμφέρον όλων, για να υπάρξει ισορροπία στην περιοχή. Ζώντας στις συνθήκες του έθνους-κράτους μας, πρέπει να θέσουμε ένα όραμα βαλκανικής σύνθεσης και να μην μείνουμε αγκιστρωμένοι απλώς στην υπεράσπιση του έθνους-κράτους, όπως έκανε το αντι-εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο, το οποίο και γι’ αυτό οδηγήθηκε σε κρίση. Είμαστε υπέρ της υπεράσπισης του έθνους-κράτους αλλά όχι για να διατηρηθεί εσαεί αναλλοίωτο, παρά για να γίνει κάτι ευρύτερο μαζί με άλλους. Αυτοί οι άλλοι, για να είναι οργανική αυτή η ενότητα, είναι οι άλλοι των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής της Νότιας Μεσογείου. Το ερώτημα είναι αν αυτοί οι λαοί θα κατορθώσουν να υπάρξουν μετά από την τεράστια κρίση των τελευταίων 20 χρόνων (δείτε σε πόσα κράτη κομματιάστηκαν τα Βαλκάνια). Είτε λοιπόν θα ανασυγκροτηθούν, είτε θα γίνουν μικροαποικίες της Δ. Ευρώπης και της Τουρκίας στη συνέχεια.
Κατά συνέπεια, το όραμα της ολοκλήρωσης, όπως και σε κάθε ζωντανό οργανισμό, είναι ταυτόχρονα και όραμα μιας υπέρβασης. Η ιστορία με την «τηλεσκοπική» επιτάχυνσή της μας έφερε μπροστά σε αυτό το διπλό καθήκον. Να ολοκληρώσουμε την ανολοκλήρωτη ταυτότητά μας για να μπορέσουμε να συναντήσουμε τον άλλο, με τη μία ή την άλλη μορφή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek