του Δαμ. Βασιλειάδη, από το Άρδην τ. 50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004

Ο άν­θρω­πος
εί­ναι ευ­με­τά­βλη­το ζώ­ο,
ι­δί­ως ό­ταν βρί­σκει λο­γι­κο­φα­νείς δι­καιο­λο­γί­ες για τις με­τα­βο­λές του”
Μι­χα­ηλ Ψελ­λος


Στην Ελ­λά­δα του σή­με­ρα, ό­που η δια­πλο­κή έ­χει δια­βρώ­σει θε­σμούς και αν­θρώ­πους, ό­που το πο­λι­τι­κό ή­θος και η αν­θρώ­πι­νη α­ξιο­πρέ­πεια έ­χουν γί­νει α­γα­θά υ­πό ε­ξα­φά­νι­ση, α­να­δει­κνύ­ε­ται το χρή­μα σαν η με­γα­λύ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή α­ξί­α με ό­λα τα πα­ρε­πό­με­να ε­νός τέ­τοιου φαι­νο­μέ­νου: Η συ­ναλ­λα­γή, η ε­ξα­γο­ρά συ­νει­δή­σε­ων, ο ευ­τε­λι­σμός ο­ρα­μά­των, ι­δε­ών και αρ­χών, η δια­φθο­ρά και η σή­ψη εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα φαι­νό­με­να που καλ­λιέρ­γη­σε σε υ­περ­θε­τι­κό βαθ­μό η λε­γό­με­νη “με­γά­λη δη­μο­κρα­τι­κή πα­ρά­τα­ξη”, που λέ­γε­ται ΠΑ­ΣΟΚ. Έ­να πρω­το­φα­νές σε διά­στα­ση φαι­νό­με­νο, που το θε­ω­ρού­σα­με πριν “α­γα­θό της ε­πά­ρα­της δε­ξιάς” και τώ­ρα α­πο­τε­λεί “κοι­νό α­γα­θό” και της “με­γά­λης δη­μο­κρα­τι­κής πα­ρά­τα­ξης”.


Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά α­πί­στευτο και ό­μως α­λη­θι­νό. Τέ­τοια αλ­λο­τρί­ω­ση και εκ­φυ­λι­σμός της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ, για­τί στο πα­ρελ­θόν η Α­ρι­στε­ρά ή η με­γά­λη δη­μο­κρα­τι­κή και προ­ο­δευ­τι­κή πα­ρά­τα­ξη, ό­ντας στο πε­ρι­θώ­ριο του συ­στή­μα­τος, δια­τη­ρού­σε τα ο­ρά­μα­τα και τις α­ξί­ες της. εν­σω­μα­τω­μέ­νη ό­μως στο σύ­στη­μα, έ­χα­σε, στην πλειο­ψη­φί­α της, τον ε­αυ­τό της και την α­ξιο­πρέ­πειά της, έ­γι­νε με μια λέ­ξη χει­ρό­τε­ρη και α­πό τη λε­γό­με­νη δε­ξιά.
Μέ­σα σ’ αυ­τό το νο­ση­ρό πο­λι­τι­κό και κοι­νω­νι­κό κλί­μα, ό­που τα κρι­τή­ρια για τις αν­θρώ­πι­νες και πα­ναν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες έ­χα­σαν το νό­η­μά τους, δια­στρε­βλώ­θη­καν, εκ­φυ­λί­στη­καν ή ε­ξα­φα­νί­στη­καν, α­να­πτύ­χθη­καν συ­μπε­ρι­φο­ρές πο­λι­τι­κών προ­σώ­πων (για ν’ α­να­φερ­θού­με σ’ αυ­τούς) που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό συμ­βι­βα­σμό και συ­ναλ­λα­γή.


Βλέ­πεις σή­με­ρα πο­λι­τι­κά “υ­πο­κεί­με­να” να αλ­λά­ζουν με τέ­τοια ευ­κο­λί­α και τέ­τοια υ­πο­κρι­τι­κή δι­καιο­λο­γί­α στρα­τό­πε­δα και πα­ρα­τά­ξεις που έ­ναν, υ­γειώς σκε­πτό­με­νο άν­θρω­πο, τον α­φή­νουν ά­ναυ­δο, αν δεν του προ­ξε­νούν ιε­ρή α­γα­νά­κτη­ση και α­πο­τρο­πια­σμό. Τε­λι­κά φτά­νεις στο ση­μεί­ο να α­να­ρω­τη­θείς: Μα έ­μει­νε ε­πι­τέ­λους σ’ αυ­τόν τον τό­πο τί­πο­τε όρ­θιο ή ό­λα α­λώ­θη­καν α­πό το χρή­μα και τη δί­ψα για ε­ξου­σί­α;


Εί­μα­στε υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι να α­να­λύ­σου­με σε βά­θος αυ­τό το εκ­φυ­λι­στι­κό φαι­νό­με­νο που πα­ρου­σιά­ζε­ται –κι ε­δώ εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή “ύ­βρις”– σαν φαι­νό­με­νο προ­ο­δευ­τι­κό, α­ρι­στε­ρό, δη­μο­κρα­τι­κό και με το ε­πί­χρι­σμα του χρέ­ους και του κα­θή­κο­ντος α­πέ­να­ντι στη “με­γά­λη δη­μο­κρα­τι­κή πα­ρά­τα­ξη”. Αυ­τή η α­πύθ­με­νη δια­στρο­φή και κυ­νι­κή προ­κλη­τι­κό­τη­τα στη νο­η­μο­σύ­νη μας, για­τί αλ­λιώς πώς να τη χα­ρα­κτη­ρί­σου­με, πα­ρου­σιά­ζε­ται υ­πο­κρι­τι­κά με το φω­το­στέ­φα­νο του “προ­ο­δευ­τι­κού”.

Ποια εί­ναι ό­μως η α­λη­θι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πώς ε­ξη­γεί­ται μια τέ­τοια συ­μπε­ρι­φο­ρά και πώς πρέ­πει να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τέ­τοια φαι­νό­με­να; Εί­ναι έ­να ε­ρώ­τη­μα που χρειά­ζε­ται την α­πά­ντη­σή του.


Αυ­τού του εί­δους τους αν­θρώ­πους τους ο­νο­μά­ζου­με “συμ­βι­βα­σμέ­νους ή προ­σε­ται­ρι­σμέ­νους”.


Πρό­κει­ται για αν­θρώ­πους οι ο­ποί­οι α­πέ­βα­λαν κά­θε η­θι­κό φραγ­μό και άλ­λα­ξαν τη συ­μπε­ρι­φο­ρά τους ή ε­ξα­γο­ρά­στη­καν με χρή­μα και θέ­ση α­πό το σύ­στη­μα, το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα, και ο­νο­μά­ζο­νται προ­σε­ται­ρι­σμέ­νοι.
Εί­ναι εν­δια­φέ­ρον να α­να­λύ­σου­με το φαι­νό­με­νο αυ­τό, για να γί­νει, στο μέ­τρο του δυ­να­τού, πα­ρά­δειγ­μα προς α­πο­φυ­γή.


Θα ε­πι­κα­λε­στού­με προς τον σκο­πό αυ­τόν, την αυ­θε­ντι­κή ά­πο­ψη του Αν­δρέ­α Πα­παν­δρέ­ου, που ή­ταν ά­ρι­στος γνώ­στης της δια­δι­κα­σί­ας προ­σε­ται­ρι­σμού, την ο­ποί­α και ο ί­διος σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις ε­φάρ­μο­σε.


Να τι λέ­ει ο Αν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου σ’ έ­να άρ­θρο του στην ε­φη­με­ρί­δα του ΠΑ­ΣΟΚ, Ε­ξόρ­μη­ση, προσ­διο­ρί­ζο­ντας το φαι­νό­με­νο. Πα­ρα­θέ­τω με­ρι­κά α­πο­σπά­σμα­τα που έ­χουν τε­ρά­στια ση­μα­σί­α και για τη ση­με­ρι­νή ε­πι­και­ρό­τη­τα. (Ε­φη­με­ρί­δα Ε­ξόρ­μη­ση, 18.3.1977):


“Η διά­βρω­ση εί­ναι βέ­βαια το κλει­δί. Α­πο­βλέ­πει στην ε­πι­σή­μαν­ση προ­σώ­πων που παί­ζουν ή –με την κα­τάλ­λη­λη προ­ώ­θη­ση θα παί­ξουν– ση­μα­ντι­κό ρό­λο σε θέ­σεις-κλει­διά της πο­λι­τι­κής ζω­ής του τό­που και α­κό­λου­θα ο προ­σε­ται­ρι­σμός τους και η κα­τάλ­λη­λη εκ­παί­δευ­σή τους με στό­χο την έ­ντα­ξή τους (συ­νει­δη­τά ή ό­χι) στους μη­χα­νι­σμούς ε­λέγ­χου. Η Ελ­λά­δα έ­χει πο­λύ πι­κρή πεί­ρα, για­τί εί­ναι ί­σως η πρώ­τη χώ­ρα της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου που δια­βρώ­θη­κε συ­στη­μα­τι­κά α­πό τις υ­πη­ρε­σί­ες των Η­ΠΑ στα πλαί­σια του Δόγ­μα­τος Τρού­μαν… Η διά­βρω­ση της πο­λι­τι­κής ζω­ής του τό­που μας εί­ναι πραγ­μα­τι­κά μνη­μειώ­δης. Α­κό­μη και σή­με­ρα λέ­γε­ται απ’ τον α­πλό Έλ­λη­να πο­λί­τη πως ‘κα­νείς δεν γί­νε­ται πρω­θυ­πουρ­γός στην χώ­ρα μας χω­ρίς τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του πρέ­σβυ των Η­ΠΑ’… Βέ­βαια θα ή­ταν λά­θος να νο­μι­σθεί ό­τι οι ‘προ­σε­ται­ρι­σμέ­νοι’ Έλ­λη­νες εί­ναι πρά­κτο­ρες. Αυ­τή εί­ναι άλ­λη υ­πό­θε­ση που δεν α­παι­τεί βα­θύ­τε­ρη α­νά­λυ­ση πα­ρά την α­ναμ­φί­βο­λη πρα­κτι­κή της ση­μα­σί­α. Οι ‘προ­σε­ται­ρι­σμέ­νοι’ Έλ­λη­νες έ­χουν ‘πει­σθεί’ ό­τι το ε­θνι­κό μας συμ­φέ­ρον ταυ­τί­ζε­ται με την πο­λι­τι­κή του μη­τρο­πο­λι­τι­κού κέ­ντρου –δη­λα­δή των Η­ΠΑ ή του υ­πο­κα­τά­στα­τού τους, της Δυτ. Γερ­μα­νί­ας και γε­νι­κό­τε­ρα της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης. Ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη το­πο­θέ­τη­ση της Ελ­λά­δας ή δεν εί­ναι νο­η­τή γι’ αυ­τούς σαν ρε­α­λι­στι­κή ε­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση ή α­πο­τε­λεί ε­θνι­κά ύ­πο­πτη το­πο­θέ­τη­ση. Η δη­μιουρ­γί­α ε­νός τέ­τοιου κλί­μα­τος, μιας τέ­τοιας κυ­ρί­αρ­χης ι­δε­ο­λο­γί­ας, εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος ό­ρος για τη διά­βρω­ση τό­σο των πο­λι­τι­κών φο­ρέ­ων της πε­ρι­θω­ρια­κής χώ­ρας ό­σο και των κρα­τι­κών λει­τουρ­γών της. Στην Ελ­λά­δα ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος, και ο α­πό­η­χος αυ­τού, πρό­σφε­ρε το α­πα­ραί­τη­το υ­πό­βα­θρο για τη δια­μόρ­φω­ση της ‘ρα­γιά­δι­κης’ νο­ο­τρο­πί­ας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την η­γέ­τι­δα τά­ξη της χώ­ρας μας και προ­λεί­α­νε το έ­δα­φος για την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή διά­βρω­ση πο­λι­τι­κών φο­ρέ­ων και κρα­τι­κών λει­τουρ­γών… Με τη ‘λή­θη’ του πα­ρελ­θό­ντος –ό­ταν έρ­θει αυ­τή η ώ­ρα– και με την έ­ντα­ξη της Ελ­λά­δας στην Ε­ΟΚ –ε­φό­σον πραγ­μα­το­ποι­η­θεί– η ‘ε­θνι­κο­φρο­σύ­νη’ θα α­ντι­κα­τα­στα­θεί σι­γά-σι­γά α­πό την ‘τε­χνο­κρα­τί­α’. Στο πλαί­σιο ει­σαγ­μέ­νων προ­τύ­πων α­πό το ε­ξω­τε­ρι­κό και με τη δια­μόρ­φω­ση ‘α­ντι­κει­με­νι­κών’ κρι­τη­ρί­ων τό­σο για την ε­πι­λο­γή ό­σο και για την εκ­παί­δευ­ση των κρα­τι­κών λει­τουρ­γών, θα προ­ω­θη­θεί η στε­λέ­χω­ση του κρά­τους α­πό ‘Ευ­ρω­πα­ϊ­στές’ Έλ­λη­νες που, με τη νο­ο­τρο­πί­α τους και τη μέ­θο­δο δου­λειάς που δι­δα­χτή­κα­νε, θα κρί­νουν κά­θε θέ­μα με βά­ση το συμ­φέ­ρον του ευ­ρύ­τε­ρου χώ­ρου στον ο­ποί­ο ‘α­νή­κει’ η Ελ­λά­δα, το συμ­φέ­ρον δη­λα­δή της Δύ­σης κι ό­χι με κρι­τή­ρια ‘το­πι­κι­στι­κά’, δη­λα­δή ελ­λη­νι­κά.”


Αυ­τά τα προ­φη­τι­κά έ­φη ο Αν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου. Έ­τσι ό­πως τα πε­ριέ­γρα­ψε, έ­τσι και ε­φαρ­μό­στη­καν στην πρά­ξη. Οι εκ­συγ­χρο­νι­στές του ΠΑ­ΣΟΚ ε­ντάσ­σο­νται α­πό­λυ­τα σ’ αυ­τό το πλαί­σιο α­νά­λυ­σης που προσ­διό­ρι­σε με τό­ση ο­ξυ­δέρ­κεια ο Αν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου. Ί­σως θα πρέ­πει σή­με­ρα να προ­σθέ­σου­με κο­ντά στον ό­ρο “Ευ­ρω­πα­ϊ­στές” και τον ό­ρο“Υ­πε­ρα­τλα­ντι­στές,” που έ­γι­νε ε­πί­και­ρος λό­γω Γε­ωρ­γί­ου Πα­παν­δρέ­ου, που προ­ω­θεί­ται α­πό υ­πε­ρα­τλα­ντι­κούς και ε­ξω­θε­σμι­κούς πα­ρά­γο­ντες στην η­γε­σί­α του ΠΑ­ΣΟΚ.


Αυ­τή εί­ναι η κα­τη­γο­ρί­α των “προ­σε­ται­ρι­σμέ­νων εκ­συγ­χρο­νι­στών”.


Ο με­γά­λος Έλ­λη­νας μου­σι­κο­συν­θέ­της, ο “συ­ντη­ρη­τι­κός” Μά­νος Χα­τζη­δά­κις εί­πε κά­πο­τε την ε­πα­να­στα­τι­κή φρά­ση: “Ε­πα­να­στά­της εί­ναι ό­ποιος δεν συμ­βι­βά­ζε­ται”. Και φυ­σι­κά δεν υ­πάρ­χουν σή­με­ρα ε­πα­να­στά­τες με την κλα­σι­κή έν­νοια. Ό­μως υ­πάρ­χουν άν­θρω­ποι που α­ντι­στέ­κο­νται και δεν υ­πο­κύ­πτουν σε συμ­βι­βα­σμούς, έ­στω κι αν α­πο­τε­λούν μειο­ψη­φί­α. Και ουαί και α­λί­μο­νο σε μια κοι­νω­νί­α που δεν έ­χει η­θι­κές α­ντι­στά­σεις, δεν κρα­τά α­ξί­ες, δεν δια­τη­ρεί ι­δα­νι­κά και δεν πι­στεύ­ει σε ο­ρά­μα­τα.


Θε­ώ­ρη­σα α­πα­ραί­τη­το να προ­στρέ­ξω στην ε­τυ­μη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, τους ο­ποί­ους δύ­σκο­λα αμ­φι­σβη­τεί κα­νείς. Δεν μπο­ρεί κα­νείς εύ­κο­λα να α­γνο­ή­σει τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα ε­νός Αν­δρέ­α Πα­παν­δρέ­ου.


Θα κλεί­σω ω­στό­σο αυ­τήν την πα­ρά­θε­ση με την ποί­η­ση. Ο λό­γος εί­ναι ό­τι οι ποι­η­τές α­νή­κουν στην κα­τη­γο­ρί­α ε­κεί­νη, που έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα με τη “θε­ϊ­κή” τους έ­μπνευ­ση να εκ­φρά­σουν με τον κα­θα­ρό λό­γο, και στο μέ­τρο του δυ­να­τού, την “α­πό­λυ­τη” α­λή­θεια.


Α­να­φέ­ρο­μαι σ’ έ­ναν μέ­γα Έλ­λη­να ποι­η­τή που τέ­λεια χα­ρα­κτη­ρί­ζει την πρά­ξη τέ­τοιων αν­θρώ­πων και πο­λι­τι­κών.


Πα­ρα­θέ­τω έναποίημα του με­γά­λου Έλ­λη­να ποι­η­τή Κων­στα­ντί­νου Κα­βά­φη που α­φο­ρά στους συμ­βι­βα­σμέ­νους ή προ­σε­ται­ρι­σμέ­νους.


ΑΣ ΦΡΟΝΤΙ­ΖΑΝ
Κατήντησα σχε­δόν α­νέ­στιος
και πέ­νης.
Αυ­τή η μοι­ραί­α πό­λις, η Αντιό­χεια
ό­λα τα χρή­μα­τά μου τά­φα­γε:
αυ­τή η μοι­ραί­α
με τον δα­πα­νη­ρό της βί­ο.
Αλ­λά εί­μαι νέ­ος και με υ­γεί­αν α­ρί­στην.
Κά­το­χος της ελ­λη­νι­κής θαυ­μά­σιος
(ξέ­ρω και πα­ρα­ξέ­ρω Α­ρι­στο­τέ­λη, Πλά­τω­να,
τι ρή­το­ρας, τι ποι­η­τάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Α­πό στρα­τιω­τι­κά έ­χω μιαν ι­δέ­α,
κ’ έ­χω φι­λί­ες
με αρ­χη­γούς των μι­σθο­φό­ρων.
Εί­μαι μπα­σμέ­νος κά­μπο­σο
και στα διοι­κη­τι­κά.
Στην Α­λε­ξάν­δρεια
έ­μει­να έ­ξη μή­νες, πέρ­σι.
κά­πως γνω­ρί­ζω
(κ’ εί­ναι τού­το χρή­σι­μον) τα ε­κεί:
του Κα­κερ­γέ­τη βλέ­ψεις,
και πα­λη­αν­θρω­πιές, και τα λοι­πά.
Ό­θεν φρο­νώ
πως εί­μαι στα γε­μά­τα
εν­δε­δειγ­μέ­νος για να υ­πη­ρε­τή­σω
αυ­τήν την χώ­ρα,
την προ­σφι­λή πα­τρί­δα μου Συ­ρί­α.
Σ’ ό,τι δου­λειά με βά­λουν
θα πα­σχί­σω
να εί­μαι στην χώ­ρα ο­φέ­λι­μος.
Αυ­τή είν’ η πρό­θε­σίς μου.
Αν πά­λι μ’ ε­μπο­δί­σου­νε
με τα συ­στή­μα­τά τους_
τους ξέ­ρου­με τους προ­κο­μέ­νους:
να τα λέ­με τώ­ρα;
αν μ’ ε­μπο­δί­σου­νε, τι φταί­ω ε­γώ.
Θ’ α­πευ­θυν­θώ
προς τον Ζα­βί­να πρώ­τα,
κι αν ο μω­ρός αυ­τός
δεν μ’ ε­κτι­μή­σει,
θα πά­γω στον α­ντί­πα­λό του, τον Γρυ­πό.
Κι αν ο η­λί­θιος κι αυ­τός
δεν με προ­σλά­βει,
πη­γαί­νω πα­ρευ­θύς στον Υρ­κα­νό.
Θα με θε­λή­σει πά­ντως
έ­νας απ’ τους τρεις.
Κ’ είν’ η συ­νεί­δη­σίς μου ή­συ­χη
για το α­ψή­φι­στο της ε­κλο­γής.
Βλά­πτουν κ’ οι τρεις τους
τη Συ­ρί­α το ί­διο.
Αλ­λά, κα­τε­στρα­μέ­νος άν­θρω­πος, τι φταί­ω ε­γώ.
Ζη­τώ ο τα­λαί­πω­ρος να μπα­λω­θώ.
Ας φρό­ντι­ζαν οι κρα­ταιοί θε­οί
να δη­μιουρ­γή­σουν
έ­ναν τέ­ταρ­το κα­λό.
Με­τά χα­ράς θα πή­γαι­να μ’ αυ­τόν.
Κ. Καβάφης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek