Καστελλόριζο

του Αντώνη Σπυρόπουλου

Καθώς η ελληνική κοινωνία αλλά και το πολιτικό σύστημα, μετά τα γεγονότα στον Έβρο αλλά κυρίως μετά τις κρίσιμες εξελίξεις στο Καστελόριζο και την τουρκική Navtex εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, συνειδητοποιεί την υπαρκτή απειλή του τουρκικού ισλαμοφασισμού –όπως αυτός εκφράζεται από το καθεστώς του Ταγιπ Ερντογάν– παράλληλα αναπτύσσεται μια φιλολογία τόσο για τη διπλωματική ατζέντα που πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική κυβέρνηση για να ενισχύσει τη θέση της σε πια πιθανή πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Ο στόχος είναι  να την υπερβεί ή στην καλύτερη περίπτωση να την αποφύγει, αποτρέποντας, την επεκτατική μανία και τα νέο-οθωμανικά σχέδια του σουλτάνου και  ταυτόχρονα να εκτιμηθεί  ο συσχετισμός στρατιωτικών και οπλικών δυνάμεων ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία σε μια πιθανή πολεμική σύγκρουση.

Όλα τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο, το ελλαδικό μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα, οι διανοούμενες κατεστημένες δυνάμεις και τα ΜΜΕ, γαλουχημένα στην ευωχία της μεταπολιτευτικής παρασιτικής ενσωμάτωσης στο δυτικό πρότυπο, προσπάθησαν να «εξορκίσουν» με καταιγιστικό τρόπο κάθε ηθική και πολιτιστική και πολιτισμική ταυτότητα ελληνικότητας, περιθωριοποιώντας ταυτόχρονα κάθε πρόταση με χαρακτηριστικά εγγενούς ελληνικότητας. Στην παιδεία, στο δημόσιο διάλογο, στα ΜΜΕ κυριαρχούσαν οι οικονομικίστικες διαβουλεύσεις για τον τρόπο που η «σύγχρονη» Ελλάδα θα ενσωματωθεί στα ευρωπαϊκά δυτικά σαλόνια. Αυτή η παρασιτική ενσωμάτωση –τόσο με τη συνθήκη του Μάαστριχτ όσο και αυτή της Λισαβώνας– προδιάγραφε την πορεία παραγωγικής αποδιάρθρωσης της χώρας και έθετε τα θεμέλια για την μετέπειτα κοινωνική παρασιτοποίηση και συνάμα την ηθική κατάπτωσή της.

Η παροξυσμική μορφή αυτής της πορείας διαμορφώθηκε στην ύστερη δεκαετία του ’90 και κύρια μετά το 2000 με την α λα Σημίτη είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Ήταν μια εποχή που οι Έλληνες βαυκαλίζονταν στην μεταφυσική ονείρωξη της γεωγραφικής μετατόπισης της Ελλάδας στη Μεσευρώπη. Δεν ήταν ο γαϊδουροπνίκτης και τα φονικά μπαζωμένα ρέματα του Κηφισού που έρρεαν δίπλα στα «καλυβάκια» μας αλλά τα νερά του Σηκουάνα ή του Δούναβη. Άλλωστε από τα Βόρεια Αθηναϊκά προάστεια ήταν δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος τον επερχόμενο εθνικό μαρασμό καθώς το μόνον της ζωής τους ταξείδιον ήτο ανάμεσα Παρισίων Φιλοθέης,  Μυκόνου, Αράχωβας και τούμπαλιν. Ήταν η εποχή που σε κάθε γειτονιά και του τελευταίου χωριού της κλαπατσούνας-Ελλάδας συναντούσες χρηματιστηριακά γραφεία. Νεοπλουτισμός, ηθικός αμοραλισμός, τσιπούρες που πετούσαν στις πιατέλες (όπως εύστοχα θυμίζει ο Γιώργος Καραμπελιάς τα λόγια του Παναγιώτη Κονδύλη) και οι εθνοαποδομητές ως κυρίαρχη διανοούμενη τάξη σε πανεπιστήμια, σε πολιτικές θέσεις, στα ΜΜΕ να χορεύουν ξέφρενα στο ρυθμό του ιστορικού τέλους των εθνών και παράλληλα να διαπαιδαγωγούν τις νέες γενεές ανελεύθερων «ηλιθίων» με προμετωπίδα συνθήματα του στυλ: «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του», «να πεθάνει η Ελλάδα να ζήσουμε εμείς» και άλλα τέτοια θλιβερά.

Και ήρθε αρχικώς η μνημονιακή κατάρρευση του παρασιτικού μοντέλου και εν συνεχεία ένας ιός για να αποσυντονίσουν συθέμελα τις βεβαιότητες της παγκοσμιοποίησης και συνάμα τις παρασιτικές παραφυάδες της σαν την Ελλάδα. Να ξαναθυμίσουν πως πίσω από τον οικονομισμό και τη μεγέθυνση υπάρχουν ανθρώπινες ψυχές, υπάρχουν κοινωνίες. Με τον κορωνοϊό απεδείχθη σε παγκόσμια κλίμακα πως οι κοινωνίες και τα πολιτικά συστήματα ήταν ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν την πανδημία παρόλη την τεχνολογική εξέλιξη και τις προμηθεϊκές της υποσχέσεις.

Ήρθε ο ιός να μας κλείσει σπίτι να συλλογιστούμε για πρώτη φορά, να επαναπροσδιορίσουμε και να θέσουμε τα μέτρα και τα σταθμά της νέας πραγματικότητας. Να μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον στον συνάνθρωπο, αυτόν που είχαμε λησμονήσει, αυτόν που κοιτούσαμε καχύποπτα και ενίοτε απαξιωτικά. Ο ιός «πάγωσε» τον φρενήρη τεχνολογικό χρόνο, το χρόνο της οικονομικής μεγέθυνσης για να αποκαταστήσει μια χαμένη ισορροπία ή τουλάχιστον να θέσει τον προβληματισμό για την απώλειά της.

Και μετά το πρώτο κύμα του, μετά το παγκόσμιο σοκ που προκάλεσε άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου απελευθερώνοντας ανέμους αλλά και θύελλες. Επανεδαφικοποίησε τις κοινωνίες, σταμάτησε αιφνιδιαστικά τη ελεύθερη ανταλλαγή προϊόντων και τη  μετακίνηση ανθρώπων (βλ. άρθρο μου «Η Παγκοσμιοποίηση στη ΜΕΘ», «Άρδην», 4 Μαΐου 2020). Πλέον το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο δεν είναι στον ίδιο βαθμό παγκοσμιοποιημένο καθώς τα έθνη και οι εθνικές πολιτικές κρατών «επαναπατρίζουν» την παραγωγή και αρχίζουν να διαμορφώνουν ένα μοντέλο παγκοσμιοποιημένο μεν αλλά με βάση την εθνική τους διασφάλιση εσωτερικεύοντας παραγωγικούς μηχανισμούς και περιορίζοντας την μετανάστευση της τεχνολογικής γνώσης.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τριγμούς και ρωγμές στις παραδοσιακές σφαίρες παγκόσμιας επιρροής και στους παραδοσιακούς (πριν κορωνοιού) παγκόσμιους κυρίαρχους πόλους  όπως την Αμερική, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα, τη Ρωσία αλλά και περιφερειακών δυνάμεων, διαμορφώνοντας νέες παγκόσμιες συσσωματώσεις, συμμαχίες και περιφερειακές συνεργασίες αλλά και ανταγωνισμούς.

Ταυτόχρονα ο ιός αποκάλυψε τα πολιτισμικά ανακλαστικά των λαών, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο που αντιμετωπίστηκε σε αρχικό στάδιο η πανδημία, αναδεικνύοντας αφενός την αμετροέπεια και προχειρότητα των λατινογενών λαών (Ισπανία, Ιταλία, Λατινική Αμερική), την κομφουκιανή αυστηρότητα της Κίνας, τον οικονομισμό, την υπεροπτική και κυριαρχική αντίληψη απέναντι στη φύση των Δυτικών (Βρετανία, Αμερική, Μεσευρώπη, Σουηδία, Γαλλία) αλλά και την ανθρωπιστική σωφροσύνη του ελληνισμού (Ελλάδα, Κύπρος) ξαναθυμίζοντας έστω και με αυτό τον τρόπο την μεγάλη πολιτισμική διαφοροποίηση ανάμεσα σε λαούς -χωρίς βέβαια να ξεχνούμε την αβελτηρία και υπερφίαλη μεγαλοστομία της Τουρκίας.  Έτσι υπενθύμισε σε όλους μας πως τα έθνη, οι εθνικές ταυτότητες είναι ζώσες ακόμα και στην ιστορικότητα των λαών όσο κι αν ο οικονομικός ολοκληρωτισμός και η μεγέθυνση των αγορών θριαμβολογούσε για το αντίθετο.

Και ενώ ο μεταπολιτευτικός Έλληνας αναζητούσε το δρόμο να αντικρύσει πάλι τις μετόπες των καθεδρικών ναών της Δύσης, μετά τη δεκαετή οικονομική σκλαβιά των μνημονίων, προσγειώθηκε και κλείστηκε απρόσμενα στις ασβεστωμένες αυλές του καλυβιού του αναζητώντας τώρα να βρει τον τρόπο να κάνει το ορθόδοξό του Πάσχα, να υμνήσει και να συνοδεύσει το λουλουδιασμένο Επιτάφιο.

Και σαν να μην έφταναν όλα τούτα –για να επανέλθουμε στους αρχικούς προβληματισμούς– του έστειλαν, αυτή τη φορά, όχι 30.000 Τούρκους (όπως έλεγε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος) αλλά 17 πολεμικά τούρκικα πλοία έξω από το καλυβάκι, στο Καστελόριζο για να τον αφυπνίσουν.

Και μαζί με αυτόν να «αφυπνίσουν» και τις πατριωτικές Πρετεντερικές και Καμπουράκιες πένες για να μας υπενθυμίσουν πως το «Καστελόριζο είναι κοντά» και για να μας γράψουν: «Νισάφι πια, τι τα έχουμε τα όπλα;» αφήνοντας όλους εμάς, τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ενεούς.

Και να μας θυμίσουν πως δεν ήταν αυτοί που κοιμούνται με τον Μπήτον στο προσκεφάλι οι οποίοι αναμετρήθηκαν με την τουρκική πρόκληση αλλά όσοι ξεσηκώθηκαν στη Χίο για το προσφυγικό πρόβλημα, όσοι συνέδραμαν τους στρατιώτες στον Έβρο, αυτοί που στις 24 Ιουλίου γονάτιζαν στις εκκλησιές όλου του ελληνισμού. Αυτοί που συγκεντρώθηκαν στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη δείχνοντας προς την Αγιά Σοφιά αλλά και προς το Προεδρικό Μέγαρο υπενθυμίζοντας πως η υπεροπλία δεν βρίσκεται στους αριθμούς και στη αποστεωμένη νοησιαρχία αλλά στη βούληση και την αποφασιστικότητα του λαού. Ήταν τέλος το ναυτικό και η αεροπορία μας που καλοστημένες απέτρεψαν την τουρκική εισβολή στην υφαλοκρηπίδα μας και τη δημιουργία τετελεσμένων. Ήταν αυτοί όσοι που επί ώρες αναχαίτιζαν με τα αεροπλάνα τους Τούρκους εισβολείς και ο λαός του Καστελόριζου που δήλωσε έτοιμος και παρών. Ήταν αυτοί οι ολίγοι που όταν η ιστορία έρχεται και ζητά ΕΔΩ και ΤΩΡΑ απάντηση είναι έτοιμοι από παλιά να απαντήσουν και να βροντοφωνάξουν ΟΧΙ, χωρίς να υπολογίζουν αριθμούς και νούμερα. Γιατί η ιστορία και κυρίως οι Τούρκοι δεν περιμένουν τη στιγμή που θα είσαι έτοιμος αλλά –ειδικά οι δεύτεροι– όταν είσαι αδύναμος, υποχωρητικός και κιοτής. Και τότε αγαπητοί-ές δεν κάνεις αριθμητική και πρόσθεση αλλά δρας με ό,τι όπλα έχεις.

Και αν ο ελληνισμός (αυτός ο κουτσουρεμένος που απέμεινε) αρχίσει να κοιμάται έχοντας στο προσκεφάλι του τον Ελύτη, τον Κάλβο, τον Παλαμά, τον Σεφέρη, τον Παπαδιαμάντη, τον Μακρυγιάννη, αν ο ελληνισμός κοιτά την γαλανόλευκη και δεν κοιτάζει ένα πανί, όταν ο ελληνισμός αποθεώνει και τιμά τη μεγαλοσύνη του φτωχικού ασβεστωμένου καλυβιού του με τα λουλουδιασμένα παρτέρια τότε ναι έχει ελπίδες να μεγαλουργήσει και να αντισταθεί στο ασιατικό θηρίο. Αυτό έκανε άλλωστε στις Θερμοπύλες, αυτό  όταν ανάγκασε το γερμανόφιλο Μεταξά να πει ΟΧΙ, αυτό όταν όπλισε με θάρρος και ηρωισμό τα 17χρονα παλληκάρια-μαθητές στην Κύπρο και αποτίναξαν τον αγγλικό ζυγό, αυτό 200 χρόνια πριν και συνεχίζει καθημαγμένος από τους εθνοαποδομητές, τους δήθεν σκεπτικιστές και τους «ορθολογιστές» να κάνει. Οι συμμαχίες, οι διπλωματικές σχέσεις, η παραγωγική αναδιάρθρωση, οι διακρατικές αμυντικές συμφωνίες και οι βοήθειες έρχονται τότε, όχι σκύβοντας το κεφάλι.

Και η ελληνική ιστορία έχει δείξει πως σχεδόν πάντα ολίγοι ήμασταν την στιγμή των ιστορικών προκλήσεων.

Μόνο αν αποσπάσεις το σεβασμό και εμπνεύσεις σταθερότητα και αποφασιστικότητα μπορείς να προσμένεις βοήθεια και όχι μετρώντας αριθμούς και υποχωρώντας κάθε φορά που τα κουκιά σου λείπουν.

Θα κλείσω με δυο σκέψεις του Στρατηγού Μακρυγιάννη: Η πρώτη αφορά ένα περιστατικό που έγινε όταν ο Γάλλος ναύαρχος Derigny Anri Gautier πήγε να τον επισκεφτεί στους Μύλους όπου είχε ταμπουρωθεί με τα παλικάρια του περιμένοντας τον Ιμπραήμ και η δεύτερη αφορά λόγια του ίδιου, που πέρασε τη ζωή του πολεμώντας στην πρώτη γραμμή έχοντας γεμίσει το κορμί του με ανοικτές πληγές. Λόγια ενός ανθρώπου που έζησε στο μπαρούτι και όχι κλεισμένος στο γραφείο του κάνοντας αναλύσεις και πολέμους ή ειρήνες επί χάρτου:

«Εκεί οπούφκειανα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνύς (Derigny Anri Gautier, Γάλλος ναύαρχος) να με ιδή. Μου λέγει: – «Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες· τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού;» – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κ’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει· και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριώμαστε μ’ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν· κι όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη· και θα ιδούμε την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. – «Τρε μπιεν», λέγει κι αναχώρησε ο ναύαρχος.»

«…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….».

Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek