της I. Carlander, από το Άρδην τ. 42, Ιούνιος 2003

Συ­γκι­νούν τα πλή­θη, τους α­πο­σπούν κραυ­γές έκ­στα­σης κα­θώς και ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια χά­ρη στη μα­γεί­α του ε­μπνευ­σμέ­νου λό­γου τους και των τη­λε­ο­πτι­κών σό­ου, ό­που σκη­νο­θε­τεί­ται η πά­λη με­τα­ξύ Σα­τα­νά και Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Οι α­με­ρι­κα­νοί τη­λευαγ­γε­λι­στές, των ο­ποί­ων η σταυ­ρο­φο­ρί­α ε­κτεί­νε­ται πέ­ραν των συ­νό­ρων των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών, δεν μπο­ρούν να α­γνο­η­θούν: α­ντα­να­κλούν, ε­νι­σχύ­ο­ντας πα­ράλ­λη­λα, τις βα­θιές τά­σεις με­ρί­δας της κοι­νω­νί­ας, της ο­ποί­ας ο σκο­τα­δι­σμός προ­ά­γει τις χει­ρό­τε­ρες συ­ντη­ρη­τι­κές ι­δέ­ες.


Ένας ώ­ρι­μος άν­δρας, ψη­λός και λυ­γε­ρός, με γκρι­ζό­ξαν­θα μαλ­λιά, βγαί­νει σαν α­στρα­πή α­πό έ­να ά­θλιο μο­τέλ της ο­δι­κής αρ­τη­ρί­ας Airline Highway, στη Νέ­α Ορ­λε­ά­νη. Περ­νά­ει τρέ­χο­ντας κά­τω α­πό έ­ναν πί­να­κα α­να­κοι­νώ­σε­ων, ό­που μπο­ρεί κα­νείς να δια­βά­σει: «Η Αιώ­νια Σω­τη­ρί­α σας α­πει­λεί­ται», α­πευ­θύ­νο­ντας έκ­κλη­ση προς τους φορ­τη­γα­τζή­δες που μα­ζεύ­ουν πόρ­νες προ­ερ­χό­με­νες απ’ ο­λό­κλη­ρη την Α­με­ρι­κή. Η ά­σπρη Λίν­κολ­ν του εί­ναι παρ­κα­ρι­σμέ­νη λί­γο πιο πέ­ρα. Έ­να α­πό τα μπρο­στι­νά λά­στι­χα έ­χει σκά­σει.


Α­πό το σκο­τά­δι ξε­προ­βάλ­λουν δύ­ο ά­το­μα «ο­πλι­σμέ­να» με φω­το­γρα­φι­κές μη­χα­νές. Οι φω­το­γρα­φί­ες τους θα ο­δη­γή­σουν στην πτώ­ση του τη­λευαγ­γε­λι­στή Τζί­μι Σουά­γκαρ­τ και θα προ­κα­λέ­σουν τριγ­μούς στην ι­σχυ­ρό­τε­ρη «η­λε­κτρο­νι­κή» Εκ­κλη­σί­α των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών. Ο Σα­τα­νάς μό­λις στρί­μω­ξε στη γω­νί­α το θύ­μα του, τον τη­λευαγ­γε­λι­στή που, κρα­δαί­νο­ντας τη Βί­βλο, φω­να­σκού­σε μπρο­στά στις τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες υ­πο­σχό­με­νος την Κό­λα­ση στους α­πί­στους: «Δια­βλέ­πω το Κα­κό, δια­βλέ­πω την Α­μαρ­τί­α». Η Α­με­ρι­κή δια­σκε­δά­ζει ή κρύ­βει το πρό­σω­πο της.


Πώς να κα­τα­νο­ή­σου­με τη ση­μα­σί­α αυ­τής της α­μαρ­τί­ας, σα­φώς χει­ρό­τε­ρης α­πό τη μοι­χεί­α του κ. Γκά­ρι Χαρ­τ έ­να­ντι της συ­ζύ­γου του, αν α­γνο­ή­σου­με το γε­γο­νός ό­τι 40 ε­κα­τομ­μύ­ρια Α­με­ρι­κα­νών εί­ναι α­να­γεν­νη­μέ­νοι (born again), δη­λα­δή γεν­νη­μέ­νοι α­πό το Ά­γιο Πνεύ­μα. Το ευαγ­γε­λι­κό κύ­μα α­πο­τε­λεί ί­σως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο φαι­νό­με­νο που α­να­δύ­θη­κε τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια πέ­ραν του Α­τλα­ντι­κού. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ευαγ­γε­λι­στές εί­ναι α­κραί­α συ­ντη­ρη­τι­κοί και συ­γκρο­τούν τη θρη­σκευ­τι­κή Νέ­α Δε­ξιά. Α­φού ε­ξέ­λε­ξαν έ­ναν δη­μο­κρα­τι­κό, τον κ. Τζέ­ιμ­ς Κάρ­τερ το 1976 – η πο­λι­τι­κή του τους α­πο­γο­ή­τευ­σε βα­θύ­τα­τα – συ­νέ­βα­λαν σθε­να­ρά στην ε­κλο­γή του κ. Ρό­ναλ­ντ Ρέ­ι­γκαν το 1980 και το 1984. Η α­πο­χώ­ρη­ση του υ­πο­ψη­φί­ου τους, του κ. Πατ Ρό­μπερ­τσον, α­πό την κούρ­σα της προ­ε­δρί­ας το 1988 δεν αρ­κεί για να α­να­κό­ψει αυ­τή τη πλημ­μυ­ρί­δα, ι­κα­νή να α­να­προ­σα­να­το­λί­σει την α­με­ρι­κα­νι­κή πο­λι­τι­κή.


Έ­να mea culpa υ­πέ­ρο­χης κι­νη­μα­το­γρά­φη­σης
Τα σκάν­δα­λα που έ­πλη­ξαν τους κκ. Μπέ­ι­κερ και Σουά­γκαρ­τ συ­γκά­λυ­ψαν το φαι­νό­με­νο. Η έκ­φρα­ση «γεν­νη­μέ­νοι α­πό το Πνεύ­μα» προ­έρ­χε­ται α­πό το κε­φά­λαιο 3 του κα­τά Ιω­άν­νη Ευαγ­γε­λί­ου. Ο Ά­γιος Ιω­άν­νης λέ­ει στoν Νι­κό­δη­μο: «Α­λή­θεια, α­λή­θεια σου λέ­ω, αν κά­ποιος δεν α­να­γεν­νη­θεί, δεν δύ­να­ται να δει τη Βα­σι­λεί­α του Θε­ού». Κα­τά τον Ευαγ­γε­λι­στή, πρό­κει­ται για μια γνή­σια, προ­σω­πι­κή Πε­ντη­κο­στή, ό­που ο Χρι­στός πρέ­πει να γί­νει α­πο­δε­κτός ως προ­σω­πι­κός Λυ­τρω­τής. Α­πό τη στιγ­μή που το Ά­γιο Πνεύ­μα ει­σχω­ρεί μέ­σα σας, πρέ­πει να δη­μιουρ­γη­θεί μια στε­νή σχέ­ση με τον Κύ­ριο. Με­ρι­κές φο­ρές, η φω­νή του ε­πι­τάσ­σει τη σω­τη­ρί­α μιας ψυ­χής… ή την πλη­ρω­μή του λο­γα­ρια­σμού στάθ­μευ­σης. Για τους πε­ντη­κο­στια­νούς, το α­λάν­θα­στο ση­μά­δι του προ­ση­λυ­τι­σμού εί­ναι η γλωσ­σο­λα­λί­α, το δώ­ρο των γλωσ­σών που δό­θη­κε στους Α­πο­στό­λους την η­μέ­ρα της Πε­ντη­κο­στής. […]


Ε­κα­τόν πε­νή­ντα χο­ρω­δοί, ό­λοι τους με δια­βο­λι­κή φω­το­γέ­νεια στον τη­λε­ο­πτι­κό φα­κό, τρα­γου­δούν τις τε­λευ­ταί­ες νό­τες του ύ­μνου «Ο Ι­η­σούς ευ­φραί­νει την ψυ­χή μου» στο Κέ­ντρο Οι­κο­γε­νεια­κής Λα­τρεί­ας (Family Worship Center), έ­να κυ­κλι­κό θέ­α­τρο που α­πο­τε­λεί την εκ­κλη­σί­α του κ. Τζί­μι Σουά­γκαρ­τ στο Μπα­τόν Ρουζ, την πρω­τεύ­ου­σα της Λου­ι­ζιά­να. Ε­πτά χι­λιά­δες πε­ντα­κό­σιοι πι­στοί πα­ρευ­ρί­σκο­νται. τριά­ντα ε­κα­τομ­μύ­ρια τη­λε­θε­α­τών πα­ρα­κο­λου­θούν τον κ. Σουά­γκαρ­τ να παίρ­νει το μι­κρό­φω­νο: «Α­μάρ­τη­σα!» Το χεί­λος του τρέ­μει: «Α­μάρ­τη­σα [δά­κρυα κα­λά κα­δρα­ρι­σμέ­να α­πό την κά­με­ρα] και ζη­τώ τη συγ­χώ­ρε­σή σας». Οι λυγ­μοί με­τά βί­ας συ­γκρα­τώ­νται – το ι­στο­ρι­κό, βα­σα­νι­σμέ­νο mea culpa κι­νη­μα­το­γρα­φεί­ται κα­τά τρό­πο υ­πέ­ρο­χο. Οι πι­στοί μέ­νουν α­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Το εί­δω­λό τους λι­πο­θυ­μά. Εί­ναι δυ­να­τόν να ε­πι­κρί­νει δη­μό­σια τις σε­ξουα­λι­κές α­κο­λα­σί­ες του ζεύ­γους Μπέ­ι­κερ α­πό το τη­λε­ο­πτι­κό του κα­νά­λι «Praise the Lord» (Δο­ξά­στε τον Κύ­ριο) και να κα­ταγ­γέλ­λει τη μοι­χεί­α του αι­δε­σι­μό­τα­του Μάρ­βιν Γκόρ­μαν, τη στιγ­μή που ο ί­διος συ­χνά­ζει σε ρυ­πα­ρά μο­τέλ με που­τά­νες; Η πα­ρά­στα­ση, ό­μως, συ­νε­χί­ζε­ται. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ο κ. Τζί­μι Σουά­γκαρ­τ α­νε­βαί­νει ξα­νά στον άμ­βω­να δί­χως να κά­νει κή­ρυγ­μα. Α­ντ’ αυ­τού, έ­νας αι­δε­σι­μό­τα­τος α­πευ­θύ­νε­ται στο πλή­θος: «Έ­χε­τε γνω­ρί­σει δια­νο­ού­με­νους; Πεί­τε μου, κύ­ριε δια­νο­ού­με­νε, ξέ­ρε­τε για­τί το γά­λα εί­ναι ά­σπρο και το χορ­τά­ρι πρά­σι­νο;» Φι­λι­κά γέ­λια. «Ε­γώ εί­μαι α­πό ε­παρ­χί­α· αυ­τό που ξέ­ρω εί­ναι ό­τι δεν κα­τά­γο­μαι α­πό μα­ϊ­μού­δες!» Ε­πι­φω­νή­μα­τα. Ο αι­δε­σι­μό­τα­τος κρα­δαί­νει τη Βί­βλο: «Ό­λα ό­σα πρέ­πει να ξέ­ρε­τε εί­ναι γραμ­μέ­να σ’ αυ­τό το βι­βλί­ο! Το πι­στεύ­ω α­πό την πρώ­τη έ­ως την τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα του! Αν η Βί­βλος έ­γρα­φε ό­τι ζε­στό και κρύ­ο τρε­χού­με­νο νε­ρό υ­πήρ­χε μέ­σα στο κή­τος του Ιω­νά, θα το πί­στευα! Και η Α­μαρ­τί­α! Έ­χουν πε­ρά­σει έ­ξι χι­λιά­δες χρό­νια α­πό τό­τε που α­μάρ­τη­σαν ο Α­δάμ και η Εύ­α. Ο Σα­τα­νάς θα ε­πι­τε­θεί σε ό­λους μας, δια­βλέ­πω το Κα­κό! Το α­κρι­βό, ό­μως, αί­μα του Ι­η­σού, σαν πορ­φυ­ρό κύ­μα, θα ξε­πλύ­νει τις α­μαρ­τί­ες μας. Έ­χου­με α­νά­γκη των συ­νει­σφο­ρών σας α­πό­ψε. Ό­λοι ό­σοι μπο­ρούν να προ­σφέ­ρουν 500 δο­λά­ρια, ας ση­κω­θούν όρ­θιοι! 100! 50!» Α­πα­λή μου­σι­κή α­πό την ορ­χή­στρα. «Νιώ­θου­με τη νί­κη, τη δύ­να­μη του Ι­η­σού». Δια­τρέ­χει τη σκη­νή σε κα­τά­στα­ση αλ­λο­φρο­σύ­νης. «Ας στη­ρί­ξει ο Θε­ός τον α­δερ­φό Σουά­γκαρ­τ και την οι­κο­γέ­νειά του. Α­ντι­στα­θεί­τε στο Σα­τα­νά! Ό­ταν οι με­το­χές στη Γουόλ Στριτ πέ­φτουν, οι με­το­χές του Ι­η­σού α­νε­βαί­νουν! (…) Ή­μουν στο α­ε­ρο­πλά­νο, δί­πλα μου κα­θό­ταν μια μά­γισ­σα. Μου εί­πε: Ε­γώ προ­σεύ­χο­μαι στο Διά­βο­λο. Πη­γαί­νω στο Σιά­τλ σε μια συ­γκέ­ντρω­ση μα­γισ­σών που ερ­γά­ζο­νται για τον α­φα­νι­σμό ό­λων των ευαγ­γε­λι­στών της Α­με­ρι­κής!»


Η συ­γκί­νη­ση και ο τρα­πε­ζι­κός λο­γα­ρια­σμός
Υ­πάρχουν πολ­λοί νέ­οι, πολ­λοί μαύ­ροι α­φρο­α­με­ρι­κα­νοί στην εκ­κλη­σί­α. Κι ό­μως, ο κ. Τζί­μι Σού­α­γκαρ­τ, ο πιο χα­ρι­σμα­τι­κός, ο πιο μα­νι­χα­ϊ­στι­κός α­πό ό­λους τους ιε­ρο­κή­ρυ­κες, ο βάρ­δος του Ευαγ­γε­λί­ου που δο­ξά­ζε­ται στα μπα­γιού και στις μη­τρο­πό­λεις, α­πό­ψε σιω­πά. Οι πι­στοί κλή­θη­καν στον βω­μό, σύμ­φω­να με το ε­θι­μο­τυ­πι­κό. Προ­σέρ­χο­νται μα­ζι­κά για να γο­να­τί­σουν στα σκα­λο­πά­τια του άμ­βω­να, που κα­λύ­πτο­νται α­πό μα­λα­κή μο­κέ­τα. Λι­πο­θυ­μούν, κλαί­νε, σφι­χτα­γκα­λιά­ζο­νται με κορ­μιά τε­ντω­μέ­να, με χέ­ρια υ­ψω­μέ­να προς τον Χρι­στό. Κραυ­γές α­ντη­χούν στην αί­θου­σα: «Ι­η­σού! Αλ­λη­λού­ια! Σ’ ευ­χα­ρι­στού­με!» Ο κ. Σουά­γκαρ­τ κό­βει βόλ­τες πά­νω στον άμ­βω­να και να τος, κά­θε­ται μπρο­στά α­πό την ορ­χή­στρα και αρ­χί­ζει να παί­ζει έ­ναν ύ­μνο στο πιά­νο, έ­πει­τα έ­ναν άλ­λο. Η συ­γκί­νη­ση εί­ναι υ­πέρ­με­τρη: το πλή­θος, εκ­στα­σια­σμέ­νο, χει­ρο­κρο­τά. Μια νε­α­ρή γυ­ναί­κα πέ­φτει σε έκ­στα­ση, έ­νας άν­δρας ουρ­λιά­ζει προ­φέ­ρο­ντας α­κα­τά­λη­πτες λέ­ξεις, άλ­λοι κλαί­νε α­πό χα­ρά – κου­τιά α­πό Kleenex εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­να στα σκα­λο­πά­τια. Έ­νας γε­ρο-κοι­λα­ράς αι­δε­σι­μό­τα­τος α­να­πη­δά σαν ρο­κάς. Ο πά­στο­ρας παί­ζει πιά­νο σαν θε­ός. Πή­ρε μα­θή­μα­τα μα­ζί με τον ξά­δερ­φό του, τον διά­ση­μο α­στέ­ρα της ροκ, Τζέ­ρι Λι Λιού­ις. Οι τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες ζου­μά­ρουν.


Ο Τζον Κα­μπ, ρε­πόρ­τερ του σταθ­μού WBRZ, που τον πα­ρα­κο­λου­θεί ε­δώ και χρό­νια, γύ­ρι­σε μια με­γά­λου μή­κους ται­νί­α για τον τη­λευαγ­γε­λι­στή, έ­να ρε­πορ­τάζ που έ­λα­βε πλη­θώ­ρα βρα­βεί­ων. Εκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται: «Εί­ναι έ­να ά­το­μο αλ­λό­κο­το, ε­ξαι­ρε­τι­κά χα­ρι­σμα­τι­κό. Χω­ρίς αμ­φι­βο­λί­α ή­ταν έ­ντι­μος και ει­λι­κρι­νής στην αρ­χή, αλ­λά γο­η­τεύ­τη­κε α­πό την ε­ξου­σί­α, τη δό­ξα, τη χει­ρα­γώ­γη­ση του κό­σμου. Τον εί­δα να βγαί­νει α­πό την εκ­κλη­σί­α με μά­τια που γυά­λι­ζαν, σε κα­τά­στα­ση αλ­λό­φρο­νου πα­ρα­λη­ρή­μα­τος: χρειά­στη­κε να τον η­ρε­μή­σουν, να φω­νά­ξουν τη Φράν­σις, τη γυ­ναί­κα του. Ό­λοι οι τη­λευαγ­γε­λι­στές α­ντι­με­τω­πί­ζουν τε­ρά­στια συ­ναι­σθη­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα».


Ο Τζον Κα­μπ πέ­ρα­σε α­πό κό­σκι­νο τη διοί­κη­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας Σουά­γκαρ­τ, που βρί­σκε­ται στα χέ­ρια της συ­ζύ­γου του, του γιου του και του στε­νού οι­κο­γε­νεια­κού του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Οι ι­σο­λο­γι­σμοί ε­πι­φυ­λάσ­σουν εκ­πλή­ξεις. Πρώ­ην ερ­γα­ζό­με­νοι α­να­φέ­ρουν ό­τι δεν υ­πάρ­χει πλή­ρης δια­φά­νεια στη διοί­κη­ση. Ο ό­μι­λος ε­πι­χει­ρή­σε­ων Swaggart Ministries α­πο­φέ­ρει 140 ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια ε­τη­σί­ως: τη­λε­ο­πτι­κά και ρα­διο­φω­νι­κά στού­ντιο, τυ­πο­γρα­φεί­ο, βι­βλι­κό κο­λέ­γιο, σχο­λεί­α, εκ­κλη­σί­α ε­πτά χι­λιά­δων πε­ντα­κο­σί­ων θέ­σε­ων, κοι­τώ­νες, κα­τα­στή­μα­τα σε έ­να τε­ρά­στιο, ο­λο­καί­νουρ­γιο πα­νε­πι­στη­μια­κό συ­γκρό­τη­μα. Πρό­κει­ται για τη δεύ­τε­ρη σε μέ­γε­θος ε­ται­ρεί­α του Μπα­τόν Ρουζ με­τά το με­γα­λύ­τε­ρο στον κό­σμο δι­υ­λι­στή­ριο πε­τρε­λαί­ου. τε­τρα­κό­σιες χι­λιά­δες δο­λά­ρια εισ­ρέ­ουν κα­θη­με­ρι­νά ως α­πά­ντη­ση στις τη­λε­ο­πτι­κές εκ­κλή­σεις για χρη­μα­το­δό­τη­ση και στις ε­πι­στο­λές που α­διά­κο­πα α­πο­στέλ­λουν οι η­λε­κτρο­νι­κοί υ­πο­λο­γι­στές. […]


Ο Ροβ Τζέ­κιν­ς, δη­μο­σιο­γρά­φος της ε­φη­με­ρί­δας Baltimore Evening Sun, σχο­λιά­ζει: «Οι ο­πα­δοί του Σουά­γκαρ­τ θα πα­ρα­μεί­νουν πι­στοί σ’ αυ­τόν, για­τί εν­σαρ­κώ­νει την ε­μπει­ρί­α του εν­δό­τε­ρου Νό­του: φτώ­χεια, α­πο­μό­νω­ση, φυ­σι­κές κα­τα­στρο­φές. Δο­νεί τη θρη­σκευ­τι­κή πλευ­ρά των αν­θρώ­πων του Νό­του, ό­πως ο Τζορ­τζ Γουά­λας κα­τά­φε­ρε στο πα­ρελ­θόν να δο­νή­σει τις πο­λι­τι­κές τους χορ­δές. Κά­νει έκ­κλη­ση στο σύ­μπλεγ­μα κα­τω­τε­ρό­τη­τας του Νό­του. Ε­κεί­νοι θα λά­βουν την α­ντα­μοι­βή τους στα Ου­ρά­νια, ε­νώ οι τά­ξεις ε­πιρ­ρο­ής, οι α­ρι­στε­ροί, οι δια­νο­ού­με­νοι, οι άν­θρω­ποι των Μέ­σων, οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι και οι ναρ­κο­μα­νείς θα κα­ούν στην Κό­λα­ση. Η ταύ­τι­σή του με τις μά­ζες εί­ναι αυ­θε­ντι­κή».


Ο κ. Σουάγκαρ­τ γεν­νή­θη­κε κα­τα­με­σής της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης α­πό μια ά­πο­ρη οι­κο­γέ­νεια, στη φτω­χό­τε­ρη ί­σως πο­λι­τεί­α των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών, στο Φέ­ρι­ντε­ϊ της Λου­ι­ζιά­να. Μο­να­δι­κοί τρό­ποι δια­σκέ­δα­σης ή­ταν ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, η εκ­κλη­σί­α της συ­νοι­κί­ας και οι πε­ριο­δεύ­ο­ντες ιε­ρο­κή­ρυ­κες.
Πριν α­πό την τη­λε­ό­ρα­ση, ο κό­σμος σπα­νί­ως δια­σκέ­δα­ζε: κη­ρύγ­μα­τα, πικ-νικ και… σα­λούν. Οι πε­ριο­δεύ­ο­ντες ιε­ρο­κή­ρυ­κες πε­ρι­διά­βαι­ναν τις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες. εί­χαν ε­γκα­τα­λεί­ψει την Α­να­το­λι­κή Α­κτή «για χά­ρη της χώ­ρας της άρ­κτου», ό­που ο κό­σμος ζού­σε αρ­κε­τά έ­κλυ­τα α­πό η­θι­κής ά­πο­ψης. Για να γί­νει κα­νείς πά­στο­ρας, δεν χρεια­ζό­ταν περ­γα­μη­νές. με το που έ­νιω­θε το πρώ­το σκίρ­τη­μα του θεί­ου κα­λέ­σμα­τος, α­πο­κτού­σε αυ­το­μά­τως την ε­ντο­λή και συ­ντά­ρασ­σε τους δί­χως πί­στη και νό­μο κο­λα­σμέ­νους, κη­ρύτ­το­ντας στην τύ­χη. Ο Ρί­τσαρ­ντ Γκρε­νιέ, της ε­φη­με­ρί­δας Washington Times, μνη­μο­νεύ­ο­ντας τους γη­ραιούς της εκ­στρα­τεί­ας, α­να­φέ­ρει ό­τι, τις θυελ­λώ­δεις νύ­χτες, έ­λε­γαν: «Εί­ναι και­ρός να μην α­πο­κλεί­σου­με κα­νέ­ναν, ε­κτός α­πό τους κα­κο­ή­θεις α­νω­νυ­μο­γρά­φους και τους με­θο­δι­στές ιε­ρο­κή­ρυ­κες». Για τον Γκρε­νιέ, αυ­τοί οι πά­στο­ρες άλ­λα­ξαν την Α­με­ρι­κή: «Έ­βα­λαν το φό­βο του Θε­ού στη συ­νεί­δη­ση των μπε­κρή­δων και των φο­νιά­δων. Για τους πι­στούς, ο Σουά­γκαρ­τ, πα­ρά το α­νό­μη­μά του, έ­φε­ρε τον Ι­η­σού σε ε­κα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους. Για τους ά­πι­στους, α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της ζω­ής και της ι­στο­ρί­ας της Α­με­ρι­κής».
[…]
Ο κ. Τζο Μ. Ρό­τζερ­ς, πρε­σβευ­τής των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών στη Γαλ­λί­α, εί­ναι ευαγ­γε­λι­στής. ο­λο­κλη­ρώ­νει την κα­τα­σκευ­ή μιας εκ­κλη­σί­ας στη Νά­σβιλ. «Στην πα­τρί­δα μας», α­να­φέ­ρει, «οι πο­λι­τι­κοί άν­δρες πρέ­πει να ε­πι­κα­λού­νται τη θρη­σκεί­α αν θέ­λουν να κερ­δί­σουν την ε­μπι­στο­σύ­νη μας. Αν εί­ναι «γεν­νη­μέ­νοι α­πό το Πνεύ­μα», δεί­χνουν με­γα­λύ­τε­ρη συ­μπά­θεια και εν­δια­φέ­ρον για τον κό­σμο και τους α­πα­σχο­λούν πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πα­γκό­σμια προ­βλή­μα­τα». Σε μια χώ­ρα ό­που η χρι­στια­νι­κή θρη­σκεί­α α­σκεί με­γά­λη ε­πιρ­ρο­ή, ό­που ο α­ριθ­μός των εκ­κλη­σια­ζό­με­νων, α­νε­ξαρ­τή­τως δόγ­μα­τος, ξε­περ­νά τον μι­σό πληθυσμό, το 70% των Α­με­ρι­κα­νών α­παι­τούν α­πό τον μελ­λο­ντι­κό τους πρό­ε­δρο να πι­στεύ­ει ει­λι­κρι­νά (α­κό­μη κι αν το 51% α­πό αυ­τούς ε­πι­θυ­μούν τον πλή­ρη δια­χω­ρι­σμό Εκ­κλη­σί­ας-Κρά­τους, ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό την πρώ­τη τρο­πο­λο­γί­α του Συ­ντάγ­μα­τος). […]

Η ι­στο­ρί­α του α­με­ρι­κα­νι­κού προ­τε­στα­ντι­σμού ση­μα­δεύ­τη­κε α­πό δύ­ο με­γά­λες «ε­πα­να­στά­σεις», που ο­νο­μά­στη­καν «α­φυ­πνί­σεις». Η «Με­γά­λη Α­φύ­πνι­ση», στα μέ­σα του δε­κά­του ο­γδό­ου αιώ­να, προ­κά­λε­σε θρη­σκευ­τι­κή έ­ξαρ­ση. Α­να­ρίθ­μη­τες χρι­στια­νι­κές αι­ρέ­σεις έ­κα­ναν την εμ­φά­νι­σή τους και έ­νω­σαν τις δυ­νά­μεις τους με σκο­πό να ε­μπο­δί­σουν το βρε­τα­νι­κό Στέμ­μα να ε­πι­βά­λει την αγ­γλι­κα­νι­κή Εκ­κλη­σί­α ως ε­πί­ση­μη θρη­σκεί­α στις α­ποι­κί­ες. Η θρη­σκευ­τι­κή αυ­τή α­ντί­στα­ση ε­πη­ρέ­α­σε βα­θύ­τα­τα την α­με­ρι­κα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Η δεύ­τε­ρη Α­φύ­πνι­ση συ­ντε­λέ­στη­κε στις αρ­χές του ει­κο­στού αιώ­να. Το 1906, η ε­φη­με­ρί­δα Los Angeles Times α­πο­ρού­σε: «Μια νέ­α θρη­σκευ­τι­κή αί­ρε­ση ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο Λος Ά­ντζε­λες σε μια πα­λιά πα­ρά­γκα της ο­δού Α­ζού­ζα. Οι θρη­σκό­λη­πτοι ξε­σπούν σε ε­πι­φω­νή­μα­τα και πε­ρί­ερ­γους βρυχηθμούς(…). Τε­λούν τις πιο φα­να­τι­σμέ­νες μυ­στα­γω­γί­ες και πε­ριέρ­χο­νται σε κα­τά­στα­ση ξέ­φρε­νου πα­ρα­λη­ρή­μα­τος».


Μήπως εί­μα­στε σή­με­ρα θε­α­τές της «τρί­της Α­φύ­πνι­σης»; Το κί­νη­μα κα­τα­διώ­κει τους δια­νο­ού­με­νους, τους «α­ρι­στε­ρούς», τους κε­ντρώ­ους, τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους, τους φε­μι­νι­στές, τους υ­πο­στη­ρι­κτές της έ­κτρω­σης, τους υ­πέρ­μα­χους των θέ­σε­ων του Δαρ­βί­νου. Χώ­ρος για τη Βί­βλο, στην προ­σευ­χή μέ­σα στα δη­μό­σια σχο­λεί­α! Η Α­πο­κά­λυ­ψη πλη­σιά­ζει. Μά­ταιο, μπρο­στά σε έ­να τέ­τοιο εν­δε­χό­με­νο, να προ­βού­με σε με­ταρ­ρυθ­μί­σεις κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Φυ­σι­κά, οι κα­λοί ευαγ­γε­λι­στές θα εί­ναι οι μο­να­δι­κοί ε­πι­ζή­σα­ντες της πυ­ρη­νι­κής σύ­γκρου­σης! […]


Η Α­πο­κά­λυ­ψη και το ψη­φο­δέλ­τιο
Πώςνα βγά­λει κα­νείς ά­κρη με ό­λα αυ­τά τα ο­νό­μα­τα; Ποιες δια­φο­ρές χω­ρί­ζουν φο­ντα­με­ντα­λι­στές και νέ­ο-φο­ντα­με­ντα­λι­στές, πε­ντη­κο­στια­νούς, χα­ρι­σμα­τι­κούς, α­πο­στο­λι­κούς, βα­πτι­στές, με­θο­δι­στές, εν συ­ντο­μί­α τους «ευαγ­γε­λι­στές»; Σε χο­ντρι­κές γραμ­μές, υ­πάρ­χουν δύ­ο κύ­ριες ο­μά­δες: α­πό τη μια, οι χα­ρι­σμα­τι­κοί ευαγ­γε­λι­στές – ή, αν θέ­λε­τε, οι πε­ντη­κο­στια­νοί, που πι­στεύ­ουν στη γλωσ­σο­λα­λί­α, με ε­ντο­νό­τα­τες πα­ραλ­λα­γές στον τρό­πο πρα­κτι­κής. Κυ­μαί­νο­νται α­πό τους ορ­θο­λο­γι­στές έ­ως τους πιο συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς. Και α­πό την άλ­λη, οι φο­ντα­με­ντα­λι­στές, με α­να­γνω­ρι­σμέ­νο η­γέ­τη τους τον κ. Τζέ­ρι Φάλ­γουελ. «Οι φο­ντα­με­ντα­λι­στές εί­ναι α­κραί­α συ­ντη­ρη­τι­κοί», α­να­φέ­ρει ο αι­δε­σι­μό­τα­τος Φάρ­μερ που δια­μέ­νει στη Νέ­α Ορ­λε­ά­νη. […] «Ο Θε­ός των φο­ντα­με­ντα­λι­στών εί­ναι α­διάλ­λα­κτος, τρο­με­ρός. Με αυ­τόν τον τρό­πο οι συ­ντη­ρη­τι­κοί της θρη­σκευ­τι­κής Νέ­ας Δε­ξιάς μπό­ρε­σαν να κερ­δί­σουν στο Νό­το. Θα α­πο­κτούν ο­λο­έ­να και με­γα­λύ­τε­ρη ε­πιρ­ρο­ή στη χώ­ρα».


Ση­μεί­ο συμ­φω­νί­ας με­τα­ξύ των ευαγ­γε­λι­στών: η θε­ο­λο­γί­α της Α­πο­κά­λυ­ψης (Αρ­μα­γεδ­δών). Οι κκ. Τζέ­ρι Φάλ­γουελ, Πατ Ρό­μπερ­τσον, Μπέ­ι­κερ και Σουά­γκαρ­τ συ­γκλό­νι­σαν τους τη­λε­θε­α­τές με τις εκ­θαμ­βω­τι­κές πε­ρι­γρα­φές τους για το τέ­λος ε­πο­χής. Μα κα­λά, α­να­ρω­τιέ­ται με­ρί­δα της κοι­νής γνώ­μης, δεν θα προ­κα­λέ­σουν τον ερ­χο­μό του Α­ντί­χρι­στου και της πυ­ρη­νι­κής Α­πο­κά­λυ­ψης ε­ξα­πο­λύ­ο­ντας κρί­ση στην Εγ­γύς Α­να­το­λή ή τη Ρω­σί­α; Στο Νό­το, έ­νας ευαγ­γε­λι­στής διε­ρω­τά­ται ως προς τη χρη­σι­μό­τη­τα των ε­κλο­γών: «Α­ξί­ζει τον κό­πο να ψη­φί­ζου­με; Η ψή­φος εί­ναι σαν να α­πο­φα­σί­ζα­με να ξα­να­βά­ψου­με τις ξα­πλώ­στρες στη γέ­φυ­ρα του Τι­τα­νι­κού πριν α­πό το ναυά­γιό του».


Και ο κ. Σουά­γκαρ­τ γρά­φει στη Μά­χη της Α­πο­κά­λυ­ψης: «Ό­λοι οι τη­λε­ο­πτι­κοί σταθ­μοί του κό­σμου θα βρί­σκο­νται α­ναμ­φί­βο­λα ε­κεί για να κα­λύ­ψουν την υ­πέρ­τα­τη στιγ­μή της ι­στο­ρί­ας μας».


Ω­στό­σο, τα ε­κα­τομ­μύ­ρια των ευαγ­γε­λι­στών που κα­τέ­χουν πο­λι­τι­κές ή ε­παγ­γελ­μα­τι­κές θέ­σεις πά­σης φύ­σε­ως δεν δεί­χνουν να νοιά­ζο­νται ι­διαί­τε­ρα για την Α­πο­κά­λυ­ψη. Ο κ. Πατ Ρό­μπερ­τσον, που προ ο­λί­γου διέ­βλε­πε την α­να­με­τά­δο­ση του τέ­λους του κό­σμου α­πό το τη­λε­ο­πτι­κό του κα­νά­λι CBN, δή­λω­σε ό­τι δεν προ­τί­θε­ται να δώ­σει χέ­ρι βο­ή­θειας στο Θε­ό για να την προ­κα­λέ­σει…
Η «η­λε­κτρο­νι­κή» Εκ­κλη­σί­α χρη­σι­μο­ποιεί ό­λα τα μέ­σα για να πε­τύ­χει το σκο­πό της. «Η τη­λε­ό­ρα­ση εί­ναι το ι­σχυ­ρό­τε­ρο ερ­γα­λεί­ο που έ­δω­σε ο Θε­ός στη θρη­σκεί­α!», α­να­φω­νεί έ­νας νέ­ος μα­θη­τευό­με­νος στον το­μέ­α ε­πι­κοι­νω­νί­ας των Jimmy Swaggart Ministries. Ο Θε­ός; Κα­κό­μα­θε τους πι­στούς του: έ­χουν κα­τα­γρα­φεί 1200 πε­ρί­που ρα­διο­φω­νι­κοί και πά­νω α­πό 200 τη­λε­ο­πτι­κοί σταθ­μοί ευαγ­γε­λι­στών. τρεις χι­λιά­δες πε­ντα­κό­σιοι δη­μο­σιο­γρά­φοι προ­τεί­νουν το πρό­γραμ­μα της χρι­στια­νι­κής Νέ­ας Δε­ξιάς. Ο κα­θη­γη­τής Τζέ­φρε­ϊ Χέ­ι­ντεν ση­μειώ­νει ό­τι «ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο πα­ρου­σιά­ζουν τις ει­δή­σεις θα έ­χει τε­ρά­στια ε­πί­δρα­ση στην πο­λι­τι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση των ευαγ­γε­λι­στών». το κί­νη­μα α­νέ­πτυ­ξε «μια εκ­πλη­κτι­κή ε­πι­κοι­νω­νια­κή δο­μή». Ε­πι­πλέ­ον, «ε­φό­σον η Ο­μο­σπον­δια­κή Ε­πι­τρο­πή Ε­πι­κοι­νω­νιών (Federal Communications Commission), το Κο­γκρέ­σο και τα δι­κα­στή­ρια δεν αλ­λά­ξουν τους κα­νό­νες του παι­χνι­διού, οι θρη­σκευ­τι­κές εκ­πο­μπές θα α­πο­κτή­σουν τε­ρά­στια ε­πιρ­ρο­ή στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή δρά­ση της Α­με­ρι­κής1». Ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος ό­μι­λος φαί­νε­ται να εί­ναι το Χρι­στια­νι­κό Δί­κτυο Ρα­διο­φω­νί­ας (Christian Broadcasting Network – CBN) του κ. Ρό­μπερ­τσον στη Βιρ­τζί­νια Μπιτ­ς: με 4 κα­νά­λια κα­λω­δια­κής τη­λε­ό­ρα­σης, 30 ρα­διο­φω­νι­κούς σταθ­μούς που εκ­πέ­μπουν σε 20 ε­κα­τομ­μύ­ρια νοι­κο­κυ­ριά. Η πρω­ι­νή εκ­πο­μπή του, «700 Club» (Λέ­σχη 700), στη­ρί­χτη­κε στο μο­ντέ­λο των δη­μο­φι­λέ­στε­ρων τοκ σό­ου. Α­κο­λου­θούν άλ­λες εκ­πο­μπές, ό­πως, φυ­σι­κά, του πά­στο­ρα Μπί­λι Γκρά­χαμ, των κ.κ. Φάλ­γουελ, Ό­ραλ Ρό­μπερ­τς κα­θώς και άλ­λες, πο­λύ προ­σφι­λείς, ό­πως του κ. Ρό­μπερ­τ Σού­λερ, που α­γο­ρεύ­ει στους πι­στούς α­πό τον ο­νο­μα­στό γυά­λι­νο κα­θε­δρι­κό να­ό της Κα­λι­φόρ­νιας. Η ε­φο­ρί­α α­δυ­να­τεί να ε­λέγ­ξει την «η­λε­κτρο­νι­κή» Εκ­κλη­σί­α. Το σύ­νο­λο σχε­δόν των δρα­στη­ριο­τή­των της ε­ξαι­ρού­νται της φο­ρο­λο­γί­ας, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της συλ­λο­γής χρη­μά­των.
Ο αι­δε­σι­μό­τα­τος Ό­ραλ Ρό­μπερ­τς εί­ναι ο ε­μπνευ­στής αυ­τής της υ­περ­βο­λι­κής τη­λε­ο­πτι­κής έκ­κλη­σης: «Αν δεν μα­ζέ­ψω 8 ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια, ο Θε­ός θα με κα­λέ­σει κο­ντά Του». Και τα μα­ζεύ­ει… Ο γιος του ζη­τά­ει κι άλ­λα… Με σα­φώς λε­πτό­τε­ρους τρό­πους κι­νεί­ται η εκ­πο­μπή «700 Club» του κ. Ρό­μπερ­τσον. Σε έ­να σα­λό­νι, ο Πατ ή ο Τομ –ο πα­τέ­ρας και ο γιος– προ­σκα­λούν α­ντα­πο­κρι­τές που μι­λούν για την Κε­ντρι­κή Α­με­ρι­κή ή την Α­φρι­κή, ει­δι­κούς στις δη­λώ­σεις ει­σο­δή­μα­τος ή οι­κο­γε­νεια­κούς συμ­βού­λους. Η α­τμό­σφαι­ρα εί­ναι πο­λύ ευ­χά­ρι­στη. Ας συ­νε­χί­σου­με: «Η Κο­λομ­βί­α έ­χει ά­με­ση α­νά­γκη της δύ­να­μης του Ι­η­σού Χρι­στού. Διε­ξά­γου­με θρη­σκευ­τι­κό πό­λε­μο, στείλ­τε τα χρή­μα­τά σας». Μια τη­λε­φω­νι­κή υ­πη­ρε­σί­α λει­τουρ­γεί εί­κο­σι τέσ­σε­ρις ώ­ρες το ει­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο και λαμ­βά­νει πε­ρί­που 3 ε­κα­τομ­μύ­ρια κλή­σεις το χρό­νο. Στα γρα­φεί­α του CBN κυ­κλο­φο­ρούν κά­δοι γε­μά­τοι με ε­πι­τα­γές.


Ο Θε­ός ε­πι­διορ­θώ­νει τις διαρ­ρο­ές
[…] Με­τά τα πρό­σφα­τα σκάν­δα­λα, μό­νο ο πά­στο­ρας Μπί­λι Γκρά­χαμ δια­τή­ρη­σε μια πο­λύ ι­σχυ­ρή θέ­ση στις σφυγ­μο­με­τρή­σεις (76%). Πρό­κει­ται, πράγ­μα­τι, για έ­να εί­δος θε­σμού σχε­δόν πα­γκό­σμιου. Έ­νας πά­στο­ρας της Νό­τιας Κα­ρο­λί­νας, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει ό­τι «ό­λοι οι βα­σι­λείς εκ­θρο­νί­στη­καν: τώ­ρα υ­πάρ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρος χώ­ρος στην κο­ρυ­φή απ’ ό,τι στα τε­λευ­ταί­α δέ­κα χρό­νια2». Κά­ποιοι νέ­οι δη­λώ­νουν με κυ­νι­σμό: «Για­τί να στε­ρή­σου­με α­πό τον κό­σμο το μέ­ρος του ο­νεί­ρου; Η κοι­νω­νί­α μας υ­πο­κλί­νε­ται στην πο­λυ­τέ­λεια, στο χρή­μα, στην ε­πι­τυ­χί­α και ο α­ριθ­μός των προ­ϊ­ό­ντων που πα­ρα­μέ­νουν στο ρά­φι αυ­ξά­νει. Οι τη­λευαγ­γε­λι­στές εί­ναι ε­θνι­κοί ή­ρω­ες!»


Ο α­με­ρι­κα­νι­κός τύ­πος σπά­νια κά­νει λό­γο για τους ο­πα­δούς της βά­σης, τους φτω­χούς στα εν­δό­τε­ρα των μπα­γιού, τους ερ­γά­τες, που συ­να­ντά κα­νείς στα βά­θη του Νό­του, στη Βι­βλι­κή Ζώ­νη (Bible Belt).
[…]


Οι ο­λέ­θριες συ­νέ­πειες της οι­κο­νο­μι­κής ύ­φε­σης
Το 1976, οι ευαγ­γε­λι­στές ψή­φι­σαν μα­ζι­κά υ­πέρ του κ. Κάρ­τερ και α­πο­γο­η­τεύ­τη­καν. Το 1980 και το 1984, ε­ξέ­λε­ξαν τον κ. Ρέ­ι­γκαν που τους α­πο­γο­ή­τευ­σε ε­πί­σης, κα­θώς δεν προ­έ­βη στην ε­φαρ­μο­γή του προ­γράμ­μα­τός τους πε­ρί η­θι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης3. Οι «γεν­νη­μέ­νοι α­πό το Πνεύ­μα» χρι­στια­νοί αι­σθά­νο­νται προ­δο­μέ­νοι α­πό τον πό­λε­μο του Βιετ­νάμ και την κα­τα­στρο­φή του Τσά­λε­ντζερ και με­τά. Γι’ αυ­τούς, βα­σι­λεύ­ει το κε­νό και ο φό­βος. Ο «μαύ­ρος Ο­κτώ­βρης» θα α­πο­τε­λού­σε προ­άγ­γελ­λο της Α­πο­κά­λυ­ψης. Η πα­τρί­δα ξε­που­λιέ­ται: δια­λυ­μέ­νες οι­κο­γέ­νειες, ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τα, φε­μι­νι­σμός, έ­κτρω­ση, ο­μο­φυ­λο­φι­λί­α, πορ­νο­γρα­φί­α, κα­τάρ­γη­ση της προ­σευ­χής στα δη­μό­σια σχο­λεί­α, γε­νε­τι­κή, κομ­μου­νι­σμός στην Κε­ντρι­κή Α­με­ρι­κή, η Α­με­ρι­κή βρί­σκε­ται σε πλή­ρη η­θι­κή πα­ρακ­μή. Ο ε­χθρός –πιο ε­πι­κίν­δυ­νος α­πό τον κομ­μου­νι­σμό– εί­ναι η ου­μα­νι­στι­κή φι­λο­σο­φί­α (secular humanism), την ο­ποί­α θρη­σκό­λη­πτοι και ιε­ρο­κή­ρυ­κες θα ή­θε­λαν να α­φα­νί­σουν μέ­σω της Βί­βλου. Η κοι­νω­νί­α πρέ­πει να εκ­χρι­στια­νι­στεί.


Ο αι­δε­σι­μό­τα­τος Τζέ­ρι Φάλ­γουελ χρό­νια τώ­ρα μα­στι­γώ­νει τους πι­στούς μέ­σω της τη­λε­ο­πτι­κής εκ­πο­μπής του, «The Old Time Gospel Hour». Η Η­θι­κή Πλειο­ψη­φί­α του βρί­σκε­ται πί­σω α­πό τη χρι­στια­νι­κή Νέ­α Δε­ξιά. Μέ­γας φί­λος του κ. Ρέ­ι­γκαν, η πο­λι­τι­κή ε­πιρ­ρο­ή του ξε­περ­νά ί­σως ε­κεί­νη του κ. Ρό­μπερ­τσον, α­πό τον ο­ποί­ο προ­τί­μη­σε δη­μό­σια τον α­ντι­πρό­ε­δρο Τζορ­τζ Μπους ως υ­πο­ψή­φιο για τον Λευ­κό Οί­κο. […]


[…] Ο ευαγ­γε­λι­σμός δεν εί­ναι έ­να πε­ρί­ερ­γο φαι­νό­με­νο που ξε­πη­δά α­πό κά­ποιο μυ­θι­στό­ρη­μα του Σίν­κλερ Λιού­ις. Εί­ναι έ­να α­πό τα κλει­διά της α­με­ρι­κα­νι­κής πο­λι­τι­κής των ε­πό­με­νων ε­τών. Τα κα­ρα­γκιο­ζι­λί­κια των «με­γά­λων» της τη­λε­ό­ρα­σης συ­γκα­λύ­πτουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: τη «σταυ­ρο­φο­ρί­α» σε κοι­νω­νι­κό ε­πί­πε­δο. Στις εκ­κλη­σί­ες, η φω­νή του ερ­γο­δό­τη κα­λύ­πτει τη φω­νή του Θε­ού. Κά­θε κοι­νω­νι­κή πρό­ο­δος πρέ­πει να κα­τα­στα­λεί στο ό­νο­μα του Κυ­ρί­ου. Μάρ­τυ­ρας αυ­τό το εί­δος κη­ρύγ­μα­τος, αρ­κε­τά συ­νη­θι­σμέ­νο στις μι­κρές ευαγ­γε­λι­κές εκ­κλη­σί­ες της Νό­τιας Κα­ρο­λί­νας, ό­που η ε­λα­φριά βιο­μη­χα­νί­α προ­ο­δευ­τι­κά ε­ξά­λει­ψε τη γε­ωρ­γί­α:


«Να σέ­βε­στε τον ερ­γο­δό­τη σας. Να τον τι­μά­τε. Να εί­στε ει­λι­κρι­νείς μα­ζί του. Να μην του α­πο­κρύ­πτε­τε τί­πο­τα. Να θυ­μά­στε: α­φού εί­ναι ‘σπί­τι’ του, έ­χει δί­κιο. Να ερ­γά­ζε­στε για τον ερ­γο­δό­τη σας σαν να ή­ταν ο Θε­ός!». Και στηρίζουν τη θέ­ση αυ­τή με χω­ρί­α της Βί­βλου. Πράγ­μα που ση­μαί­νει: ού­τε ερ­γα­σια­κά δι­καιώ­μα­τα ού­τε συν­δι­κά­τα. Εί­ναι η πα­λιά κα­λή Α­με­ρι­κή, πριν α­πό το Νιου Ντιλ, πριν α­πό τη Νέ­α Κοι­νω­νί­α του προ­έ­δρου Τζόν­σον, που κά­νει την ε­πα­νεμ­φά­νι­σή της. Η Α­με­ρι­κή, ε­πί­σης, πριν α­πό τη φυ­λε­τι­κή εν­σω­μά­τω­ση. Δεν πρέ­πει κα­θό­λου να μας ξε­γε­λά η φαι­νο­με­νι­κή φυ­λε­τι­κή συ­γκα­τοί­κη­ση των η­λε­κτρο­νι­κών Εκ­κλη­σιών. Κα­θέ­νας στη θέ­ση του. Σε μια ε­πι­τρο­πή της Νό­τιας Κα­ρο­λί­νας, βλέ­που­με έ­ναν Ιν­δό πά­στο­ρα να ουρ­λιά­ζει μπρο­στά σε μια πλα­τεί­α εκ­στα­σια­σμέ­νων Ιν­δών. Λί­γο πιο πέ­ρα, τα πρό­σω­πα εί­ναι μαύ­ρα. Ε­κεί κά­τω, τα πρό­σω­πα εί­ναι λευ­κά. Οι κα­λοί ευαγ­γε­λι­στές δεν έ­πρα­ξαν το ε­λά­χι­στο για να μειώ­σουν τις ρα­τσι­στι­κές τά­σεις. Κα­θέ­νας με την εκ­κλη­σί­α του, κα­θέ­νας με το Θε­ό του, κα­θέ­νας με τη Βί­βλο του.
Το κύ­ριο πρό­βλη­μα της δε­κα­ε­τί­ας του ’80 στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες εί­ναι η σχέ­ση θρη­σκεί­ας και κρά­τους. Πολ­λοί ευ­υ­πό­λη­πτοι Α­με­ρι­κα­νοί, μέ­λη ή μη του κα­τε­στη­μέ­νου, συ­ντη­ρη­τι­κοί ή φι­λε­λεύ­θε­ροι, ο­μο­λο­γούν τον τρό­μο τους στη σκέ­ψη να δουν κά­ποια μέ­ρα στην κε­φα­λή του κρά­τους έ­ναν φο­ντα­με­ντα­λι­στή ή πε­ντη­κο­στια­νό πρό­ε­δρο που να χυ­μά στο πυ­ρη­νι­κό κου­μπί με το πρώ­το κά­λε­σμα του Ιε­χω­βά.


Η η­θι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση των ευαγ­γε­λι­στών εί­ναι ο προ­ση­λυ­τι­σμός. Η με­γα­λύ­τε­ρη Εκ­κλη­σί­α τους, η με­γα­λύ­τε­ρη στον κό­σμο, βρί­σκε­ται στη Νό­τιο Κο­ρέ­α: 500.000 πι­στοί. Στη Νι­γη­ρί­α, οι μά­γοι με­τα­τρέ­πο­νται σε πά­στο­ρες. Στην Κε­ντρι­κή Α­με­ρι­κή, οι κ.κ. Τζί­μι Σουάρ­γκαρ­τ και Πατ Ρό­μπερ­τσον καθοδηγούν την Ιε­ρή Σταυ­ρο­φο­ρί­α ε­νά­ντια στον ά­θε­ο κομ­μου­νι­σμό: στέλ­νουν ε­κεί χι­λιά­δες ιε­ρα­πό­στο­λους. Συλ­λέ­γουν ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια για τη λε­γό­με­νη «αν­θρω­πι­στι­κή» βο­ή­θεια, βο­ή­θεια πα­ρό­μοια με ε­κεί­νη που δί­νει η κυ­βέρ­νη­ση στους «Κό­ντρας» και στους ιε­ρα­πό­στο­λους. Ο συ­νταγ­μα­τάρ­χης Νόρ­θ, ο «ή­ρω­ας του Κό­ντρα­γκε­ϊτ», εί­ναι α­να­γεν­νη­μέ­νος. Εί­ναι α­δύ­να­το, ε­ξη­γεί ο κ. Μπιλ Μό­γιερ­ς, να κα­τα­νο­ή­σου­με τις α­ντι­θέ­σεις, κυ­ρί­ως της Κε­ντρι­κής Α­με­ρι­κής, αν α­γνο­ή­σου­με τον ρό­λο της θρη­σκεί­ας4. Οι θρη­σκευ­τι­κοί πό­λε­μοι συ­γκλο­νί­ζουν τον κό­σμο. Στη Νι­κα­ρά­γουα και στην Ον­δού­ρα, κα­θο­λι­κοί και προ­τε­στά­ντες βρί­σκο­νται σε βί­αιες α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις. Στις ί­διες τις τά­ξεις των προ­τε­στα­ντών διε­ξά­γο­νται ά­γριες μά­χες, με τη Βί­βλο α­νά χεί­ρας. Α­κού­στε τον κ. Τζί­μι Σουά­γκαρ­τ: «Ο Ι­η­σούς εί­ναι ο Πρό­ε­δρος, ο στρα­τη­γός σας, ο στρα­τάρ­χης σας. Στο ό­νο­μα του Ι­η­σού, δια­τά­ζω τον Διά­βο­λο να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη ζω­ή σας, το σπί­τι σας, την ψυ­χή σας, την πό­λη σας, την κυ­βέρ­νη­σή σας και τη χώ­ρα σας5». Οι τη­λε­ο­πτι­κές εκ­πο­μπές α­να­με­τα­δί­δο­νται σε ε­κα­τομ­μύ­ρια νοι­κο­κυ­ριά της Κε­ντρι­κής Α­με­ρι­κής, με ταυ­τό­χρο­νη με­τά­φρα­ση. Ο κ. Ρό­μπερ­τσον ε­πι­σκέ­φτη­κε τους κα­ταυ­λι­σμούς των «Κό­ντρας»: «Θέ­λου­με να βο­η­θή­σου­με τα θύ­μα­τα του κομ­μου­νι­σμού. Ε­ντάσ­σε­ται στις βου­λές του Θε­ού6». Οι ευαγ­γε­λι­κές Εκ­κλη­σί­ες πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται σαν μα­νι­τά­ρια, ο χρι­στια­νι­κός στρα­τός της ά­κρας δε­ξιάς περ­νά στην α­ντε­πί­θε­ση με α­λυ­σι­δω­τούς προ­ση­λυ­τι­σμούς. Για αρ­κε­τούς φτω­χούς, η ελ­πί­δα δεν βρί­σκε­ται στην ε­πα­νά­στα­ση: Ο Ι­η­σούς τούς σπρώ­χνει α­πευ­θεί­ας α­πό τον βούρ­κο στον Πα­ρά­δει­σο. «Οι χρι­στια­νοί εί­ναι έ­τοι­μοι να ε­πι­λέ­ξουν στρα­τό­πε­δο. (…) Οι ιε­ρα­πό­στο­λοι υ­πη­ρε­τούν έ­να βα­σί­λειο, δι­χα­σμέ­νο με­τα­ξύ του Θε­ού και της πο­λι­τι­κής».
Το ευαγ­γε­λι­κό κί­νη­μα δεν βρί­σκε­ται στα πρό­θυ­ρα της ε­ξα­φά­νι­σής του, κα­θώς α­σχο­λεί­ται με τη μά­χη με­τα­ξύ του Κα­λού και του Κα­κού – τον αρ­χαιό­τε­ρο πό­λε­μο που διε­ξά­γουν οι Α­με­ρι­κα­νοί, η κουλ­τού­ρα των ο­ποί­ων εί­ναι δια­πο­τι­σμέ­νη α­πό μα­νι­χα­ϊ­σμό. Δεν πρό­κει­ται για έλ­λειμ­μα ευ­φυ­ΐ­ας, αλ­λά για πρό­τυ­πο ζω­ής, για τρό­πο σκέ­ψης.


«Χά­ρη σε μας» δη­λώ­νει ο κ. Γκι Τζάρ­μαν, μέ­λος του Ι­δρύ­μα­τος Πο­λι­τι­στι­κής Κλη­ρο­νο­μιάς (Heritage Foundation) και της Χρι­στια­νι­κής Φω­νής (Christian Voice), «η θα­να­τι­κή ποι­νή, το ζή­τη­μα των πυ­ρη­νι­κών ό­πλων και ο πό­λε­μος των ά­στρων θα α­πο­τε­λέ­σουν προ­βλή­μα­τα κυ­ρί­ως χρι­στια­νι­κά και η­θι­κά. Σύ­ντο­μα, η δυ­να­μι­κή ι­σχύς μας θα α­φή­σει ά­φω­νους τους Α­με­ρι­κα­νούς7».


Το μή­νυ­μα της χρι­στια­νι­κής Νέ­ας Δε­ξιάς δεν μπο­ρεί να γί­νει πιο σα­φές.

H Ingrid Carlander είναι δημοσιογράφος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ο Jeffrey K. Hadden, κα­θη­γη­τής κοι­νω­νιο­λο­γί­ας και με­λέ­της των θρη­σκειών στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Βιρ­τζί­νια, δη­μο­σί­ευ­σε μα­ζί με τον Charles E. Swann το βι­βλί­ο Prime Time Preachers, Addison Wesley, 1980, και με τον A. Sharpf το βι­βλί­ο Televangelism : Power and Politics on God’s Frontier, Henry Holt, New York, 1988.
  2. New York Times, 28 Φε­βρουα­ρί­ου 1988.
  3. Βλ. Ingrid Carlander, “La révolution conservatrice contre M. Reagan”, le Monde diplomatique, Δε­κέμ­βριος 1987.
  4. Bill Moyers, «God and Politics. The Kingdom Divided», Public Affairs Television, Δε­κέμ­βριος 1987.
  5. Αυτ.
  6. Αυτ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek