Observer, από το Άρδην τ. 42, Ιούνιος 2003

Στην Ουά­σι­γκτον, η α­πό­φα­ση να συ­γκρου­στούν με τον Σα­ντάμ έ­χει παρ­θεί ε­δώ και μια δε­κα­ε­τί­α του­λά­χι­στον. Οι άν­θρω­ποι που τώ­ρα βρί­σκο­νται σε θέ­σεις-κλει­διά ως σύμ­βου­λοι του προ­έ­δρου Μπους, ε­δώ και πο­λύ και­ρό ή­ταν υ­πέρ­μα­χοι μιας κυ­βερ­νη­τι­κής αλ­λα­γής στο Ι­ράκ. Να πώς τα πι­στεύ­ω τους με­τα­βλή­θη­καν στην κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη της κυ­βέρ­νη­σης


Δώ­δε­κα χρό­νια πριν, στον α­πό­η­χο του πρώ­του Πο­λέ­μου στον Κόλ­πο, οι δύ­ο άν­θρω­ποι, που εν συ­νεχεία θα έ­παι­ζαν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο για να ο­δη­γη­θούν οι Η­ΠΑ στον δεύ­τε­ρο πό­λε­μο ε­νά­ντια στο Ι­ράκ, κά­θι­σαν και κα­τέ­γρα­ψαν τις σκέ­ψεις τους. Ή­ταν ο Ντικ Τσέ­ινι, ο νυν Α­ντι­πρό­ε­δρος των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών, και ο Πωλ Γούλ­φο­βιτ­ς, προ­σφά­τως υ­φυ­πουρ­γός Ά­μυ­νας.


Αυ­τά που έ­γρα­ψαν θα α­πο­τε­λέ­σουν εν συ­νε­χεί­α το υ­πό­βα­θρο της πο­λι­τι­κής των Η­ΠΑ.


Α­κό­μα και ό­ταν υ­πη­ρε­τού­σε ως υ­πουρ­γός Ά­μυ­νας, ο Τσέ­ινι ή­ταν ή­δη έ­νας βε­τε­ρά­νος της πο­λι­τι­κής. Εί­χε θη­τεύ­σει ως προ­σω­πάρ­χης του προ­έ­δρου Τζέ­ραλ­ντ Φορ­ντ ε­νώ εί­ναι προ­σω­πι­κός φί­λος του Τζωρ­τζ Μπους του πρε­σβύ­τε­ρου ε­δώ και εί­κο­σι χρό­νια. έ­νας ε­πι­τή­δειος παί­κτης των πα­ρα­σκη­νί­ων που γνώ­ρι­ζε κα­λά τους μη­χα­νι­σμούς της Ουά­σι­γκτον και σχε­δόν ό­λο τον κό­σμο.

Ο Γούλ­φο­βιτ­ς ή­ταν πιο α­πρό­βλε­πτη και λι­γό­τε­ρο συμ­βα­τι­κή φι­γού­ρα.
Γό­νος ε­βρα­ϊ­κής οι­κο­γέ­νειας με­τα­να­στών, με πα­τέ­ρα μα­θη­μα­τι­κό, ο Γούλ­φο­βιτ­ς ε­γκα­τέ­λει­ψε την α­κα­δη­μα­ϊ­κή του κα­ριέ­ρα για να με­τα­κο­μί­σει στην Ουά­σι­γκτον. Ε­πι­διώ­κο­ντας να κά­νει κα­ριέ­ρα στην πο­λι­τι­κή, κα­τέ­λα­βε ε­πί Ρό­ναλ­ντ Ρέ­ι­γκαν μια θέ­ση στον Έ­λεγ­χο Ό­πλων και στην Υ­πη­ρε­σί­α για τον Α­φο­πλι­σμό.


Ο νε­α­ρός Γούλ­φο­βιτ­ς βρή­κε στο πρό­σω­πο του Τσέ­ινι τον μέ­ντο­ρά του. Και οι δύ­ο πί­στευαν α­κρά­δα­ντα πως οι Η­ΠΑ, με­τά τον Πό­λε­μο του Κόλ­που, χρειά­ζο­νταν έ­να νέ­ο ό­ρα­μα. Αυ­τό που πραγ­μα­τεύ­ο­νταν σε αυ­τό το υ­πό­μνη­μα ή­ταν ό­τι οι Η­ΠΑ δεν πρέ­πει να έ­χουν κα­νέ­να α­ντα­γω­νι­στή στον πλα­νή­τη ­–ού­τε α­νά­με­σα στους φί­λους, ού­τε α­νά­με­σα στους ε­χθρούς– και ό­τι πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν την στρα­τιω­τι­κή τους δύ­να­μη προ­κει­μέ­νου να ε­πι­βάλ­ουν έ­να τέ­τοιο κα­θε­στώς.


Η αρ­χι­κή υ­πό­θε­ση ερ­γα­σί­ας ή­ταν η ω­μή ε­πι­βο­λή ι­σχύ­ος. Τυ­πι­κά, έ­να προ­σχέ­διο για το Πε­ντά­γω­νο του “Ο­δη­γού για τον Σχε­δια­σμό της Ά­μυ­νας” για τα έ­τη 1994-1999. αρ­χι­κά, ο α­ντι­κει­με­νι­κός στό­χος του εγ­γρά­φου ή­ταν “να ε­γκα­θι­δρύ­σει και να προ­στα­τέ­ψει μια νέ­α τά­ξη” κα­θώς και να “α­πο­σο­βή­σει την ε­πα­νεμ­φά­νι­ση ε­νός νέ­ου α­ντι­πά­λου” των Η­ΠΑ.


Α­πο­φα­σι­στι­κής ση­μα­σί­ας εί­ναι μια δεύ­τε­ρη και­νο­το­μί­α που ε­μπε­ριέ­χει: Έ­να δόγ­μα α­νά­λη­ψης προ­λη­πτι­κής στρα­τιω­τι­κής δρά­σης που προ­βλέ­πει το δι­καί­ω­μα και τη δυ­να­τό­τη­τα να ε­πι­τε­θούν πρώ­τοι ε­να­ντί­ον ο­ποιασ­δή­πο­τε α­πει­λής α­πό χη­μι­κά ή βιο­λο­γι­κά ό­πλα, και “την τι­μω­ρί­α” ο­ποιασ­δή­πο­τε α­πει­λής “με ό­λα τα δυ­να­τά μέ­σα”, που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει ε­πι­θέ­σεις σε στρα­τιω­τι­κές βά­σεις ή α­πο­θή­κες στρα­τιω­τι­κού υ­λι­κού.


Οι δύ­ο άν­δρες δεν ε­πα­να­παύ­θη­καν σ’ αυ­τά. Ρί­χνο­ντας έ­να “χα­στού­κι” στην πο­λυ­μέ­ρεια του Ο­Η­Ε, υ­πο­στή­ρι­ξαν ό­τι οι Η­ΠΑ θα πρέ­πει να συ­γκρο­τούν τις μελ­λο­ντι­κές τους συμ­μα­χί­ες με ad hoc συ­γκρο­τή­σεις, οι ο­ποί­ες συ­χνά θα διαρ­κούν ό­σο χρειά­ζε­ται για να α­ντι­με­τω­πι­στεί η κρί­ση. Στην Ευ­ρώ­πη, η Γερ­μα­νί­α ξε­χω­ρί­ζει ως έ­νας πι­θα­νός α­ντί­πα­λος των Η­ΠΑ και, στη ζώ­νη του Ει­ρη­νι­κού, η Ια­πω­νί­α. “Πρέ­πει πά­ση θυ­σί­α να α­πο­τρέ­ψου­με την ε­πί­τευ­ξη α­μυ­ντι­κών συμ­φω­νιών που θα συ­γκρο­τού­νται α­πό ευ­ρω­πα­ϊ­κές δυ­νά­μεις α­πο­κλει­στι­κά”, λέ­ει το έγ­γρα­φο.


Ε­πρό­κει­το για ε­ξαι­ρε­τι­κά αμ­φι­λε­γό­με­νες α­ντι­λή­ψεις, και ό­ταν διέρ­ρευ­σε το έγ­γρα­φο α­πορ­ρί­φθη­κε α­μέ­σως ως δη­μιούρ­γη­μα ε­νός στε­λέ­χους-ι­δε­α­λι­στή. Με πε­ρισ­σή α­μη­χα­νί­α, το Πε­ντά­γω­νο έ­βα­λε έ­ναν εκ­πρό­σω­πό του να α­να­κοι­νώ­σει ό­τι δεν ε­πρό­κει­το πα­ρά για έ­να “χα­μη­λής δια­βάθ­μι­σης” έγ­γρα­φο, και ό­τι ο κ. Τσέ­ινι δεν το έ­χει καν δει. Αλ­λα με την ε­κλο­γή του Μπιλ Κλί­ντον, ο Τσέι­νι τε­λι­κά βγή­κε στην ε­πι­φά­νεια, κα­θώς αυ­τός και ο Γούλ­φο­βιτ­ς προ­κλη­τι­κά κυ­κλο­φό­ρη­σαν την δι­κή τους τε­λι­κή εκ­δο­χή του προ­σχε­δί­ου με τις δι­κές τους ι­δέ­ες, τις τε­λευ­ταί­ες μέ­ρες της κυ­βέρ­νη­σης Μπους, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας ό­τι οι Η­ΠΑ πρέ­πει “να δρά­σουν αυ­το­νό­μως, ε­άν χρεια­στεί”.


Τα χρό­νια της δια­κυ­βέρ­νη­σης Κλί­ντον πρέ­πει να ή­ταν σκλη­ρά για ι­δε­ο­λό­γους ό­πως οι Τσέ­ινι και Γούλ­φο­βιτ­ς, αλ­λά οι ι­δέ­ες που α­νέ­πτυ­ξαν ε­πι κυ­βερ­νή­σε­ως του πα­τέ­ρα Μπους δεν ή­ταν και τό­σο δια­φο­ρε­τι­κές. Για έ­να διά­στη­μα, ο Τσέ­ινι έ­κα­νε μια περιου­σί­α δου­λεύ­ο­ντας με την Halliburton, την ε­ται­ρεί­α πε­τρε­λαί­ου και ό­πλων, και ο Γούλ­φο­βιτ­ς ε­πέ­στρε­ψε στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Σι­κά­γο. και οι δύ­ο α­νή­καν στην τά­ξη των Ρε­που­μπλι­κά­νων που πί­στευαν ό­τι ο Λευ­κός Οί­κος εί­χε πα­ρά­νο­μα κα­τα­λη­φθεί α­πό τον Μπιλ Κλί­ντον, στον ί­διο βαθ­μό που η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή εί­χε διο­λι­σθή­σει α­πό την πα­γκό­σμια ε­πι­κρά­τη­ση στην πα­γκο­σμιο­ποί­ηση. Ό­ταν ο Κλί­ντον ή­ταν υ­πέρ της συμ­με­το­χής, ο Γούλ­φο­βιτ­ς ή­θε­λε α­πο­χή, και τού­μπα­λιν.


Ο Γούλ­φο­βιτ­ς ε­να­ντιω­νό­ταν στην α­πο­στο­λή δυ­νά­με­ων στην κό­λα­ση της Σο­μα­λί­ας, “ό­που δεν υ­πήρ­χε κα­νέ­να ι­διαί­τε­ρο συμ­φέ­ρον για τις Η­ΠΑ” και χλεύ­α­ζε την πα­λι­νόρ­θω­ση του Μπερ­νάρ Α­ρι­στί­ντ στην Α­ϊ­τή, ως “δέ­σμευ­ση του αμε­ρι­κά­νι­κου στρα­τιω­τι­κού κύ­ρους” σε μια πε­ριο­χή “χα­μη­λού ή μη­δα­μι­νού εν­δια­φέ­ρο­ντος”.


Ό­σον α­φο­ρά τη Βο­σνί­α, ο Γούλ­φο­βιτ­ς ε­πι­τέ­θη­κε στην κυ­βέρ­νη­ση του Κλί­ντον για την α­πο­τυ­χί­α της να “α­ντι­με­τω­πί­σει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά” την πε­ρί­πτω­ση. Ή­ταν ε­κεί­νη α­κρι­βώς την πε­ρί­ο­δο που οι νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­κοί που δια­μορ­φώ­θη­καν υ­πό τον Ρή­γκαν και τον πα­τέ­ρα Μπους ε­ξέ­φρα­σαν συ­γκλί­νου­σες α­πό­ψεις, θε­ω­ρώ­ντας το ζή­τη­μα της Μέ­σης Α­να­το­λής ι­δα­νι­κό για να δο­κι­μα­στεί το νέ­ο δόγ­μα – με τη συν­δρο­μή του Ισ­ρα­ήλ, πα­ρά­γο­ντα-κλει­δί στην πε­ριο­χή ό­που ε­πι­τασ­σό­ταν η ά­σκη­ση δύ­να­μης των Η­ΠΑ. Και άλ­λοι έλ­κο­νταν α­πό τις α­πό­ψεις τους, προ­πα­ντώς ο Ρί­τσαρ­ντ Περ­λ, βο­η­θός του Υ­πουρ­γού Ά­μυ­νας του Ρή­γκαν.


Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του ’90, συ­νέ­κλι­ναν σ’ έ­να ό­ρα­μα για την κα­τεύ­θυν­ση που θα έ­πρε­πε να πά­ρει η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή – μια φι­λο­πό­λε­μη υ­πο­στή­ρι­ξη προς το Ισ­ρα­ήλ που στα­δια­κά θα α­πο­δυ­νά­μω­νε την ει­ρη­νευ­τι­κή δια­δι­κα­σί­α του Ό­σλο και θα λει­τουρ­γού­σε ως α­ντι-πα­ρά­δειγ­μα για τις α­πο­τυ­χί­ες των Η­Ε και της κυ­βέρ­νη­σης Κλί­ντον. Το πει­ρα­μα­τι­κό πε­δί­ο αυ­τής της στρα­τη­γι­κής ή­ταν το Ι­ράκ, που πολ­λοί α­πό την Ρε­που­μπλι­κα­νι­κή Δε­ξιά θε­ω­ρού­σαν ως μια υ­πό­θε­ση που εί­χε μεί­νει στη μέ­ση.


Κα­τά την ά­νοι­ξη του 1997, ο πυ­ρή­νας των πλέ­ον ε­νερ­γών στοι­χεί­ων της νεο-συ­ντη­ρη­τι­κής πτέ­ρυ­γας του Ρε­που­μπλι­κα­νι­κού Κόμ­μα­τος άρ­χι­σε να α­σκεί ι­σχυ­ρές πιέ­σεις για αλ­λα­γή πο­λι­τι­κής α­πέ­να­ντι στο Ι­ράκ. Πολ­λοί ή­ταν άν­θρω­ποι, ό­πως ο Γούλ­φο­βιτ­ς, που εί­χαν συμ­με­τάσχει στην πρώ­τη κυ­βέρ­νη­ση Μπους και των ο­ποί­ων οι κι­νή­σεις συ­σπει­ρώ­νο­νταν γύ­ρω α­πό έ­να και­νούρ­γιο think tank. Ο Ντό­ναλ­ντ Ράμ­σφελ­ντ, ο Τσέ­ινι και άλ­λοι δια­μόρ­φω­σαν το Σχέ­διο για τον Νέ­ο Α­με­ρι­κα­νι­κό Αιώ­να, του ο­ποί­ου η θέ­ση πε­ριε­λάμ­βα­νε την ε­πα­νε­νερ­γο­ποί­η­ση του ο­ρά­μα­τος του Τσέ­ινι και του Γούλ­φο­βιτ­ς για μο­νο­με­ρή δρά­ση των Η­ΠΑ. Σύ­ντο­μα θα ε­νερ­γού­σαν ώ­στε να ε­πη­ρε­ά­σουν προς την κα­τεύ­θυν­ση μιας αλ­λα­γής κα­θε­στώ­τος στο Ι­ράκ.


Η γραμ­μή που α­κο­λού­θη­σε ο Γούλ­φο­βιτ­ς και οι σύμ­μα­χοί του ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κής πα­νουρ­γί­ας. Υ­πε­ρα­σπί­στη­καν την α­πό­φα­ση του πα­τέ­ρα Μπους το 1991 να μην διώ­ξει τον Σα­ντάμ α­πό τη Βα­γδά­τη, ε­ξαι­τί­ας του α­ντί­κτυ­που που θα εί­χε μια τέ­τοια ε­νέρ­γεια στον α­ρα­βι­κό κό­σμο, και ε­πει­δή υ­πήρ­χε το εν­δε­χό­με­νο, α­φού δια­σφα­λί­σουν μια τό­σο εύ­κο­λη ήτ­τα του Σα­ντάμ, ο­ποια­δή­πο­τε πε­ραι­τέ­ρω κί­νη­ση να θε­ω­ρη­θεί ως υ­πε­ρε­πεμ­βα­τι­κή.Ε­ντού­τοις, οι ί­διοι άν­θρω­ποι κα­τη­γο­ρού­σαν τον Κλί­ντον ό­τι α­φή­νει τον η­γέ­τη του Ι­ράκ να δυ­να­μώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό­,τι ό­ταν ο Μπους ο πρε­σβύ­τε­ρος ή­ταν στην ε­ξου­σί­α.
Στις αρ­χές του 1998 αυ­τές οι α­ντι­θέ­σεις “ξέ­σπα­σαν” σε έ­να α­νοι­κτό γράμ­μα προς τον Κλί­ντον –και έ­να δεύ­τε­ρο γράμ­μα αρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στο ί­διο χρό­νο, στο Κο­γκρέσ­σο. Έ­φε­ρε την υ­πο­γρα­φή του Γούλ­φο­βιτ­ς και των συ­νερ­γα­τών-συμ­βού­λων του Μπους του νε­ό­τε­ρου στην προ­ε­κλο­γι­κή του εκ­στρα­τεί­α, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των: Ρί­τσαρ­ντ Αρ­μι­τάζ, Ντοβ Σ. Ζάκ­χα­ϊμ και Περ­λ, οι ο­ποί­οι πα­ρό­τρυ­ναν την κυ­βέρ­νη­ση να α­να­γνω­ρί­σει μια προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση στο Ι­ράκ που θα σχη­μα­τί­σει η ι­ρα­κι­νή κοι­νο­βου­λευ­τι­κή α­ντι­πο­λί­τευ­ση, υ­πό την η­γε­σί­α του Αχ­μά­ντ Σα­λα­μπί, στον ο­ποί­ο η κυ­βέρ­νη­ση Κλί­ντον, πί­στευαν τα γε­ρά­κια, εί­χε συ­μπε­ρι­φερ­θεί με α­γνω­μο­σύ­νη, κό­βο­ντάς του την χρη­μα­το­δό­τη­ση.


Η ο­μά­δα α­γω­νι­ζό­ταν για την “εκ­δί­ω­ξη της κυ­βέρ­νη­σης Σα­ντάμ α­πό την ε­ξου­σί­α” ε­πι­μέ­νο­ντας ό­τι οι Η­ΠΑ “έ­πρε­πε να ε­γκα­θι­δρύ­σουν και να πε­ρι­φρου­ρή­σουν μια ι­σχυ­ρή πα­ρου­σί­α του αμε­ρι­κανι­κού στρα­τού στην πε­ριο­χή, και να εί­ναι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νες να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν αυ­τή τη δύ­να­μη για την προ­στα­σί­α των ζω­τι­κών τους συμ­φε­ρό­ντων στον [Περ­σι­κό] Κόλ­πο –και, αν χρεια­στεί, να βο­η­θή­σουν να εκ­διω­χθεί ο Σα­ντάμ α­πό την ε­ξου­σί­α”.


Αυ­τό που ή­θε­λαν ή­ταν μια “πα­ρα­δο­σια­κή” εκ­στρα­τεί­α για να εκ­διώ­ξουν τον Σα­ντάμ, μέ­σω της χρη­μα­το­δό­τη­σης ο­μά­δων που του α­ντι­τί­θο­νταν, πα­ρο­τρύ­νο­ντας τον Κλί­ντον να ε­πε­κτεί­νει τις πε­ριο­χές που βρί­σκο­νται υ­πό τον έ­λεγ­χο της ι­ρα­κι­νής α­ντι­πο­λί­τευ­σης στο βό­ρειο και νό­τιο Ι­ράκ, “βο­η­θώ­ντας α­νοι­χτά την προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση έ­να­ντι της κυ­βέρ­νη­σης του Σα­ντάμ, στρα­τιω­τι­κά, και με ό­λους τους δυ­να­τούς τρό­πους”. Το φθι­νό­πω­ρο του 1998, ο Γούλ­φο­βιτ­ς πί­ε­ζε πά­λι, α­πευ­θυ­νό­με­νος αυ­τή τη φο­ρά στην Ε­πι­τρο­πή Ε­θνι­κής Α­σφα­λεί­ας της Βου­λής, α­σκώ­ντας κρι­τι­κή στην κυ­βέρ­νη­ση Κλί­ντον που δεν εί­χε το σθέ­νος ού­τε τη βού­λη­ση να “α­πε­λευ­θε­ρώ­σει ε­μάς, τους φί­λους μας, τους συμ­μά­χους μας και τον ί­διο τον ι­ρα­κι­νό λα­ό, α­πό την α­πει­λή του Σα­ντάμ Χου­σε­ΐν”. Κα­θώς η κυ­βέρ­νη­ση πι­θα­νώς να μην ή­θε­λε να α­πο­μα­κρύ­νει τον Σα­ντάμ δια της βί­ας, υ­πήρ­χαν άλ­λοι που θα το έ­κα­ναν και προ­α­λεί­φο­νταν για αυ­τή τη θέ­ση. Ο πλέ­ον κα­τάλ­λη­λος ή­ταν ο γιος του Τζωρ­τζ Μπους – ο Τζώρ­τζ Μπους ο νεώτερος.


Ε­πα­νε­νταγ­μέ­νος αλ­κο­ο­λι­κός και α­να­γεν­νη­μέ­νος Χρι­στια­νός, ο Μπους φλέρ­τα­ρε με την φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κή Χρι­στια­νι­κή Δε­ξιά που τον κα­θο­δη­γού­σε πο­λι­τι­κά και πνευ­μα­τι­κά. Ο Μπίλ­λυ Γκρά­χαμ τον μύ­η­σε στην πί­στη και ο φλο­γε­ρός Χρι­στια­νός, εκ­φω­νη­τής ρα­διο­φώ­νου, Ρας Λί­μπα­ουχ ή­ταν το ε­πί­ση­μος κα­λε­σμέ­νος του στους κρί­σι­μους α­γώ­νες του μπέ­ιζ μπωλ.


Προ­τάσ­σει το “α­να­νε­ώ­νω την πί­στη μου” έ­να­ντι του “πα­ντρεύ­ο­μαι” και “κά­νω παι­διά” ως κα­θο­ρι­στι­κά γε­γο­νό­τα στη ζω­ή του. Η θη­τεί­α του ως κυ­βερ­νή­της του Τέ­ξας α­πο­τέ­λε­σε έ­να διαρ­κές πεί­ρα­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης με βά­ση την πί­στη. Α­να­ζη­τώ­ντας τρό­πους να υ­περ­κε­ρά­σει την ε­ξο­ρί­α της α­πό τον Λευ­κό Οί­κο, η “τρα­χειά” Χρι­στια­νι­κή Δε­ξιά α­πό το Τέ­ξας και τον Νό­το, που ή­ταν α­πρό­θυ­μη να α­πο­δε­χτεί ο­ποιον­δή­πο­τε πο­λυ-σπου­δαγ­μέ­νο, σφυ­ρη­λά­τη­σε μια συμ­μα­χί­α με τον σού­περ-δια­νο­ού­με­νο των Σιω­νι­στών της Α­να­το­λι­κής Α­κτής που βρίσκονταν γύ­ρω α­πό τον Γούλ­φο­βιτ­ς και τον Περ­λ. Και σύ­ντο­μα ο Τζωρ­τζ Μπους ο νεώτερος θα υ­ιο­θε­τού­σε την ί­δια φι­λο­πό­λε­μη γλώσ­σα ό­σον α­φο­ρά το Ι­ράκ.


Κυ­ρια­κή 16 Μαρ­τί­ου 2003


Δη­μο­σιο­γρα­φι­κή ο­μά­δα του Ο­μπζέρ­βερ: Peter Beaumont στο Αμ­μάν, Πωλ Χάρ­ρις στο Κου­βέ­ιτ, Ε­ντ Βου­λιά­μυ στην Νέ­α Υόρ­κη, Τζέ­ιμ­ς Μηκ στο Κου­βέ­ιτ, Τζέ­ι­σον Μπερ­κ στην Βό­ρειο Ιρ­λαν­δί­α, Πωλ Γουέ­μπστερ στο Πα­ρί­σι, Μπουρ­χάν Βα­ζίρ στο Κου­βέ­ιτ και Κα­μάλ Αχ­μέ­ντ στο Λον­δί­νο.


Με­τά­φρα­ση:
Νά­σια Πα­να­γού­λια

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek