του Μ. Στεφανίδη, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Με­τά τη συμ­φο­ρά του ’22, η «Με­γά­λη Ι­δέ­α» με­ταλ­λάσ­σε­ται και «α­πο­ε­δα­φι­κο­ποιεί­ται». Έ­να κομ­μά­τι της Ελ­λη­νι­κής Τέ­χνης θρη­νεί (Κα­ρυω­τά­κης) και έ­να άλ­λο ο­νει­ρεύ­ε­ται την υ­πέρ­βα­ση (Σε­φέ­ρης, Ε­λύ­της).


Α­φη­γεί­ται ο Στρα­τής Δού­κας στο η­με­ρο­λό­γιό του με η­με­ρο­μη­νί­α 10/5/66: «… Α­πό την αρ­χή ο Δη­μο­τι­κι­σμός ή­ταν δε­μέ­νος μέ­σα μου με τον ε­θνι­κι­σμό, ό­πως ά­να­βε και λα­μπά­δια­ζε στα έρ­γα του Ί­ω­να Δρα­γού­μη και κυ­ρί­ως στο «Μαρ­τύ­ρων και η­ρώ­ων αί­μα» και στο «Νέ­ο Πνεύ­μα» και κά­ποιο άλ­λο του Πε­ρι­κλή Γιαν­νό­που­λου. Ή­μου­να και Μι­κρα­σιά­της α­λύ­τρω­τος, και ο φούρ­νος ή­ταν ή­δη α­πό­πυ­ρος. Έ­τσι έ­ζη­σα α­πό ξαρ­χής το δρά­μα του δι­χα­σμού ταγ­μέ­νος με την παρ­τί­δα του φι­λα­ντα­ντι­κού βε­νι­ζε­λι­σμού και ε­νά­ντια στον γερ­μα­νό­δο­λο κων­στα­ντι­νι­σμό που, με το προ­αί­σθη­μα της μι­κρα­σια­τι­κής κα­τα­στρο­φής, τον μι­σού­σα φα­να­τι­κά. Ζη­τού­σα να πο­λε­μή­σω. Και βέ­βαια, το πλή­ρω­σα α­κρι­βά. Υ­πη­ρε­τώ­ντας α­πό το 1916 ως το 1923 στην πρώ­τη γραμ­μή ό­λων σχε­δόν των με­τώ­πων… Ε­κεί, έ­ξω α­πο τις Σέρ­ρες, στον κα­ταυ­λι­σμό, παίρ­να­με ε­λεύ­θε­ρα τον «Ρι­ζο­σπά­στη» του Ρε­τσό­που­λου, που μό­λις εί­χε βγει… Αυ­τή η ι­δε­ο­λο­γι­κή δια­φο­ρο­ποί­η­ση με­γά­λω­νε με τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή. Οι σκη­νές της κα­τάρ­ρευ­σης του με­τώ­που και η γε­νι­κή ρε­μού­λα που α­κο­λού­θη­σε –στο βό­ρειο συ­γκρό­τη­μα, για­τί στο νό­τιο, με το «ο σώ­ζων ε­αυ­τόν σω­θή­τω», δεν υ­πήρ­ξε και­ρός– με στρα­τιώ­τες κα­βά­λα σε βό­δια φορ­τω­μέ­να κό­τες κι αρ­νιά, άλ­λους να ψή­νουν σου­βλά­κια και να τη­γα­νί­ζουν και να που­λούν συ­κω­τά­κια κι άλ­λους να πε­ρι­φέ­ρουν καρ­φω­μέ­να σε τα­μπέ­λες τα γα­λό­νια των α­ξιω­μα­τι­κών, εί­ναι εν­δει­κτι­κές της γε­νι­κής δια­φο­ρο­ποί­η­σης που α­κο­λού­θη­σε. Η εί­δη­ση της α­πό­λυ­σής μου με βρή­κε να υ­πη­ρε­τώ στο φρου­ραρ­χεί­ο Κο­μο­τη­νής. Μ’ έ­ναν συ­νά­δελ­φό μου υ­πο­λο­χα­γό κα­θό­μα­στε στο μπαλ­κό­νι. Φαί­νε­ται πως ή­μουν πο­λύ λυ­πη­μέ­νος. «Για­τί», μου λε­ει, «α­φού α­πο­λύ­ε­σαι;». «Εί­μαι α­λη­θι­νά λυ­πη­μέ­νος» του εί­πα. «Για­τί 20 χρο­νών παι­δί εί­χα τον η­ρω­ι­σμό να πά­ω ε­θε­λο­ντής, ό­ταν πί­στευα, και 27 χρο­νών ά­ντρας δεν εί­χα τον η­ρω­ι­σμό να λι­πο­τα­κτή­σω, ό­ταν πια δεν πί­στευα…». Τά­σου Κόρ­φη, Βιο­γρα­φι­κά Στρα­τή Δού­κα, α­πό 1895 έ­ως 1936, εκ­δό­σεις Πρό­σπε­ρος, Α­θή­να 1988, σελ. 109-111.


Για να κα­τα­λά­βου­με, ό­μως, τι συ­νέ­βη το ’22 και πώς αυ­τό το δρά­μα κα­τα­γρά­φη­κε ει­κα­στι­κά, πρέ­πει να πά­με δέ­κα χρό­νια πί­σω, στο νι­κη­φό­ρο –ό­σο και αι­σιό­δο­ξο– ’12-’13 και στην αί­σθη­ση που δη­μιούρ­γη­σε στην καλ­λι­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα.


Βρι­σκό­μα­στε α­κό­μη σε μια πε­ρί­ο­δο δη­μιουρ­γι­κής έ­ξα­ψης και πα­τριω­τι­κού πυ­ρε­τού. Οι κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές αλ­λα­γές του Βε­νι­ζέ­λου α­ντι­στοι­χούν στην τέ­χνη στις δη­μιουρ­γί­ες του Παρ­θέ­νη, του Κα­λο­μοί­ρη, του Πα­λα­μά. «Χαί­ρου­μαι να βλέ­πω ελ­λη­νι­κό στρα­τό», εί­ναι η φρά­ση που ε­πα­να­λαμ­βά­νει δις ο Ιω. Ψυ­χά­ρης στο «Τα­ξί­δι» του (1888).


Θα έ­λε­γα πά­ντως ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ό­τι η πε­ρί­ο­δος 1912-13 δεν ευ­τύ­χη­σε τό­σο ει­κα­στι­κά, δη­λα­δή δεν ε­νέ­πνευ­σε το «με­γά­λο έρ­γο» ό­πως ί­σως συ­νέ­βη με την πα­λα­μι­κή ποί­η­ση. Οι ζω­γρά­φοι της ε­πο­χής πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρο­νταν για την πι­στο­ποί­η­ση των α­κα­δη­μα­ϊ­κών τους δε­ξιο­τή­των (Ν. Φε­ρε­κεί­δης, Β. Χα­τζής, Λ. Γε­ρα­λής, Λ. Κο­γε­βί­νας, Ε. Λα­σκα­ρί­δου) πα­ρά για τη με­τάλ­λα­ξη του ι­στο­ρι­κού σε αι­σθη­τι­κό γε­γο­νός. Αν ό­μως έ­τσι ε­νερ­γού­σαν οι «έ­ντε­χνοι», οι λα­ϊ­κοί ει­κο­νο­γρά­φοι στις δη­μο­φι­λέ­στα­τες λι­θο­γρα­φί­ες που ε­ξε­θεί­α­ζαν τις ε­πι­τυ­χί­ες του ελ­λη­νι­κού στρα­τού, κυ­ριο­λε­κτι­κά «ξε­σπά­θω­ναν». Μπρο­στά στις συμ­βα­τι­κές λύ­σεις και το α­μή­χα­νο στή­σι­μο των πι­νά­κων λ.χ του Γ. Ρο­ϊ­λού (1867-1928) (Η μά­χη στα Φάρ­σα­λα, Ί­δρυ­μα Κο­ντζί­δη – Η μά­χη στο Δο­μο­κό, Συλ­λο­γή Ευ­τα­ξί­α), οι ο­ποί­οι α­να­φέ­ρο­νται ε­γκω­μια­στι­κά σ’ έ­ναν πό­λε­μο που ε­λά­χι­στα ε­γκώ­μια ε­δι­καιού­το, οι λι­θο­γρά­φοι που φι­λο­τέ­χνη­σαν τη μά­χη των Γιαν­νι­τσών και του Σα­ρα­ντα­πό­ρου ή την κα­τά­λη­ψη της Κο­ρυ­τσάς και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Χί­ου, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας λύ­σεις α­νορ­θο­λο­γι­κές και συ­ντρί­βο­ντας την ε­ξάρ­τη­ση α­πο την προ­ο­πτι­κή, πέ­τυ­χαν μέ­σα α­πο μιαν χρω­μα­τι­κή έ­κρη­ξη να εκ­φρά­σουν την έ­ξαρ­ση των η­με­ρών. Στην ει­κο­νο­γρα­φί­α αυ­τή δεν ε­πι­κρα­τεί τό­σο το πο­λε­μι­κό ό­σο το διο­νυ­σια­κό στοι­χεί­ο. Ο λα­ϊ­κός (;) καλ­λι­τέ­χνης α­πο­μο­νώ­νει μεν και προ­βάλ­λει το μεί­ζον αλ­λά το ε­μπλου­τί­ζει πα­ρα­τα­κτι­κά μ’ έ­να πλή­θος πα­ρα­πλη­ρω­μα­τι­κών στοι­χεί­ων τα ο­ποί­α ε­κρή­γνυ­νται ε­πι­κά με «ο­μη­ρι­κούς», ως προς τον χα­ρα­κτή­ρα τους, τρό­πους.


Το 1911 δη­μο­σιεύ­ο­νται η «Κε­ρέ­νια Κού­κλα» του Κ. Χρη­στο­μά­νου, το «Ό­σοι ζω­ντα­νοί» του Ί. Δρα­γού­μη και το θε­α­τρι­κό «Ψυ­χο­σάβ­βα­το» του Γρ. Ξε­νό­που­λου. Και τα τρί­α αυ­τά έρ­γα δεί­χνουν την πρό­ο­δο της λο­γο­τε­χνί­ας και την α­το­μι­κό­τη­τα των δη­μιουρ­γών. Α­ντί­θε­τα, τα ει­κα­στι­κά ε­ξέρ­χο­νται δύ­σκο­λα α­πο μια πε­ρί­ο­δο «μα­θη­τεί­ας» ως προς τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά πρό­τυ­πα και μοιά­ζουν να πει­ρα­μα­τί­ζο­νται σχε­τι­κά μ’ έ­να υ­στε­ρό­χρο­νο ύ­φος Belle Epoque. Το 1911 πά­ντως φι­λο­τε­χνεί­ται α­πό τον Γ. Ια­κω­βί­δη έ­να –α­πό τα πολ­λά– πορ­τρέ­το του Παύ­λου Με­λά στο ο­ποί­ο συ­νυ­πάρ­χουν η τρυ­φε­ρό­τη­τα με τη συ­γκί­νη­ση. Εί­πα­με, το 12-13 δια­σώ­ζουν α­φε­νός η σά­τι­ρα του Θέ­μου Άν­νι­νου (+1916) και η λα­ϊ­κή ει­κο­νο­γρα­φί­α των Σω­τη­ρί­ου Χρη­στί­δη, Α. Τσα­λί­κη, Κά­ρο­λου Χά­ουπ κ.ά., η ο­ποί­α τυ­πώ­νε­ται στα λι­θο­γρα­φεί­α του Γ. Στάγ­γελ, του Γ. Α. Γρύ­σπου και εκ­δί­δε­ται α­πο τον Δρά­κο Πα­πα­δη­μη­τρί­ου. Μην ξε­χνά­τε βέ­βαια ό­τι ε­δώ ι­σχύ­ει α­κό­μη η πα­σί­γνω­στη φρά­ση του Πε­ρι­κλή Γιαν­νό­που­λου «… Η ζω­γρα­φι­κή έ­ζη στον τό­πον μας α­φα­νής». Ι­διαί­τε­ρα πά­ντως πρέ­πει να α­να­φερ­θεί η πε­ρί­πτω­ση του Λυ­κούρ­γου Κο­γε­βί­να (1887-1940) ο ο­ποί­ος υ­πη­ρε­τεί ως έ­φε­δρος αν­θυ­πο­λο­χα­γός στο μα­κε­δο­νι­κό μέ­τω­πο και, το 1917-8, πα­ρα­κο­λου­θεί ως καλ­λι­τε­χνι­κός α­ντα­πο­κρι­τής τις ε­πι­χει­ρή­σεις στην Ή­πει­ρο (μά­χη Δο­ϊ­ρά­νης, Σκρα, Νυ­χτε­ρι­νή Ε­πί­θε­ση κ.ά.). Τον Δε­κέμ­βριο του 1918 εκ­θέ­τει στην αί­θου­σα Εpo πί­να­κες και χαλ­κο­γρα­φί­ες α­πο την πο­λε­μι­κή του συ­γκο­μι­δή (ξε­χώ­ρι­ζε ο «Α­βέ­ρωφ στην πό­λη», θέ­μα το ο­ποί­ο φι­λο­τέ­χνη­σε και ο Αιμ. Προ­σα­λέ­ντης). Στο salon d’ automne του 1919 ε­ξέ­θε­σε το έρ­γο «Κε­ρά­τιος Κόλ­πος», ε­νώ ή­δη με­τέ­χει στην κερ­κυ­ρα­ϊ­κή «Συ­ντρο­φιά των εν­νέ­α» μα­ζί με τον Κ. Χα­τζό­που­λο, τον Κ. Θε­ο­τό­κη, τον Κ. Παρ­θέ­νη κ.ά.


Και ο Ν. Φε­ρε­κεί­δης (1862-1929), ως «α­ντάρ­της και καλ­λι­τέ­χνης» κα­τά την έκ­φρα­ση του Κ. Μι­χα­η­λί­δη, φι­λο­τέ­χνη­σε σχε­τι­κά τα «Ε­ρεί­πια του Δο­ξά­του», «Πα­ρά­δο­σιν της Θεσ­σα­λο­νί­κης», το «Σπί­τι του Παύ­λου Με­λά», την «Διά­βα­σιν Πυ­ρο­βο­λι­κού», τις «Δι­η­γή­σεις πλη­γω­μέ­νου», την «Μά­χη Σα­ρι­γκιόλ» κ.ά. Αλ­λά υ­πήρ­ξε η τρο­με­ρή Θά­λεια Φλώ­ρα –Κα­ρα­βί­α (1871-1960), η ο­ποί­α α­κο­λού­θη­σε με ει­δι­κή ά­δεια τον διά­δο­χο Κων/νο φι­λο­τε­χνώ­ντας ε­κα­το­ντά­δες σκί­τσα α­πο τις στιγ­μές της α­νά­παυ­λας ή της δρά­σης, ντυ­μέ­νη αν­δρι­κά και χω­μέ­νη στις λά­σπες. Κα­τά­λο­γος δε­κά­δων πο­λε­μι­κών σχε­δί­ων σώ­ζε­ται στην Ε­θνι­κή Πι­να­κο­θή­κη και α­πο τον ζω­γρά­φο-ευερ­γέ­τη της, Ο­δυσ­σέ­α Φω­κά (1885-1940).


Και βέ­βαια αυ­τό το κλί­μα της υ­πε­ραι­σιο­δο­ξί­ας και του πα­τριω­τι­κού πυ­ρε­τού με­τα­φέ­ρε­ται και στην Μ. Α­σί­α κα­θώς το ελ­λη­νι­κό εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα α­κο­λου­θούν και ζω­γρά­φοι δί­κην πο­λε­μι­κών α­ντα­πο­κρι­τών. Συ­χνά μά­λι­στα οι ί­διοι αλ­λά­ζουν ρό­λους με τους φω­το­γρά­φους ώ­στε να ε­πι­τύ­χουν τα κα­λύ­τε­ρα στιγ­μιό­τυ­πα και την πιο ά­με­ση και πι­στή α­πει­κό­νι­ση των πο­λε­μι­κών σκη­νών. Πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή πε­ρί­πτω­ση αυ­τού του εί­δους ή­ταν ο Γε­ώρ­γιος Προ­κο­πί­ου ο ο­ποί­ος φι­λο­τέ­χνη­σε, συ­χνά in situ, σει­ρά ο­λό­κλη­ρη πι­νά­κων α­να­φε­ρό­με­νων στις στρα­τιω­τι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις α­πό την Σμύρ­νη ως τον Σαγ­γά­ριο: Ή­ταν τό­τε που οι έ­φε­δροι τρα­γου­δού­σαν –α­κό­μη– έ­να πα­σί­γνω­στο ρε­φρέν της ε­πο­χής σε στί­χους του, ε­πί­σης, έ­φε­δρου, Στρα­τή Μυ­ρι­βή­λη:


Εί­ναι κα­κός μπε­λάς
Φα­ντά­ρος για να πάς
Μα έ­λα που το θέ­λει
Η μα­μά Ελ­λάς…


Έ­τσι, το 1921, α­πο­βι­βά­ζο­νται στη Σμύρ­νη ο Παύ­λος Ρο­δο­κα­νά­κης, ο Πε­ρι­κλής Βυ­ζά­ντιος (1893-1972) και ο Σπύ­ρος Πα­πα­λου­κάς ως πο­λε­μι­κοί ζω­γρά­φοι (sic) για να κα­τα­γρά­ψουν την ελ­λη­νι­κή ε­πο­ποι­ί­α. Και οι τρεις τους, εμ­φο­ρού­με­νοι α­πο το νε­ω­τε­ρι­κό πνεύ­μα της «Ο­μά­δας τέ­χνη», ε­πι­δί­δο­νται σε α­σκή­σεις γρα­φής και με­λέ­τη φω­τός κα­τά τα πρό­τυ­πα του νε­ο­ϊ­μπρε­σιο­νι­σμού και –ό­σο γνω­ρί­ζου­με– μα­γεύ­ο­νται α­πό την συ­νύ­παρ­ξη λό­γιου και λα­ϊ­κού στοι­χεί­ου στους πλη­θυ­σμούς της Μι­κρα­σί­ας. Και το ι­σχυ­ρί­ζο­μαι αυ­τό για­τί ό­λη η καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή η ο­ποί­α πλη­σί­α­ζε τους 300 πί­να­κες (!) χά­θη­κε με την υ­πο­χώ­ρη­ση, κα­θώς κά­η­κε έ­να πο­λύ­τι­μο κομ­μά­τι ει­κα­στι­κών θη­σαυ­ρών τό­σο α­πο πλευ­ράς μαρ­τυ­ρί­ας ό­σο και α­πο πλευ­ράς μορ­φο­πλα­στι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού. Στη συ­νέ­χεια, ο Πα­πα­λου­κάς με τον Στρα­τή Δού­κα με­τα­βαί­νουν στο Ά­γιο Ό­ρος (1923-1924) και τα Χρι­στού­γεν­να αυ­τής της χρο­νιάς ο Πα­πα­λου­κάς εκ­θέ­τει τα «Α­θω­νι­κά» στον Λευ­κό Πύρ­γο της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τον Μάρ­τιο του 1929 ο Δού­κας κυ­κλο­φο­ρεί την πρώ­τη έκ­δο­ση της «Ι­στο­ρί­ας ε­νός αιχ­μα­λώ­του», έ­να πο­λύ­τι­μο κεί­με­νο δω­ρι­κής λι­τό­τη­τας, νε­ω­τε­ρι­κής φόρ­μας και σπα­ρα­χτι­κά ει­λι­κρι­νούς αυ­το­γνω­σί­ας. Την «ε­πι­κή» διά­στα­ση της συμ­φο­ράς –αν μπο­ρεί να υ­πάρ­χει τέ­τοια– φι­λο­τε­χνεί ένας μι­νό­ρε αλ­λά πο­λύ συ­νε­πής ζω­γρά­φος, ο Γε­ώρ­γιος Προ­κο­πί­ου, ο ο­ποί­ος γεν­νή­θη­κε στη Σμύρ­νη το 1876 και πέ­θα­νε στο Αρ­γυ­ρό­κα­στρο πο­λε­μώ­ντας! Τι­μή­θη­κε με το Α­ρι­στεί­ο Πο­λέ­μου και κα­τέ­γρα­ψε συ­ντα­ρα­κτι­κές σκη­νές της μά­χης του Σαγ­γά­ριου κ.λ.π. Συν­δύ­α­ζε μά­λι­στα την φω­το­γρα­φι­κή μαρ­τυ­ρί­α με την ζω­γρα­φι­κή ε­ξι­δα­νί­κευ­ση. Πα­ράλ­λη­λα με τους ζω­γρά­φους ε­νερ­γο­ποιού­νται και φω­το­γρά­φοι, Έλ­λη­νες ή ξέ­νοι, οι ο­ποί­οι α­πα­θα­να­τί­ζουν και τα πο­λε­μι­κά γε­γο­νό­τα αλ­λά και τις ει­κό­νες της φρί­κης α­πο το δρά­μα των α­μά­χων και τη φλε­γό­με­νη Σμύρ­νη (Αρ­χεί­α Μου­σεί­ου Μπε­νά­κη, Που­λί­δη, Boissonas, Συλ­λο­γή Μ. Γ. Τσα­γκά­ρη, Ε­ΛΙΑ κ.ά.). Οι φω­το­γρα­φί­ες του Α­με­ρι­κα­νι­κού Ε­ρυ­θρού Σταυ­ρού που έ­χουν δια­σω­θεί αλ­λά και των α­νω­νύ­μων που φω­το­γρα­φί­ζουν το καιό­με­νο λι­μά­νι α­πο τα συμ­μα­χι­κά πλοί­α εί­ναι συ­ντα­ρα­κτι­κές (αν αυ­τή η λέ­ξη μπο­ρεί να ση­μαί­νει κά­τι).


Τέ­λος, προ­σω­πι­κά, την τρα­γω­δί­α της Σμύρ­νης πι­στεύ­ω πως ει­κα­στι­κά δια­σώ­ζει ο ά­γνω­στος ζω­γρά­φος Νί­κος Καρ­τσω­νά­κης – Νά­κης, ο ο­ποί­ος γεν­νή­θη­κε στη Σμύρ­νη, υ­πήρ­ξε μα­θη­τής του Νι­κό­λα­ου Λύ­τρα στην Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών και δού­λε­ψε ε­πί δε­κα­ε­τί­ες ως κα­θη­γη­τής καλ­λι­τε­χνι­κών στο Α­με­ρι­κα­νι­κό Κολ­λέ­γιο. Πριν λί­γα χρό­νια στην αί­θου­σα Μπου­ζιά­νη του Δή­μου Α­θη­ναί­ων, ο μα­θη­τής του Νά­κη, ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Χα­ΐ­νης, διορ­γά­νω­σε έκ­θε­ση μνή­μης για το έρ­γο του. Ο Καρ­τσω­νά­κης-Νά­κης συ­νει­δη­τά α­πέ­χει α­πο τα ε­μπο­ρι­κά κυ­κλώ­μα­τα τέ­χνης και δου­λεύ­ει με πά­θος τις μνή­μες και τα πά­θη του. Στην Κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης α­φιε­ρώ­νει μια ο­λό­κλη­ρη σει­ρά έρ­γων α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας το γε­γο­νός σαν την μα­τω­μέ­νη λι­τα­νεί­α του Ελ­λη­νι­σμού στον 20ό αι. Ε­πί­σης ζω­γρα­φί­ζει το λι­ντσά­ρι­σμα του Μη­τρο­πο­λί­τη Χρυ­σό­στο­μου, τις ε­κτε­λέ­σεις των α­μά­χων κ.τ.λ.


Ο Καρ­τσω­νά­κης-Νά­κης υ­ιο­θε­τεί έ­να ύ­φος το ο­ποί­ο συν­δυά­ζει να­ΐφ-α­θώ­α μα­τιά, και αί­σθη­ση του μέ­τρου, της ι­σορ­ρο­πί­ας και των κλα­σι­κών κα­νό­νων.
Εί­ναι εν­δει­κτι­κό πως, σαν συ­μπλή­ρω­μα των ζω­γρα­φι­κών του α­να­μνή­σε­ων, κυ­κλο­φο­ρεί το 1972 το βι­βλί­ο «Θυ­μά­μαι τη Σμύρ­νη» και το 1974 την «Λα­ϊ­κή Α­γιο­λο­γί­α».


Αλ­λά και έ­νας άλ­λος μέ­γας «λα­ϊ­κός», ο Θε­ό­φι­λος (1867-1934), ο ο­ποί­ος το 1883 υ­πη­ρέ­τη­σε ως κα­βά­σης (χω­ρο­φύ­λα­κας) του Ελ­λη­νι­κού Προ­ξε­νεί­ου στη Σμύρ­νη, κα­τα­πιά­νε­ται με αυ­τό το συ­ντα­ρα­κτι­κό θέ­μα. Ο Θε­ό­φι­λος ζω­γρα­φί­ζει συ­χνά στις ε­πι­κές του τοι­χο­γρα­φί­ες τη μαρ­τυ­ […]

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek