από το Άρδην τ. 31, Σεπτέμβριος 2001

Τζε­μίλ Του­ράν
Μυ­θι­στό­ρη­μα, εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη.


Οι ι­στο­ρί­ες του παπ­πού δεν εί­ναι πά­ντα πα­ρα­μύ­θια. Ο δι­κός μου ο παπ­πούς, ό­ταν μας μά­ζευε μπρο­στά στο τζά­κι, μα­ζί με τον α­ρω­μα­τι­κό κα­πνό της πί­πας του γέ­μι­ζε το κα­θι­στι­κό και τις καρ­διές μας με την ι­στο­ρί­α του κουρ­δι­κού λα­ού. Η πο­ρεί­α του κουρ­δι­κού λα­ού, οι βα­θιές του ι­στο­ρι­κές ρί­ζες θα εί­χαν χα­θεί αν οι παπ­πού­δες μας έ­λε­γαν μό­νο πα­ρα­μύ­θια. Τό­τε θα λέ­γα­με μια φο­ρά κι έ­ναν και­ρό ζού­σε έ­νας λα­ός. Τώ­ρα λέ­με ζει, υ­πάρ­χει και κυ­νη­γιέ­ται έ­νας λα­ός, που ό­μως α­ντι­στέ­κε­ται και α­ντέ­χει, πα­ρό­λο που προ­σπά­θη­σαν να του ξε­ρι­ζώ­σουν τις μνή­μες, μό­λο που του α­πα­γό­ρευ­σαν τη γλώσ­σα του. Σε κεί­νες τις οι­κο­γε­νεια­κές στιγ­μές, σε κεί­να τα μα­χη­τι­κά μά­τια, σε κεί­να τα με­τρη­μέ­να λό­για, στα πα­ρα­μι­λη­τά της Ζελ­χέ, στο κρυμ­μέ­νο χιο­νο­λού­λου­δο στην τσέ­πη του Α­μπντου­λάχ, χρω­στά­ω ό,τι α­γά­πη­σα
πά­νω κι α­πό τη ζω­ή μου: την πα­τρί­δα μου.

Λοι­πόν, παι­διά μου, εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό το “χα­μι­ντιέ α­λα­ϊ­λα­ρί1”, αρ­χί­ζει να λέ­ει ο παπ­πούς. Ή­μουν μι­κρός, γύ­ρω στα δε­κα­τέσ­σε­ρα με δε­κα­πέ­ντε, ό­ταν αυ­τοί οι ά­τι­μοι Ρω­μιοί,2 οι Ρω­μα­ρές3… Ο Ο­θω­μα­νός Σα­κίρ πα­σάς εί­χε την ι­δέ­α να ι­δρυ­θεί το “χα­μι­ντιέ α­λα­ϊ­λα­ρί”. Οι Ο­θω­μα­νοί πά­ντα προ­σπα­θού­σαν να βά­λουν τους Κούρ­δους στον ντό­ρο. Σκο­πό της ζω­ής τους το εί­χαν, οι σκύ­λοι. Για με το στρα­τό, για με το στα­νιό. Ά­κου­γα απ’ τους δι­κούς μου ό­τι α­πό το 1870-1880, α­πό τό­τε, η λύσ­σα των Ο­θω­μα­νών ή­ταν να κά­νουν τους Κούρ­δους να αλ­λα­ξο­πι­στήσουν, να α­σπα­στούν τους πα­σά­δες. Και πά­ντα με τη βί­α.
Στα χω­ριά μας υ­πήρ­χαν πά­ντα ζα­νταρ­με­ρί4 και ζα­μπτιέ­δες,5 που χτυ­πού­σαν, βα­σά­νι­ζαν και σκό­τω­ναν… αλ­λά πο­τέ δεν κα­τά­φε­ραν να γο­να­τί­σουν τα με­γά­λα α­σι­ρέτ,6 που πο­λε­μού­σαν κι α­ντι­στέ­κο­νταν. Εί­δαν κι α­πό­ει­δαν και τό­τε ο Α­σίρ πα­σάς πρό­τει­νε τα χα­μι­ντιέ να φτια­χτούν α­πό τους Κούρ­δους. Ό­λοι οι μπέ­η­δες και οι α­γά­δες, λοι­πόν, έ­δω­σαν ρουτ­πέ,7 λέ­γο­ντάς μας: “Τώ­ρα μπο­ρεί­τε να κυ­βερ­νή­σε­τε, να κά­νε­τε πολ­λά πράγ­μα­τα”. Πολ­λοί Κούρ­δοι πί­στε­ψαν ό­τι οι Τούρ­κοι, α­φού δεν μπο­ρού­σαν να τους νι­κή­σουν, α­πο­φά­σι­σαν να φι­λιώ­σουν μα­ζί τους. Έ­τσι, σι­γά σι­γά, τα κουρ­δι­κά α­σι­ρέτ και οι με­γά­λοι α­γά­δες πή­ραν με το μέ­ρος τους τα ιπ­πι­κά τάγ­μα­τα. Ο Τούρ­κος ό­μως, παι­διά μου, δεν έ­χει μπέ­σα. Έ­δω­σαν, για­τί ή­θε­λαν να πά­ρουν. Ή­θε­λαν να μας στρέ­ψουν κα­τά των Αρ­με­νί­ων, των Φι­λέ­δων.8
Σημειώσεις

  1. Τάγ­μα­τα α­λα­ϊ­λα­ρί: τάγ­μα­τα που ί­δρυ­σε ο σουλ­τά­νος Α­μπντούλ Χα­μίτ στα τέ­λη του 19ου αιώνα, με στό­χο την κα­τα­στο­λή των Αρ­με­νί­ων.
  2. Ρω­μιοί: έ­τσι α­πο­κα­λούν οι Κούρ­δοι τους Τούρ­κους.
  3. Ρω­μα­ρές: μαύ­ρος Τούρ­κος (βρι­σιά)
  4. Ζα­νταρ­με­ρί: χω­ρο­φύ­λα­κας.
  5. Ζα­μπι­τά, ζα­μπτιές: α­στυ­φύ­λα­κας.
  6. Α­σι­ρέτ: φυ­λές.
  7. Ρουτ­πέ: γα­λό­νια, α­ξιώ­μα­τα.
  8. Φι­λέ: Αρ­μέ­νιος.

Ο Τζε­μίλ Του­ράν γεν­νή­θη­κε στη δεκα­ε­τί­α του ’50 στο Κουρ­δι­στάν της Τουρ­κί­ας, στην πε­ριο­χή Σερ­χάτ. Με­γά­λω­σε σε φορ­τι­σμέ­νο, πα­τριω­τι­κό κλί­μα. Έ­κα­νε α­νώ­τα­τες σπου­δές στην Ά­γκυ­ρα κι αρ­γό­τε­ρα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.
Ε­ντά­χθη­κε και α­γω­νί­στη­κε στην πρώ­τη γραμ­μή του α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού α­γώ­να του Κουρ­δι­κού Κι­νή­μα­τος. Έ­ζη­σε τις δύ­ο χού­ντες της Τουρ­κί­ας, 1971 και 1980. Κυ­νη­γή­θη­κε για την α­γω­νι­στι­κή και την πο­λι­τι­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα, φυ­λα­κί­στη­κε και δο­κί­μα­σε ό­λες τις μορ­φές βα­σα­νι­στη­ρί­ων.
Διέ­φυ­γε το 1984, πέ­ρα­σε στην Ελ­λά­δα, ό­που ζή­τη­σε πο­λι­τι­κό ά­συ­λο, και αρ­γό­τε­ρα α­πέ­κτη­σε την ελ­λη­νι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα.
Ερ­γά­ζε­ται ως δη­μο­σιο­γρά­φος στο Υ­πουρ­γεί­ο Τύ­που. Άρ­θρα του και πο­λι­τι­κές α­να­λύ­σεις του δη­μο­σιεύ­ο­νται στον κουρ­δι­κό και στον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο.
Τη ζω­ή του α­φη­γή­θη­κε στον Νί­κο Κάσ­δα­γλη και γρά­φτη­κε το βι­βλί­ο Το Α­ρα­ράτ α­στρά­φτει. Ε­πι­με­λή­θη­κε το ι­στο­ρι­κό βι­βλί­ο του Κε­μάλ Μπουρ­κά­ι Οι Κούρ­δοι και το Κουρ­δι­στάν.
Το μα­τω­μέ­νο χιο­νο­λού­λου­δο εί­ναι το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο Κούρ­δου που γρά­φτη­κε στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek