του Α. Αλαβάνου, από το Άρδην τ. 8 Μάιος-Ιούνιος 1997

Από τότε που η Δύση ανεκάλυψε τον ιό του AIDS, στην γερμανική αεροπορική εταιρεία Lufthansa δίνουν µια πετσέτα ζεστή, αρωματική, λίγα λεπτά πριν την προσγείωση, να σκουπίσουµε το πρόσωπό µας. Από τότε που εμφανίστηκε το πρόβληµα του AIDS, οι αεροσυνοδοί φοράνε κάποια πλαστικά διαφανή γάντια και χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες πετσέτες. Απ᾽ όλες τις εικόνες που είδα, µετά τη βύθιση του πλοίου από τους Ιταλούς και τον πνιγμό 80-85 ανθρώπων, ανάμεσά τους και παϊδιά και από τις συγκλονιστικές εικόνες απ᾿ αυτούς που επέζησαν, προσωπικά, ιδιαίτερα µε άγγιξε η εξής: οι Ίταλοί καραμπινιέροι να παίρνουν τους επιζήσαντες, όχι µε τον καλύτερο τρόπο θα έλεγα, και να τους οδηγούν στις κλούβες της αστυνοµίας φορώντας και αυτοί τα ίδια πλαστικά γάντια που είδα και στη Lufthansa. Τη στιγµή που υπήρχε τόση µεγάλη ενοχή και τόσο µεγάλο έγκλημα και τόσος ανθρώπινος πόνος, το να αγγίξει κάποιος τον άλλο είναι µια συµπαράσταση. Ἡ Δύση, η µεγάλη Ίταλία, που στον πόλεμο ονόμαζε τους Αγίους Σαράντα, Έντα -το ὁγοµα της κόρης του Μουσολίνι-οι υπεύθυνοι γι’ αυτή την καταστροφή, µε το πλαστικό, προσπαθούσαν να αποτρέψουν ακόµα και την σωματική επαφή. Κατά τη γνώµη µου βρισκόμαστε από πλευράς τῆς Δύσης, όχι µόνο σε µια πρωτοφανή µορφή 1µπεριαλισμού αλλά και ρατσισμού απέναντι στο αλβανικό πρόβλημα.

Αυτοί, οἱ δυνατοί, βέβαια, εγκλωβίζουν µέσα στο πρόβληµα και την Ελλάδα. Γιατί υπάρχει η κοινότητα, υπάρχει η Ελλάδα, είµαστε στην κεντρική εξέλιξη των γεγονότων, και πάνω σ᾿ αυτό θα ήθελα να πω τα πόσο καταστροφικά και μεγάλα λάθη έχει κάνε και συνεχίζει να κάνει η επίσηµη ελληνική πολιτική απέναντι στην ελληνική κοινότητα και συνολικά στην Αλβανία.

Και θα ήθελα να πω κάποια πράγματα που ορισμένοι θα διαφωνήσουν -αυτό είναι εξάλλου φυσιολογικό- δεν θα ήθελα να αντιδράσουµε, θα ήθελα να αξιοποιήσουµε αυτή τη δυνατότητα που έχουµε για συζήτηση.

Πρώτο λάθος, κατά τη γνώµη µου, είναι ο τρόπος που αντιµετώπισε την ελληνική κοινότητα της Αλβανίας, τη στιγµή που πιστεύω, ότι όλες οἱ πολιτικές δυνάµεις του τόπου όφειλαν να τη δούνε µε σεβασμό. µε προσοχή, με πολιτική διορατικότητα, µε εµβρίθεια, συν τοις άλλοις, γιατί υπήρχε µια ενοχή όλων των πολιτικών δυνάµεων, διότι δεν μπόρεσε να υπάρξει στην Ελλάδα πολιτική δύναμη, η οποία στις δεκαετίες του ᾿50. μέχρι το 80, µέχρι την πτώση της δικτατορίας, να διαµορφώσει µια πολιτική στήριξης, της ελληνικής μειονότητας, αλλά ήταν όλες αγκυλωμµένες µέσα στα πλαίσια των ψυχροπολεμικών πολιτικών αντιπαραθέσεων, που είχαν περάσει και στις ελληνικές πολιτικές δυνάµεις. Επίσης και εµείς, ως αριστερά, έχουµε τις δικές µας µεγάλες ευθύνες για σιωπές που έγιναν, για αδιαφορίες, για έλλειψη ευαισθησίας ίσως, απέναντι στην ελληνική κοινότητα, στο όνοµα της αντιπαράθεσης τῶν στρατοπέδων, στο όνοµα ενός σοσιαλισμού -με τον οποίο µπορεί να µην συμφωνούσε κάποιος αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν ένας σοσιαλισμός που διεκδικούσε την αλλαγή.

Νομίζω ότι, κατ᾽ αρχήν, η προσέγγιση τῆς ελληνικής κοινότητας µετά την πτώση των καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, έγινε µε ιδεολογικά χαρακτηριστικά και ενταγμένη στη συνολική στρατηγική της Δύσης. Αντί να έχουμε ὡς σηµαία µας αυτή την κοινότητα, προσπαθήσαµε να λειτουργήσουµε ὡς σηµαιοφόροι για την απελευθέρωση της Αλβανίας.

Ὑπήρξε µια απελευθέρωση αλλά όµως, είχε πάρα πολλά ερωτηµατικά και παίξαµε το ρόλο που ήθελαν για µας οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. και δώσαμε μηνύματα λαθεμένα, πάρα πολύ λαθεµένα. Ανάμεσα στα άλλα μηνύματα που δώσαμε ήταν ότι θα μπορούσε αυτό το κομμάτι που ζει εκεί, η ελληνική κοινότητα, να ενταχθεί, να βρεθεί µέσα στα ελληνικά σύνορα. Πολύ λαθεµένη προσέγγιση και παίρνουµε την απάντηση σήµερα. Φτάνουμε στα σύνορα και µέσα στην κρίση δεν υπάρχει ένας στρατιώτης, είναι άδεια εώς σήµερα και όµως κανείς, και αυτό είναι λογικό, κανείς στα σοβαρά δεν θέλησε να εµπλέξει τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις μέσα σ’᾿ αυτή την κρίση. Και παρόλο που θα εμφανιζόµαστε ὡς σωτήρες και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι µπήκαµε για να διασφαλίσουµε την ελληνική μειονότητα, να βοηθήσουμε τους Αλβανούς να ζήσουν σε µια πιο σταθερή χώρα. Και όμως κανείς δεν μπόρεσε να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Γιατί υπάρχει µια διεθνής πραγματικότητα, την οποία η Ελλάδα οφείλει να σεβαστεί. Πέραν τούτου δεν στηρίξαµε την ελληνική κοινότητα σε πολλά σηµεία. Ανάμεσα στους ακροατές υπάρχουν άνθρωποι που ήσαν χρόνια καταδικασµένοι από το προηγούµενο καθεστώς της Αλβανίας για τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση δεν έδειξε το ενδιαφέρον για στοιχειώδη προσπάθεια στήριξης, για ασφάλεια, σύνταξη. Και είναι ειδική κατηγορία ανθρώπων. Πιστεύω, αυτό που υπήρχε, ήταν ότι εκεί βρίσκεται µια ελληνική κοινότητα, αυτό µας ενδιέφερε, και πέρα απ᾿ αυτό τίποτα άλλο δεν µας ενδιαφέρει. Πιστεύω ότι αυτό ήταν πολύ µεγάλο λάθος. Την ἴδια την ελληνική μειονότητα, τους ίδιους τους χαρακτηρίζει το όνομα αλλά και το ομόγλωσσο και το οµότροπο, δηλαδή η δυνατότητα να μιλάνε την ἴδια γλώσσα, να χουν τα ἴδια ήθη και έθιµα, τον ίδιο πολιτισμό. Ὑπάρχει ο πυρήνας αυτός ο οποίος αξίζει κάθε σεβασµό, στήριξε τον πολιτισμό, την ορθοδοξία, τις παραδόσεις µας. Γύρω από την κοινότητα υπήρχε µια µεγάλη ζώνη ανθρώπων η οποία ήταν έτοιµη να θυσιάσει κι αυτή, να δεχτεί αν θέλετε και στοιχεία γλωσσικά και στοιχεία πολιτιστικά. Και εμείς που µέσα στην καθημερινότητά µας εκπλαγήκαµε από τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης που έδειχναν όλο σχεδόν το Νότο, όπου πλησίαζε ένας ρεπόρτερ, να απαντάει στα ελληνικά. Άλλος καλά, άλλος μέτρια, άλλο κουτσά-στραβά. Και εἴχαµετη δυνατότητα να δημιουργήσουμε κάτι µεγάλο, ευρύτερο, γύρω από την ελληνική κοινότητα γιατί τα πάντα γύρω από την Ἱστορία κινούνται, σήµερα είσαι Έλληνας, αὖριο είσαι Τούρκος σήµερα είσαι Αλβανός, αύριο είσαι Έλληνας, φίλος της Ελλάδας. Αλλά εμείς φτάσαμε στο σηµείο, να µην επιτρέπουµε στα παιδιά τῶν Βορειοηπειρωτών να μπαίνουν στα σχολεία ή να µην επιτρέπουµε στα παιδιά των Αλβανών να μάθουν ελληνικά µέσα στα ελληνικά σχολεία.

Τι σηµαίνει να μάθει ελληνικά ένα παιδί έξι-εφτά χρονών; Σηµαίνει ότι αρχίζει και δηµιουργείται ένας οµφάλιος λώρος συνολικά για την Ελλάδα, τον πολιτισµό, την ιστορία της. Και το πρώτο λάθος ήταν αυτό: ότι αποκόψαµε την ελληνική µειονότητα από τον περίγυρό της (το περιβάλλον της) και θα την αποκόψουμµε και από τις πολιτικές επιλογές µας.

Δεύτερο λάθος: η πολιτική της Ελλάδας στην Ε.Ε.

Ὑπάρχει µια ιδέα που λέει ότι εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα είναι να εφαρμόζει την πολιτική της Ε.Ε.

Ἡ άποψη της σημερινής κυβέρνησης είναι ότι πρέπει να γίνει το χαλί της Ε.Ε. Και ίσως σε ορισμένα σηµεία ναι σχύει. Έχουμε ας πούμε τα πακέτα Ντελόρ, υπογράφουµε συμφωνίες αναπτυξιακές αλλά πρωτίστως πρέπει να τα υλοποιούµε για να είµαστε εντάξει µε τον εαυτό µας, πρώτα-πρώτα.

Σε ορισμένα σηµεία στα οποία δεν ισχύει, πέρα από το τουρκικό, είναι το αλβανικό. Γιατί; Γιατί η Ε.Ε. εντάσσεται µέσα στα πλαίσια τῆς αναμέτρησης και τελικής νίκης απέναντι στα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ευρώπης και της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς να βλέπει καμιά προὐπόθεση ουσιαστικής ανάκαµψης και, εάν θέλετε, απόδοσης ελευθεριών και δημοκρατίας. Έτσι, για το λόγο αυτό, η πολιτική της Ε.Ε. είναι Ιδιοτελής. Και το ερώτηµα που τίθεται είναι γιατί εξακολουθούν και στηρίζουν τον Μπερίσα και οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, αφού είναι καμένο χαρτίς Ο ίδιος ο Μπερίσα µπορεί να ζήσει στην εξορία, έχει κάνει τις αποταμιεύσεις του, µπορεί να ζήσει έξω και µπορεί να επιστρέψει µετά από ορισμένα χρόνια.

Νομίζω ότι η απάντηση σ᾿ αυτό είναι ότι κύκλοι και τῆς πολιτικής και τῆς οικονοµικής ζωής της Γερμανίας και της Ιταλίας θεωρούν ότι ουσιαστικές και µεγάλες αλλαγές στην Αλβανία δεν είναι σίγουρο ότι θα εξασφαλίσουν τα συµφέροντά τους. Και, αναφερόμενοι στους Ιταλούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουν πραγματοποιήσει τεράστιες επενδύσεις και αγορές εκτάσεων στις ακτές της Αδριατικής. Μέσα σ᾿ αυτήν την Ιδιοτέλεια και τα στενά οικονομικά συμφέροντα που υπάρχουν στην Ε.Ε., η Ἑλλάδα ακολούθησε µια εξώτερική πολιτική πλήρους προσαρµογής. Το αποτέλεσµα ήταν ότι, µέσα στα πλαίσια των Ιδιοτελών συμφερόντων στα οποία η Ε.Ε. χάραξε την πολιτική της στο Αλβανικό, απέτυχε πλήρως.

Ἡ πολιτική της Ε.Ε. στην υπόθεση της Αλβανίας ήταν απολύτς ανεπιτυχής. Στηρίχθηκε σε έναν ηγέτη. τον Μπερίσα, και όχι σε έναν σαν τον Χάβελ που είχε η Τσεχία. Το καθεστώς που καθιέρῶσε είχε στοιχεία τυχοδιώκτισμού, αρπαχτικότητας, οικοδόµησης ενός τυρρανικού καθεστώτος που δεν μπορούσε να σταθεί ούτε στα πλαίσια των σχέσεων µε την Ε.Ε. Για το καθεστώς αυτό και για τον ηγέτη αυτόν η Ε.Ε. έδώσε και ξόδεψε χρήµατα που σε κατά κεφαλήν προσφορές ήσαν οι υψηλότερες σ᾿ ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη.

To τρίτο λάθος ήταν ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάλαβε τη σημασία που έχει για την ελληνική κοινότητα η διαµόρφώση ενός ευρύτερου πλαισίου δηµοκρατίας και ανάπτυξης, που ήταν απαραίτητο για την ίδια την επιβίωσή τῆς. Είναι σαν να έχεις έναν κήπο και να αδιαφορείς για το πότισµά του. για το λίπασµά του. για το σκάψιµό του και να πηγαΐνεις να φροντίζεις µόνο µια τριανταφυλλιά που έχεις. Εμείς πηγαίναµε και φροντίζαµε την τριανταφυλλιά και όλος ο κήπος ξεραινόταν και µαραινόταν. Και εδώ οι ευθύνες της ελληνικής κυβόρνησης είναι τερατώδεις.

Εμείς στείλαµε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις εκλογές προσβάλλοντας και αυτό το θεσµό της δημοκρατίας της χώρας. Και το ξεπεράσαµε αυτό. Έρχεται η κρίση, η εξέγερση του Νότου, και βγαίνει ο κύριος Ῥέππας και ανακοινώνει ότι τον Μάρτιο πρόκειται να επισκεφθεί την Ἑλλάδα ο κύριος Μπερίσα.

Μ᾽ αυτόν τον τρόπο νομίζω ὁτι υπονομεύσαμε και παγιδεύσαµε την ελληνική κοινότητα. Δημιουργούσαμε το κλίµα και δημιουργούσαµε τεράστιες αντιθέσεις. Και δεν νομίζω ότι δεν εξηγήσαµε. Στηρίξαµε τον Μπερίσα λέγοντας ότι θα εξασφαλίζαµε ορισµένα µέτρα προς όφελος της ελληνικής κοινότητας. Είναι σαν να µας δίνει ορισμένα δικαιώµατα η Τουρκία γιατους Έλληνες της Πόλης και δεν µας ενδιαφέρει για το Κουρδικό ή τους δηµοκράτες της Τουρκίας. Είναι ένα πολύ µεγάλο λάθος. Καμιά δημοκρατική παραχώρηση δεν µπορεί να υπάρξει εάν δεν ακολουθείται από βαθειά-ουσιαστική δημοκρατική εξέλιξη στη χώρα µετην οποία συνδιαλέγεσαι.

Και όχι µόνο αυτό. Νομίζω ὁτι εκθέσαµε το λαό. Διαπιστώσαµε πόσο, µετά τις εκλογές -ενώ οι άλλες δημοκρατικές δυνάµεις της αντιπολίτευσης προσπαθούσαν για εκδημοκρατισμό της Αλβανίας- ταλαντεύτηκε η ηγεσία τῆς ελληνικής κοινότητας, απέναντι στη δυναµική των αλλαγών στην Αλβανία, για να κάνει κάποιες επιλογές που θα έπρεπε να κάνει και τις είχε αισθανθεί. Το αποτέλεσµα ήταν να µην εφαρμοστεί καμιά απ᾿ αυτές.

Αυτό, ήταν πιστεύῶ επίσης µεγάλο λάθος. Και εάν θέλετε, είναι ένα ερωτηματικό για µένα το εάν είναι απαραίτητο για τα θρησκευτικά και πολιτιστικά της δικαιώµατα η ελληνική κοινότητα της Αλβανίας να έχει ένα δικό της κόμμα και να εκφράζει -με δυναµικό τρόπο- τα δικαιώματά της ή να συμμετέχει µέσα στις διαδικασίες όλων τῶν πολιτικών δυνάµεὢν της χώρας αυτής.

Σα τέταρτο και τελευταίο εἰναι η σηµερινή κατάσταση. Και κύρια, σήµερα, έχει να κάνει µε τη στρατιωτική δύναμη επέµβασης.

Νομίζω ότι οι ευθύνες της Ελλάδας είναιτεράστιες, γιατί ασκήσαµε ασφυκτικές πιέσεις και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι ο Μπερίσα δεν φεύγει. Τους βάλαμε λοιπόν σ᾿ αυτό τον συμβιβασμό και απορεί κανείς γιατί συμβιβάστηκαν, γιατί δεν τραβήξανε µέχρι τέλους τη αντίδραση αυτή που υπήρχε από το λαό. Αυτό δεν είχε κανένα όφελος, απλώς αποθάρρυνε. Και φτάνουμε σήµερα να πηγαίνουμε σε στρατιωτικά µέσα παρέμβασης χωρίς να έχουµε εξαντλήσει τα στοιχειώδη πολιτικά µέσα. Τα οποία είναι η Διεθνής Κοινότητα -όπως η ίδια έχει κάνει πολλές φοῥές. Θυμάστε στις τελευταίες μέρες της δικής µας χούντας, τις δηλώσειςτου Κίσινγκερ, “Μας τελείωσε ο Γκιζίκης, µας τελείῶσεο Ιωαννίδης”. Πίεσε τον Μπερίσα, πίεσέ τον. Τι εκτόνῶση θα μπορούσε να φέρει αυτό! Τι αλλαγή της κατάστασης! Τι δυνατό-τητες ενίσχυσης της αυτοοργάνώσης! Τι δυνατότητες από το τριπολικό να γίνει διπολικό το στοιχείο της Αλβανίας. Δηλαδή ανάµεσα στην αντιπολίτευση. Αν θέλετε, και στις δυνάµεις που ακολουθούσαν τον Μπερίσα και αυτές που αντιπολιτεύονταν χωρίς τον Μπερίσα όµως. Και τώρα στις δυνάµεις της εξέγερσης του Νότου επιβάλλουµε στρατιωτική επέµβαση. Νομίζω ότι ήταν καταστροφικό λάθος αυτό. Έχουμε το παράδειγµα της Σομαλίας. Πως τους πήρανε µε τις πέτρες. Έχουµε µια Αλβανία η οποία πονάει – γιατί όλοι συμφωνούμε ότι οι Αλβανοί είναι άνθρωποι που έχουν περηφάνεια, έχουν Ψυχικό κόσμο-πονάει γι’ αυτό το έγκλημα που έγινε χθες από τους Ιταλούς. Και στέλνουµε στρατιωτική δύναμη µε επικεφαλείς τους Ιταλούς. Δίπλα σ᾿ αυτούς που ονειρεύονται µια εποχή ιταλοποίησης, πάλι, της Αλβανίας, ερχόμαστε κι εμείς οι µικροµεγάλοι. Και γίνεται στοιχείο τῶν ειδήσεών µας πόσο στρατό θα στείλουμε, εάν θα στείλουμε και τάνκς, τι όπλα θα µεταφέρουμε, κι όλα αυτά. Και σε ένα ενδεχόμενο συγκρούσεων, σε ένα ενδεχόµενο υπονόµευσης, σ᾿ ένα ενδεχόµενο θανάτου µε παρουσία του ελληνικού σώματος, καταλαβαίνετε τι άλλα συναισθήματα καχυποψίας, εχθρότητας, αντιπαράθεσης θα υπάρξουν στον αλβανικό λαό.

Και, µετά. απ᾿ όλα αυτά τίθεται το ερώτημα: ποιες θα πρεπενα είναι οι δικές µας θέσεις. Αυτό που πρέπει να κάνει η Διεθνής Κοινότητα είναι ότι, πριν στείλει οποιαδήποτε στήριξη, να ζητήσει να φύγει ο Μπερίσα από την διακυβέρνηση της χώρας. Τα άλλα εἰναι τυχοδιωκτισµός και καταστροφῄ για τη χώρα. Και από εκει και πέρα πιστεύω ότι ο κύριος τρόπος παρέµβασής της θα πρέπει να εἷναι στον οικονομικό τοµέα, στον πολιτιστικό τοµέα, στον ανθρῶπιστικό τοµέα, στην παρουσία, την ελληνική, στην ανθρωπιστική και υγειονομική πλευρά. Δεν καταλαβαίνει κανείς ότι ο λόχος ο ελληνικός δεν µπορεί να φέρει αποτελέσµατα όσο το να “πιάσουμε” ένα γηροκοµείο στους Αγίους Σαῥάντα ή ένα ορφανοτροφείο στο Αργυρόκαστρο ή τα χωριά που ζει κυρίως η ελληνική κοινότητα και να τα ξαναφτιάξουµε από την αρχή. Ἡ να στηρίξουμε, και είναι µέσα στις δυνατότητές µας, τους Αλβανούς πρόσφυγες; Ἡ να ξεκινήσουµε εμείς, συμβολικά, το Διεθνές Ταμείο -γιατί υπάρχει και η ηθική διάσταση του προβλήματος- που σε ένα βαθµό θα αποζηµιώσει τους Έλληνες και τους Αλβανούς που έχασαν τις επενδύσεις τους. Η γνώµη µου είναι ότι µπορούμε να κάνουµε πολλά, έχουµε τεράστιες δυνατότητες, αλλά φοβάµαι ότι συνεχίζουμε να είµαστε πολύ κατώτεροι τῶν περιστάσεων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek