Η γαλλική προσέγγιση στην Ανατ. Μεσόγειο: «Πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος η επανάληψη του βαλκανικού σεναρίου»

Συνέντευξη του Πασκάλ Οσσέρ στον Αντουάν Ιζαμπάρ από το Άρδην τ. 119 που κυκλοφορεί με αφιέρωμα στην γεωπολιτική της Τουρκίας κ.ά.

Οι εντάσεις μεταξύ, από τη μια πλευρά, Αθήνας και Παρισιού, και από την άλλη, της Άγκυρας, συνέχισαν να επιδεινώνονται ύστερα από την έναρξη, τον Αύγουστο, των τουρκικών εξερευνητικών επιχειρήσεων σε μια αμφισβητούμενη περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, πλούσια σε υδρογονάνθρακες. Ενώ τα δύο στρατόπεδα προβαίνουν σε στρατιωτικούς ελιγμούς σε αυτή τη περιοχή, η Ελλάδα ανακοίνωσε το περασμένο Σαββατοκύριακο [10/09/2020] ότι θα προβεί στην αγορά 18 Ραφάλ, το μαχητικό αεροσκάφος της Dassault. Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τη Γαλλία «νταή» μετά την αποστολή δύο γαλλικών Ραφάλ καθώς και της φρεγάτας Λα Φαγέτ στην περιοχή, προειδοποίησε εκ νέου το Παρίσι, το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου: «Κύριε Μακρόν, δεν θα πάψετε να έχετε προβλήματα με εμένα. (…) Μην επιδιώκετε τη σύγκρουση με τον τουρκικό λαό, μην επιδιώκετε τη σύγκρουση με την Τουρκία». Ταυτόχρονα, το Όρουτς Ρέις, ένα τουρκικό εξερευνητικό σκάφος που βρίσκεται στο επίκεντρο των εντάσεων, επέστρεψε σε τουρκικό λιμάνι. Ο Αντιναύαρχος Πασκάλ Οσσέρ του Μεσογειακού Ιδρύματος Στρατηγικών Μελετών (FMES) και πρώην επικεφαλής του στρατιωτικού γραφείου του Υπ. Άμυνας, αποκρυπτογραφεί αυτές τις εντάσεις.


Πώς αναλύετε τη γαλλική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο;
Έχει σημασία ότι τουλάχιστον υπάρχει. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει γνώση της κατάστασης, αλλά θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή δεν είναι και τόσο απλή. Η Γαλλία και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν τη σκόπιμη, σχεδιασμένη και επιδέξια εφαρμοσμένη στρατηγική του Ερντογάν. Βρισκόμαστε λοιπόν σε θέση αντίδρασης. Ωστόσο, το Παρίσι τοποθετήθηκε ως παράγοντας κλειδί σε αυτή τη σύγκρουση. Η επιθυμία να συσπειρώσει ένα τμήμα της Ευρώπης, να συγκροτήσει μια λύση συλλογική απέναντι στην Τουρκία που δρα ολοένα και πιο αποσταθεροποιητικά για την ήπειρό μας, είναι μία εξαιρετική πρωτοβουλία. Απομένει να δούμε αν οι γείτονές μας θα μας ακολουθήσουν σε αυτή τη διαδικασία. Προς το παρόν, τα αποτελέσματα είναι αμφίσημα. Οι χώρες της νότιας Ευρώπης κινητοποιούνται, όπως είδαμε με την πρόσφατη σύνοδο κορυφής στο Αιάκιο. Οι υπόλοιποι όμως κοιτάζουν αλλού. Για τη Βόρεια Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος είναι δευτερεύον διακύβευμα. Ο κύριος εταίρος μας, η Γερμανία, διατηρεί μια πολύ συμφιλιωτική στάση απέναντι στην Τουρκία, τις τελευταίες εβδομάδες, η οποία έχει να κάνει με τη στρατηγική της παράδοση, τους οικονομικούς της δεσμούς με την Τουρκία και, φυσικά, με τα σχεδόν τρία εκατομμύρια Τούρκους που κατοικούν στην επικράτειά της. Αυτή η συναινετική στάση δεν είναι προφανώς η σωστή επιλογή απέναντι σε πολιτικούς όπως ο Ερντογάν, οι οποίοι προσφεύγουν ανεμπόδιστα σε τετελεσμένα γεγονότα και στη στρατιωτική ισχύ και αποδεσμεύονται από το διεθνές δίκαιο. Πρέπει αντιθέτως, να ξέρει κανείς να επιδεικνύει πυγμή.

Ακριβώς, ποια είναι τα ευρωπαϊκά περιθώρια ελιγμών;
Καταρχάς, μπορούμε να σημειώσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πρόβλημα λογισμικού απέναντι σε ηγέτες όπως ο Πούτιν ή ο Ερντογάν (ή ακόμη ο Σι Ζιπίνγκ και ο Τραμπ), που προτιμούν τους συσχετισμούς ισχύος. Αυτοί οι ηγέτες έχουν εγκαταλείψει την πολιτική των πολυμερών διαπραγματεύσεων, του σεβασμού στα διεθνή πρότυπα και των φιλικών διευθετήσεων. Ωστόσο, η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω σε αυτές τις αξίες. Η τουρκική πολιτική αντιστρέφει αυτή τη πραγματικότητα και αποκαλύπτει μια από τις κύριες αδυναμίες της ΕΕ. Αυτό όμως δεν είναι καινοφανές. Το είχαμε ήδη βιώσει κατά τη διάρκεια της βαλκανικής κρίσης, τη δεκαετία του 1990, όταν οι Ευρωπαίοι είχαν παραλύσει μπροστά στην επανεμφάνιση της βίας στην Ευρώπη, πράγμα που οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρέμβουν. Πρέπει με κάθε κόστος να αποφευχθεί η επανάληψη του βαλκανικού σεναρίου, διότι θα ήταν καταστροφικό για τους Ευρωπαίους. Οι εταίροι μας πρέπει να καταλάβουν ότι διακυβεύεται η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού σχεδίου: εάν αποτύχουμε για άλλη μια φορά να αναλάβουμε μόνοι μας την ευθύνη της ασφάλειας και της σταθερότητας στη περιοχή μας, θα διαλυθούμε. Όπως δήλωσε ο Σίγκμαρ Γκάμπριελ [πρώην Υπ. Εξωτερικών της Γερμανίας] «σε έναν κόσμο γεωπολιτικών σαρκοβόρων, οι Ευρωπαίοι είναι χορτοφάγοι» και κινδυνεύουν να γίνουν «βήγκαν και έπειτα θήραμα». Η ακινησία μπροστά στη χρήσης βίας δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική επιλογή.


Ο Μακρόν δεν ανέλαβε κάποιο ρίσκο μιλώντας για μια «πολιτική κόκκινων γραμμών» στη Μεσόγειο;
Η έννοια της «κόκκινης γραμμής» είναι επικίνδυνη, γιατί είναι δεσμευτική. Η απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα να μην παρέμβει στη Συρία το 2013, μετά τον καθορισμό μιας υποτιθέμενης «κόκκινης γραμμής», ήταν καταστροφική. Ακολούθησε η ουκρανική κρίση, ο πόλεμος στο Ντονμπάς και η κινεζική πολιτική ισχύος στη Θάλασσα της Κίνας. Στην Ουκρανία και τη Συρία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εισχώρησε στο κενό. Τίποτα δεν θα ήταν χειρότερο από το να ακολουθήσουμε το ίδιο παράδειγμα. Αυτό πιθανότατα θα είχε τα ίδια αποτελέσματα, ο Ερντογάν θα έβγαινε πιο δυνατός και η Ευρώπη αποδυναμωμένη. Ο καθορισμός ορίων είναι απαραίτητος, αλλά δεν πρέπει αυτές να είναι μονάχα ρητορικές, με τον κίνδυνο να χαθεί η αξιοπιστία μας. Πρέπει λοιπόν να οργανώσουμε την ικανότητα αντίδρασης, πολιτικής, οικονομικής και ενδεχομένως στρατιωτικής, σε συντονισμό με τους συμμάχους μας, ιδιαίτερα με τους Γερμανούς.


Ακόμα κι αν ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία στο ζήτημα της μετανάστευσης, οι οικονομικές δυσκολίες της Άγκυρας αποτελούν ένα μοχλό πίεσης για τους Ευρωπαίους;
Απολύτως. Εάν η Γερμανία, για παράδειγμα, που είναι σημαντικός οικονομικός εταίρος της Τουρκίας, λάμβανε περιοριστικά μέτρα, αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες. Παρόλο που ο Ερντογάν είναι εξαιρετικά αποφασιστικός σε ό,τι επιχειρεί, είναι επίσης ικανός να διαπραγματευτεί. Το είδαμε τον Νοέμβριο του 2015 όταν ο τουρκικός στρατός κατέρριψε το ρωσικό Σουχόι. Στη συνέχεια, ο Πούτιν απαγόρευσε στους Ρώσους να ταξιδεύουν προς την Τουρκία για τουρισμό, πράγμα που είχε σημαντικές συνέπειες για την τουρκική οικονομία. Τον Αύγουστο του 2016, ο Ερντογάν αποφάσισε να ταξιδέψει στη Μόσχα για να προσφέρει παραχωρήσεις που οδήγησαν στη συμφωνία της Αστάνα. Ο Τούρκος πρόεδρος ξέρει πώς να κάνει συμφωνίες, αλλά γι’ αυτό είναι απαραίτητο να τεθούν οι προϋποθέσεις διαπραγμάτευσης. Όταν βλέπει ότι η προτεραιότητα της Ευρώπης είναι αποκλειστικά η αποκλιμάκωση, το ενδεχόμενο να υποχωρήσει είναι απίθανο. Αν, αντιθέτως, η Ευρώπη είναι ισχυρή και αρκετά ενωμένη απέναντί του, θα αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις.


Πώς φτάσαμε σε αυτήν την τουρκική διείσδυση στην Ανατολική Μεσόγειο;
Είτε πρόκειται για μεταναστευτικά είτε για εδαφικά ζητήματα, η Ευρώπη έχει δώσει την εντύπωση, τα τελευταία χρόνια, ότι παραδίδει τα πάντα στην Τουρκία. Ας μην ξεχνάμε ότι, πριν από αυτό που συμβαίνει σήμερα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, ο Ερντογάν είχε ήδη απαγορεύσει, προς όφελος της Τουρκίας, την εξερεύνηση αερίου στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου, και στη συνέχεια πραγματοποίησε έρευνες στις ίδιες περιοχές. Αντιλήφθηκε ακριβώς ότι η αντίσταση που συναντούσε ήταν ασθενική και το εκμεταλλεύτηκε. Ο πραγματικός κίνδυνος έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η υπερβολική αδυναμία εκ μέρους των Ευρωπαίων μπορεί να παρασύρει τον Ερντογάν σε μία ενδεχόμενη λανθασμένη εκτίμηση που θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση: Η προσάρτηση της βόρειας Κύπρου, η εισβολή σε κάποιο ελληνικό νησί στο Αιγαίο ή μία βίαιη ενέργεια ενάντια σε ευρωπαϊκό σκάφος. Πρέπει επομένως να δημιουργήσουμε μια ισορροπία δυνάμεων αποτρεπτική που θα οδηγεί τον Ερντογάν σε διαπραγματεύσεις.


Προς το παρόν, ο Τούρκος πρόεδρος φαίνεται δύσκολο να προσφύγει σε διαπραγμάτευση, όταν δηλώνει ότι η χώρα του δεν θα διστάσει «να δώσει μάρτυρες» και ότι «όσοι συγκρούονται με τη Τουρκία» δεν είναι «έτοιμοι για τις ίδιες θυσίες».
Φυσικά. Θα πρέπει επίσης να διαβάσετε τα τουίτ του Ερντογάν στα τουρκικά και στα αραβικά (τα οποία, παρεμπιπτόντως, δεν λένε τα ίδια πράγματα) κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο. Είναι εξαιρετικά βίαια για την Ευρώπη. Δεν θα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν ανακοίνωσε αυτό που σκοπεύει να κάνει. Ο Ερντογάν έχει ένα σαφώς καθορισμένο σχέδιο στο μυαλό του, με κύριο κίνητρο εγχώριους πολιτικούς υπολογισμούς (στοχεύει το 2023 και την εκατονταετία της Τουρκικής Δημοκρατίας), που τον κατευθύνει προς έναν αποχαλινωμένο εθνικισμό, υποστηριζόμενο από την ιδεολογία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Γνωρίζει πού πηγαίνει και τελικά υποχρεώνει τους Ευρωπαίους να αναρωτηθούν αν γνωρίζουν και αυτοί πού πηγαίνουν. Σε αυτό προστίθεται μια συγκεκριμένη ικανότητα του Τούρκου προέδρου που είναι επιδέξιος τακτικιστής και ξέρει να προσγειώνεται στην πραγματικότητα, όπως το είδαμε στη περίπτωση της Συρίας. Μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη οπισθοχώρηση του Τραμπ, του οποίου το αποκλειστικό μέλημα είναι η επανεκλογή του, καθώς και την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και ορισμένων μοναρχιών του Κόλπου. Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι σημαντικό να γνωρίζει η ΕΕ ότι δεν θα βγούμε από αυτήν την κρίση με μια απλή συνάντηση στις Βρυξέλλες ή στο ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μια δομική σύγκρουση που αποτελεί ταυτόχρονα σύμβολο της απο-δυτικοποίησης του κόσμου πάνω στην οποία πλέουν η Ρωσία, η Τουρκία και η Κίνα. Η απάντηση δεν είναι εύκολη, αλλά από αυτήν πιθανώς εξαρτάται και η επιβίωση του ευρωπαϊκού μας μοντέλου.

Μετάφραση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ
για το περιοδικό Challenges – 14 Σεπτεμβρίου 2020

Άρδην τ. 119, κυκλοφορεί σε περίπτερα και βιβλιοπωλεία

One Comment

  1. Pingback: Η αντιπαράθεση Γαλλίας – Τουρκίας | Προδρομικός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek