Αρχική » Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

από Άρδην - Ρήξη

του Α. Φακίνου, από το Άρδην τ. 14-15, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998

Ο φίλος μου ο αρχιτέκτονας μου ‘στείλε μια μέρα στη Βίγλα έ να φάκελο με φωτοτυπίες από δυο οθωμανικά έγγραφα του 18ου αιώνα. «Τ’ αγόρασα πρόσφατα σ’ έναν πλειστηριασμό και είμαι βέβαιος πως θα τα βρεις πολύ ενδιαφέροντα», εξηγούσε σ’ ένα λακωνικό σημείωμα. Τα διάβασα προσεχτικά. Είχαν συνταχθεί λίγο πριν αρχίσει να χτίζεται η γέφυρα. Το πρώτο είχε την υπογραφή και τη βούλα του μεγάλου βεζίρη κι απευθυνόταν στους πασάδες και τους σερασκέρηδες σε όλο το ντοβλέτι:

«0 παντοδύναμος και πολυχρονεμένος πατισάχ θέλησε και διατάζει γενική απογραφή των γυρολόγων μουσικών και τραγουδάρηδων, των σαλτιμπάγκων, των θεατρίνων και των θαυματοποιών, σ’ όποια ράτσα κι αν ανήκουν, όποια γλώσσα κι αν μιλούν, όποιο θεό κι αν πιστεύουν. Σ’ ένα χρόνο από σήμερα, μονάχα όσοι θα ‘χουνε περάσει από την απογραφή θα μπορούν να δουλεύουν ελεύθερα, να βγαίνουν από του βιλαετιού τους τα σύνορα και να ταξιδεύουν, να κονεύουν στα χάνια, να βγάζουν δίσκο στις πλατείες και να μαζεύουν παρά. Για να μπορούνε ο ζαπτιέδες να κάνουν έλεγχο, οι νόμιμοι γυρολόγοι θα ‘χουν περασμένο στο λαιμό ένα κορδόνι μ’ ένα μπρούτζινο κρεμασίδι που θα τους δώσουν στην απογραφή. Δίχως αυτό, θα τους πηγαίνουν στον κατή και μετά ντουγρού στο δήμιο ή στο μπουντρούμι».

Κατά χιλιάδες θα μαζεύτηκαν οι γυρολόγοι μπροστά στων ζαπτιέδων τα στρατόπεδα, θα μπήκαν στην ουρά. Όλοι φορτωμένοι με δισάκια και με μπόγους, ο καθένας με της δουλειάς του τα σύνεργα, οι μουσικάντηδες με τα όργανα παραμάσχαλα, οι θαυματοποιοί με κλουβιά όπου γουργούριζαν γυμνασμένα περιστέρια, οι σαλτιμπάγκοι σέρνοντας με αλυσίδες και σκοινιά τους τετράποδους συντρόφους του μεροκάματου: σκυλιά, γιγαντόσωμες αρκούδες, μαϊμούδες με κόκκινα πισινά, περήφανες γίδες με ασημωμένα στρουφιχτά κέρατα. Ανάμεσά τους και κάτι ψωμωμένοι γύφτοι, αληθινά καπλάνια, με χοντρά και γυαλιστερά σκουλαρίκια, που στήνονταν στων χωριών τις πλατείες και κατάπιναν μέχρι τη λαβή ολάκερα σπαθιά ή σήκωναν με τα δόντια σακιά γεμάτα πέτρα. Από κοντά κι οι θεατρίνοι, οι παλαιστές, οι σχοινοβάτες κι οι ταχυδακτυλουργοί, κάθε καρυδιάς καρύδι, άσπροι, μαύροι και κίτρινοι, Τάταροι, Μογγόλοι και Κούρδοι, ξανθοτρίχηδες βόρειοι, νέοι και γέροι.

Να κι ο Τρύφωνας με το λαγούτο του και με μια βούργια. Κάνει ουρά από τα ξημερώματα, μοιάζει συλλογισμένος, σχεδόν ανήσυχος. Αν οι Τούρκοι δεχτούν να τον απογράψουν και του δώσουν το πολύτιμο κρεμασίδι, πάει καλά. Αλλιώ-τικά πάει χαμένος, δεν θα μπορεί να δουλέψει, να βγάλει το ψωμί του, θα ‘ναι αναγκασμένος να ζει στην παρανομία, με το φόβο στην καρδιά συνέχεια. Κάθε φορά που θα βλέπει ζαπτιέδες στον ορίζοντα, θα τρέχει να κρυφτεί, θα παίρνει τα βουνά, θα χώνεται σε σπήλια. Αμα θα νυχτώνεται στο δρόμο, δεν θα τολμάει να μπει σε χάνι, θα στρώνει τα τσούλια του και θα κοιμάται σε στάβλους, παρέα με τα μουλάρια και τ’ άλογα, θα καταφεύγει σ’ ερειπωμένα σπίτια σαν τη νυχτερίδα, σ’ ερημικά μαντριά. 0α ‘ναι πουλημένο κρέας, στο έλεος του ενός και του άλλου, θα ζει σαν τον κλέφτη σαν το φυγόδικο. Εξόν πια κι αν καταφέρει ν’ αποχτήσει κανένα από κείνα τα πλαστά κρεμασίδια που ‘κα-ναν την εμφάνισή τους τώρα τελευταία στων γυρολόγων την πιάτσα. Οι καλπουζάνοι που τα φτιάχνουν και τα εμπορεύονται κάνουν χρυσές δουλειές, οι πάντερμοι μουσικάντες τούς δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν για να τ’ αποχτήσουν, για να μπορούν να δουλεύουν. Μα πού να βρει παράδες γι’ αυτή τη δουλειά… Από μικρό παιδί βρίσκεται στους δρόμους και στις στράτες αλλά δεν κατάφερε ποτέ του να βάλει παράδες στην μπάντα για την κακιά ώρα, ν’ αγοράσει έστω και μια πήχη γη, να φτιάξει ένα τσαρδάκι. Μερικοί συνάδελφοι τον συμβουλεύουν να γυρέψει δανεικά από κάνα πλούσιο έμπορο ή να καταφύγει σ’ αμανετιτζή. Μα ποιος δανείζει το φτωχό, τον άσπιτο, τον πλανόδιο ποι-ητάρη; Και τι ν’ αφήσει στον αμανετιτζή γι’ αμανάτι;

Έρχεται η σειρά του.

Προσκυνάει όπως όλοι τον Τούρκο αξιωματούχο που κάνει το γραμματικό και δίνει ένα ένα τα στοιχεία του προφέροντας αργά και καθαρά την κάθε λέξη. Βουτώντας κάθε τόσο την καλαμένια του πένα στο καλαμάρι, μισοβγάζοντας από τ’ ακρόχειλο τη γλώσσα σαν το μικρό παιδί που πρωτομαθαίνει να γράφει την αλφαβήτα, ο Οθωμανός ιδρώνει και ξεϊδρώνει για να χαράξει τα δύσκολα αραβικά γράμματα, το καλάμι σκαλώνει στο χαρτί, σκοντάφτει και ξερνάει μονοκοπανιά όλο του το μελάνι. Βλέποντας τους ραγιάδες που τον κοιτάζουν αμίλητοι, ο Τούρκος ντρέπεται που ρεζιλεύει μπροστά τους ολάκερη αυτοκρατορία και νευριάζει, οργίζεται. Για να ξεσπάσει, αλλά και για να θυμίσει στους γκιαούρηδες τη δύναμη και την εξουσία του, αρπάζει ένα βούρδουλα που ‘χει πρόχειρο πάνω στο τραπέζι, σηκώνεται κι αρχίζει να χτυπάει όπου βρει. 0 Τρύφωνας τρώει το ξύλο βουβός όπως όλοι, δεν κάνει ούτε μια κίνηση για να προστατευτεί. Κείνο που ‘χει σημασία, είναι να του δώσουν το κρεμασίδι.

Κύλησε ο καιρός, η διορία που ‘δωσε ο πατισάχ για την απογραφή πέρασε, μπροστά στα στρατόπεδα των ζαπτιέδων δεν ξαναστήθηκαν ουρές, οι γυρολόγοι ξαναπήραν τις στράτες. Όλα μοιάζουν περασμένα ξεχασμένα, κανείς πια δεν μιλάει για τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες, για τις τόσες ταπεινώσεις, για τις βουρδουλιές. Άρχισε να συνηθίζει για τα καλά στη σκλαβιά και στην υπακοή ο Έλληνας, έμαθε να προσκυνάει και να κρύβει το κεφάλι όπως κι οι ανατολίτες, ξέχασε το παρελθόν του, την αξιοπρέπεια των προγόνων του. Όποιον Τούρκο βλέπει να φοράει φανταχτερή στολή, τον σέβεται και τον φοβάται, στο δρόμο βγάζει το σκουφί ή το φέσι του και του κάνει τεμενά, παραμερίζει και του κάνει τόπο για να περάσει, Μερικοί, για να παρηγοριούνται, λένε πως ο Έλληνας έμαθε να κάνει ό,τι και η καλαμιά, όταν φυσάνε λυσσασμένοι οι άνεμοι: για να μην τσακίσει, λυγίζει το κορμί και περιμένει να περάσει το μπουρίνι. Μόνο που να, ύστερα από τρεις ολάκερους αιώνες κατοχής ο τεμενάς του ‘γινε συνήθεια, μπήκε στο αίμα του και τον κληρονομάει από τους γονιούς του όπως και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Τα ξέρουν όλα αυτά μερικοί Έλληνες που δουλεύουνε στα ξένα για τον ξεσηκωμό του Γένους κι ανησυχούν, βιάζονται. Η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει πολύ καιρό ακόμα στο έλεος του Οθωμανού, λένε, αλλιώτικα πάει, θα τουρκέψει, θα ξεχάσει την ιστορία και τη γλώσσα της, θ’ αλλαξοπιστήσει. Τι να σου κάνουνε μια χούφτα άνθρωποι μπροστά σ’ αυτό το απειράριθμο σκυλολόι που πλάκωσε από την Ανατολή; Δεν είναι μήτε πέτρινοι, μήτε σιδερένιοι, μια ζωή την έχουν όλη κι όλη, δεν την παίζουν εύκολα κορόνα γράμματα για λευτεριές κι ανεξαρτησίες, για πράγματα θολά κι αβέβαια, ευτυχίες μελλοντικές.

Βιάζονται λοιπόν οι επαναστάτες στα ξένα, στη Βλαχιά, στη Ρωσία και στην Αυστρία, οργανώνονται, κάνουν μυστικούς εράνους κι αγοράζουνε τυπογραφεία, τυπώνουνε με μύριους κινδύνους εφημερίδες, βιβλία, επαναστατικά φυλλάδια, τα στέλνουν μυστικά στην Ελλάδα. Οι πιο σίγουροι ταχυδρόμοι είναι οι γυρολόγοι σαλτιμπάγκοι, οι θαυματοποιοί κι ο θεατρίνοι επειδή σέρνουνε μαζί τους ένα σωρό συμπράγκαλα που τους χρειάζονται για την παράσταση, μπαούλα με διπλούς πάτους και τοιχώματα, μαγικά κουτιά που μπορούν κι εξαφανίζουν ό,τι τους ρίξεις μέσα, μικροέπιπλα με κρυφά συρτάρια. Όλοι τους βέβαια ξέρουν καλά πως κινδυνεύουν, παίζουν τη ζωή τους κορόνα γράμματα, ότι αν τους πιάσουνε οι Τούρκοι θα τους γδάρουν ζωντανούς, θα τους κάνουν χιλίων λογιών μαρτύρια για να προδώσουν, να πουν των συνενόχων τους τα ονόματα. Κι όμως δεν κιοτεύουν, δεν λιποψυχούν, πάνε κι έρχονται, κουβαλάνε συνέχεια. Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης στην Πόλη, κάνουν κάθε λίγο και λιγάκι ειδικές αναφορές στο σουλτάνο, δίνουν στην αστυνομία του πληροφορίες που τους στέλνουν οι δικές τους αστυνομίες. Όχι βέβαια πως αγαπάνε ιδιαίτερα τον πατισάχ, ούτε βέβαια τους Έλληνες. Μόνο που να, οι κυβερνήσεις τους δεν είναι ακόμα έτοιμες για να ριχτούν στους Οθωμανούς και να μοιραστούν την αυτοκρατορία τους, να γίνουνε στη θέση τους αφέντες στα Βαλκάνια, στη Μικρά Ασία. Μόλις καταλάβουν ότι το ντοβλέτι είναι ετοιμόρροπο, θ’ αλλάξουνε από τη μια στιγμή στην άλλη πολιτική και θα σπεύσουνε να στείλουν στους επαναστάτες βοήθεια, παράδες, όπλα. Για την ώρα όμως, τα καράβια τους κουβαλάνε κανόνια κι άρματα στων Τούρκων τα λιμάνια.

Όλα αυτά επιβεβαιώνονται από το δεύτερο έγγραφο που διάβασα. Έχει κι αυτό του Μεγάλου Βεζίρη τη βούλα κι αναφέρεται σ’ ένα σωρό πληροφορίες που ‘χε παραχωρήσει η αστυνομία της Βιέννης στην Υψηλή Πύλη. Απ’ ό,τι φαίνεται, παρά τις συλλήψεις που θα ‘χαν σίγουρα γίνει στο μεταξύ, οι γυρολόγοι δεν είχαν φοβηθεί, δεν είχανε λυγίσει, συνέχιζαν τη δουλειά τους, την παράνομη δραστηριότητα, δώστου και κουβαλούσάνε φυλλάδια, αλληλογραφία, βιβλία, παρά- · δες, ακόμα κι άρματα. Γι’ αυτό και ο Μεγάλος Βεζίρης συνιστά στο έγγραφο του να βάλουν οι πασάδες σ’ ενέργεια άλλα μέσα πιο πονηρά, πιο καταχθόνια, δίχως όμως να εγκαταλείψουν τα παλιά. «Ποιητές, ξεποιητές, μουσικάντες ξεμουσικάντες, θεατρίνοι ή σαλτιμπάγκοι, οι άνθρωποι μένουν πάντα άνθρωποι όποια δουλειά κι αν κάνουν», λέει το χαρτί, «έχουν τις ίδιες αρετές και τα ίδια ελαττώματα ο’ όποια ράτσα κι αν ανήκουν, όποια γλώσσα κι αν μιλούν, σ’ όποιον θεό κι αν πιστεύουν: κανείς τους δεν περιφρονεί τον παρά, τη δόξα, τις τιμές που τους δίνει η εξουσία. σ’ όλους αρέσουν τα γυαλιστερά λιλιά και τα παράσημα. Κείνο που ‘χει σημασία», συνεχίζει το έγγραφο, «είναι να βρεθούνε μερικοί γυρολόγοι που να πέσουν στην παγίδα και που δίχως να το καταλάβουν να δουλέψου-νε για του ντοβλετιού τα συμφέροντα».

Δεν πέρασε πολύς καιρός κι άρχισε μια περίεργη φαγωμάρα στων γυρολόγων τη συντεχνία, τα μέλη της αλληλοϋποβλέπονταν, απόφευγαν όσο μπορούσαν να κάνουν συναμεταξύ τους παρέα, η παραδοσιακή αλληλεγγύη που υπήρχε στο επάγγελμα άρχισε να χαλαρώνει, να ξεφτίζει, να χάνεται, κανείς δεν είχε πια εμπιστοσύνη σε κανένα. Όταν άνθρωποι του σιναφιού έσμιγαν σε χάνια και σε καπηλειά, δεν πολυμιλούσαν μεταξύ τους, κάθονταν σε ξέχωρα τραπέζια, δεν αλληλοκερνιούνταν όπως πρώτα. Το βράδυ, μόλις ο χανιτζής έσβηνε ένα ένα τα λυχνάρια του μαγαζιού, έστρωναν τα τσούλια τους για να κοιμηθούν μακριά ο ένας από τον άλλο, τη νύχτα μερικοί σηκώνονταν, έβγαιναν έξω τάχα προς νερού τους, κουβέντιαζαν ψιθυριστά. Πού και πού, εκεί κατά τα ξημερώματα, όταν ο χανιτζής ανέβαζε στη φωτιά μια μεγάλη χύτρα με το πρωινό φλισκούνι για τη πελατεία, όλο και βρισκόταν κάποιος που δεν σάλευε, που δεν σηκωνόταν από το στρώμα, κι όταν το χανοπαίδι πήγαινε να τον ξυπνήσει, τον έβρισκε τέζα, να πλέει σε μια λίμνη αίμα, με μια μαχαιριά στην καρδιά.

Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι γυρολόγοι άρχισαν να εγκαταλείπουν κατά δεκάδες το επάγγελμα, να γυρίζουν στα χωριά τους, να κοιτάζουν να βρουν άλλη δουλειά. Μερικοί, ειδικά οι ποιητάρηδες και οι τραγουδιστές, πήγαιναν και κλείνονταν σε απομονωμένα μοναστήρια, στ’ Άγιο Όρος, στης Πίνδου τα βουνά, στα Μετέωρα. Για να μην πάνε οι θησαυροί της μνήμης τους χαμένοι, αυτοί που ξέραν γράμματα κατέγραφαν όσα τραγούδια κι όσα ποιήματα θυμούνταν, οι άλλοι ζήταγαν από τους κα-λογέρους βοήθεια.

Σπρώχνει ο πρωτομάστορας την πόρτα του καπηλειού και μπαίνει, η γνώριμη σπιρτάδα του τσίπουρου του χτυπάει τα ρουθούνια, η βαβούρα της πελατείας του κυριεύει τ’ αυτιά. Έχει κιόλας λησμονήσει τη μοναξιά του, τις μαύρες σκέψεις που τον πολιορκούσαν πριν λίγο στους δρόμους του Κεφαλοχωρίου, καθώς κρυφοκοιτούσε από τα παράθυρα μέσα στα σπίτια. Γι’ απόψε τουλάχιστο έχει κι αυτός μια φαμίλια, όλους ετούτους τους ανθρώπους της στράτας και του ταξιδιού, τους αγωγιάτες, τους γυρολόγους και τους πραματευτάδες, τους λαθρέμπορους και τους ληστές, τους φυγόδικους, τους ζαροκλέφτες. Αποκλεισμένοι στο Κεφαλοχώρι από την κακοκαιρία εδώ και μήνες, ξημεροβραδιάζονται στο καπηλειό, μπεκρουλιάζουν από τα ξημερώματα μέχρι αργά τη νύχτα, για να τους περάσει η ώρα παίζουν χαρτιά και ζάρια, συχνά αρπάζονται, καβγαδίζουν, τραβούν μαχαίρια.

Μόλις βλέπουν το μαστρο-Νικήτα, γίνεται πανζουρλισμός, ακούγονται από παντού καλωσορίσματα, σηκώνονται ψηλά κάμποσα ποτήρια. Οι περισσότεροι κει μέσα τον ξέρουν από χρόνια, τον έχουν συναντήσει ο’ ένα σωρό χάνια σ’ όλη την Ελλάδα μα και στα ξένα, έχουν ξενυχτήσει μαζί σε ταβέρνες και κερχανάδες, έχουν γλεντήσει σε κάθε λογής καταγώγια. Τον εχτιμούν και τον σέβονται κι ας μην ανήκει στον κόσμο τους, νιώθουν γι’ αυτόν την ίδια αλληλεγγύη που νιώθουνε για το σινάφι τους όλοι ο περιπλανώμενοι, οι μαγκούφηδες, οι άσπιτοι, του δείχνουνε εμπιστοσύνη. Όλοι τους δα ξέρουν πως οι Τούρκοι του ‘χουν άπειρες φορές τάξει τσουβάλια τους παράδες για να τους χτίσει μπουντρούμια με πανύψηλα μπεντένια, βαθιά κι ανήλιαγα κελιά, αλλά εκείνος τίποτα, δεν μόλεψε ποτέ τα χέρια του με τέτοιου είδους έργα.

Ξαφνικά το μάτι του παίρνει τον Τρύφωνα.

Καθισμένος ο’ ένα σκαμνί κοντά στο τζάκι, ο τραγουδάρης έχει ανοιχτό πάνω στα γόνατα ένα τετράδιο και γράφει βιαστικά, με μανία. Καθώς είναι σκυφτός, απορροφημένος από το γράψιμο, ούτε που παίρνει είδηση τον πρωτομάστορα που κάθεται στο τραπέζι του, λίγα βήματα πιο πέρα. Πού και πού ο κάπελας τού φέρνει κάποιο κέρασμα, κι ακουμπώντας το ποτήρι με το τσίπουρο κατάχαμα του δείχνει τον πελάτη που τον κέρασε. Ο Τρύφωνας σηκώνεται τότε από το σκαμνί του, βάζει το χέρι στη καρδιά και μ’ ένα μικρό τεμενά ευχαριστεί από μακριά.

Ο μάστρο-Νικήτας σαλεύει το κεφάλι με λύπηση.

Έχει ακούσει για το κακό που βρήκε τώρα τελευταία τους τραγουδά-ρηδες, τους μουσικάντες κι όλους τους γυρολόγους καλλιτέχνες, καταλαβαίνει, συμμερίζεται το φόβο τους. Λες και δεν τους έφτανε η φτώχεια, η δύσκολη και μίζερη ζωή, ώρα βαλθή-καν να τους κυνηγούν κι οι Τούρκοι, τους απογράφουν έναν έναν, τους κρεμάνε από το λαιμό κάτι μπρούτζινα κρεμασίδια, όπως κρεμάνε οι βοσκοί τις κουδούνες στους τράγους και στα κριάρια. Αχ, αυτοί οι νέοι κι ευτυχισμένοι καιροί που του αναγγέλλει συχνά στα γράμματά του ο φίλος του Εντμόν ντε Ρικομόν, αργούνε να ‘ρθουν, δεν φαίνονται καν στον ορίζοντα. Ποιος ξέρει τι έχει ακόμα να τραβήξει ο κοσμάκης ώσπου να γλιτώσει από τη μαύρη σκλαβιά… Όμως τι θα ‘χει απομείνει όρθιο στην Ελλάδα μέχρι κείνη την ευλογημένη ώρα; Οι Τούρκοι σφάζουν αβέρτα, εξισλαμίζουν τους ραγιάδες με το ζόρι, τους απαγορεύουν να μαθαίνουν στα παιδιά τη γλώσσα τους, κάνουν ό,τι μπορούν για να σβήσουν από των ανθρώπων τη μνήμη το παρελθόν τους, την Ιστορία τους. Μπορεί να ‘ρθει κάποτε αυτή η νέα εποχή που περιγράφουν στα βιβλία τους οι σοφοί της Ευρώπης, αλλά ο’ αυτόν τον τόπο δεν θα υπάρχει πια κανείς για να την υποδεχτεί.

Ο μαστρο-Νικήτας παραγγέλνει κι αυτός ένα κέρασμα για τον Τρύφωνα. Ο γερο-τραγουδάρης σηκώνεται όπως πάντα για να ευχαριστήσει και να κάνει τεμενά, αλλά βλέποντας τον πρωτομάστορα τα χάνει τον πιάνει πανικός, δεν ξέρει πώς να φερθεί. Για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση, ο μαστρο-Νικήτας του χαμογελάει και με μια χειρονομία τον προσκαλεί στο τραπέζι του. Ο Τρύφωνας καταχωνιάζει το τετράδιο στον κόρφο και πλησιάζει δισταχτικά.

Ο πρωτομάστορας του δείχνει δίπλα του μια καρέκλα:

-Κάθισε, του λέει· εδώ μπορείς να γράφεις πιο εύκολα.


Ο Άρης Φακίνος, καλός ψιλός και συνεργάτης τον περιοδικού μας, έφυγε για το μεγάλο ταξίδι της ζωής, πρόωρα οτις 3 Μαΐου σε νοσοκομείο του Παρισιού.

Ήταν από τους πλέον γνωστούς συγγραφείς μας σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Γερμανία, Σουηδία, Νορβη\ία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ισραήλ, Αργεντινή και Βραζιλία.’Εχουν επίσης εισαχθεί σε προγράμματα πολλών ξένων σχολείων και Πανεπιστημίων όπου διδάσκεται η νεοελληνική λογοτεχνία.

Γεννήθηκε το 1935 στο Μαρούσι, σπούδασε και δίδαξε στο Γαλλικό Ινστιτούτο μέχρι το 1965, οπότε κι εγκατέλειψε τη διδασκαλία για ν’ αφιερωθεί στη λογοτεχνία και την πολιτική αρθρογραφία. Το 1967, με τη δικτατορία, διαφεύγει στη Γαλλία όπου ζητάει πολιτικό άσυλο και δουλεύει στη ελληνική εκπομπή «Εδώ Παρίσι» της Γαλλικής Ραδιοφωνίας. Μέχρι την πτώση της χούντας ο Άρης Φακίνος αρνήθηκε να δημοσιεύσει έστω και μισή αράδα στην Ελλάδα. Κατά το διάστημα της επταετίας τα βιβλία του δημοσιεύονταν στη Γαλλία από το μεγάλο εκδοτικό οίκο SEUIL.

Έργά του: Τα παιδιά του Οδυσσέα, Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια, Οι τελευταίοι βάρβαροι, Ιστορία μιας χαμένης γης, Ο Πρόγονος, Οι Παράνομοι, Το Κάστρο της Μνήμης, Κλεμμένη ζωή.

Στα βιβλία του ζωντανεύει την ιστορία της Ελλάδας, που την ενώνει με μια αόρατη κλωστή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα · μας ζωντανεύει την Ελλάδα του μόχθου, της αντίστασης, της μνήμης, του μεγαλείου αλλά και τον ραγιαδισμού· προσφέρει ένα λιθάρι στην αναζήτηση τον σύγχρονου εαυτού μας μέσα από την πορεία της ιστορίας μας και του πολιτισμού.

Σ’ αυτό το τεύχος προδημοσιεύουμε το κεφάλαιο 12 τον τελευταίου βιβλίου του Άρη Φακίνου, «Το όνειρο του Πρωτομάστορα Νικήτα», που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο τον ’98 από τις εκδόσεις Καστανιώτης.

Ευχαριστούμε την γυναίκα του και σύντροφο του για πολλά χρόνια Roselyne Majeste-Lurrouy και τις εκδόσεις Καστανιώτη που μας έδωσαν την άδεια γι’ αυτή την προδημοσίευση.

Δημήτρης Δημόπονλος

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: