κίνα-εμπόριο

Του Κώστα Ράπτη από το capital.gr

Ο Ντόναλντ Τραμπ επέμενε να την αποκαλεί “κινεζική νόσο”. Όμως η COVID-19 δεν στάθηκε αρκετή για να ανακόψει μεσοπρόθεσμα την ανάδυση της Κίνας σε μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Η συνεχιζόμενη πανδημική κρίση μοιάζει να είναι πλέον υπόθεση αποκλειστικά της συλλογικής Δύσης, την ίδια ώρα που ο ασιατικός γίγαντας δείχνει να έχει αφήσει πίσω του τον εφιάλτη της Βουχάν. Η ανάκαμψη είναι αισθητή – όμως ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Ή μάλλον στους ισολογισμούς των κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες λυγίζουν υπό το βάρος της υπερχρέωσης.

Οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν με τον ταχύτερο για φέτος ρυθμό τον Νοέμβριο, καθώς η αυξημένη ζήτηση από το εξωτερικό οδήγησε το εμπορικό ισοζύγιο στο μεγαλύτερο πλεόνασμα σε μηνιαία βάση που έχει καταγραφεί εδώ και είκοσι μήνες.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στην αρχή της εβδομάδας, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 21,1% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2019, ενώ οι προβλέψεις των οικονομολόγων στους οποίους είχε απευθυνθεί το Bloomberg περιορίζονταν στο 12%. Ούτως ή άλλως, κάθε μήνα από τον Ιούνιο και μετά οι κινεζικές εξαγωγές καταγράφουν αύξηση, εικονογραφώντας τον βαρύνοντα ρόλο της Κίνας σε ένα αβέβαιο εμπορικό περιβάλλον. Οπωσδήποτε ένα μέρος αυτής της αύξησης έχει χαρακτήρα εντελώς προσωρινό, καθώς σχετίζεται με ανάγκες που προκάλεσε η ίδια ή πανδημία (λ.χ. σε ιατρικό υλικό), ενώ η εξάπλωση των εμβολίων κατά του κορονοϊού αναμένεται να στρέψει και πάλι το διεθνές ενδιαφέρον από τα αγαθά προς τις υπηρεσίες, περιορίζοντας την κοινωνική αποστασιοποίηση.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το εμπορικό πλεόνασμα Νοεμβρίου διαμορφώθηκε στα 75,4 δισ. δολάρια, έναντι 58,4 δισ. δολαρίων τον Οκτώβριο.

Διεθνής εξαίρεση

Αντίστοιχα κινούνται και οι ρυθμοί ανάπτυξης. Το τρίτο τρίμηνο η κινεζική οικονομία “έτρεξε” κατά 4,9% σε ετήσια βάση, ισορροπώντας την ιστορική βουτιά της βιομηχανικής παραγωγής στις αρχές του έτους, ενώ και η κατανάλωση δείχνει να ακολουθεί με διαφορά φάσης, καθώς οι πωλήσεις λιανικής αυξάνονται κατά 4,3% σε ετήσια βάση τον Οκτώβριο.

Ωστόσο, η χώρα του Σι Τζινπίνγκ δεν είναι πια αποκλειστικά προσανατολισμένη στο μοντέλο των επενδύσεων και εξαγωγών, όπως δείχνει και το γεγονός της αύξησης των εισαγωγών όλο το φθινόπωρο, με ρυθμούς που εν μέρει επιταχύνθηκαν από την ανάγκη προμήθειας εξαρτημάτων ηλεκτρονικών εν όψει αμερικανικών κυρώσεων στον γίγαντα των επικοινωνιών Huawei.

Σύμφωνα με έκθεση της που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, η Ασιατική Αναπτυξιακή Τράπεζα αναμένει να διαμορφωθεί ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης για το 2020 στο 2,1% (έναντι προηγούμενης εκτίμησης τον Σεπτέμβριο για 1,8%), με εκτίναξη το 2021 στο 7,7%, βοηθούσης της γενικότερης ανάκαμψης του ασιατικού περίγυρου, που καθιστά την Άπω Ανατολή εξαίρεση στη διεθνή εικόνα. Επιπλέον, η χαλάρωση στην αγορά πετρελαίου δίνει πρόσθετη τόνωση.

Από άλλες πλευρές προκύπτουν ακόμα πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για το 2021. H Fitch Ratings αναμένει πλέον αύξηση του κινεζικού ΑΕΠ κατά 2,3% φέτος και 8% του χρόνου (έναντι πρόβλεψης Σεπτεμβρίου για 7,7%), καθώς η χαμηλή αφετηρία του 2020 δίνει δυνατότητες υπέρβασης του μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού δυναμικού της Κίνας, που ο οίκος αξιολόγησης τοποθετεί περί το 5,5%. Ομοίως η Nomura προβλέπει ρυθμούς της τάξης του 2,1% φέτος και 9% του χρόνου, ενώ η Natixis κάνει λόγο για 7,8% το 2021.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η παγκόσμια οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 4,4% φέτος, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση μετά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του ’30, ενώ η Κίνα πρόκειται να αποτελέσει τη μοναδική μείζονα οικονομία που θα κινηθεί σε θετικό πρόσημο.

Οι αναλυτές της Fitch αναμένουν τη νομισματική πολιτική να παραμείνει χαλαρή, καθώς ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται και το γουάν ενδυναμώνεται. Τα δεδομένα του εμπορικού ισοζυγίου λειτουργούν καθησυχαστικά για τους όποιους φόβους της κεντρικής τράπεζας σε σχέση με τη συναλλαγματική ισοτιμία.

Με όπλο τις αποταμιεύσεις

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κινεζικές Αρχές προσχωρούν σε μια πολιτική “διπλής κυκλοφορίας”, όπως την ονόμασαν τον Μάιο, στην οποία τον κυρίαρχο ρόλο θα έχει το σκέλος της εγχώριας κυκλοφορίας, δηλαδή ο κύκλος τής εντός συνόρων παραγωγής διανομής και κατανάλωσης, παράλληλα με την καινοτομία και την αναβάθμιση της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Αυτό διακήρυξε σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε χθες ο Κινέζος υπουργός Οικονομικών, Λιου Κουν, σε μια συγκυρία κατά την οποία ο εμπορικός και τεχνολογικός πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύει την ευαλωτότητα του κινεζικού μοντέλου και την ανάγκη για εφοδιαστικές αλυσίδες περισσότερο αυτάρκεις.

Ο ίδιος δεσμεύτηκε για τη δημοσιονομική στήριξη τόσο της εγχώριας κατανάλωσης όσο και της τεχνολογικής αναβάθμισης, ιδίως σε κλάδους σχετιζόμενους με την εθνική ασφάλεια, τη διατροφική επάρκεια και την υγεία. Παράλληλα, εξήγγειλε τη δημιουργία ενός μηχανισμού για τη χρηματοδότηση του χρέους των τοπικών διοικήσεων, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος του “κρυμμένου χρέους”.

Δικαιολογείται η αισιοδοξία του Πεκίνου; Η ιδιωτική κατανάλωση στην Κίνα αντιπροσωπεύει μόλις 40% του ΑΕΠ, έναντι 70% στις δυτικές εικόνες, και συνεπώς έχει μεγάλα περιθώρια αύξησης. Παράλληλα, τα κινεζικά νοικοκυριά έχουν τεράστιες αποταμιεύσεις, υπολογιζόμενες στο 25% του διαθέσιμου εισοδήματος, και άρα μεγάλες δυνατότητες να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη με εγχώρια “καύσιμα”. Επιπλέον, η χώρα εξακολουθεί να επωφελείται των ξένων επενδύσεων. Έρευνα του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα διαπίστωσε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις παρέμειναν κερδοφόρες, σε ποσοστό 90%, ή και αυξάνουν τις επενδύσεις τους εν μέσω πανδημίας, ενώ μόλις 4% εξ αυτών σχεδιάζουν μετεγκατάσταση των δραστηριοτήτων τους εκτός της χώρας, επικαλούμενες μάλιστα συχνά ως κύριο λόγο για αυτό την αδυναμία εξεύρεσης επαρκούς εργατικού δυναμικού.

Το δίλημμα που θέτουν οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις

Οι προσεκτικές αναφορές του υπουργού Οικονομικών στο πρόβλημα του χρέους υποκρύπτουν, βέβαια, μια δυνάμει απειλητική πραγματικότητα. Μια σειρά εταιρειών με βαριά χρέη (ιδιοκτησίας κυρίως των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) αρχίζουν να αθετούν τις πληρωμές ομολόγων τους, δημιουργώντας κίνδυνο ενός “τσουνάμι χρέους”. Το δίλημμα της κεντρικής κυβέρνησης είναι αν θα διασώσει αυτές τις εταιρείες, για να υπερασπιστεί την ανάκαμψη, ή θα τις αφήσει να πτωχεύσουν, προκειμένου να μειωθεί το συνολικό βάρος του χρέους στην οικονομία. Τυχόν επικράτηση της εκκαθαριστικής λογικής, πάντως, δεν αναμένεται να οδηγήσει σε μη διαχειρίσιμες καταστάσεις, διότι η κυβέρνηση έχει τεράστια αποθέματα και μπορεί να αντλήσει από τις τεράστιες αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, που κατατίθενται κυρίως στις κρατικές τράπεζες, σε αντίθεση με άλλες μεγάλες οικονομίες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek