Αρχική » Τα όρια της αεροπορικής ισχύος

Τα όρια της αεροπορικής ισχύος

από Άρδην - Ρήξη

του Μ. Ηλιάδης, από το Άρδην τ. 19-20, Απρίλιος-Ιούνιος 1999

Η λογική πίσω από την χρήση της και οι περιορισμοί της

Στον Πόλεμο του Κόλπου, τον πρώτο πόλεμο του μέλλοντος όπως απεκλήθη από πολλούς, χρειάστηκαν 39 ημέρες αεροπορικών επιχειρήσεων για να διαλυθεί πλήρως η πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή του ενός και πλέον εκατομμυρίων ανδρών του Ιράκ και μία, στην ουσία, περιττή χερσαία επιχείρηση για την τυπική επισφράγιση της συμμαχικής νίκης. Η ανεκτίμητη συμβολή της αεροπορίας στον συγκεκριμένο πόλεμο έδωσε αφορμή για την δημιουργία αυτού που απεκλήθη αργότερα, η λατρεία του αεροπορικού όπλου, η οποία είχε ως θεμέλιο ένα μοναδικό γεγονός στην ιστορία των πολεμικών συγκρούσεων. Έναντι των δεκάδων χιλιάδων νεκρών Ιρακινών στρατιωτών (στην πράξη οι ιρακινές απώλειες δεν έχουν ακόμη εκτιμηθεί επακριβώς, αλλά μία ρεαλιστική εκτίμηση πλησιάζει τις 100.000), οι απώλειες των Συμμάχων ήταν γύρω στους 150 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που φονεύτηκαν από “αδελφοκτόνο πυρά” (από αμερικάνικα αεροσκάφη που επιτέθηκαν κατά λάθος εναντίον συμμαχικών δυνάμεων), ατυχήματα και λίγων ανδρών που σκοτώθηκαν από την πτώση ενός πυραύλου Scud σε στρατόπεδο της Σαουδικής Αραβίας.

Μια βεβιασμένη αναθεώρηση των στρατηγικών δογμάτων

Για τους, ανά τον κόσμο, στρατιωτικούς εγκεφάλους, τα εκπληκτικά αποτελέσματα αυτής της συγκρούσεως απετέλεσαν το έναυσμα ατέρμονων συζητήσεων και αιτία αρκετών αναθεωρήσεων δογμάτων και επιχειρησιακών τακτικών. Αρκετοί από αυτούς, έφθασαν στο σημείο να υποστηρίζουν την άποψη ότι σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου ο πόλεμος θα άρχιζε με λίγες ημέρες αεροπορικών επιχειρήσεων, πριν εμπλακούν οι χερσαίες και άλλες δυνάμεις για την επίτευξη της νίκης, στο εξής ο πόλεμος θα μπορούσε να αρχίσει με αεροπορικές επιχειρήσεις και να τελειώσει με αυτές.

Για αρκετούς αναλυτές, τα αποτελέσματα του πολέμου αυτού απετέλεσαν την αιτία για μία πρόβλεψη ότι η έλλειψη απωλειών εκ μέρους μίας πλευράς, στην ουσία αποτέλεσμα μίας τεράστιας υπεροχής στον τομέα της οπλικής και πολεμικής τεχνολογίας, θα οδηγούσε στην αύξηση της τάσεως για επεμβάσεις και αλλού. Ιδίως, όταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας συνοδεύτηκε και από την διάλυση του μέχρι τότε απαγορευτικού περιβάλλοντος για κάθε είδους επεμβάσεις, με σκοπό την μεταβολή του διεθνούς συστήματος ασφαλείας.

Τα γεγονότα που επακολούθησαν έκτοτε διέψευσαν τους πρώτους και επαλήθευσαν τις προβλέψεις των δεύτερων. Διότι οι επεμβάσεις έγιναν πράγματι ευκολότερες από πριν, το αεροπορικό όπλο επελέγη ως το “φάρμακο εκλογής” προς συμμόρφωση παντός αντιτιθέμενου στην νέα τάξη πραγμάτων, αλλά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν προέκυψε σε κάθε περίπτωση, όπως π.χ. στην πρόσφατη περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας. Τούτο δε, όταν οι αεροπορικές επιθέσεις εις βάρος της Γιουγκοσλαβίας ξεπέρασαν κατά πολύ τις 39 ημέρες των αεροπορικών επιχειρήσεων του Πολέμου του Κόλπου’ ήδη πλησιάζουμε τις 50 ημέρες και τόσο ο πολιτικός στόχος του ακήρυκτου αυτού πολέμου όσο και ο στρατιωτικός δεν έχουν επιτευχθεί.

Οι Κοσοβάροι απεχώρησαν μαζικά από το Κόσοβο και οι σερβικές δυνάμεις, η καταστροφή των οποίων απετέλεσε τον στρατιωτικό στόχο των νατοϊκών επιχειρήσεων, παραμένουν εν πολλοίς ανέπαφες. Στον τελευταίο τομέα η πραγματική κατάσταση μετά τους πολυήμερους βομβαρδισμούς μπορεί να προκύψει ευχερώς από δύο στοιχεία που περιέχονται σε πρόσφατη απόρρητη έκθεση του NATO. Πρώτον, τα νατοϊκά αεροσκάφη δεν είναι σε θέση να εκτελέσουν μέχρι στιγμής χαμηλές πτήσεις, αποτέλεσμα της αδυναμίας καταστροφής της σερβικής αεράμυνας και δεύτερον, “ο εντοπισμός των σερβικών στρατιωτικών δυνάμεων από αέρος είναι πρακτικώς αδύνατος”. Και φυσικά δεν χρειάζονται ιδιαίτερες στρατιωτικές γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς ότι αυτό που δεν μπορεί να εντοπισθεί, δεν μπορεί και να καταστραφεί.

Κατά την κλαουζεβιτσιανή άποψη, η οποία παραμένει φυσικά σε πλήρη ισχύ, η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων είναι ο κύριος αντικειμενικός σκοπός κάθε πολέμου και ο δρόμος που οδηγεί στην κάμψη της θελήσεως του αντιπάλου να συνεχίσει τον πόλεμο. Η αδυναμία των νατοϊκών επιχειρήσεων να επιτύχουν του πρώτου σκοπού τους που με την σειρά της οδηγεί στην αδυναμία επιτεύξεως και του δεύτερου, οφείλεται σε μία σειρά λόγων που αναλυόμενοι, έστω και προχείρως, καταδεικνύουν με αρκετή σαφήνεια τις δυνατότητες και τους περιορισμούς των μέσων επιβολής της νέας παγκόσμιας τάξεως που οραματίζονται οι εμπνευστές της.

Η κληρονομιά του ψυχρού πολέμου και της καταναλωτικής κοινωνίας

Τα βασικά στοιχεία για την κατανόηση των δυνατοτήτων του NATO να καταφύγει σε πόλεμο είναι δύο. Πρώτον, η μακρά παράδοση μίας στρατηγικής κουλτούρας η οποία συνεδύαζε μία αύξουσα προθυμία συσσωρεύσεως όπλων με μία ανάλογη προσοχή και επιφυλακτικότητα στην χρησιμοποίη-σή τους. Ο λόγος γι’ αυτό δεν ήταν άλλος, από τον φόβο ότι η έναρξη οιασδήποτε συρράξεως έστω και περιορισμένης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ανεπιθύμητη κλιμάκωση, με τελικό αποτέλεσμα την ολοκληρωτική πυρηνική καταστροφή. Η μακρά διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση γενεών ολόκληρων, στρατιωτικών και γραφειοκρατικών, ασχολουμένων καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την άμυνα, όλοι των οποίων διέπονταν από το πνεύμα

αυτής ακριβώς της στρατηγικής κουλτούρας, η οποία είχε ως επίκεντρο της την στρατηγική της αποτροπής. Και η στρατηγική αυτή ωθήση σε τόσο ακραίες τιμές που κατέληξε στο γνωστό ως “παράδοξο της αποτροπής”, την άποψη δηλαδή ότι το μέγιστο όφελος εκ της υπάρξεως στρατιωτικών δυνάμεων προκύπτει από την μη χρησιμοποίησή τους.

Το δεύτερο εκ των ανωτέρω δύο στοιχείων είναι αποτέλεσμα μίας σειράς μακρών κοινωνικοπολιτικών και ιδεολογικών διεργασιών, στις προηγμένες κυρίως χώρες, που κατέληξε στην αύξουσα απροθυμία των λαών τους να δεχθούν τις απώλειες ενός πολέμου, για λόγους άλλους εκτός από την αντιμετώπιση κινδύνων απτομένων ευθέως της καταλύσεως της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας ή συναφών ζωτικών τους συμφερόντων.

Είναι προφανές ότι για χώρες οι οποίες λόγω της μεγάλης ισχύος τους δεν υφίστανται στην πράξη απειλή της μορφής που προανεφέρθη, η ανάγκη καταφυγής στον πόλεμο για λόγους άλλους, εκτός των ανωτέρω, προσκρούει στον παραπάνω λόγο. Το στοιχείο της απροθυμίας ή της θελήσεως αποδοχής απωλειών εκ μέρους κάθε κοινωνίας, που θα μπορούσε να αποκληθεί “δείκτης αποδοχής απωλειών”, είναι προφανές ότι έχει ουσιαστικό ρόλο σε κάθε διεθνή κρίση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολεμική σύρραξη. Και είναι εξ ίσου προφανές ότι, για κάθε χώρα, ο δείκτης αυτός είναι ανάλογος με το μέγεθος και την σπουδαιότητα των εθνικών συμφερόντων που απειλούνται από μία αντίπαλη χώρα.

Για μία χώρα όπως οι ΗΠΑ, ο δείκτης αυτός παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός και αποτελεί τον κύριο ανασχετικό παράγοντα για άσκηση μίας ενδεχομένως πλέον ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Οι ανάγκες προασπίσεως των αμερικανικών συμφερόντων, καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυτά νοούνται από την εκάστοτε αμερικανική ηγεσία, οδήγησαν σε ατέρμονες θεωρητικές αναζητήσεις, για την υπέρβαση αυτού του ανασχετικού παράγοντα. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μία κλίμακα ιεραρχήσεως των στοιχείων της στρατιωτικής ισχύος που μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες λόγω απωλειών. Στην κορυφή της κλίμακας είναι τα κατευθυνόμενα βλήματα μεγάλης εμβελείας (Τόμαχοκ), εκτοξευόμενα από μεγάλες αποστάσεις, από ναυτικές μονάδες (σκάφη επιφανείας και υποβρύχια εν καταδύσει) ή ιπτάμενες πλατφόρμες (Β-52 με πυραύλους κρουζ). Στο αμέσως χαμηλότερο επίπεδο τίθεται η χρησιμοποίηση αεροσκαφών που κάνουν χρήση όπλων μακρού πλήγματος (n.x.AGM-142 κλπ.), χωρίς την ανάγκη προσεγγίσεως εντός των ορίων του βεληνεκούς της αντίπαλης αντιαεροπορικής άμυνας. Αμέσως μετά, η χρήση πολεμικών αεροσκαφών που συνεπάγεται την έκθεση σε κίνδυνο πολύ μικρού αριθμού ατόμων (μόνο των χειριστών τους) που προσβάλλουν εχθρικές θέσεις από μεγάλο ύψος, κάνοντας χρήση έξυπνων όπλων, εν συνεχεία η χρήση πολεμικών αεροσκαφών σε μεγαλύτερου κινδύνου επιθέσεις από χαμηλό ύψος κ.ο.κ. Στο τέλος φυσικά της κλίμακας είναι η χρήση χερσαίων δυνάμεων η οποία ως συνεπαγόμενη την εμπλοκή μεγάλου αριθμού ατόμων και μεγαλυτέρων απωλειών λόγω εγγύτητος με τον αντίπαλο, έχει τον μικρότερο βαθμό αποδοχής από την κοινή γνώμη και, κατά συνέπεια, και από την πολιτική ηγεσία.

Τέτοιες προσεγγίσεις, όμως, έρχοντα, τελικώς, σε αντίθεση με βασικούς νόμους που διέπουν τον πόλεμο, αν όχι και με την ίδια την φύση του που χαρακτηρίζεται από το στοιχεία της αναπόφευκτης εκθέσεως σε κίνδυνο όσων συμμετέχουν σ’ αυτόν. Με αποτέλεσμα, όσο μεγαλύτερη η εμμονή σε τέτοιες πρακτικές, τόσο περισσότερο παράδοξα να προκύπτουν από την χρησιμοποίησή τους και τόσο περισσότερο απρόβλεπτη να καθίσταται η έκβαση του πολέμου. Και η εμμονή αυτή, υπαγορευόμενη όχι από στρατηγικές αλλά από πολιτικές παραμέτρους, μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιες παραμορφώσεις, όπου να γίνεται ακόμη και λανθασμένη χρήση των στοιχείων της στρατιωτικής ισχύος, ακόμη και πέραν της κοινής λογικής.

Τα ιστορικά προηγούμενα

Εν προκειμένω, η χρήση της αεροπορικής ισχύος, ως μέσου καταναγκασμού μίας χώρας να δεχθεί έξωθεν υπαγορευόμενες λύσεις, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων παραμορφώσεων. Και η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα λανθασμένης χρήσεώς της ως του μοναδικού ή του κύριου μέσου για τον καταναγκασμό ενός αντιπάλου να υποκύψει στην θέληση της χώρας που την χρησιμοποιεί. Το πρώτο μείζον παράδειγμα στον αιώνα μας ήταν η τεράστια αεροπορική εκστρατεία της χιτλερικής Γερμανίας εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας το 1940, με σκοπό να την εξαναγκάσει να δεχθεί μία συνθήκη ειρήνης που θα ανεγνώριζε την γερμανική επικυριαρχία στην Ευρώπη. Το δεύτερο ήταν οι μαζικοί αγγλοαμερικανικοί βομβαρδισμοί εναντίον της Γερμανίας την περίοδο 1943-45, με σκοπό να προκαλέσουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση της χωρίς την ανάγκη χρήσεως χερσαίων δυνάμεων. Η περίπτωση των παρατεταμένων αμερικανικών βομβαρδισμών εναντίον της Ιαπωνίας στον ίδιο πόλεμο, δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία, διότι, τελικώς, η ιαπωνική συνθηκολόγηση δεν κατέστη δυνατή παρά μόνο μετά την ρίψη ατομικών βομβών.

Εκτός από τα ανωτέρω παραδείγματα, που αφορούν την χρήση του αεροπορικού όπλου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, υπάρχουν και ανάλογα παραδείγματα από την χρήση του ίδιου όπλου από μία υπερδύναμη εναντίον μίας μικρής χώρας. Το κυριότερο παράδειγμα είναι αυτό των αμερικανικών βομβαρδισμών εναντίον του Βορείου Βιετνάμ, η θεωρία πίσω από τους οποίους βασιζόταν σε δύο σκέλη. Το πρώτο βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι Βιετναμέζοι δεν έπαιρναν σοβαρά την αμερικανική αποφασιστικότητα να υποστηρίξουν το Ν. Βιετνάμ, άρα οι βομβαρδισμοί θα κατεδείκνυαν ακριβώς αυτό, και το δεύτερο στην υπόθεση ότι το Β. Βιετνάμ δεν θα έθετε σε κίνδυνο ολόκληρη την στρατιωτική, βιομηχανική και εν γένει ολόκληρη την κοινωνική του υποδομή, προκειμένου να συνεχίσει την υποστήριξη των ανταρτών του Νότιου Βιετνάμ.

Από την πλευρά του Β. Βιετνάμ, ο αεροπορικός πόλεμος είχε

ακριβώς την αντίθετη ερμηνεία. Η αεροπορική εκστρατεία αποτελούσε την πλέον αδιάσειστη απόδειξη ελλείψεως αποφασιστικότητας εκ μέρους των Αμερικανών να δεχθούν τις σημαντικές απώλειες ενός ολοκληρωτικού πολέμου και ολόκληρη η στρατηγική τους Βασίσθηκε ακριβώς σε αυτή την παραδοχή. Η οποία, όμως, συνεπαγόταν και την προθυμία να δεχθούν και να απορροφήσουν τις σημαντικές απώλειες και το κόστος που θα επέφεραν οι αμερικανικές επιθέσεις.

Η ερμηνεία αυτού του φαινομένου έχει αναλυθεί πλειστάκις και δεν είναι άλλη από την σημασία που αποδίδει κάθε εμπόλεμη χώρα στα συμφέροντα που διακυβεύονται στον πόλεμο. Θεωρούμενη από δύο πλευρές, η σημασία του “αντικειμένου του πολέμου” ήταν διαφορετική για κάθε πλευρά. Για την αμερικανική πλευρά, η προστασία του Ν. Βιετνάμ αποτελούσε έναν σημαντικό πολιτικό στόχο αλλά όχι τόσο σημαντικό ώστε να εξαρτάται από την επίτευξή του η επιβίωση των ΗΠΑ. Για το Β. Βιετνάμ, η κατάλυση του Ν. Βιετνάμ και η απορρόφησή του σε μία ενιαία κρατική και εθνική οντότητα ήταν ένα θέμα μείζονος εθνικού συμφέροντος.

Τα παραδείγματα του υψηλού κόστους που αρκετές χώρες εκλήθησαν και εδέχθησαν να καταθά-λουν σε περιπτώσεις διακυβεύσεως μειζόνων εθνικών συμφερόντων, είναι άφθονα στην ιστορία. Και αυτό συνέβαινε για αιώνες πριν από την ανακάλυψη του αεροσκάφους και την προεξάρχουσα σήμερα σημασία και ρόλο του αεροπορικού όπλου στον σύγχρονο πόλεμο.

Σε ότι αφορά το αεροπορικό όπλο, το θέμα δεν τίθεται ως προς τις ίδιες τις δυνατότητές του. Οι οποίες είναι όντως τεράστιες και τα πολεμικά οφέλη βέλτιστα, στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείται ως αναπόσπαστο τμήμα μίας συλλογικής πολεμικής προσπάθειας, στην οποία η αεροπορία λειτουργεί ως μέρος ενός ενιαίου, στρατηγικού, επιχειρησιακού και τακτικού σχεδιασμού. Και ο σκοπός μίας τέτοιας καθολικής πολεμικής προσπάθειας είναι, όπως με θαυμαστή ενάργεια περιέγραψε ο

Κλαούζεβιτς, η καταστροφή της δυνατότητας του αντιπάλου να διεξαγάγει πόλεμο, μέσω της καταστροφής ή της καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο εξουδετερώσεως των ενόπλων δυνάμεών του.

Εξω από ένα τέτοιο πλαίσιο, η • σημασία και η αποτελεσματικότητα του αεροπορικού όπλου δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές του δυνατότητες και τα αποτελέσματα που μπορεί να αναμένει κανείς από αυτό. Με απλά λόγια, η αεροπορική ισχύς, όταν χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον του πληθυσμού μίας χώρας, έχει αποδειχθεί ιστορικώς ότι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που η αεροπορική ισχύς χρησιμοποιείται μεμονωμένως, ως μοναδικό, δηλαδή, μέσον καταστροφής συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η ίδια όμως η αεροπορική ισχύς καθίσταται ένα ανεκτίμητο μέσον διεξαγωγής πολέμου, όταν χρησιμοποιείται ως αναπόσπαστο τμήμα μίας συλλογικής πολεμικής προσπάθειας σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία της στρατιωτικής ισχύος.

Οι αεροπορικές, επιχειρήσεις εναντίον της Γιουγκοσλαβίας αποτελούν μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις μίας τέτοιας λανθασμένης στρατιωτικής επιλογής, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η χρήση του αεροπορικού όπλου δεν μπορεί να έχει κανένα αποτέλεσμα. Κάτι τέτοιο, όμως, συμβαίνει μόνο στην περίπτωση όπου το αντικείμενο του πολέμου έχει περιορισμένη ή οριακή σημασία για την δεχόμενη τα πλήγματα χώρα και δεν άπτεται ζωτικών (ή έτσι εκλαμβανομένων από την ηγεσία ή ολόκληρο τον λαό της) εθνικών της συμφερόντων.

Η σερβική περίπτωση

Στην περίπτωση της Σερβίας, η σημασία που αποδίδεται στο Κό-σοβο μπορεί να περιβάλλεται με τον μύθο της ιστορικής κληρονομιάς της χώρας, αλλά η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Η σερβική αντίληψη για την αμερικανική πολιτική είναι ότι αποβλέπει τελικώς στον διαμελισμό αυτού που απέμεινε από την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία και τον περιορισμό της ιδίας της Σερβίας, κατά τρόπο και σε έκταση που ισοδυναμεί με

την κατάλυση της εθνικής της υποστάσεως και κυριαρχίας. Η Σερβία εξαναγκάσθηκε, κάτω από αεροπορικούς βομβαρδισμούς πάλι, να παραιτηθεί εδαφικών περιοχών της Βοσνίας, με προεξαρχό-ντως σερβικό πληθυσμό. Στην περίπτωση του Κόσοβου, βλέπει μία προσπάθεια εξαναγκασμού της να παραιτηθεί μίας περιοχής όπου το προεξάρχον πληθυσμιακό στοιχείο είναι το αλβανικό. Αυτή η ασυνέπεια που προκύπτει από την υιοθέτηση δύο μέτρων και δύο σταθμών εκ μέρους των ΗΠΑ και του NATO εκλαμβάνεται μάλλον δικαιολογημένως ως μία προσπάθεια καταλύσεως του σερβικού κράτους. Και η ίδια αυτή η προσπάθεια δεν αποκλείεται καθόλου να έχει αύριο συνέχεια, με σκοπό την απόσχιση της Βοϊβοντίνας.

Όπως στην περίπτωση του Βιετνάμ, ένα τέτοιο ενδεχόμενο προσλαμβάνει μία ιδιαζόντως υψηλή σημασία για τον σερβικό λαό και την ηγεσία του, διότι το θέμα εκλαμβάνεται πλέον ως άμεση απειλή για την ίδια την υπόσταση του σερβικού έθνους και της κρατικής του οντότητας. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτό που συμβαίνει δεν είναι παρά η λειτουργία των αυτόματων αντανακλαστικών ενός έθνους, με τις ανεξάντλητες δυνάμεις αντιστάσεως που εμφανίζουν τα εθνικά κράτη, όταν απειλείται η ίδια η ύπαρξή τους. Οι οποίες εκφράζονται με την πρωτοφανή προθυμία να δέχονται, να καταβάλουν και να απορροφούν το κόστος αυτής της στάσεώςτους, ακόμη και όταν αυτό εμφανίζεται παράλογο για τα μάτια του ουδέτερου παρατηρητή.

Θεωρητικώς, η Αμερική μπορεί να νικήσει κατά κράτος την Σερβία και να την κατακτήσει,

εμπλέκοντας, πέραν της αεροπορικής και ναυτικής της ισχύος, και τις αναγκαίες χερσαίες δυνάμεις προς τούτο. Πρακτικώς, αυτό είναι ανέφικτο διότι το μέλλον των Κοσο-βάρων, αν αυτό είναι το ζητούμενο, δεν αποτελεί μείζον εθνικό της συμφέρον για την προάσπιση του οποίου θα ήταν διατεθειμένη να υποστεί το υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές μίας χερσαίας εμπλοκής.

Σε ότι αφορά τους Σέρβους, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δεν μπορούν να νικήσουν την Αμερική, το Κόσοβο αποτελεί θέμα μείζονος εθνικής σημασίας και αποδέχονται να καταβάλουν κάθε κόστος για την διατήρησή του. Ήδη έχουν καταβάλει ένα τεράστιο κόστος, αποδεχόμενοι χωρίς καμία υποχώρηση το κόστος της ολοκληρωτικής σχεδόν καταστροφής της υποδομής της χώρας τους.

Από αμερικανικής πλευράς, το κόστος είναι ανύπαρκτο μέχρι στιγμής σε ανθρώπινες ζωές, υπαρκτό στο πολιτικό επίπεδο, σε σημείο που δεν μπορεί για την ώρα να εκτιμηθεί και σε ένα γενικότερο πλαίσιο απρόβλεπτο για το μέλλον. Και τούτο, χωρίς να έχει επιτύχει μέχρι στιγμής τόσο τον πολιτικό όσο και τον στρατιωτικό σκοπό της επεμβάσεώς της. Διότι ο πρώτος είναι δυσανάλογος, σε σχέση με την τιμή που είναι διατεθειμένη να καταβάλει και ο δεύτερος είναι ασύμβατος με την ίδια τη λογικ-του πολέμου.

*Ο Μάνος Ηλιάδης είναι δημοσιογράφος ειδικευμένος σε θέματα στρατηγικής και άμυνας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: