Αρχική » Οι τρόφιμοι

Οι τρόφιμοι

από Άρδην - Ρήξη

του Άλ. Αγγέλου, από το Άρδην τ. 27, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2000

Για να λάβει κανείς απάντηση στο βασικό ερώτημα, ποια έκταση παίρνει η εκπαίδευση στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού ή και ακόμη ειδικότερα κατά κοινωνικά στρώματα, πρέπει να έχει την δυνατότητα νά μορφώσει γνώμη ως προς τα αλλά δύο ερωτήματα: α) Μπορούσε η κοινωνία της Τουρκοκρατίας να συλλάβει την ανάγκη μιας καθολικής βασικής παιδείας, και πότε και με ποιόν τρόπο πέτυχε να συνειδητοποιήσει αυτή την ανάγκη, β) Αν ναι, έχει την δυνατότητα και τα μέσα να την επιβάλει; Στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται μια συγχορδία γνωμών. Το 1808 γράφει ο Κοδρικάς: “Από την Βλαχία και την Μολδαβία ως την Αίγυπτο και από την Σμύρνη ως την Κέρκυρα δεν υπάρχει πόλη, δεν υπάρχει νησί οπού δεν θα βρήτε ένα δημόσιο σχολείο για δωρεάν παιδεία με δαπάνες της κοινότητας”. Τρία χρόνια αργότερα ανάλογη διαπίστωση γίνεται στον Λόγω Έρμη: “Εις όλας σχεδόν τας πόλεις και χώρας της Ελλάδος ευρίσκονται δύο Σχολεία, το μεν Κοινόν, το δε Ελληνικόν λεγόμενα, εις το οποίον τούτο το δεύτερον παραδίδοται Γραμματικώς η παλαιά Ελληνική γλώσσα”. Τον ίδιο χρόνο, εξάλλου, ένας Αγγλος περιηγητής διαβεβαιώνει πως “και το τελευταίο χωριουδάκι έχει το σχολείο του”, ενώ, τέλος, το 1814, ένας άλλος Αγγλος, ο Leake, παρατηρεί: “Σήμερα δεν υπάρχει ελληνική κοινότητα, ακόμα και με μέτριες οικονομικές δυνατότητες, τόσο στην κυρίως Ελλάδα, όσο και στις άλλες περιοχές της Τουρκίας ή στις χώρες της αυστριακής κυριαρχίας και στην Ρωσία, που να μην ενισχύει ένα σχολείο για την εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής και, σε πολλές περιπτώσεις, των άλλων κλάδων της παιδείας”. (…)

Όχι πολλά χρόνια παλαιότερα, πάντως μέσα στο γενικό αναγεννητικό πνεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μαρτυρείται και η πρώτη απόπειρα -στις Ηγεμονίες- να επιβληθεί υποχρεωτική η γενίκευση της στοιχειώδους εκπαίδευσης. (…) Από μια εποχή και πέρα, λοιπόν, την οποία θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε, περίπου από τα μέσα του 18ου αιώνα, ο φυσιολογικός δρόμος που θα διανύσει το παιδί στην μικρή κοινότητα είναι να ακολουθήσει μια βασική εκπαίδευση. Έτσι το θέμα των σπουδών για την βαθμίδα αυτή παρουσιάζεται σχηματικά απλό: Η σταθερή βελτίωση των γενικών συνθηκών ζωής θα πυκνώσει όλο και σταθερότερα τις τάξεις των μαθητών για να φθάσει στην δημιουργία κοινωνικής συνείδησης, ως προς την αναγκαιότητα για μια στοιχειώδη εκπαίδευση, ανεξάρτητα από επιδιώξεις επαγγελματικές.(…)

Ως τα μέσα του 18ου αιώνα, οι ανώτερες σχολές είναι περιορισμένες σε αριθμό, καθώς περιορισμένος είναι και ο αριθμός των σπουδαστών τους. (…)

Οι διέξοδοι που προσφέρονται σε έναν νέο που θα ακολουθήσει την ανώτερη βαθμίδα είναι περιορισμένες και οικονομικά όχι ιδιαίτερα αποδοτικές. Αρα και η κοινωνική προέλευση των σπουδαστών της βαθμίδας αυτής βρίσκεται σε συνάρτηση προς τις διεξόδους αυτές. Η σπουδαιότερη επαγγελματική απασχόληση που προσφέρει η συστηματική σπουδή σε μιαν ανώτερη σχολή είναι η σταδιοδρόμηση στην εκπαίδευση, δεύτερη έρχεται η σταδιοδρόμηση στον κλήρο και τρίτη, με σχετικώς πολύ περιορισμένες δυνατότητες, η διοικητική απασχόληση στους φαναριωτικούς κύκλους της Πόλης. Με τις προοπτικές αυτές γίνεται αμέσως φανερό πως οι νέοι που θα στραφούν προς την εκπαίδευση είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι και όσοι δεν έχουν από οικογενειακή παράδοση ένα συγκεκριμένο αποδοτικό επάγγελμα, τεχνίτη δηλαδή ή εμπόρου. (…)

0α αργήσει όμως πολύ να φθάσει η εποχή εκείνη, ώστε η σπουδή να γίνει και για τις ανώτερες σχολές αυτοσκοπός. Τότε θα αρχίσουν να προσέρχονται στις σχολές αυτές και νέοι οπό τις οικονομικά ισχυρές κοινωνικές τάξεις. Αυτό θα συμβεί μόλις κατά τα τέλη της περιόδου που μας απασχολεί. Στο Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης θα αρχίσουν να προσέρχονται και παιδιά εμπόρων. (…)

Απομένουν οι εργάτες και αγρότες, ή ακόμη όσοι έχουν ήδη περιβληθεί το σχήμα. Οι νέοι όμως που προέρχονται από τις τάξεις αυτές είναι και οι οικονομικώς ασθενέστεροι. Γι’ αυτό και σπουδάζουν, για να βελτιώσουν τις γενικές συνθήκες της ζωής τους. Οι οικονομικοί όροι, άλλωστε, κάτω από τους οποίους πραγματοποιείται η σπουδή σε μιαν ανώτερη σχολή, είναι εντελώς διαφορετικοί από ό,τι σε μια κατώτερη. Εδώ η σπουδή πραγματοποιείται κατά κανόνα στον τόπο κατοικίας του νέου.(…) Αντίθετη είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο νέος που σπουδάζει σε ανώτερη σχολή. Ζει, κατά κανόνα, μακριά από την οικογένειά του, σε μεγάλο αστικό κέντρο, με υψηλότερο κόστος ζωής και χωρίς να μπορεί να συνδράμει την οικογένειά του στις παντοδαπές μέριμνες της. Αναγκάζεται λοιπόν να προσφεύγει σε επιβοηθητικές εργασίες για να εξασφαλίσει την στοιχειώδη συντήρηση του. Το 1710 έχουμε μια διαμαρτυρία στο Βουκουρέστι, πως “των νυν μαθητών των οι πλείονες είναι δουλωμένοι εις αρχοντικά, και μόλις δύο μήνας τον χρόνο, σπουδάζουσι”.

Υπάρχει, όμως, ένας άλλος παράγοντας που, όπως θα δούμε, δυσχεραίνει και. επιβαρύνει οικονομικά τις σπουδές. 0 προσωποπαγής χαρακτήρας που έχουν οι σχολές αναγκάζει συχνά τον σπουδαστή να μετακινείται από σχολή σε σχολή για να παρακολουθήσει τον διδάσκαλο του που μετακινήθηκε και αυτός. Όλες αυτές οι δυσκολίες δεν αναφέρονται απλώς για να δηλώσουν το γενικό κλίμα στο οποίο πραγματοποιεί τις σπουδές του ένας νέος στην Ελλάδα της Τουρκοκρατίας. Γίνονται και με άλλη πρόθεση: Να τοποθετήσουν κοινωνικότερα το γενικό εκπαιδευτικό πρόβλημα της εποχής. Αν, δηλαδή, είχαμε μια εκπαιδευτική προσπάθεια με κοντόφθαλμη αντίληψη, θα υπήρχε και μια υλική προσφορά περιορισμένη. Η πλήρης όμως γνώση όλων αυτών των δυσκολιών, και η επιθυμία να συντρέξουν οι χορηγοί ουσιαστικά στην μόρφωση των νέων,(…) δημιούργησε αρκετά νωρίς, και πλουσιοπάροχα, τον θεσμό των υποτροφιών.

Η βούληση αυτή της κοινωνίας εκφράζεται σε μια υγιή βάση, όταν αυτή αρχίζει και καθορίζει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους επιθυμεί να συνδράμει τα μέλη της εκείνα που δεν έχουν τις υλικές προϋποθέσεις για να πραγματώσουν τις σπουδές τους. (…) Ο διαθέτης, μαζί με την πρόβλεψη για την εξασφάλιση των πόρων ώστε να αποβεί ομαλή η λειτουργία της σχολής, σπεύδει ταυτόχρονα να εξασφαλίσει κατά κανόνα στέγη και τροφή, για ένα ορισμένο τουλάχιστον αριθμό μαθητών, όσων δεν διαθέτουν επαρκή οικονομικά μέσα για συντήρηση. (…)

Συμπτωματικές πληροφορίες δείχνουν ότι ο θεσμός των υποτροφιών ήταν απαίτηση που προέκυψε από τα ίδια τα πράγματα, γιατί οι ανάγκες των μαθητών ήταν μεγάλες. Ο Βούλγαρης, τα χρόνια της ακμής της Αθωνιάδας, όταν, υποτίθεται, το γενικότερο ενδιαφέρον που είχε ξεσηκώσει η ίδρυση της σχολής θα έπρεπε να είχε αυξήσει και τις χορηγίες υποτροφιών – μια και η σύνθεση των μαθητών της σχολής είναι τοπικά ποικιλόμορφη – μαρτυρεί ότι τα 2/3 του συνόλου είναι άποροι. Αποροι μάλιστα σε βαθμό που στερούνται όχι μόνο τα μέσα της διδασκαλίας, αλλά και αυτή την στοιχειώδη τροφή. (…) ΓΓ αυτό αρκετοί βρέθηκαν (πην ανάγκη να αποχωρήσουν, ενώ, εξάλλου, πολλοί άλλοι -που ο Βούλγαρης τους ανεβάζει στους σαράντα- είναι έτοιμοι να τους ακολουθήσουν.

Βλέπουμε λοιπόν πως, όταν, ήδη με την αρχή του 18ου αιώνα, αρχίζει να οργανώνεται η ανώτερη παιδεία, στα Ιωάννινα, που γίνεται το σπουδαίο εκπαιδευτικό κέντρο, στη Σχολή του Γκιούνμα “οι πτωχοί μαθηταί ετρέφοντο, ενεδύοντο, ελάμβαναν βιβλία και αυτήν την ύλην την γραφικήν με δαπάνην του σχολείου”. (…) Σε σύγκριση προς τον αριθμό των μαθητών, η κάλυψη που παρέχεται είναι γενναία. Σε μια εποχή, παραδείγματος χάρη, γύρω στα 1770-1780, υπάρχουν 10-12 υπότροφοι στην Πατριαρχική Ακαδημία, όταν ο αριθμός των σπουδαστών μπορεί να είναι μόλις διπλάσιος ή το πολύ τριπλάσιος. Το ποσό, εξάλλου, που χορηγείται στους σπουδαστές είναι γενναίο, αφού εξισώνεται προς την αντιμισθία του τρίτου διδασκάλου της σχολής(…)

Τα ίδια αυτά χρόνια η διαρθρωτική πράξη για την Σχολή Βουκουρεστίου είναι εντελώς σαφής: Πρέπει να βοηθηθούν οι άποροι και ενδεείς μαθητές του σχολείου, ώστε να βρίσκονται απαλλαγμένοι από βιοτικές μέριμνες και να αφοσιώνονται έτσι απερίσπαστα στις σπουδές τους. Η πρόνοια είναι εκτεταμένη και σε αριθμούς και σε κάλυψη. Καθορίζει, δηλαδή, πέρα από την τροφή, την στέγη και τα απαραίτητα για την σπουδή, την χορηγία για ενδυμασίες δυο φορές τον χρόνο. Ως προς τον αριθμό, εξάλλου, καθορίζει 15 υποτρόφους για κάθε τάξη. (…)

Παράλληλα, προς αυτές τις επίσημα καθιερωμένες με την ιδρυτική πράξη υποτροφίες, πρέπει να υπάρχει και ένας κυμαινόμενος αριθμός από ιδιωτικές υποτροφίες που να έχουν είτε τοπική προέλευση είτε συγκεκριμένη επιδίωξη. (…) Τέλος, για να ολοκληρωθούν οι παρατηρήσεις αυτές, μπορεί να υποστηριχθεί πως αυξάνεται ακόμη περισσότερο ο αριθμός των υποτρόφων με μια ειδική κατηγορία σπουδαστών, εκείνων οι οποίοι φέρονται συνήθως ως ιεροδιάκονοι. Πρόκειται κατά κανόνα για άπορους νέους, οι οποίοι, επειδή δεν διαθέτουν πόρους, παίρνουν το σχήμα για να έχουν την υποστήριξη μιας μονής ή μιας εκκλησίας, και σπουδάζουν με τον τρόπο αυτό δωρεάν.

Απόσπασμα από το βιβλίο του ‘Αλκή Αγγέλου, Των Φώτων, Β’ Όψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ΜΙΕΤ. Αθήνα 1999, σελ. 436-444.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: