Αρχική » Έλληνες και ο χριστιανισμός

Έλληνες και ο χριστιανισμός

από Άρδην - Ρήξη

του Μ. Χαρίτου, από το Άρδην τ. 29, Μάρτιος-Απρίλιος 2001

Αν υπάρχει ένας τρόπος να γίνη ένας διάλογος πάνω στη συ νάντηση Χριστιανισμού-Ελλη-νισμού (αν και δεν μου αρέσει να κολλάω έναν -ισμό δίπλα στους Έλληνες), χωρίς να είναι διάλογος κωφών, τότε θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με το παρόν και το μέλλον αυτής της συνάντησης αφού προηγουμένως γίνη μια προσπάθεια αποτίμησης της ενδιάμεσης πορείας. Ορίζοντας πάντα ο καθένας με ειλικρίνεια το ποθούμενο και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την προτεινόμενη πορεία.

Η ιστορία είναι ο χώρος της αμφιβολίας και των διαφορετικών αναγνώσεων, οι άνθρωποι δεν μπορούν να συμφωνήσουν γι’ αυτό που συμβαίνει μπροστά τους στο χειροπιαστό παρόν, πόσο μάλλον στο αβέβαιο και μακρινό παρελθόν. Γι’ αυτό τον λόγο πιστεύω ότι τα πράγματα ξεκαθαρίζουν όταν προσερχόμαστε στο πεδίο της πολιτικής πραχτικής.

Το ερώτημα που κατ’ εμέ τίθεται είναι ποιες είναι οι πνευματικές, πολιτικές, πολιτιστικές και λοιπές προϋποθέσεις του χριστιανισμού.

Και επιπλέον ποιου χριστιανισμού;

Είναι ίδιος ο προκωνσταντινικός χριστιανισμός με το θεσμισμένο υπό την επίβλεψη της ρωμαϊκής διοίκησης προϊόν των οικουμενικών συνόδων, που στην καθ’ ημάς ανατολή παίρνει το τελικό του καλούπι μετά την λήξη της εικονομαχίας;

Γιατί βέβαια τα θέσμια του χριστιανισμού δεν προέρχονται από τους πατέρες της Εκκλησίας, το έργο των οποίων είναι ατομικό και καλύπτει πλήθος απόψεων και ερμηνειών, αλλά από το “συνταγματικό” έργο των οικουμενικών συνόδων και την μακροχρόνια παράδοση της πρακτικής του μηχανισμού της εκκλησίας νοούμενης κατά βάσιν ως κλήρου και μοναχισμού.

Ταυτόχρονα δεν εκλαμβάνω τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό σαν κάτι το ενιαίο. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές γωνίες πλην όμως θεωρώ ότι το τελικό άρωμα δίνεται από την δημοκρατική συνιστώσα του ελληνικού πολιτισμού, που είναι και το πλέον πρωτότυπο παιδί αυτού του πολιτισμού. Θεωρώ, επίσης, ότι η ουσία της δημοκρατίας στην ελληνική της εκδοχή εδράζεται πάνω στην λογική ικανότητα του ανθρώπου και στην ι-σοσθένειατων λόγων.

Πάνω σ’ αυτά τα στοιχεία εδράζεται όχι μόνον η δημοκρατία, αλλά και η επιστήμη, νοούμενη, όχι απλά σαν αποτελεσματική τεχνική ικανότητα, αλλά σαν ανάπτυξη ενός τρόπου σκέψης που προσπαθεί να συλλάβει το όλον θέτοντας συνεχώς τα πάντα υπό συζήτηση.

Οι Έλληνες γνώριζαν την αξία της ιστορικής γνώσης. Είναι γνωστή η ιστορική αμεροληψία του Ομήρου. Στο έργο του Ηροδότου και του θουκυδί-δου συναντάμε την συγκρότηση της ιστορίας σαν επιστήμης. Είχαν όμως την ανδρεία, ούτε να πιστεύουν ούτε να πείθωνται ότι η ιστορία έχει κάποιο σχέδιο που λειτουργεί υπέρ τους.

0 χριστιανισμός εκλαΐκευσε την εβραϊκή ιδέα ότι η ιστορία έχει κάποιο σχέδιο που βαδίζει προς τον θρίαμβο του Ισραήλ και τον καταποντι-σμό των απίστων. 0 χριστιανισμός που είναι ένας ελληνορωμαιοεβραϊ-σμός ή δεν είναι τίποτε, συνέμειξε την ιστορική λατρεία των Εβραίων, τις αιώνιες εξωιστορικές ουσίες του ελληνικού πολιτισμού και το ρωμαϊκό ο-λιγαρχικό-αυτοκρατορικό μοντέλο διοίκησης.

Το μίγμα είναι κολλώδες, μπορείς να κολλήσεις μ’ αυτό μια αυτοκρατορία που αποσυντίθεται, είναι δύσκολο όμως να την κάνης να λειτουργήσει.

Προς χάριν της λειτουργικότητας,

η θεωρία τού Ευσέβιου της Καισαρείας έθεσε τον αυτοκράτορα υπεράνω όλων. Στην πράξη το μοντέλο δεν λειτούργησε. (Ο ανταγωνισμός αυτοκράτορα και εκκλησίας διαπερνά όλη την Βυζαντινή ιστορία και λήγει υπέρ της νίκης της Εκκλησίας μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής παρεκτροπής.)

Παράλληλα, κάθε προσπάθεια με-τακένωσης σφρίγους μέσα στην Βυζαντινή αυτοκρατορία συνιστά προσπάθεια αποχωρισμού αυτών των στοιχείων με αποτέλεσμα την διάλυση. Το χριστιανικό ιδεολόγημα, για να γίνη χρήσιμο, χρήζει υπερερμηνείας υπέρ κάποιων από τα τρία στοιχεία και ει δυνατόν μετακένωση σφρίγους από κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Η ελληνορθόδοξη εκδοχή, όπως συγκροτείται εν τέλει κατά την εποχή της νίκης των εικονολατρών μέχρι σήμερα, παραμένει πιστή στο αρχικό μίγμα, άρα και στην ιδεολογία της πάση θυσία συγκόλλησης, κάθε αλλαγή είναι προς το κακό (τό ‘πε και ο Χριστό-δουλος πρόσφατα: να μην αλλάξει τίποτε). Κάθε άλλη προσπάθεια διέσπασε τα τρία στοιχεία, με την παράλληλη μετακένωση κάποιου νέου σφρίγους.

Πρώτοι οι εικονομάχοι, επαναφέροντας την θεωρία του Ευσεβίου μείωσαν την επίδραση του ελληνικού στοιχείου με παράλληλη μετακένωση σφρίγους από τα ανατολικά θέματα. Το ύστερο Βυζάντιο διαλύεται υ-

πέρ του ελληνικού στοιχείου και εκει η σωτηρία αναζητήθηκε στους Οθωμανούς που υπέθαλψαν τον εγκλωβισμό του αναδυομένου νέου Ελληνισμού στην υποταγμένη στις Οθωμανικές δομές Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το παπικό μοντέλο υπερτόνισε το ρωμαϊκό στοιχείο, μείωσε το εβραϊκό και υπέταξε το ελληνικό μετακενώ-νοντας γερμανικό αίμα. (Η καλύτερη λύση του ανταγωνισμού Καίσαρος και Πάπα δόθηκε στα πλαίσια της Γαλλικής μοναρχίας με υπαγωγή της Εκκλησίας στην μοναρχική ιεραρχία). Στην Ρωσία, η Πετρινική εκδοχή συνιστά ένα ιδιότυπο μοντέλο που ντύνει με Βυζαντινά ενδύματα έναν Μογγό-λο αυτοκράτορα απομακρυνόμενη kg. από το ελληνικό και από το ρωμαϊκό και από το εβραϊκό μοντέλο.

0 Προτεσταντισμός, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η υπαγωγή της εκκλησίας στην πολιτική εξουσία, (χωρίς αυτό να αποκλείει την παράλληλη ύπαρξη απόλυτα αντιεξουσια-στικών προτεσταντικών εκκλησιών μέσα από μια μακρά πορεία πέτυχε την αποτελεσματικότερη και προς το παρόν κοσμοκρατούσα παραλλαγή, ε-δωσε τον χώρο της πίστης και της ιστορίας στο εβραϊκό στοιχείο, όπως του αξίζει, της επιστήμης στο ελληνικό και τη διοίκηση στο ανακαινισμένο ρωμαϊκό υπόδειγμα, του οποίου αξιοποιεί κατά περίπτωση και τις δυο μορφές και τη Res Publica (ΗΠΑ) kc το Imperium (Βρετανία). Η μετακένωση προήλθε από τους λαούς της βορειοδυτικής Ευρώπης και το αποτέλεσμα είναι γνωστό υπό τον παραπλανητικό τίτλο “Αγγλοσάξονες”. Πιστεύω πώς, αν θελήσουμε να μιλήσουμε για το κυρίαρχο προτεσταντικό στοιχείο, ο τίτλος “Νορμανδοί” είναι ακριβέστερος.

0 χριστιανισμός είναι μια πραγματικότητα που μετρά περίπου 2000 χρόνια ζωής. Κάνοντας τον απολογισμό αυτής της πορείας, υπάρχουν c. ωφελημένοι και οι ζημιωμένοι. Και επειδή δεν εκλαμβάνω τον χριστιανισμό σαν κάτι το ενιαίο, θα τοποθετηθώ κατά περίπτωση.

Στον χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής η ορθοδοξία ήταν πάντα μία αμυντική συντηρητική επιλογή, πιο πολυ νοιάζεται για το παρελθόν και τα κεκτημένα, παρά για το μέλλον. Απέτυχε να αντιμετωπίσει το Ισλάμ, απέτυχε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικα τους Σλάβους και τους Σταυροφόρους, απέτυχε να αντιμετωπίσει τούς Τούρκους.

Τι πέτυχε; να διατηρήσει τα προνόμια της Ελληνορθόδοξης ολιγαρχίας, η οποία, αφού πλήρωσε ηθελημένα ή αθέλητα τον ανάλογο φόρο αίματος, συνέχισε τον γνωστό από την αρχαιότητα (πολύ πριν γίνη ορθόδοξη) ενδοτικό της ρόλο. Την εθελόδουλη υπαγωγή της σε ανατολικά, δυτικά, βόρεια, νότια και δεν συμμαζεύεται κέντρα εξουσίας.

Οι λαοί που ήταν στην σφαίρα επιρροής τού Βυζαντίου έθρεψαν με τις ίδιες τους τις σάρκες τους Σελ-τζούκους και τούς Οθωμανούς Τούρκους. Η ορθοδοξία, όμως, παρέμεινε ορθοδοξία, έστω κι αν η αποστολική διαδοχή συνεχίστηκε δια μέσου του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή.

Οι λαοί που βρέθηκαν στην σφαίρα επιρροής τού καθολικισμού ενσωμάτωσαν με αποτελεσματικό τρόπο ένα μέρος από τους Σλάβους. Οι Σλοβάκοι, οι Σλοβένοι, οι Πολωνοί, οι Κροάτες, αλλά και οι μη Σλάβοι Ούγγροι είναι κομμάτια της ευρύτερης καθολικής παράδοσης. Αποδέχονται δηλαδή την θεωρία της πρώτης Ρώμης.

Ποιος θα μπορούσε να πει το αντίστοιχο για τούς νότιους και ανατολικούς Σλάβους, ότι δηλαδή αποτελούν κομμάτια της ευρύτερης ορθόδοξης παράδοσης πού αποδέχεται την θεωρία της δευτέρας Ρώμης. Η ηγεμονική Ρωσική ορθοδοξία αποδέχεται τη θεωρία της τρίτης Ρώμης κι αυτό το πικρό μάθημα δεν λένε να το καταλάβουν οι ανιστόρητοι ταγοί της ελληνικής ορθοδοξίας, όπως δεν το κατάλαβαν και τα ξαδέλφια τους του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

Με το Ισλάμ ο καθολικισμός τα βρήκε μπαστούνια. Οι Τούρκοι έφθασαν αλλεπάλληλες φορές μέχρι την Βιέννη, μόνον δυτικά από νωρίς φάνηκε να παίρνουν το πάνω χέρι (Πουατιέ 732 μ.Χ.) και λίγο νοτιότερα από κει στα 1500 ξεκίνησε η προσπάθεια να υπερφαλαγγισθεί η κυριαρχία του Ισλάμ στους δρόμους προς την Ανατολή. Παράλληλα έθεσαν τον Νέο Κόσμο στην τροχιά της Δύσης.

Εν τέλει όμως η πλέον πετυχημένη παραλλαγή του χριστιανισμού ήλθε από τις προτεσταντικές δυνάμεις.

Με τον προτεσταντισμό των βόρειων λαών της Δύσης μπήκαν οι μά-

ζες στην ιστορία, αυτό δηλαδή πού πέτυχε το Ισλάμ από τον 7° μ.Χ. αιώνα.

Οι τρεις μεγάλες σύγχρονες δυνάμεις τού χριστιανισμού, ο προτεσταντισμός, ο καθολικισμός και η ρω-σοσλαβική ορθοδοξία, διαθέτουν τεράστιες δυνάμεις σε πολλαπλά επίπεδα και στις μεταξύ τους διαμάχες και ως προς τους τρίτους. Κάνοντας μια συγκριτική αποτίμηση και των τριών, θα έλεγα τα εξής:

Η αδυναμία του προτεσταντισμού και της Ρωσικής ορθοδοξίας βρίσκεται στην ανικανότητά τους να αφομοιώσουν νέο αίμα, αντίθετα σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται το μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα του καθολικισμού που διαθέτει την ικανότητα να αφομοιώνει νέο αίμα εντάσσοντας τους νεοπροσύ-λητους στον οργανισμό του.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο καθολικισμός αντιπαρατέθηκε και νίκησε τον “ορθόδοξο” ρωσικό μαρξισμό στην Πολωνία, στην ίδια περίοδο πλαγιο-κόπησε τα κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης με την θεολογία της απε λευθέρωσης στην Ν. Αμερική. Επίσης, στον κρίσιμο χώρο μεταξύ Ινδικού και Ειρηνικού, αντιπαρατίθεται και ισορροπεί με το Ισλάμ (Φιλιππίνες -Ινδονησία).

Η πρόβλεψή μου είναι ότι στον χώρο της Ν. Αμερικής (αρχικά) θα δοκιμασθεί ένα νέο ιβηρο-παπικό χαρμάνι. (Η στήριξη της Κούβας από την Ισπανία και τον Πάπα αποτελεί ένα ορατό παράδειγμα.) Σε ένα δεύτερο πλάνο, η άνοδος τού λατινοκαθολι-κού στοιχείου στις ΗΠΑ αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση έναντι των προτεσταντών μέσα στο ίδιο τους το γήπεδο.

Αυτό που δεν βλέπω είναι τις περίφημες δυνάμεις της ελληνικής ορθοδοξίας και αν οι ταγοί της επιθυμούν να φέρουν τίτλους κενούς περιεχομένου, για ποιο λόγο οι Έλληνες πρέπει να εγκλωβισθούν για μια ακόμη φορά στους απίθανους σχεδιασμούς τους και στις ιστορικές τους ονειρώξεις.

Μέσα στο δύσκολο διεθνές περιβάλλον της παρούσης συγκυρίας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να δοθεί ο αγώνας μέσα στα Χριστιανικά βυζαντινά πλαίσια.

α) γιατί το παρελθόν και η ιστορική πείρα δεν συνηγορούν στο να δοθεί κι άλλη μια ευκαιρία στην ορθόδοξη προοπτική.

β) γιατί το κεκτημένο του νέου Ελληνικού κράτους βασίζεται στην αναγέννηση του ελληνικού στοιχείου και μέσα σ’ αυτή την προοπτική μπορεί να ολοκληρωθεί, εάν και όταν καταφέρει να ολοκληρώσει την αναγέν-

νησή του και στο επίπεδο των ιδεών και του πολιτισμού. Κάθε βυζαντινό ιδεολόγημα αντιμάχεται τον νέο Ελληνισμό στις ουσιώδεις προκείμενες που είναι βαθύτατα δημοκρατικές και αντιαυτοκρατορικές.

γ) γιατί ο υπαρκτός ορθόδοξος χριστιανισμός στις τρεις βασικές ελληνικές εκδοχές του: ελλαδική εκκλησία, πατριαρχεία και μοναχισμός δεν κρύβει το φιλομοναρχικό πολιτικό του πιστεύω και τους δεσμούς του με τον οίκο των Γκλύξμπουργκ. (Το αυτό ισχύει και για τις σλαβορθόδοξες παραλλαγές και τις αντίστοιχες δυναστείες.)

Αν έχει μείνει μία σταλιά νοημοσύνης και διορατικότητας σ’ όλους αυτούς που ονειρεύονται ή πείθονται στην δυνατότητα μιας δημοκρατικής ορθοδοξίας, καλόν θα ήταν ή να συνέλθουν ή να προχωρήσουν μέχρι τις ακραίες συνέπειες της ορθόδοξης

προοπτικής για να πάψη επί τέλους ο απίθανος πολιτικός αχταρμάς που επικρατεί και που αργά, αλλά συστηματικά οδηγεί στην επανεμπλοκή της δυναστείας στα πολιτικά πράγματα τής Ελλάδος.

Τα τελευταία 20 χρόνια, το στρατήγημα της νεορθοδοξίας ανακαίνισε την ορθόδοξη παράδοση και έδωσε στην ορθοδοξία την αίγλη της πίστης (το κατά πόσον είναι ζωντανή η πίστις είναι ένα άλλο ζήτημα), αργά ή γρήγορα το ανανεωμένο κοινό θα αναζητήσει ή θα αποδεχθεί π]ν ολοκλήρωση της πνευματικής εμπειρίας και στο πολιτικό – πολιτειακό επίπεδο.

Η ουσία της ιστορίας κατά το εβραϊκό πρότυπο είναι η γενεαλογία. Εκεί είναι που συμφωνούν προτεσταντική ολιγαρχία και εβραϊσμός υπερτονίζοντας το φυλετικό στοιχείο. Η εβραϊκή θρησκεία είναι μια λατρεία της γενεαλογίας και της ιστορίας του Ισραήλ.

Ο χριστιανισμός στην προ Κωνσταντίνου περίοδο ήταν μια προσπάθεια υπέρβασης της Ρωμαϊκής και της Εβραϊκής ολιγαρχίας μέσα στα πλαίσια μιας λαϊκής αγροτικού χαρακτήρα αίρεσης εβραϊκής καταγωγής και ενδιαφέροντος (με χρήση του μεσσιανικού ιδεολογήματος και παράλληλη νομιμοποίηση ότι ο Ιησούς αποτελεί την γνήσια από Δαυίδ βασιλική γενεά ενάντια στους σφετεριστές). Με τον Παύλο αυτό το σχήμα μεταφέρεται στην πολυφυλετική κοινωνία των πόλεων της εποχής. Εκεί αποσυνδέεται από το εβραϊκό ιστορικό περιβάλλον. Η υπέρβαση γίνεται στο ιδεολογικό επίπεδο και οργανωτικό σχήμα αυτής της ιδεολογίας (που διακήρυξε την ισότητα των φυλών) είναι η εκκλησία.

Το οργανωτικό – ιδεολογικό πρότυπο της Εκκλησίας μέσα σε κοινωνικό περιβάλλον πολυφυλετισμού υποκαθιστά την υπαρκτή γενεαλογία των παραδοσιακών κοινωνιών με μια νέα αυτοδημιούργητη γενεαλογία. Οι εκκλησίες αναγεννούν (βάπτισμα) και εντάσσουν τους πιστούς σε μια νέα πνευματική γενεαλογία και όλο το τελετουργικό και η καθημερινή πραχτική δίνουν την εντύπωση ότι ο Χριστιανός ανήκει σ’ ένα προνομιακό “γένος”. Το εορτολόγιο, οι κατάλογοι διαδοχής των επισκόπων και των πατριαρχών, οι καυγάδες για το πρωτείο συντηρούν αυτήν την ψευδαίσθηση της μετοχής σε ένα ολιγαρχικό σύμπαν. Οι ολιγαρχίες είναι αξονισμένες γύρω από τις εξ αίματος γενεαλογίες τους, με τις χριστιανικές εκκλησίες δημιουργείται ένα αντίπαλο δέος στην ολιγαρχία, με την δημιουργία μιας οργανωτικής γραφειοκρατικής ιεραρχίας που διαθέτει την δική της ιερή γενεαλογία. Γύρω απ’ αυτούς τους άξονες, σε ένα μείγμα άπειρων παραλλαγών, κινούνται οι κοινωνίες που βρέθηκαν στην τροχιά του χριστιανισμού.

Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία, το αίτημα της αρχαίας δημοκρατίας παραμένει απόλυτα ξένο. Η διχοτομία της ευρωπαϊκής ιστορίας έκτοτε σχετίζεται με την αδυναμία να βρεθεί το νήμα της δημοκρατίας εκεί όπου το άφησε η αρχαία Ελλάδα (παρά την κοπιώδη μεταναγεννησιακή προσπάθεια).

Η αρχαία δημοκρατία ήταν μία πάλη για την αλλαγή ενός κυρίαρχου πολιτιστικού ολιγαρχικού πρότυπου. Υποσύνολο αυτής της πάλης ήταν και η οικονομική αποκατάσταση του Δήμου.

Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο τα πληβειακά κινήματα ασχολούνται με την ανακατανομή του πλούτου με πολιορκητικό κριό συνωμοτι-κές-γραφειοκρατικές δομές, αποτέλεσμα της νίκης είναι η αυτοτελής ή διαμοιρασμένη με την ολιγαρχία νομή της εξουσίας και του πλούτου χωρίς βαθιά αλλαγή του πολιτιστικού προτύπου.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να στεριώσει παρά στην βάση ενός κοινού δημοκρατικού πολιτισμού. Αυτό ήταν το πείραμα που διενεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Στον Θουκυδίδη βρίσκουμε αρκετά στοιχεία, αλλά και διάσπαρτα σ’ όλη την ελληνική γραμματεία.

Το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας και η τεράστια πολιτιστική προσπάθεια των ηγετών της Δημοκρατικής παράταξης δείχνει ότι υπήρχε απόλυτη συνειδητοποίηση της ανάγκης ενός πολιτισμού που θα αποτελεί την ραχοκοκαλιά και το έδαφος της δημοκρατίας.

Αντίθετα από τις αυτοματικές ιδεολογίες που πιστεύουν ότι ο πολιτισμός είναι μια υπερδομή, ο πολιτισμός είναι εργαλείο κοινωνικής δημιουργίας, και αποτελεί απαραίτητη υποδομή, αφ’ ενός, αλλά και γύμνασμα στις προκείμενες ενός κοινωνι-

κού μορφώματος.

Οι ταξικοί αγώνες στην αρχαιότητα κυρίως δόθηκαν πάνω στο στενό πεδίο τού αναδασμού. Μέσα ο’ αυτήν την προοπτική, το σχέδιο του Θεμιστοκλέους για επέκταση της ναυτικής δυνάμεως της Αθήνας αποτελεί μια ευφυή υπέρβαση τού στενού οικονομικού πεδίου πού συνιστούσε ο αγροτικός τομέας. Η ερμηνεία και ο χειρισμός τού ζητήματος της ναυτικής ισχύος συνιστά κομβικό ζήτημα στην πάλη ολιγαρχίας και δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα.

Στην αρχαία Αθήνα δόθηκε μια ιστορικά πρωτότυπη δημοκρατική ερμηνεία στην ναυτική επέκταση που πολύ γρήγορα στο πρόσωπο τού Κίμωνα, ο οποίος ήταν πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλέους, ήρθε η ολιγαρχική απάντηση.

Η ήττα τής Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο έθεσε την δημοκρατία εκτός ιστορικής τροχιάς. Η παρέκκλιση τού Μ. Αλεξάνδρου επέκτεινε εν τέλει το πεδίο δράσεως τής ελληνικής ολιγαρχίας, αλλά δεν μείωσε προοπτικά την εθελοδουλία της.

Ο Ελληνισμός είναι το προϊόν μιας αυτοκρατορικής ερμηνείας του Ελληνικού πολιτισμού και παίρνει την τελική του μορφή κατά τους αυτοκρατορικούς ρωμαϊκούς χρόνους. Οι ρίζες αυτής της διαδικασίας βρίσκονται στο πολιτισμικό έργο των Ελληνιστικών βασιλείων. Αυτή η διαδικασία καλύπτει διάστημα μεγαλύτερο από μισής χιλιετίας, άρα, για να είμαστε ακριβείς, μια περιοδολόγηση είναι αναγκαία, άλλως ανακατεύουμε τελείως διαφορετικά πράγματα.

Σ’ αυτό το σημείο νομίζω ότι είναι ώριμη η απάντηση του ερωτήματος, ποια η σχέση Ελλήνων και Χριστιανισμού, γιατί όντως το Ελληνοχριστιανικό μείγμα είναι ιστορικά υπαρκτό και δεν συνιστά ένα ιστορικό ατύχημα, αλλά ούτε και μια ευτυχή ιστορική πορεία.

Οι Έλληνες αναζήτησαν και αναζητούν στην Εκκλησία τη μεταφυσική και οργανωτική λύση του προβλήματος της ηγεσίας πού αφ’ ενός δεν

μπόρεσε να τους δώσει -ούτε τους δίνει- η ελληνική ολιγαρχία και αφ’ ετέρου δεν μπορούν μέσα από τη δημοκρατική οδό να δώσουν οι ίδιοι στον εαυτό τους αιρώμενοι στο ύψος του πολίτη.

Η σχέση Ελλήνων και Χριστιανισμού είναι περίπλοκη, δεν είναι σχέση αντίθεσης, αλλά σχέση συνύπαρξης σε κοινό περιβάλλον τριών παραγόντων, ελλήνων, ολιγαρχίας και εκκλησίας.

Η άνοδος τού χριστιανισμού και της Εκκλησίας είναι δείκτης ανόδου τής ολιγαρχικής προοπτικής και μείωσης της δημοκρατικής. Στην σημερινή συγκυρία της έκλειψης του δημοκρατικού αιτήματος είναι απολύτως φυσική η άνοδος των συμπληρωματικών παραγόντων Εκκλησίας και ολιγαρχίας.

Το ιδιάζον στοιχείο της παρούσης κατάστασης σχετίζεται με τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος της ισχύος.

Οι Έλληνες βρίσκονται πάλι μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, εν τοις πράγμασι έχουν όλες τις δυνατότητες να ανατρέψουν μια δυσμενή περίοδο που ξεκίνησε το 1922, κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβαδίσει με την διατήρηση του πολιτικού συμπλέγματος της Ελληνικής ολιγαρχίας στην κορυφή της ηγεσίας, αλλά ούτε και με το ψυχολογικό σύμπλεγ-

μα κατωτερότητας που αυτή καλλιεργεί βάσει του οποίου οι Έλληνες δεν πρέπει να αμφισβητούν την ψαλιδισμένη ισχύ που τους παραχωρείτε, μέσα στο παρόν σύστημα δυνάμεων

Το πρόβλημα βρίσκεται στην ανικανότητα των Ελλήνων να δημιουργήσουν μια ιθαγενή δημοκρατική θεωρία ισχύος που να μπορέσει να στηρίξει την πολιτική τους αυτοτέλεια Μια θεωρία που δεν θα προσφεύγει σε κανένα εισαγόμενο υπόδειγμα (ρωμαϊκό, εβραϊκό, δυτικό, ανατολικο κ.λ.π.)

Σ’ όλη αυτή την περίοδο, η εκκλησία και ο χριστιανισμός θα αποτελούν δείκτη αντιστρόφως ανάλογο με την άνοδο του δημοκρατικού αιτήματος και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά στοιχεία στην προσπάθεια σταθεροποίησης της ελληνικής ολιγαρχίας.

Αν οι Έλληνες αδράξουν την στιγμή και αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, θα απεκδυθούν τα αυτοκρατορικά ράκη της ρωμιοσύνης και θα πάψουν να ταυτίζονται με το πάσχον θειο τής ορθοδοξίας.

Τότε μόνον θα δούμε τον δρόμο της ελευθερίας και της ευψυχίας ανοιχτό.

19//01/01

Χάριν του διαλόγου, για την περαιτέρω πορεία των Ελλήνων μέσα στον κόσμο και στην ιστορία, δημιουργήσαμε τον δικτυακό τόπο www.themistocles.gr. Ευπρόσδεκτη κάθε άποψη που αγαπά τον διάλογο.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: