του Σπ. Μάνδρου, από το Άρδην τ. 24, Μάρτιος-Απρίλιος 2000

It is a tale told by an idiot,
full of sound and  fury,
signifying nothing.

(Είναι μια ιστορία ειπωμένη από έναν ηλίθιο
γεμάτη φασαρία και λύσσα,
και δεν σημαίνει τίποτα.)

Σαίξπηρ: Μάκβεθ

Τα είδη εμφανίζονται, εξελίσσονται, μεταλλάσσονται, εξαφανίζονται. Το μουσείο της φύσης είναι γεμάτο απολιθώυατα εξαφανισμένων ειδών, μνήμες αρχαίων πειραμάτων της φύσης, σημάδια μορφών ζωής που δοκίμασαν την τύχη τους στις σκοτεινές ατραπούς του χρόνου. Μαμούθ, δεινόσαυροι, αρχαιοπίθηκοι, ασπόνδυλα και σπονδυλωτά, φυτά, ζώα και ερπετά, μορφές και υπάρξεις που δεν συναντάμε πια, έχουν αφήσει τα ίχνη τους στην πέτρινη τοιχογραφία του κόσμου.

Πιο κοντά στον ανθρώπινο χρόνο, άλλα ίχνη στα σπήλαια του Κρο-Μανιόν, του Λασκώ και των Πετραλώνων αφηγούνται την ιστορία του προανθρώπου, του βιολογικού προγόνου μας, που ήταν όμως τόσο αλλιώτικος από εμάς ώστε να συνιστά ένα άλλο, απλούστερο και κατώτερο είδος.

Αλλά εάν ο προάνθρωπος είναι δεδομένος, τότε το ενδεχόμενο του μετανθρώπου, δηλαδή του επόμενου είδους που θα αναδυθεί από τον άνθρωπο, παραμένει ανοικτό. Και η ερώτηση είναι: Σε ποιά στιγμή του βιολογικού χρόνου του είδους μας θα αρχίσει η διαδικασία μεταβολής που οδηγεί στο μετάνθρωπο; Ή μήπως έχει ήδη αρχίσει; Και προπαντός, τί είναι η μετανθρώπινη κατάσταση;

Το ενδεχόμενο του μετανθρώπου παύει στις μέρες μας να είναι ένα απλό ερώτημα, καθώς η επιστήμη και η τεχνολογία αρχίζουν να επεμβαίνουν στις ίδιες τις βάσεις των βιολογικών και πνευματικών μας λειτουργιών. Από τον κλωνισμό προβάτων μέχρι τον κλωνισμό ανθρώπων το βήμα είναι πολύ μικρό για τη βιοτεχνολογία – το πρώτο κλωνισμένο ανθρώπινο έμβρυο εμφανίστηκε ήδη. Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της ηλεκτρονικής και των ολαισθητικών τεχνολογιών τείνουν να κάνουν σχεδόν απόλυτο τον έλεγχο πάνω στο περιβάλλον, ενώ η βιοϊατρική και η ψυχοανοσοβιολογία αρχίζουν να κάνουν πράξη τον έλεγχο πάνω στον βιολογικό εαυτό μας. Από την άλλη πλευρά, η νανοτεχνολογία, με την υπόσχεση λιλιπούτειων μοριακών μηχανών που θα μπορούν να επεμβαίνουν στο επίπεδο των πρωτεϊνών και του γενετικού κώδικα, αφήνει μεγάλα ερωτηματικά για το τι θα κάνουμε με μια τέτοια θεϊκή δύναμη στα χέρια μας.

Ο μετανθρώπινος μύθος: Υπόσχεση και Ερινύα

Η ιδέα του μετανθρώπου δεν είναι καινούργια. Το “επόμενο είδος” μας κυνηγάει από πολύ παλιά, άλλοτε σαν όνειρο και άλλοτε σαν εφιάλτης. Οι αρχαίοι μύθοι επίμονα εμπεριέχουν μια προσταγή για ενεργό επιδίωξη της μετανθρώπινης κατάστασης από τον ίδιο τον άνθρωπο. Με τη μορφή του ήρωα, ο μετάνθρωπος είναι το μόνιμο θέμα της μυθολογίας κάθε καιρού. Στην πιο γοητευτική εκδοχή του διαπερνάει τα μεγάλα έπη (Ιλιάδα, Οδύσσεια, Μπαγκαβάτ Γκίτα, Enoq του Γκιλγκαμές) που προτείνουν σαν παράδειγμα προς μίμηση τις μορφές των πρωταγωνιστών τους. Κάθε πολιτισμός φαίνεται πως θεωρεί υποχρέωση του να προβάλει στη συλλογική σκέψη των μελών του μοντέλα και πρότυπα ανθρώπων τόσο υπέρτερων πολεμικά, βιολογικά, πολιτιστικά και ηθικά που, αν και κατάγονται από τη θνητή σάρκα, ανήκουν πια στο επίπεδο των θεών, συνομιλούν και συναλλάσσονται μαζί τους, έχουν περάσει πέρα από τον ορίζοντα της συνηθισμένης ανθρώπινης μοίρας.

Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα έπη, όλες οι σημαντικές θρησκείες είναι βασισμένες στον μετανθρώπινο μύθο. Ο θεούμενος άνθρωπος τί άλλο υποδηλώνει παρά τη φιλοδοξία για ανάβαση από τον κατώτερο, ζωώδη άνθρωπο σε ένα ανώτερο επίπεδο ηθικής ύπαρξης, από το αποκρουστικό πριν σε ένα επιθυμητό μετά] Οι ίδιες οι θρησκείες αυτοκαθορίζονται σαν αρένες μιας ανελέητης εξελικτικής σύγκρουσης ανάμεσα στο Καλο και το Κακό, όπου η βασανιστική πορεία από τον έναν πόλο στον άλλο παράγει τον κοινωνικό χρόνο. Το ενδεχόμενο (ή μάλλον η απόλυτη βεβαιότητα) του μετανθρώπου είναι το βασικό μοτίβο των μεγάλων θρησκειών. Σε αντίθεση όμως με τις μυθολογίες, εδώ το πρωταγωνιστικό πρόσωπο (Ιησούς, Βούδας, Μωάμεθ παρά τις μετανθρώπινες δυνάμεις του -προέρχεται, συνομιλεί ή κατευθύνεται προς το θείο – υιοθετεί την αντι-ηρωική οδό. Κατεβαίνει, παραμένει, υποφέρει ανάμεσα στους συνήθεις ανθρώπους, ζει την τραγική τους καθημερινότητα και με το παράδειγμα και πι διδασκαλία του τους σέρνε μαζί του προς τα άνω, προς τη μετανθρώπινη κατάσταση, στην οποία δίνε συγκεκριμένο υπερβατικό περιεχόμενο.

Με ρούχο λιγότερο μυθολογικέ και περισσότερο ποιητικό, οι βασιλικοί άνδρες του Πλάτωνα και ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε είναι δύο κλασικά και πασίγνωστα αρχέτυπα για τον επόμενο άνθρωπο – τον ανώτερο Αλλο, που έρχεται μέσα από τις ομίχλες ενός φοβερού μέλλοντος σαν υπόσχεση μαζί και Ερινύα. Υπονοούν μια νέα αριστοκρατία ημίθεων, που είναι προϊόντα είτε του “κατάλληλου” πολιτικού συστήματος είτε μιας πύρινης ηθικής βούλησης. Απέναντι τους, η μόνη μας μοίρα είναι η υποταγή. Εδώ η παρακίνηση για τη δράση που θα φέρει τον μετάνθρωπο εξασφαλίζεται μέσα από την ηθική προτροπή.

Το θέμα του μετανθρώπου γίνεται ακόμα πιο επίμονο στον καιρό μας, ένα καιρό θετικιστικό και “επιστημονικό”. Στο μυθολογικό επίπεδο, αποτελεί βασικό μοτίβο του λογοτεχνικού είδους που ονομάζουμε επιστημονική φαντασία. Σε πλήρη αντιστοιχία με το κυρίαρχο θετικιστικό ήθος του μοντερνισμού, η νέα ανώτερη μορφή έχει σαφή βιολογικά περιγράμματα και οι μηχανισμοί που τη γεννούν δεν πηγάζουν πια από το θείο ή την ηθική, αλλά από φυσικές αιτίες που ωστόσο ενέχουν μια διάσταση θαύματος – την τυχαιότητα ή την ανθρώπινη ιδιοφυία. Προϊόντα γενετικών μεταλλαγών εξαιτίας πυρηνικών πολέμων (Windham: Τσόκυ, Τα παιδιά του Κούκκου και Οι Χρυσαλλίδες), απροσδόκητων παρεμβάσεων από το απώτερο διάστημα (Crichton: Το Σύνδρομο της Ανδρομέδας) ή αναπόφευκτες συνέπειες μιας θαυμαστής τεχνολογίας (Gibson: Νευρομάντης και Wow), οι μετάνθρωποι της επιστημονικής φαντασίας απέχουν τόσο πολύ από εμάς που μπροστά τους η εξαφάνιση μας είναι η μόνη νοητή έκβαση. Παρά τον εγκόσμιο όμως χαρακτήρα τους, οι μύθοι αυτοί τοποθετούνται, όπως και οι παλαιότεροι, στο ίδιο πλαίσιο της αέναης σύγκρουσης του Καλού και του Κακού, παρουσιάζοντας είτε μορφές ύπαρξης ηθικά και διανοητικά ανώτερες είτε πανίσχυρους βιολογικούς και μετα-βιολογικούς δαίμονες.

Η πολιτική του μετανθρώπου: Οι ιεροί πόλεμοι του αιώνα μας

Πάνω στο πλούσιο έδαφος του επίμονου μετανθρώπινου μύθου, δεν αναπτύχθηκαν μόνο φιλοσοφικές και θρησκευτικές ουτοπίες, αλλά και ολόκληρα πολιτικά συστήματα που δεν δίστασαν να εξαπολύσουν ολοκληρωτικούς πολέμους υπέρ της δικής τους εκδοχής για τον μετάνθρωπο (σταυροφορίες, τζιχάντ, θρησκευτικούς και ιδεολογικούς πολέμους). Τα βίαια και απάνθρωπα μέσα καθώς και η απεριόριστη, κτηνώδης βία με την οποία το είδος μας κυνηγάει το όνειρο του μετανθρώπου, όπως κάθε φορά το αντιλαμβάνεται, αδιαφορώντας για τις συνέπειες πάνω στον παρόντα άνθρωπο, ίσως μας λέει ότι κάπου βαθιά μέσα μας έχουμε πεισθεί πως το τρέχον ανθρώπινο είδος είναι μια μεταβατική και αναλώσιμη μορφή.

Στον μετανθρώπινο μύθο άλλωστε βάσισε και ο αιώνας μας τις κυρίαρχες πολιτικές του συγκρούσεις, που αποκορυφώθηκαν με δύο ιερούς πολέμους, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό Πόλεμο. Τα δύο πολιτικά κινήματα που πρωταγωνίστησαν είναι βεβαίως ο κομμουνισμός και ο ναζισμός. Και τα δύο μετέβαλαν σε επείγον πολιτικό αίτημα δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές της μεταφυσικής του μετανθρώπου.

Ο κομμουνιστικός ή σοβιετικός άνθρωπος θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εγκόσμια παραλλαγή του χριστιανικού μετανθρώπου, όπου ο ηρωισμός βρίσκεται ακριβώς στον αντιηρωικό και αυτοθυσιαστικό χαρακτήρα της συλλογικής δράσης και της προσωπικής δοκιμασίας – στην περίπτωση των κομμουνιστών μάλιστα δεν υπάρχει ούτε καν το ενδεχόμενο της προσωπικής μεταθανάτιας ανταμοιβής. Συνεπής στη μαρξιστική άποψη ότι ο άνθρωπος έχει μόνο κοινωνική μοίρα (η βιολογική φύση του ανθρώπου ποτέ δεν απέκτησε αυτόνομη σημασία σ’ αυτό το κίνημα), η κομμουνιστική μετανθρώπινη κατάσταση ανάγεται στην πλήρη μεταλλαγή της κοινωνίας, και εμμέσως του ατόμου, σε κάποιο μακρινό μέλλον. Στη θέση του χριστιανικού παραδείσου, όπου δεν υπάρχει πόνος και ανάγκη αλλά ζωή αιώνιος, ο μύθος αυτός τοποθετεί την κομμουνιστική κοινωνία όπου ο καθένας συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του και ο καθένας απολαμβάνει ανάλογα με τις ανάγκες του (il paradiso terrestre).

Αντίθετα, ο Άρειος (ο μετάνθρωπος των ναζιστών) υπάρχει ήδη λόγω της φυλετικής του καταγωγής και η επιδιωκόμενη μετανθρώπινη κατάσταση είναι η βίαιη και ανελέητη απο-κατάστασή του στα βιολογικά του δικαιώματα σε βάρος όλων των άλλων φυλετικών ομάδων (κατώτερες φυλές υπανθρώπων). Για τον ναζιστικό μύθο, ο μετάνθρωπος έχει ήδη επέλθει και απομένει μόνο η πολιτικοπολεμική επιβολή της μετανθρώπινης κατάστασης. Όμως, η μοχθηρία, η φυλετική ιδιοτέλεια και η αρπακτικότη-τα του ναζιστικού μετανθρώπου αφαιρεί κάθε έννοια ηρωισμού και υπέρβασης ακόμα και από τις πιο παράτολμες πολεμικές πράξεις των ναζιστών και κάνει τελείως απεχθές το περιεχόμενο του μύθου τους.

Ένας εξελικτικός αλγόριθμος;

Όλα αυτά είναι τυχαία, μάλλον, παραδείγματα ενός σταθερού μυθικού μοτίβου που επανεμφανίζεται συνεχώς. Τί μπορεί να σημαίνει άραγε αυτή η επίμονη επαναφορά του μετανθρώπινου μύθου στη συλλογική μνήμη και πράξη; Όσο και αν επιχειρεί κανείς να τον ερμηνεύσει σαν απλή έκφραση μιας υποτιθέμενης ανθρώπινης ανάγκης για “ιδεολογία”, η ιδεολογική προσέγγιση δεν εξηγεί ούτε τη σταθερή δομή του μύθου ούτε την αδυσώπητη δύναμή του πάνω στις ανθρώπινες ομάδες κάθε φορά που αποκτά κρίσιμη μάζα.

Το βασικό νήμα του μετανθρώπινου μύθου είναι η εντολή για συνειδητή και σκόπιμη υπέρβαση του ανθρώπινου είδους από τον ίδιο τον άνθρωπο. Όχι μια απλή υποψία ή έστω παραδοχή ότι η υποκατάσταση του ανθρώπου είναι ένα αναπόφευκτο εξελικτικό γεγονός κάπου στο μάκρος του χρόνου, αλλά μια κατηγορική προσταγή ότι ο ατελής άνθρωπος οφείλει να κατασκευάσει ο ίδιος τον τέλειο μετάνθρωπο τώρα.

Υπάρχει εδώ ένα σαφές άνυσμα, μια πορεία από κάπου (κατώτερο, απλούστερο) προς κάπου αλλού (ανώτερο, πολυπλοκότερο). Υπάρχει μια εντολή – κάντε το. Υπάρχει μια διαδικασία -τίθεται ένας στόχος, διατυπώνονται τα βήματα για την εκπλήρωσή του, μπαίνει σε κίνηση ένας μηχανισμός. Υπάρχει μια συνεχής επαναληπτικότητα: Ο μετανθρώπινος μύθος επανέρχεται πάλι και πάλι μέσα στην Ιστορία με μια ποικιλία μορφών αλλά με τα ίδια δομικά χαρακτηριστικά.

Μια τέτοια σαφήνεια δομής θυμίζει αλγόριθμο, πρόγραμμα, ένστικτο. Σα να προσπαθεί η φύση να εμφανίσει το επόμενο εξελικτικά είδος μέσα από εμάς, έχοντας εγγράψει εντός μας τη σχετική εντολή. Απίστευτο; Εξίσου απίστευτο θα ήταν όμως να πιστέψουμε το αντίθετο – ότι δηλαδή επειδή αναπτύξαμε σκέψη και τεχνολογία έχουμε βγει από τη φύση. Για παράδειγμα, πολλοί σήμερα αποδέχονται τη θέση του Τσόμσκυ ότι η ικανότητα της γλώσσα, δηλαδή το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ταυτότητας, είναι εγγενής στον άνθρωπο, καλωδιωμένη κατά κάποιο τρόπο στον γενετικό μας κώδικα, μια βιολογική άρα εξελικτική ικανότητα. Γιατί δεν μπορεί να είναι το ίδιο εγγενής και η προσταγή για την κατασκευή του μετανθρώπου;

Η τελεολογία του μετανθρώπου μέχρι τώρα διεκδικήθηκε μέσω των παραδοσιακών θεσμικών κατασκευών της κουλτούρας (θρησκεία, φιλοσοφία, ιδεολογία, πολιτική). Στον καιρό μας όμως, το ενδεχόμενο του μετανθρώπου επανέρχεται από άλλους δρόμους, αθέσμιστους και απεριόριστους, που από τη φύση τους δίνουν νέα μορφή και νέο περιεχόμενο στον περιπόθητο μετάνθρωπο. Η επιστήμη και οι νέες επιστημονικές ιδεολογίες (τρανσουμανισμός[1], εξτροπιανισμός[2]) αρπάζουν τη σκυτάλη που εγκατέλειψαν ξέπνοοι οι παραδοσιακοί ανθρώπινοι θεσμοί. Και ο μύθος του μετανθρώπου επανεμφανίζεται με ένα καινούργιο ρούχο.

Ενδοσωματική και εξωσωματική εξέλιξη

Δύο διαπιστώσεις κινούν σήμερα τον νέο μύθο του μετανθρώπου. Η πρώτη, γνωστή ήδη από τον περασμένο αιώνα, δηλώνει τη βαθιά αλήθεια ότι η φύση δεν ξέρει συνήθως τι κάνει, ότι, αν τη δούμε ψυχρά, η γενετική εξέλιξη είναι μια τραγική ιστορία σπατάλης, αδεξιότητας, προχειρότητας και συμβιβασμών. Ο πόνος, ο απόλυτος πόνος που συνοδεύει τη διαδικασία της επιβίωσης και εξαφάνισης ειδών και ατόμων, μένει αδικαίωτος από τα θλιβερά και φτωχά αποτελέσματα που παράγει η αργή και ανελέητη δαρβίνεια διαδικασία επιλογής του καταλληλοτέρου.

Η ιστορία του σώματος μας είναι ζωντανό μουσείο των αποτυχιών της εξελικτικής διαδικασίας μέσω των ενδοσωματικών μηχανισμών κληρονομικότητας. Παράδειγμα, η όρθια στάση μας, που ενώ από τη μια μεριά αποτελεί ένα αδιαφιλονείκητο εξελικτικό άλμα, από την άλλη είναι πηγή επικίνδυνων προβλημάτων στη σπονδυλική μας στήλη ή στο κυκλοφορικό μας σύστημα. Άλλο παράδειγμα, τα τρομερά λάθη που συμβαίνουν πολλές φορές στο γονιδίωμά[3] μας και είναι αιτίες θανάσιμων συγγενών ασθενειών, καρκίνων, δυσπλασιών, αναπηριών και ανολοκλήρωτης ζωής. Και τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Η φύση, λοιπόν, δεν ξέρει καλύτερα.

Και στη μεγάλη σκηνή των ιδεών μπαίνει ο καιρός μας με μια δεύτερη, καθοριστική διαπίστωση: Δίπλα και παράλληλα με τη γενετική εξέλιξη επισυμβαίνει μια ακόμα εξελικτική διαδικασία, εξωσωματική και ταχύτατη, με μια δική της αυτόνομη και καταλυτική δυναμική -η εξέλιξη των πνευματικών εποικοδομημάτων του ανθρώπου. Σε μια διάλεξή του ο σερ Peter Medawar[4], γιατρός και νομπελίστας, έθετε πολύ απλά την κρίσιμη αυτή διαπίστωση:

“…δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε την αυστηρώς βιολογική εξέλιξη από την κοινωνική, πολιτιστική ή τεχνολογική. Και οι δύο είναι βιολογικές εξελίξεις. Η μόνη διαφορά ανάμεσα τους είναι ότι η μια είναι γενετική και η άλλη δεν είναι”.

Και συνέχιζε:

“Στα ανθρώπινα όντα, η εξωγενετική κληρονομικότητα – δηλαδή, η μεταφορά πληροφοριών μέσω μη γενετικών διαύλων- έχει γίνει πιο σημαντική για τη βιολογική μας επιτυχία από οτιδήποτε είναι προγραμματισμένο στο DNA μας”.

Τα πνευματικά μας εποικοδομήματα σείουν τον κόσμο και τον αλλάζουν στα μέτρα της ανθρώπινης καρδιάς και του ανθρώπινου μυαλού. Το νευρικό μας σύστημα φτιαγμένο μέσω της δαρβίνειας εξέλιξης να συλλαμβάνει ερεθίσματα μόνο από τον άμεσο περίγυρο του, μπορεί παρά ταύτα να απλώνεται στο αχανές μέσα από τη λαμαρκιανή[5] εξέλιξη των πνευματικών μας εποικοδομημάτων -της γλώσσας και της κουλτούρας, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πουθενά στο DNA μας δεν είναι γραμμένη η δυνατότητα προσεδάφισης στη Σελήνη, αλλά πήγαμε εκεί. Κανένα γονίδιο μας δεν περιείχε τη Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά η Ιλιάδα έπλασε τον κόσμο της Ιωνίας και προσδιόρισε καθοριστικά τον κόσμο που επακολούθησε.

Είμαστε αυτό που μας κάνει το ενδοσωματικό μας γονιδίωμα, αλλά είμαστε και το αποτέλεσμα των εξελισσόμενων κατασκευών του ατομικού και συλλογικού μας νου. Των προεκτάσεών μας, των εξωσκελετών μας. Που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για την επιτυχία του είδους μας όσο πιο πολύπλοκο και πιο ογκώδες γίνεται το πνευματικό μας εποικοδόμημα – όσο μεγαλύτερη γίνεται η κρίσιμη μάζα του. “Τα μέσα”, έγραφε ο Marshall McLuhan υπονοώντας όλα μας τα επινοήματα, “δεν είναι απλώς γέφυρες ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Είναι φύση”. Και ο σερ Peter Medawar δήλωνε από μια βιολογική σκοπιά:

“Η εξέλιξη αυτής της (εξωγενετικής) διαδικασίας μάθησης και το σύστημα κληρονομικότητας που τη συνοδεύει αντιπροσωπεύει ένα νέο Θεμελιώδες βιολογικό στρατήγημα – πολύ πιο σημαντικό απ’ ό, τι προηγήθηκε- και κάτι τελείως διαφορετικό από οποιαδήποτε μέχρι τότε σχέση του οργανισμού με το περιβάλλον του”.

Τα φοβερά υλικά του νέου μύθου για τον μετάνθρωπο

Έτσι, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους. Το ενδεχόμενο του μετανθρώπου αποκτά μια νέα διάσταση, καθώς οι ρίζες του νέου ζωτικού μύθου εισχωρούν στην πιο θεμελιακή βεβαιότητα του σημερινού πολιτισμού: την επιστημονική σκέψη.

Διαπίστωση πρώτη: Η φύση κάνει τραγικά λάθη. Διαπίστωση δεύτερη: Οι διανοητικές μας κατασκευές (το πνευματικό εποικοδόμημα) αποτελούν μια πανίσχυρη εξελικτική δύναμη. Συμπέρασμα: Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις διανοητικές μας κατασκευές για να διορθώσουμε / βελτιώσουμε / υπερβούμε τη φύση. Ερώτημα στο οποίο δεν δίνει καμιά απάντηση ο αναδυόμενος νέος μύθος για τον μετάνθρωπο: Άραγε, παρακολουθούμε τις απαρχές μιας εξελικτικής σουπερ-νόβα ή μια τραγική ύβρη που οδηγεί το είδος μας σε μια εξελικτική παγίδα;

Μέχρι να απαντηθεί εκ των πραγμάτων αυτό το ερώτημα, κάθε φορά που φοράμε τα γυαλιά μας θα άξιζε να το σκεφτόμαστε σαν μια μικρή ψηφίδα στο μεγάλο μωσαϊκό της βελτίωσης του ατελούς γενετικού μας κώδικα με εξωσωματικά μέσα. Από εξελικτικής πλευράς, ο στόχος επιτυγχάνεται -βλέπουμε καλύτερα.

Μέσα από την αλληλεπίδραση όλων των παραμέτρων του πνευματικού μας εποικοδομήματος, η κατεύθυνση της εξωσωματικής αυτής εξέλιξης επικεντρώνεται στο πιο ευαίσθητο σημείο του σημερινού πολιτισμού: Το ανθρώπινο σώμα σαν κέντρο και ναό της ύπαρξης. Τα εργαστήρια ερευνών δουλεύουν ακατάπαυστα για να προσφέρουν όλο και πιο εξελιγμένα βοηθήματα, που το καθένα είναι ένας μικρός θρίαμβος του νου μας πάνω στην τυφλή αδεξιότητα της φύσης: Φάρμακα, βηματοδότες, εμφυτεύματα, χειρουργικές τεχνικές, μοσχεύματα…

Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα η φαρμακολογία, η ιατρική, η βιοτεχνολογία, η μικροηλεκτρονική και αύριο η νανοτεχνολογία είναι η συστηματική υπέρβαση του ενδοσωματικού γενετικού μας κώδικα. Στην ουσία πρόκειται για την επιστημονική έκφραση του πιο θεμελιακού μας ενστίκτου, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης.

Και από το κρίσιμο αυτό σημείο – δηλαδή από το πιο βαθύ επίπεδο της ψυχής, από μια περιοχή όπου δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άμυνες, αντιρρήσεις, ερωτηματικά, αναστολές ή επιφυλάξεις – αρχίζει να πλάθεται η φυσιογνωμία του ενδεχόμενου μετανθρώπου και ν’ αποκτά περιεχόμενο ο νέος ζωτικός μύθος.

Πράξη πρώτη: Στη σκηνή εισέρχεται ο επαυξημένος άνθρωπος

Βρισκόμαστε ακόμα στη φάση της απλής διόρθωσης των ατελειών της φύσης. Αλλά από την αμυντική στάση του βασικού ενστίκτου – όχι στον πόνο, όχι στον θάνατο, όχι στην αρρώστια – το άλμα δεν είναι τόσο μεγάλο που να εμποδίζει τον νου να αδράξει την ευκαιρία του: Πέρα από τον πόνο, πέρα από τον θάνατο, πέρα από την αρρώστια-να, η οδός που οδηγεί από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας. Και η βασιλική αυτή οδός δεν είναι παρά η σύνθεση των δύο βιολογιών μας-της ενδοσωματικής και της εξωσωματικής. Η επαύξηση (augmentation) του σωματικού μας εαυτού με τα επινοήματα του νου μας. Το μείγμα “ανθρώπου” και “μηχανής”. Το πάντρεμα του εσωτερικού σάρκινου εαυτού και των τεχνολογικών του προεκτάσεων. Με άλλα λόγια, ο κυβερνητικός οργανισμός, το κύβοργον[61.

Το κύβοργον δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε κάτι μυθικό. Στην τεχνολογική μας κοινωνία, όλοι είμαστε ήδη έως ένα βαθμό κύβοργα. Ο νεφροπαθής στη μηχανή αιμοκάθαρσης είναι ένα κύβοργον. Κάθε τεχνολογική προσθήκη από τα γυαλιά έως τα ρούχα μας, κάθε εμφύτευμα από την τεχνητή οδοντοστοιχία μέχρι τον βηματοδότη, κάθε πολιτιστική προέκταση, μας μετατρέπει αυτόματα σε επαυξημένα όντα, σε ειδικευμένα κύβοργα. Κάθε φορά που πιάνουμε το τιμόνι του αυτοκινήτου μας και πατάμε το γκάζι, μπαίνουμε σε μια διαδικασία κυβοργογένεσης. Κάθε φορά που ακουμπάμε στο αυτί μας το ακουστικό του τηλεφώνου και μιλάμε με κάποιον μακριά, γινόμαστε ένα ακουστικό κύβοργον. Και κάθε φορά που διαβάζουμε Πλάτωνα ή Αριστοτέλη μέσω της μηχανής που ονομάζουμε βιβλίο, ναι, μετατρεπόμαστε σε αναγνωστικό κύβοργον. Διόρθωση, επαύξηση, βελτίωση, επέκταση – μέσω των επινοημάτων του, ο άνθρωπος αλλάζει τη γενετική του μοίρα και δραπετεύει από την ειρκτή του DNA.

Αλλά η πρώτη πράξη του μετανθρώπινου μύθου πάει πολύ πιο μακριά. Χρειαζόμαστε καθολικά κύβοργα, λέει, που θα πάρουν αυτό το αδύναμο σώμα, αυτή την περιορισμένη αντίληψη, και θα τα ανεβάσουν συνολικά στο επίπεδο των φαντασμαγορικών κατασκευών του νου μας. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την άμεση διασύνδεση των (συλλογικών) τεχνολογιών με τον γενετικό μας εαυτό: Εμφυτεύματα που επιτρέπουν άμεση πρόσβαση του νου σε απέραντες ηλεκτρονικές βάσεις πληροφοριών και γνώσεων (η γνώση είναι δύναμη), συνεχής αντικατάσταση των φθαρμένων μελών και οργάνων μας με τεχνητά όργανα, φάρμακα που διώχνουν τα γηρατιά και τον θάνατο παρατείνοντας επ’ άπειρον τη ζωή, προεκτάματα των αισθήσεων που ανοίγουν τη θέα ταυτόχρονα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο,..

Έχουμε δει το ενδεχόμενο του επαυξημένου ανθρώπου σε μυθιστορήματα και τηλεοπτικά έργα επιστημονικής φαντασίας. Η ηρωική και συνάμα παθητική τηλεοπτική φιγούρα του Robocop συνδυάζει την αμυντική και θεραπευτική πλευρά του κύβοργου (ένας άνθρωπος σώζεται από φοβερά τραύματα) με την επιθετική και επαυξητική πλευρά του (για να μετατραπεί σε ένα πανίσχυρο και ακατανίκητο πλάσμα). Όμως, η απόλυτη μοναξιά του παράξενου αυτού ήρωα εικονογραφεί, αθέλητα ίσως, την ιδέα του McLuhan ότι κάθε προέκταση του εαυτού μας (δηλαδή, κάθε νέα τεχνολογία) είναι ταυτόχρονα και ένας ακρωτηριασμός. Και λειτουργεί σαν προειδοποίηση.

Η αναπόφευκτη σύγκρουση των δύο βιολογιών μας

Το κύβοργον δεν είναι ακόμα ο μετάνθρωπος του νέου μύθου. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο διάνθρωπος, η ενδιάμεση μορφή προς τον τελικό μετάνθρωπο. Αυτή τη στιγμή, οι ανθρώπινες τεχνολογικές κοινωνίες βρίσκονται στις πρώτες φάσεις μιας ταχύτατης διαδικασίας κυβοργο-γένεσης. Τα κομμάτια του παζλ, ασύνδετα και ατακτοποίητα ακόμα, αποζητούν εναγώνια τη συνειδητοποίηση μας ότι, ναι, πράγματι, αυτό που οικοδομούμε είναι ένας κόσμος που δυναμικά συνθέτει, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, τις δύο βιολογίες μας – τη δαρβίνεια γενετική μας εξέλιξη και τη λαμαρκιανή κοινωνική-πολιτιστική-τεχνολογική μας εξέλιξη. Το τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τους παρόντες θεσμούς και αντιλήψεις μας είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό.

Ένα παράδειγμα: Το 2003 υπολογίζεται ότι θα έχει ολοκληρωθεί η χαρτογράφηση [7] του ανθρώπινου γονιδιώματος και θα γνωρίζουμε ολόκληρο τον γενετικό μας κώδικα – τα 100.000 περίπου γονίδια που σαν λέξεις μιας μυστικής γλώσσας αφηγούνται και υπαγορεύουν την ύπαρξη του είδους μας και του καθενός μας ατομικά. Εν αρχή ην ο Λόγος και τί θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί η αποκρυπτογράφησή του, όταν ο καθένας μας θα υπάρχει σαν πληροφορία, σαν αφήγηση, πριν καν ακόμα υπάρξει; Ποια κοινωνία, ποιοι θεσμοί είναι σε θέση να αντέξουν μια τέτοια τρομερή αλήθεια;

Όμως, ο μετανθρώπινος μύθος του καιρού μας μένει ανικανοποίητος από την εικόνα του επαυξημένου ανθρώπου -του υπό κατασκευήν κύβοργου. Στο κάτω κάτω της γραφής, η έννοια του κύβοργου δεν είναι τίποτα περισσότερο από την κωδικοποίηση πραγμάτων που ήδη συμβαίνουν, ορατών διαδικασιών σύνθεσης που λογικά αναμένεται να υπερβούν την αμυντική/θεραπευτική φάση τους μόλις αποκτήσουν κρίσιμη μάζα. Μέσα όμως από την ομίχλη πιθανοτήτων που ονομάζουμε μέλλον, αχνοφαίνονται οι σκιές άλλων πραγμάτων πολύ πιο καταλυτικών, που πορεύονται πέρα από τον δρόμο του επαυξημένου ανθρώπου.

Η σύνθεση των δύο βιολογιών μας, που είναι προϋπόθεση του κύβοργου, στην ουσία αποτελεί έναν ανήσυχο συμβιβασμό. Η δαρβίνεια γενετική κληρονομικότητα μας είναι ένας πολύ αργά εξελισσόμενος μηχανισμός μετάδοσης των πληροφοριών. Η αργόσυρτη και προβληματική προσαρμογή των γονιδίων μας προσδίδει στον ανθρώπινο κόσμο μια ιξώδη ποιότητα, τον καταδικάζει σε επικίνδυνη υστέρηση μπροστά στην ταχύτατη λαμαρκιανή εξέλιξη του πνευματικού μας εποικοδομήματος, που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το περιβάλλον του και βαθμιαία μετατρέπεται το ίδιο σε περιβάλλον.

Η σύγκρουσή των δύο βιολογιών μας φαίνεται αναπόφευκτη από κάποια στιγμή καίπέρα. Η τελική πράξη του νέου μετανθρώπινου μύθου δεν έχει αμφιβολίες για την έκβαση. Ξαναθυμίζω τα λόγια του σερ Peter Medawar:

“Στα ανθρώπινα όντα, η εξωγενετική κληρονομικότητα – δηλαδή, η μεταφορά πληροφοριών μέσω μη γενετικών διαύλων- έχει γίνει πιο σημαντική για τη βιολογική μας επιτυχία από ο,τιδήποτε είναι προγραμματισμένο στο DNA μας”.

Πιο σημαντική προφανώς σημαίνει και πιο ισχυρή. Οπότε η φύση του τελικού μετανθρώπου προβάλλει σε όλο της το τρομακτικό μεγαλείο: Αφού ο γενετικός κώδικας είναι ανασταλτικός παράγοντας στην ταχεία εξέλιξη του είδους μας, τότε ο γενετικός κώδικας πρέπει να εγκαταλειφθεί. Και μαζί του η έδρα αυτού του κώδικα – το ανθρώπινο σώμα. 0 τελευταίος άνθρωπος παρακαλείται να αφήσει στην είσοδο το σώμα του…

Η Ανάληψη της συνείδησης στο πληροφοριακό σύμπαν

0 τελικός ήρωας του νέου μετανθρώπινου μύθου είναι ένα ον που κατοικεί σε ένα άλλο σύμπαν ηλεκτρικών παλμών και ακαριαίας πρόσβασης σε κάθε γνώση – άχωρο και άυλο, ένα υπερνοήμον πρόγραμμα που διατρέχει ανά πάσα στιγμή ολόκληρη την τεχνολογική υποδομή, η οποία, απαλλαγμένη πια από τη δυσκίνητη γενετική κληρονομικότητα, εξελίσσεται με ασύλληπτες ταχύτητες.

Εγκαταλείποντας συνειδητά τη γενετική κληρονομικότητα, η νέα πρόταση για τον μετάνθρωπο κάνει το αποφασιστικό βήμα και ταυτίζεται πια απόλυτα με το πνευματικό εποικοδόμημα. Η σάρκινη χρυσαλλίδα μεταμορφώνεται σε πληροφοριακή πεταλούδα. Η λογική αυτής της μεταμόρφωσης είναι άψογη: Αφού έτσι ή αλλιώς είμαστε πληροφορίες, δηλαδή ιστορίες ειπωμένες στη γνωστή (σύντομα) γλώσσα των γονιδίων, είναι καλύτερα να μεταφράσουμε την ιστορία μας σε μια γλώσσα πολύ πιο πλούσια και αποτελεσματική από τα αδέξια τραυλίσματα της φύσης.

Ο νέος μύθος του μετανθρώπου ταυτίζει το τέλος του κλασικού ανθρώπινου χρόνου με μια Ανάληψη. Οι πληροφοριακοί ουρανοί ανοίγουν την ημέρα της μεγάλης Πεντηκοστής του ανθρώπινου πνεύματος και ο Υιός του Ανθρώπου (ο Μετάνθρωπος) ανέρχεται εν δόξη στον δικαιωματικό του θρόνο, στην ψηφιακή αποθέωση. Τεχνικά, η μετάφραση του σωματικού ανθρώπου σε πληροφοριακό μετάνθρωπο ονομάζεται “ανέβασμα” (uploading) και υποδηλώνει τη διοχέτευση των πληροφοριών που εμπεριέχει ο νους στην τεχνολογική υποδομή, η οποία θωρακίζεται από κάθε ορατό και αόρατο κίνδυνο.

Τί είναι όμως αυτό που μεταφράζεται; Προφανώς, η ουσία του είναι, το πνεύμα, η συνείδηση, το εγώ, ο εαυτός, η ψυχή. Ο μύθος του μετανθρώπου παίρνει εδώ ένα γιγάντιο ρίσκο, βάζει ένα τολμηρό στοίχημα: Ταυτίζει την ουσία-πνεύμα-συνείδηση με την πληροφορία, θεωρεί ότι το μήνυμα δεν είναι τελικά το μέσο, ότι η μουσική δεν είναι το όργανο, ότι υπάρχει μια ουσία ανεξάρτητη από οποιαδήποτε μορφή. Δηλαδή, η μεταφυσική του νέου μύθου αρνείται να εγκαταλείψει τις επιστημονικές/θετικιστικές ρίζες της. Και στο σημείο αυτό είναι που θα κριθεί τελικά.

Τα ερωτήματα του χρόνου και της ταυτότητας

Οι κυρίαρχοι κοινωνικοί μύθοι είναι συναρπαστικές ιστορίες που σαν ατμομηχανές σέρνουν τη συλλογική συνείδηση προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Ουσιαστικά, οργανώνουν και δίνουν σκοπό στις δυνατότητες κάθε καιρού. Υπάρχουν ζωτικοί μύθοι, αλλά υπάρχουν και αυτοκτονικοί μύθοι που εμφανίζονται σαν ζωτικοί. Εάν ο αναδυόμενος μετανθρώπινος μύθος είναι πράγματι ζωτικός, τότε παρακολουθούμε τα πρώτα στάδια μιας εξελικτικής σουπερ-νόβα: Τον άνθρωπο και το βλαστάρι του, τον μετάνθρωπο, να υποτάσσουν τον χρόνο και την εξέλιξη για να τα φέρουν στα μέτρα του πάθους τους. Διαφορετικά…

Αν ο νέος μετανθρώπινος μύθος έχει τις δυνατότητες να κινήσει το τραίνο της εξέλιξης πολύ πιο αποτελεσματικά από τους προηγούμενους, τότε η παρούσα στιγμή είναι ανάλογη

με την ανάδυση των πρώτων αμφιβίων σε κάποιες λησμονημένες αρχέγονες αμμουδιές. Σπάζοντας σαν τον Προμηθέα τα δεσμά της ανάγκης (της γενετικής κληρονομικότητας, του DNA), ο άνθρωπος στέκεται σαστισμένος στον βράχο του Καυκάσου μη ξέροντας τι να κάνει τη νέα απίστευτη ελευθερία του μπροστά στα θανάσιμα ερωτήματα που γεννιούνται.

Το πρώτο και θεμελιακό ερώτημα που θέτει ο νέος μετανθρώπινος μύθος αφορά τον ίδιο τον εξελικτικό χρόνο. Ολόκληρη η μέχρι σήμερα πορεία του είδους μας, τόσο η γενετική όσο και η εξωγενετική, ήταν η αδιάκοπη υπέρβαση των ορίων που θέτουν τόσο η φύση όσο και η κουλτούρα. Αλλά η κατάλυση των ορίων δεν ήταν ποτέ συνεχής – πάντοτε γινόταν με άλματα. “Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν το εσπαρμένον”. Υπέρβαση και αποκρυστάλλωση. Εποχές χάους και εποχές τάξης. Και υπήρχε πάντα καιρός για να αφομοιώνεται το καινούργιο και να βρίσκει μια οργανική θέση δίπλα στο παλιό. Στην καινούργια σύλληψη για τον μετάνθρωπο, όμως, ο εξελικτικός χρόνος δείχνει να συρρικνώνεται στο ακαριαίο, να συμπυκνώνεται σε μια κυριολεκτικά κάθετη απογείωση του νεωτερισμού. Δεν είναι παράξενη, λοιπόν, η εμφάνιση συγγραφέων όπως ο Vernon Vinge που προβλέπουν την επερχόμενη “μοναδικότητα” (singularity) [8]- μια στιγμή δηλαδή στον μεσοπρόθεσμο συλλογικό ορίζοντα όπου η επιστημονική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή θα είναι τόσο γρήγορη ώστε από τη σημερινή προοπτική μάς είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα συμβεί.

Τα ζητήματα που προκύπτουν είναι πρωτοφανή. Αντέχει το ανθρώπινο ον μια τέτοια εξελικτική επιτάχυνση; Και δεν συνεπάγεται αυτό την επώδυνη καταστροφή του οικείου ανθρώπινου χωροχρόνου και της ζωτικής σχέσης του όντος με τον παρελθόν του; Υπάρχει άραγε τρόπος να γίνει “ανθρωπινότερη” η μετανθρώπινη κατάσταση και να ελεγχθεί αυτή η εκρηκτική επιτάχυνση ώστε να εξασφαλιστεί η “οικονομία της οδύνης”;

Εξίσου θεμελιακό είναι το ερώτημα της ανθρώπινης ταυτότητας που εκ των πραγμάτων ξαναθέτει ο νέος μετανθρώπινος μύθος. Τόσο πολλές αλλαγές, τόσο ριζικές αλλαγές, σε τόσο σύντομο χρόνο, αφήνουν να υπονοηθεί ένα ριζικά νέο είδος όντος – απόλυτα πλαστικό και αν-άξιο (άνευ σταθερού συστήματος αξιών ή με ένα διαφορετικό αξιακό υπερσύστημα), με ασαφή όρια ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Είναι δυνατό ένα τέτοιο ον; Επαυξημένο και αθάνατο κύβοργον ή άχωρη υπερσυνείδηση σε ψηφιακά δίκτυα, ο ενδεχόμενος μετάνθρωπος για να υπάρξει θα πρέπει να αποδέχεται κάποια

παραλλαγή της αριστοτέλειας αρχής της ετερότητας, αναγνωρίζοντας το πρόσωπο του άλλου ως προϋπόθεση για την αναγνώριση του εαυτού του. Βέβαια, έτσι λέμε αυτή τη στιγμή, αλλά ο πειρασμός είναι μεγάλος να αντιτείνει κανείς ότι η singularity του Vinge λειτουργεί ως “ορίζοντας γεγονότων” (events horizon) που δεν επιτρέπει να δούμε ή να εικάσουμε τι περιέχει η μαύρη οπή [9] του εξελικτικού μέλλοντος μας.

Ο επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου

Έστω και αν απορρίπτει κανείς τον καινούργιο μετανθρώπινο μύθο σαν τεχνο-αποκαλυπτική φαντασίωση, το ερώτημα της ταυτότητας του ανθρώπου παραμένει καίριο μπροστά στις καταλυτικές εξελίξεις του καιρού μας. Ακόμα και αν θέλουμε να αντισταθούμε στον αναδυόμενο ζωτικό μύθο, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναπροσδιορίσουμε τον άνθρωπο και τον ρόλο του σε ένα εξελισσόμενο σύμπαν. Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι παλιές απαντήσεις για το τι είναι ο άνθρωπος και τι κάνει σ’ αυτό τον πλανήτη δεν επαρκούν πλέον.

Βρισκόμαστε σε ένα εξελικτικό και ηθικό σταυροδρόμι. Ο μετανθρώπινος μύθος του καιρού μας προσπαθεί να συνθέσει τα κομματάκια του σημερινού παζλ και η εικόνα που ξεπροβάλλει είναι τρομακτική. Μέσα από μια διαδικασία θετικής ανάδρασης, το πνευματικό εποικοδόμημα του ανθρώπου (οι γνώσεις, οι τεχνολογίες, οι πληροφορίες) αυτονομείται ολοένα και περισσότερο από τους βιολογικούς μας περιορισμούς και τείνει να μεταμορφωθεί σε μια πρωτοφανή εξελικτική δύναμη, που φαίνεται να μας λέει: “Προσαρμόσου ή εξαφανίσου”.

Ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι να συνθέσει κανείς το παζλ. Ίσως υπάρχει ακόμα η δυνατότητα και για άλλους ζωτικούς μύθους. Αλλά τι άλλο πολύ διαφορετικό μπορούν να μας πουν πέρα από το γεγονός ότι είμαστε καταδικασμένοι από το βούκεντρο του πόνου και τον φόβο για τον θάνατο να εξελισσόμαστε αδιάκοπα; Και πόσο πειστικά μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το γεγονός ότι το πνευματικό μας εποικοδόμημα – η γλώσσα, οι γνώσεις, η φιλοσοφία, η επιστήμη, η τεχνολογία μας – τελικά έχει τη φύση φύσης και επιβάλλει ένα συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό προσαρμογής που δεν μπορεί να παρακολουθήσει πια το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας;

Αν και ο καινούργιος μετανθρώπινος μύθος μάς τρομάζει, μας προσφέρει ταυτόχρονα την επίγνωση ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτοί που γεννούμε και επωάζουμε το αυγό του εξελικτικού δράκοντα. Και από εδώ θα μπορούσε ίσως να ξεκινήσει η διαδικασία για μια νέα αυτεπίγνωση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek