Αρχική » Σχόλιο για έναν εθνικό θησαυρό

Σχόλιο για έναν εθνικό θησαυρό

από Άρδην - Ρήξη

του π. Γ. Μεταλληνού, από το Άρδην τ. 32, Νοέμβριος 2001

1.            Η γλώσσα ενός λαού δεν είναι απλά ένα όργανο στιγμιαίας επικοινωνίας και πληροφόρησης, αλλά και μοναδικός και αναντικατάστατος φορέας της ιστορικής, πνευματικής και κοινωνικής του περιουσίας. Η γλώσσα σ’ όλη τη διαχρονική της πορεία και χρήση αποταμιεύει τον πολιτισμό του Έθνους και τον μεταδίδει στις επερχόμενες γενεές, εξασφαλίζοντας έτσι την συνέχειά του. Ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες, που έχουμε μια από τις μακρότερες και πιο διακεκριμένες παρουσίες μέσα στην ιστορία, η γλώσσα μας, η οποία δια των αγίων Πατέρων μας αγιάσθηκε και αξιοποιήθηκε στο έπακρο, συνιστά τον βασικότερο φορέα της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής και πνευματικής μας παραδόσεως^…)

2.            Η διαπίστωση όμως αυτή οδηγεί τη σκέψη αβίαστα στον παράγοντα εκείνο, που εις πείσμα των οποιωνδήποτε εξωτερικών και εσωτερικών επιβουλευτών του Γένους μας, έχει τη δύναμη να λειτουργήσει και σήμερα λυτρωτικά, διασώζοντας, όπως και στην περίοδο της δουλείας μας, την ελληνική μας γλώσσα. Και ο παράγων αυτός είναι η Εκκλησία, το εκκλησιαστικό μας δηλαδή σώμα, το σώμα του Γένους. Η Εκκλησία αναδεικνύεται σε κάθε περίοδο δουλείας κιβωτός και της γλωσσικής μας παραδόσεως. Ας θυμηθούμε την Τουρκοκρατία και την Βενετοκρατία. Η ασίγαστη λατρεία της Εκκλησίας και η μόνιμη επαφή του κλήρου με τον λαό, στο ευρύ του φάσμα, διέσωσε και τη γλώσσα μας. Το σημαντικότερο μάλιστα είναι, ότι η Εκκλησία έσωσε τη γλώσσα ολόκληρη, σ’ όλη τη διαχρονία της και σ’ όλες τις μορφές της. Γιατί η Εκκλησία, ως σώμα, παρόλες τις αδυναμίες και ελλείψεις των επί μέρους προσώπων, μένει έξω από παραταξιακές επιλογές και ιδεολογικές τοποθετήσεις, καταφάσκοντας το όλο και διασώζοντάς το στην ακεραιότητά του. Αυτό συνέβη και στο θέμα της γλώσσας. Και επιτεύχθηκε με ένα μέτρο της Ρωμαίικης Εθναρχίας μας αποφασιστικής σημασίας για το υπόδουλο Γένος. Βλέποντας, ότι από τον 16ο αιώνα οι παπικές προπαγάνδες και οι δυτικίζοντες λόγιοι, κινούμενοι απ’ αυτές, χρησιμοποιούσαν στον γραπτό και προφορικό τους λόγο τη λαϊκή γλωσσική μορφή (τα “ρωμαίικα”), με συνέπεια να γίνεται όλο και περισσότερο δυσνόητη στο λαό η λόγια μορφή της γλώσσας (τα “ελληνικά”), κατανίκησε κάθε δισταγμό και ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις των καιρών με την ακόλουθη σοφή λύση: στη λατρεία διατηρήθηκε η καθιερωμένη γλωσσική μορφή, που διακρα-τεί έτσι και τη συνέχεια της αρχαιοελληνικής και πατερικής παραδόσεως. Στο κήρυγμα όμως, εκτός από τις εξαιρέσεις μερικών απροσγείωτων εγωκεντρικών αρχαιοπλήκτων, χρησιμοποίησε την λαϊκή μορφή της Ελληνικής. Έτσι, αναδείχθηκαν οι μεγάλοι λαϊκοί φωτιστές του Γένους από τον Μελέτιο Πηγά και τον Ηλία Μηνιάτη μέχρι τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τους άλλους Κολλυβάδες, που με το κήρυγμα τους και τα βιβλία τους κράτησαν το λαό στη γλωσσική παράδοση του, αγγίζοντας συγχρόνως τα μύχια της καρδιάς του, σε μια γλώσσα προσιτή και εύληπτη. Ο Μεγάλος ΙΙα-τριάρχης Αλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος (17ος αι.) θα συντάξει μάλιστα και Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσης, φανερώνοντας ευφυά σύλληψη του μηνύματος των καιρών του.

Από την άλλη πλευρά, το σύστημα παιδείας πού πρόσφερε η Εκκλησία μέσα στη δουλεία, αναπληρώνοντας το τεράστιο κενό, που άφηναν οι καταφεύγοντες στη Δύση λογάδες του Γένους, όσο φτωχό και ταπεινό και αν ήταν -τα γνωστά κολυβογράμματα- και όσο και αν κατηγορήθηκαν από τους δυτικόπληκτους διαφωτιστές, διατηρούσαν μόνιμα την επαφή των παιδιών με τη γλώσσα των λειτουργικών βιβλίων, δίνοντας έτσι δυνατότητες για περαιτέρω καλλιέργεια στα φωτεινά εκείνα πνεύματα, που αναδείχθηκαν σε μεγάλους Διδασκάλους και Πνευματικούς του Γένους μας. Η μόνιμη όμως διασύνδεσή τους με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και το λειτουργικό (πατερικό) της λόγο εξασφάλιζε την ελληνικότητα του λόγου τους, χωρίς στο ελάχιστο να εμποδίζει την διεύρυνση των σπουδών τους και όχι μόνο τις επιστήμες, αλλά και στην εκμάθηση γλωσσών. Πολύγλωσσοι δεν ήταν ο άριστος γνωστής της Ελληνικής σ’ όλο το διαιώνιο φάσμα της Ευγένιος Βούλγαρης (+ 1806) ή ο μέγας Φωτιστής του Γένους μας άγιος Κοσμάς Αιτωλός (+ 1779); 3. Θα επικαλεσθούμε ένα παράδειγμα από τα πολλά, που δείχνει τη συμβολή της Εκκλησίας στη διάσωση της γλώσσας μας: Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Οικονόμο (+ 1857), το σοφότερο κληρικό του 19ου αιώνα, πολυμαθή και πολύγλωσσο, αλλά και απαράμιλλο χειριστή του ελληνικού λόγου. Στο χώρο της Εκκλησίας ο Οικονόμος έμαθε τα εκπληκτικά ελληνικά του. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών, όταν συνέταξε το ακόλουθο επίγραμμα του σε μια βρύση:

“Άνθρωπε πρόσελθε, πλήσονυδρίαν

και πίθι διψών, και ρυπών λύσαι δέμας.

Μόνον το ους μοι κλίνον, είπω σοι τάδε-

ως ρεύμα και σύρεις, παρέρχη, σωφρόνει”.

Το μεταφράζουμε: Άνθρωπε, έλα, γέμισε το σταμνί σου και πιες αφού διψάς και πλύνε το σαρκίο σου. Όμως χαμήλωσε τ’ αυτί σου και θα σου πω ετούτα: “σαν το ρεύμα και συ κυλάς, φεύγεις, έχε το νου σου”.

Έκπληκτος ο σοφός Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνος Τυπάλδος-Ιακωβάτος (1867), Σχολάρχης της θεολογικής Σχολής Χάλκης, σημειώνει στο τετράδιο του, οπού καταχώρισε το επίγραμμα του φίλου του Οικονόμου:

“Επίγραμμα εις βρύσιν, ποιηθέν υπό Κωνσταντίνου Οικονόμου, τεσσαρεσκαιδεκαετούς όντος”!

Στο χώρο της Εκκλησίας έμαθε και ο Κ. Οικονόμος τα ελληνικά του. χωρίς αυτό να τον εμποδίσει να μάθε. και πολλές άλλες ξένες γλώσσες. Όλες όμως οι άλλες γλώσσες του έμειναν “ξένες”, γιατί διέσωζε μόνιμη την εσωτερική -υπαρξιακή- του σχέση με τη “μητρική” του γλώσσα, την γλώσσα του Γένους και της Εκκλησίας του. Να γιατί πιστεύουμε αμετακίνητα ότι και σήμερα το εκκλησιαστικό σώμα θα σώσει τη γλώσσα μας. Όπως αυτό γίνεται ήδη επί αιώνες στο χώρο της διασποράς μας. Όσο υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιαστική λατρεία και ακούεται ο αγιογραφικός και πατερικός λόγος, θα σώζεται και ο ελληνικός λόγος στα αυθεντικά ακούσματα του, για να επαληθεύεται εκείνο, που έχει προσφυέστατα λεχθεί ότι δεν σώζεται η Ορθοδοξία από τον ελληνισμό, αλλά ο ελληνισμός σώζεται μέσα στην Ορθοδοξία.

Στο σημείο όμως αυτό αναδύεται και μια άλλη όψη του προβληματισμού μας. Το εκκλησιαστικό μας σώμα μπορεί να διακρατήσει αυτή τη συνέχεια και στο θέμα της γλώσσας, αν, όμως, εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση εκείνη της Ρωμαίικης Εθναρχίας μας τον 16ο αιώνα. Αν μείνει δηλαδή η λατρεία μας στη γλωσσική μορφή της παραδόσεώς μας, ενώ το κήρυγμα παροντοποιεί τον λόγο των αναγνωσμάτων και των ύμνων μας. Όλες, λοιπόν, οι απόπειρες εκσυγχρονισμού της λατρείας μας με τον μεταγλωττισμό των κειμένων της, έστω και αν προέρχονται από αγαθή διάθεση, μπορούν να αποβούν και εθνικά επιζήμιες. Ας αφήσουμε λοιπόν τη λατρεία μας άθικτη. Για να μείνει τουλάχιστον ένας χώρος, που σώζει ατόφια την ελληνορθόδοξη γλωσσική συ-νέχειά μας.

4. Μέσα σ’ αυτό τον προβληματισμό άθελά μας φέρνουμε στη μνήμη αυτό, πού μεγάλοι Αγωνιστές του ’21, με πρώτο τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, αναγκάστηκαν από τα πράγματα να επισημάνουν μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους και τον δουλικό ευρωπαιοκεντρικό προσανατολισμό του. Ότι δηλαδή κινδυνεύουμε να χάσουμε στην ελευθερία αυτό πού διασώθηκε μέσα στη δουλεία. Και στα στοιχεία αυτά, πού διέσωσε το Γένος μας, στη μακραίωνα και πολυώνυμη δουλεία του ανήκε και η γλώσσα. Η γλώσσα, που όσο ζούσε στη διάνοια, στην καρδιά και τα χείλη των ραγιάδων, κρατούσε και την εθνική συνείδηση ζωντανή και ακμαία και έτρεφε την ελπίδα της αναστάσεως. Γιατί, μαζί με την ‘Ορθοδοξία, διαφοροποιούσε στην καθημερινή πράξη το Γένος μας από τους Κατακτητές του, Οθωμανούς και Φράγκους και συντηρούσε την μνήμη του Ρωμαίικου άσβεστη και δημιουργική.

Σε ειδικό τεύχος-έκδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση πριν από μερικά χρόνια ομολογείται ρητά, ότι το πρόβλημα της γλώσσας (του κοινού δηλαδή γλωσσικού οργάνου) είναι η “αχίλλειος πτέρνα” της Κοινότητος. Και τούτο, διότι, όπως τονίζεται, “η αδυναμία επικοινωνίας αποτελεί τεχνικό εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση και στις αναπτυσσόμενες εμπορικές και επιχειρηματικές επαφές μέσα στην Κοινότητα”. Το ερώτημα, όμως, που αναφύεται στη συνάφεια αυτή, είναι: τι θα γίνει με την ελληνική γλώσσα, πού έχει τόση σημασία για μας, όπως ειπώθηκε παραπάνω; Ποια προβλήματα θα δημιουργήσει γι’ αυτήν η ζητούμενη γλωσσική ποικιλία του ευρωπαϊκού χώρου;

Η εκμάθηση από τα Ελληνόπουλα και άλλων γλωσσών, για την άνετη κίνηση τους μέσα στην Ένωση, εκ πρώτης όψεως ούτε κάτι κακό είναι, άλλ’ ούτε και επικίνδυνο. Το πρόβλημα όμως έγκειται στην επιβαλλομένη ανάγκη να χρησιμοποιεί σήμερα ο Έλληνας πολίτης της Ένωσης και άλλες γλώσσες, στις οποίες σχεδόν αποκλειστικά θα επικοινωνεί με τους Ευρωπαίους εταίρους του. Είναι ευνόητο, δηλαδή, ότι το βάρος δεν πέφτει, όπως γινόταν παλαιότερα, στη μητρική γλώσσα, αλλά στις ξένες, που διευκολύνουν και τη σταδιοδρομία στην Ε.Ε. Έχουμε δε ήδη την τραγική εμπειρία για τη σχέση με την ελληνική γλώσσα, της δεύτερης ή τρίτης γενεάς των Ελλήνων μεταναστών, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αλλά και στην ίδια την Ευρώπη. Το επίκεντρο της ζωής και παρουσίας του Έλληνα δεν θα είναι πια η Ελλάδα, άλλ’ η Ευρώπη. Όλη η προσπάθεια, συνεπώς, κατατείνει εύλογα στην κατάληψη μιας θέσεως στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Πόσο μπορεί να είναι χρήσιμη η ελληνική γλώσσα, σε μια τέτοια προσπάθεια; Πόσοι, εξ άλλου, Ευρωπαίοι εταίροι μας μαθαίνουν ελληνικά, αφού μπορούν άνετα να χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα, που τη μαθαίνουν και οι άλλοι Ευρωπαίοι; Το κλίμα που δημιουργείται συνεπώς είναι εις βάρος της γλώσσας μας, αφού οι γλώσσες των μεγάλων Εθνών της Κοινότητος, προσφέρουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες και διευκολύνσεις στο νέο Έλληνα.

5. Μιλώντας, όμως, για απειλή εναντίον της γλωσσικής κληρονομιάς μας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και τη δική μας πνευματική νωθρότητα και θανατηφόρο ακηδία. Πάλι επικαλούμεθα τον καθημερινό μας Τύπο. Ο καθηγητής των ελληνικών κάποιου Γυμνασίου της Χώρας μας -διαβάζουμε- έβαλε στους μαθητές την ακόλουθη άσκηση:

Ζήτησε να του φέρουν ένα κατάλογο με λέξεις ξένες, που τις μεταχειριζόμαστε σε πολύ καθημερινή χρήση στη ζωή μας. Ο σκοπός της ασκήσεως απέβλεπε στο να γνωρίσουν τα παιδιά, όσο το δυνατό καλύτερα τη δική τους γλώσσα, αλλά και τις ξενικές επιρροές και να μπορούν να τις διακρίνουν στον γραπτό και προφορικό μας λόγο. Τα παιδιά έφεραν το καθένα τον κατάλογο του με λέξεις όπως: καλοριφέρ, ασανσέρ, σοκολάτα, ζακέτα, ντισκοτέκ, τραίνο, βίντεο κ.λπ. Ανάμεσα τους όμως, προς μεγάλη έκπληξη του καθηγητη · πως ήταν σε μεγάλη συχνότητα λέξη μουσική. Ο δάσκαλος εμβρόντητος. Και σφού συνήλθε από την έκπληξή του, ρώτησε γιατί ή λέξη “μουσική θεωρείται ξένη. Και η απάντηση των παιδιών: Διότι προέρχεται από την αγγλική λέξη music… Να επεκταθούμε στη συρρίκνωση του γλωσσικού πλούτου των μαθητών μας σε όρια ανησυχητικά; Να μιλήσουμε για τα γραπτά πολλών μας και τη γλωσσική πενία τους; Προφανώς δεν χωράνε όλα αυτά σε ένα σχόλιο, θα περιοριστώ στο να υπενθυμίσω ~τηθλιβερή μειονεξία μας. Πάντοτε προκρίνει κάθε τι το ξενο. Για να συμπεράνουμε ποια τύχη αναδίνει και τη γλώσσα μας μέσα στη* Ε Ένωση. Ίσως είναι αρκετά τα παραπάνω, για να γίνουν κάποιες σκεψεις και προ πάντων να παρθούν κάποιες αναγκαίες αποφάσεις. Έστω και από μας τους απλούς πολίτες…

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: