Του Γιώργου Καραμπελιά*

Η πολιτικά κυρίαρχη Δεξιά εμπόδιζε έως την δεκαετία του 1960 την αναγνώριση του «1922», ως του σημαντικότερου στοιχείου για τη διαμόρφωση της νεώτερης ελληνικής ταυτότητας:

Ακολουθούσε μια τέτοια πολιτική, όχι μόνο γιατί βαρυνόταν από την ιστορική ενοχή της «Καταστροφής»,  αλλά διότι έμενε ταυτισμένη με στρώματα «παλαιοελλαδίτικα» –κλασσική περίπτωση η Πελοπόννησος–, τα οποία όχι μόνον δεν «συμπαθούσαν» τους πρόσφυγες, τους «τουρκόσπορους», πολιτιστικά και πολιτικά «ελευθεριάζοντες», αλλά και είχαν αντιπαρατεθεί μαζί τους στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα Τάγματα Ασφαλείας θα συμμετάσχουν τα συντηρητικά στρώματα της Πελοποννήσου, ενώ στο ΕΑΜ, μαζικά, οι πρόσφυγες.

Κατά δεύτερο λόγο, διότι, στα πλαίσια της ασφυκτικής μεταπολεμικής αμερικανοκρατίας, οι «εθνικοί αντίπαλοι» βρίσκονταν στο Βορρά, και κυρίως στη Βουλγαρία, μια και ήταν πρόσφατες και οι συγκρούσεις για το Μακεδονικό, ενώ η Τουρκία ήταν «φίλη και σύμμαχος». 

Τέλος, διότι οι πρόσφυγες, στην πλειοψηφία τους, αποτελούσαν ακόμα τον κορμό του ελληνικού προλεταριάτου, ζούσαν κυρίως στις πόλεις, σε αντίθεση με την αγροτική και επαρχιακή βάση της Δεξιάς, που θα επανδρώνει το στρατό, την αστυνομία και τη δημοσιοϋπαλληλία. Μικρασιάτες, Πόντιοι και Κωσταντινουπολίτες βρίσκονται αποκλεισμένοι από τον κρατικό μηχανισμό με μόνους τους βενιζελικούς Κρητικούς να αποτελούν παραφωνία στη συντριπτική ηγεμονία της Δεξιάς.

Την ίδια πολιτική, συσκότισης του νοήματος του «1922», θα ακολουθεί και η Αριστερά, ίσως όχι για τους ίδιους λόγους, και φαινομενικά μάλλον για τους αντίθετους.

Η Αριστερά, προφανώς, δεν μπορούσε να αγνοεί τους πρόσφυγες, μιας και αποτελούσαν την κυριότερη βάση της, ωστόσο προσπαθούσε να συσκοτίζει τη συνείδηση της Γενοκτονίας προς όφελος της «Καταστροφής». Οι ευθύνες αποδίδονταν κυρίως στους «ξένους ιμπεριαλιστές» και τον «αστισμό», που οδήγησαν τον ελληνικό λαό και τους Μικρασιάτες σε ιμπεριαλιστικές περιπέτειες και καταστροφή.[1] Όσο για τους Τούρκους, μπορεί να διέπραξαν αγριότητες αλλά διεξήγαγαν «εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο». Με τέτοια μυθεύματα ανατράφηκαν  γενιές και γενιές αριστερών στην Ελλάδα. Ακόμα και το πρωτοποριακό για την εποχή του έργο του Νίκου Ψυρούκη, Μικρασιατική Καταστροφή[2], που εκδόθηκε το 1964, θα παραμένει πιστό σε αυτή την προκρούστεια λογική. Η Αριστερά θα διεκδικεί μεν την ένταξη των προσφύγων στην ελλαδική κοινωνία, αλλά ταυτοχρόνως θα υποδαυλίζει, από την πλευρά της, την αντιπαράθεση «ντόπιων» και «προσφύγων», μια και υπεύθυνοι για το ξερίζωμα δεν θα είναι πλέον οι Νεότουρκοι και ο κεμαλισμός αλλά ο «ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός».

Η φράση «Μεγάλη Ιδέα» ισοδυναμούσε με ύβρη για τους «προοδευτικούς» της γενιάς μου. Και αυτή η παράδοση θα συνεχίζεται μέχρι σήμερα: η φράση «τουρκικός επεκτατισμός» θα αποτελεί μάλλον ταμπού για τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς. Όχι, «ο ελληνικός και ο τουρκικός λαός είναι αδέλφια» και η ευθύνη για την αντίθεση μεταξύ τους δεν είναι πρωταρχικώς συνέπεια χιλίων χρόνων τουρκικού επεκτατισμού (από τη μάχη του Ματζικέρτ το 1071 μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο), αλλά υποδαυλίζεται από τα «ιμπεριαλιστικά συμφέροντα».

***

Και όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Μέχρι το 1912 περίπου, η ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς διαμορφώνεται παράλληλα με την κυρίαρχη ιδεολογία της εθνικής ολοκλήρωσης και της «Μεγάλης Ιδέας», και στο εσωτερικό της κυριαρχούν τα ρεύματα που αναγνώριζαν τη σημασία του εθνικού ζητήματος. Οι ρίζες της ελληνικής αριστεράς στον 19ο αιώνα ήταν μάλλον γαριβαλδινού χαρακτήρα και έθεταν ως κατ’ εξοχήν επαναστατικό αίτημα την απελευθέρωση των υπόδουλων λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παράλληλα με την  κοινωνική απελευθέρωση. Ο Παναγιώτης Πανάς στην Αλήθεια τόνιζε, ήδη το 1861, πως το νόημα  του «αληθούς» ριζοσπαστισμού δεν έχει  «ως μόνο του δόγμα την εθνικήν αποκατάστασιν, αλλά και την επί τα βελτίω της κοινωνίας ανάπλασιν».[3]

Ο Σταύρος Καλλέργης (1864-1926), η σημαντικότερη μορφή του ελληνικού σοσιαλισμού στη δεκαετία του 1890, που οργάνωσε τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο και εξέδιδε την εφημερίδα Σοσιαλιστής, θα συμμετάσχει μαζί με τον ομοϊδεάτη του Μαρίνο Αντύπα στην επανάσταση της Κρήτης και θα εκλεγεί αντιπρόσωπος στην Επαναστατική Συνέλευση του Αρκαδίου και βουλευτής στην εθνική εξέγερση του 1912.[4]

Όμως, μετά την ενσωμάτωση της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, το ιδεολογικό τοπίο μεταβάλλεται. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, στο οποίο κυριαρχούσαν οι μορφές του Σκληρού, του Γιαννιού, τουΧατζόπουλου,έρχεται σε επαφή τόσο με το ισχυρότερο –οργανωτικά– βουλγαρικό εργατικό κίνημα όσο και με το πολυεθνικό, και κατ’ εξοχήν εβραϊκό, κίνημα της Θεσσαλονίκης που προωθεί μια αντίληψη διατήρησης της πολυεθνικής υφής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ειδικά της Μακεδονίας. Η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει τη σημαντικότερη βάση του νεογέννητου ΚΚΕ, και ο Αβραάμ Μπεναρόγια τον κυριότερο εκπρόσωπο αυτής της νέας γραμμής.[5] Έτσι θα διαμορφωθεί ένα ρεύμα που, μέσα στο αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της περιόδου που ακολούθησε τη μπολσεβίκικη επανάσταση, θα αντιπαραθέτει εθνικό και κοινωνικό ζήτημα.

Το εργατικό κίνημα θα αποκτήσει πανεθνικές μορφές οργάνωσης, συνδικαλιστικές και κομματικές, αμέσως μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση (το ΚΚΕ και η ΓΣΕΕ  ιδρύονται το 1918), γεγονός που σφραγίζει την ιδεολογία και την προοπτική του σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου διέθετε μια προηγούμενη μακρόχρονη ιστορία. Σε μας θα επηρεαστεί καθοριστικά από τους μπολσεβίκους και τη «Φεντερασιόν» – μια γενεαλογία που θα σφραγί­σει το ελληνικό κίνημα και τις θέσεις του για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Εξαιτίας αυτού του υπερκαθορισμού θα «ξεχαστεί» από τις νεώτερες γενιές το γεγονός πως, μέχρι την συγκρότηση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), η πλειοψηφία των σοσιαλιστών αγωνιστών επεδίωκε έναν συνδυασμό κοινωνικής και την εθνικής διάστασης, σε μια χώρα που δεν είχε ακόμα πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση. Χαρακτηριστικές ήταν οι θέσεις της «ομάδας της Ιένα», των Σκληρού, Γληνού, Τριανταφυλλίδη.

Τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πιο δύσκολα από τους βαλκανικούς πολέμους και μετά. Τώρα, οι αυθεντικές εθνικοαπελευθερωτικές διεκδικήσεις –ενώ εμφανίζονται πράγματι και στοιχεία σωβινισμού και αρνητικού «μεγαλοϊδεατισμού»– διαπλέκο­νται με τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Πολύ χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις «ορθόδοξων» σοσιαλιστών όπως ο λογοτέχνης Κώστας Χατζόπουλος και προπαντός ο Νίκος Γιαννιός(Άνδρος 1885–Αθήνα 1958), που θα προσπαθούν αφ’ ενός να αντιταχθούν στις ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της Αντάντκαι αφ’ ετέρου να πάρουν υπ’ όψη τους τις εθνικές διεκδικήσεις.

Η μπολσεβίκικη επανάσταση, και η συμμαχία της με τον κεμαλισμό στην Τουρκία, θα ολοκληρώσουν τη στροφή στο νεογέννητο κομμουνιστικό κίνημα, ενώ τα σοσιαλιστικά στοιχεία, που επέμεναν στην υποστήριξη των εθνικών αιτημάτων, θα απορροφηθούν από την αριστερά του βενιζελισμού και τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Και όμως, στα πλαίσια  της άκρας Αριστεράς της περιόδου, ακόμα και της σοβιετικής, θα εξακολουθούν να ακούγονται και διαφορετικές φωνές. Η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι πλέον γνωστή˙

Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε τη σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για την αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας[6].

Πολύ λιγότερο γνωστή όμως παραμένει η πιθανότητα μεταστροφής της ίδιας της θέσης των μπολσεβίκων. Τωόντι, όπως μας πληροφορεί ο Γιάννης Κορδάτος, οι μπολσεβίκοι έστειλαν στην Ελλάδα απεσταλμένο τους, το 1922, που ήλθε σε επαφή μαζί του, ως γραμματέα του ΚΚΕ και του ανακοίνωσε τα εξής: 

Η ΕΣΣΔ είναι πρόθυμη να βοηθήσει την Ελλάδα να βγει από το αδιέξοδο της μικρασιατικής εκστρατείας. Πρώτα θα παύσει να ενισχύει υλικώς και ηθικώς τον Κεμάλ και δεύτερον θα ασκήσει όλη την επιρροή της να αυτονομηθεί μια παραλιακή ζώνη της Μικρασίας, όπου κατοικούν πολλοί χριστιανοί. Για να εξασφαλιστεί η αυτονομία της περιοχής αυτής, θα σταλθεί διεθνής στρατός από Ελβετούς, Σουηδούς και Νορβηγούς… Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή, η ΕΣΣΔ ζητεί σαν αντάλλαγμα την αναγνώρισή της, έστω και ντε φάκτο.[7]

Αυτή η θέση είναι όχι μόνο δηλωτική της εξάρτησης, ήδη από εκείνη την εποχή, των σοβιετικών θέσεων από υπολογισμούς συσχετισμών δυνάμεων και όχι από «αρχές» και μόνον, αλλά, κυρίως, του γεγονότος ότι η εθνολογική πραγματικότητα της Μικράς Ασίας υποχρέωνε τους πάντες να την παίρνουν υπ’ όψη τους, σε αντίθεση με τις θέσεις ορισμένων από τους εγχώριους Έλληνες κομμουνιστές που ακολουθούσαν πιστά τη λογική του «κέντρου της επανάστασης».

Ας εξετάσουμε όμως αναλυτικά τα στοιχεία τα οποία υπαγόρευσαν την «αντι-ιμπεριαλιστική» θέση των Ελλήνων κομμουνιστών ως προς το Μικρασιατικό, δεδομένου ότι η πραγματικότητα ήταν μάλλον περίπλοκη και η διατύπωση μιας καθαρής θέσης εξαιρετικά δύσκολη:

Πρώτον: Στη Μακεδονία, τη Μικρά Ασία και τη Θράκη-Κωνσταντινούπολη, η πληθυσμιακή συγκρότηση ήταν τόσο περίπλοκη, ώστε ήταν πολύ δύσκολη η οποιαδήποτε δημιουργία μονοεθνικού κράτους, χωρίς εξανδραποδισμούς, ανταλλαγές πληθυσμών κ.λπ. Στη Μακεδονία και τη Θράκη, πριν το 1912, ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε, περίπου, μόλις το 40% του συνόλου.  Σύμφωνα με την καταγραφή του Γεωργίου Σκαλιέρη, το 1915,  ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας, ήταν μεγαλύτερος από εκείνον των Οθωμανών Τούρκων  – οι Έλληνες περίπου 2,5 εκατομμύρια και οι Οθωμανοί Τούρκοι 1,8 εκατομ. Ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε το 40% του μουσουλμανικού πληθυσμού που περιλάμβανε δεκάδες εθνότητες (Λαζούς, Κούρδους, Κιρκάσιους κ.λπ.,) εκτός από τους Τούρκους, και έφθανε τα 6-6,5 εκατομμύρια[8]. Αλλά ακόμα και αν δεχτούμε τον κατώτερο υπολογισμό του ελληνικού πληθυσμού των Αλεξανδρή-Κιτρομηλίδη (1.550.000) στα παράλια, Σμύρνη, Νικομήδεια, Άδανα, Κωνσταντινούπολη, ο χριστιανικός πληθυσμός (μαζί με τους Αρμενίους, μετά τη γενοκτονία) έφθανε ή και ξεπερνούσε τον μουσουλμανικό. Στη Σμύρνη και τα προάστιά της, το 1910-12, από τους 416.494 κατοίκους, οι 243.879 ήταν ορθόδοξοι Έλληνες (59%) και οι Τούρκοι και Μουσουλμάνοι 96.250 (23%)[9]. Πάντως, στο σύνολο, η ανάμιξη των πληθυσμών δεν επέτρεπε πράγματι ευχερείς γεωγραφικούς διαχωρισμούς με βάση την εθνική ή τη θρησκευτική ταυτότητα. Παράλληλα, όμως, δεν επέτρεπε και οποιαδήποτε κατακύρωση των παραλίων της Μικράς Ασίας στους Τούρκους, όπως έκαναν στην πράξη οι Έλληνες κομμουνιστές. Και όχι μόνο για ιστορικούς αλλά και εθνολογικούς λόγους.

Μια «δίκαιη» λύση θα ήταν η περιβόητη «Ομοσπονδία της Ανατολής» την οποία υποστήριζε ο Ίωνας Δραγούμης και ο Νικόλαος Σουλιώτης. Μια λύση που θα απέτρεπε συγκρούσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, προσφυγιά. Δίκαιη οπωσδήποτε, αλλά μάλλον ανέφικτη, διότι οι λαοί της περιοχής χωρίζονταν από βαθύτατες αντιπαραθέσεις, ιστορικές, θρησκευτικές, εθνικές, που έκαναν αδύνατη τη συμβίωση. Επιπλέον οι Οθωμανοί Τούρκοι, εθισμένοι στη στρατιωτική και πολιτική ηγεμονία, ήταν αδύνατο να δεχθούν μια πολιτική συγκυριαρχία με άλλους λαούς, τους οποίους μέχρι τότε θεωρούσαν υποτελείς τους. Η γενοκτονία κατά των Αρμενίων και οι διώξεις κατά των Ελλήνων από το 1914-15 μαρτυρούν για τον χιμαιρικό χαρακτήρα μιας τέτοιας λύσεως, την οποία πάντως δικαίως θα έπρεπε να αποζητούν οι σοσιαλιστές.  Σύμφωνα με τον Α. Αλεξανδρή:

Αντιμέ­τωπος με μια άνευ προηγουμένου πολιτική εκτουρκισμού και διώξεων, ο μικρασιατικός ελληνισμός σύντομα συνειδητοποίησε ότι ή συμβίωση των χριστιανικών εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας με μουσουλμανικούς πληθυ­σμούς που διακατέχονταν από αυξανόμενο έθνικιστικό-θρησκευτι­κό φα­νατισμό ήταν σχεδόν αδύνατη. Το καθεστώς των Νεότουρκων είχε εν πολ­λοίς αχρηστεύσει το σύστημα των μιλλέτ (εθνοτήτων), το όποιο, παρά τις σοβαρές ατέλειες του, διασφάλιζε τα δικαιώματα των μη Μουσουλμάνων κατά την περίοδο της οθωμανικής διοίκησης. Ενώπιον του ορατού κινδύ­νου αφανισμού, οι Έλληνες της Ανατολίας δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ταυτιστούν πλήρως με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αναμένοντας την απελευθέρωση τους από την Ελλάδα του Ελευθέριου Βενιζέλου. Για ευ­νόητους λοιπόν λόγους σύσσωμος ο μικρασιατικός ελληνισμός τάχθηκε υ­πέρ της εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, με συμμάχους τη Μεγάλη Βρε­τανία και τη Γαλλία.[10]

Από τη στιγμή που τα πράγματα οδηγήθηκαν στη σύγκρουση, η μόνη ρεαλιστική λύση ήταν η δημιουργία τριών η τεσσάρων κρατών στα εδάφη της Μικράς Ασίας, κατά το πρότυπο του βαλκανικού χώρου: κράτος Αρμενικό, Κουρδικό, Τουρκικό, Ποντιακό, με παράλληλη παραχώρηση της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης, τουλάχιστον, στην Ελλάδα, ή έστω την αυτονόμησή τους. Επομένως, η δράση των Ελλήνων κομμουνιστών θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει σαν στόχο την καταγγελία οποιασδήποτε «ιμπεριαλιστικής υπέρβασης» της εθνικοαπελευθερωτικής λογικής. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την υπονόμευση και την καταγγελία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όσο αυτή θα περιοριζόταν σε μια δίκαιη πολιτική λύση. Αντ’ αυτού, οι Έλληνες κομμουνιστές καλλιέργησαν για δεκαετίες τη φενάκη του «εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα» των… Κεμαλικών και συσκότισαν την ιστορική γενοκτονία σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Και αν η Ρόζα Λουξεμπουργκ υποστήριξε μια τέτοια λύση, και την πρότειναν και οι Μπολσεβίκοι στη συνέχεια, μόνο οι Έλληνες κομμουνιστές δεν την υιοθέτησαν!

Σήμερα, εξ άλλου, μπορούμε να αναλογιστούμε τις συνέπειες του κεμαλικού «εθνικοαπελευθερωτικού» αγώνα. Μέσα από τη γενοκτονία σε βάρος των χριστιανικών και τη βίαιη ενσωμάτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών, δημιουργήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος, χωροφύλακας των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων σε όλη την περιοχή και πρόξενος δεινών στους γειτονικούς λαούς, παράγοντας μόνιμης αστάθειας εξαιτίας της εγγενούς πληθυσμιακής και γεωγραφικής ανισορροπίας μεταξύ του τουρκικού κράτους και των γειτόνων του.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1922, Δοκίμιο για την νεοελληνική ιδεολογία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Γ΄ έκδοση 2017.


[1] Mutatis mutandis το ίδιο σενάριο θα επαναληφθεί με το Κυπριακό. Κύριοι υπεύθυνοι για την «Καταστροφή» του 1974 δεν είναι οι Τούρκοι εισβολείς, αλλά οι χουντικοί πραξικοπηματίες. Και ο Λεωνίδας Κύρκος, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, θα θεωρήσει πως ο Ετσεβίτ συνέβαλε στην «εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας» στην Ελλάδα!

[2] Βλέπε Νίκου Ψυρούκη, Μικρασιατική Καταστροφή, Εκδόσεις Αιγαίον- Κουκίδα, Δ’ Έκδοση, Λευκωσία 2000.

[3] Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), Ένας ριζοσπάστης ρωμαντικός, Επικαιρότητα, Αθήνα 1987, σελ. 84-106. Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α΄  (1875-1907), σελ 48-52.

[4] Βλέπε Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμος 11ος -12ος,  και Ιστορία του Εργατικού Κινήματος, Αθήνα 1956. Παναγιώτης Νούτσος,  Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α΄  (1875-1907), σελ 188-189.

[5] Αβραάμ Μπεναρόγια, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Κομμούνα, Αθήνα 1986& Αβραάμ Μπεναρόγια, Ελπίδες και πλάνες, Στοχαστής, Αθήνα 1989 & Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών, Η σοσιαλιστική Οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989.

[6] Ρόζα Λούξεμπουργκ,  «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», αναδημ. στο περιοδικό Λαοί, τ. 1, Μάιος 1987, σελ. 44.

[7] Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τ. 13ος, 1900-1924, σελ. 566-567.

[8] Γεωργίου Κλεάνθους Σκαλιέρη, Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, «Ανακεφαλαιωτικός Πίναξ του Πληθυσμού της Μικράς Ασίας», σ. 440 Αθήνα 1922, Ανατύπωση Πελασγός, Αθήνα 2002.

[9] Paschalis Kitromilidis-Alexis Alexandris, «Ethnic Survival, Nationa­lism and Forced Migration. The Historical Demography of the Greek Community of Asia Minor at the close of the Ottoman Era», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 5 (1984-85), σσ. 9-44.

[10] Αλέξης Αλεξανδρής, «Εισαγωγή» στο Αρχείον του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου, τόμος  Γ΄, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σ. ΧV.

Γιώργος Καραμπελιάς

One Comment

  1. Με σεβασμό κύριέ Καραμπέλια ο Σκαλιέρης ουδέποτε έκανε καταγραφή ή απογραφή πληθυσμού στην Μικρά Ασία (εδώ δεν έκαναν πραγματική απογραφή το Οθωμανικό κράτος ή το Πατριαρχείο. Εκτιμήσεις κάνανε πάνω σε εθελοντικές αναφορές και τοπικές καταγραφές και εκτιμήσεις). Ούτε καν έκανε ανθρωπολογική μελέτη. Δεν επισκέφτηκε τα εδάφη για τα οποία γραφεί. Έγραφε ότι έγραφε στην βάση δευτερεύων πηγών, κάποιων από μισό αιώνα πριν και έκανε αντιεπιστημονικές ανάγωγες σε έθνη που είχαν πάψει να υπάρχουν πριν αιώνες. Πρέπει να πάψουμε να στηριζόμαστε στο έργο του σαν επιστημονικό έργο, ακόμα και δευτερεύον. Επειδή ήταν θείος του Σβολόπουλου πηρέ υπερβολική προβολή. Σαν τον πατερά του, το έργο του δεν είναι τίποτα παραπάνω από πράξη απελπισίας.

    Τώρα για το θέμα επίλυσης του Μικρασιατικού θέματος. Ποντιακό κράτος και Αρμενικό κράτος άνευ κατάληψης και ελέγχου όλης της Μικράς Ασίας και Ανατολής από έξωθεν στρατούς δεν μπορούσαν να υπάρξουν. Ας έλεγε ότι ήθελε ο Χρύσανθος για τις σχέσεις Ποντίων μουσουλμάνων με το ελληνικό στοιχείο, το 1919-1920 αυτοί και οι Λάζοι χτίσανε το Κεμαλικό κίνημα στην Ερζερουμ/ Θεοδοσιούπολη . Και όπως καταγράφτηκε στις εκθέσεις του Καθενιώτη ή πλειοψηφία της περιοχής ήταν μουσουλμάνοι. Για αυτό και ο Χρύσανθος και οι Πόντιοι εκεί ήταν κατά ένοπλης δράσης (σε αντίθεση με τους Ποντίους πρόσφυγες από τον Καύκασο και Ουκρανία). Το ίδιο με Αρμένια οπού λόγω της Γενοκτονίας το μουσουλμανικό στοιχείο υπερτερούσε σε όλα τα εδάφη που ζητούσαν. Χωρίς ξένη κατοχή, δηλαδή κατοχή από μεγάλες δυνάμεις, τέτοιά κράτη δεν μπορούσαν να δημιουργηθούν. Οπότε με μια έννοια, ναι δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αυτοί οι εθνικοί στόχοι χωρίς συνεργασία και προώθηση των συμφερόντων των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων. Στο κάτω κάτω το Τουρκικό κράτος των Σεβρών δεν είχε κάποια διαφορά από την ημι-αποικία του Ιραν ή της Κίνας της εποχής.

    Μόνη ρεαλιστική εναλλακτική από την επιδίωξη καταστροφής του κεμαλικού στρατού με μεγάλες επιχειρήσεις και στρατιωτικής κατοχής εκτεταμένης περιοχής ήταν η συνεργασία στην δεύτερη περίοδος κυριαρχίας του αντι-Ενωτίκου Νταματ Φεριτ Πασα στην Κωνσταντινούπολη (Αντιλ Πασας, Αλι Κεμαλ, Ανζαβουρ και εκστρατεία κατά Αδαπαζαρ) όταν εξαπέλυσε το αντι – κεμαλικό μουσουλμανικό κίνημα, αλλά ο Βενιζέλος λόγω του στόχου της απόσπασης της Πόλης και Σμύρνης αρνήθηκε την συνεργασία και την δημιουργία ενός νέου πλαισίου στην Ανατολία στην βάση εκτεταμένης αυτονομίας. Αυτά ήταν πρόθυμος να τα κάνει μετά από στρατιωτική νίκη και εκδίωξη Οσμανίδων από την Πόλη.

    Θεωρώ ότι είναι κακό να εθελοτυφλούμε. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ασφάλεια του ελληνικού στοιχείου στην Μικρά Ασία ήταν η υπαγωγή όλης της Μικράς Ασίας και Ανατολίας σε ξένη στρατιωτική και πολιτική κατοχή και η καταπίεση οποιαδήποτε μουσουλμανικής πολιτικής δραστηριότητας έξω από τα πλαίσια ενός συντηρητικού δοσιλογικού καθεστώτος για όσο ήταν ρεαλιστικά δυνατόν. Δεν είναι κακό να το αναγνωρίσουμε. Αν το Γερμανικό ζήτημα απαιτούσε για την λύση του την υποβολή του Γερμανικού λαού σε ξενική κατοχή για μια δεκαετία, το ίδιο ίσχυε και για το Ανατολικό ζήτημα. Ο Βενιζέλος πήγε στην Μικρά Ασία στην βάση ότι κάτι τέτοιο θα γίνονταν. Δεν έγινε γιατί δεν το ήθελαν οι μεγάλες δυνάμεις, και τον αφήσαν αν βγάλει τα καστανά από την φωτιά μονός του.

Γράψτε απάντηση στο ΚΤ Cancel

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek