Αρχική » Κούβα: Μια πετυχημένη περίπτωση οικολογικής γεωργίας

Κούβα: Μια πετυχημένη περίπτωση οικολογικής γεωργίας

από Άρδην - Ρήξη

του Ρ. Μ. Rosset, από το Άρδην τ. 48-49, Αύγουστος 2004

Το παγκοσμιο σύστημα της γεωργικής παραγωγής βρίσκεται στη δίνη μιας πολυδιάστατης κρίσης, με οικονομικές, οικολογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Για να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση, χρειάζονται πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που θα επιτρέψουν την πολύπλευρη ανάπτυξη εναλλακτικών μοντέλων παραγωγής.

Το υπάρχον μοντέλο είναι παραγωγικά -δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά μ’ αυτό μιας και η παγκόσμια παραγωγή έχει αυξηθεί κατά 15% τα τελευταία 35 χρόνια. Βέβαια, καθώς η παραγωγή συγκεντρώνεται σε ολοένα και λιγότερα χέρια και γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή από οικολογική και οικονομική άποψη, είναι ολοένα και πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει τα βασικά προβλήματα της πείνας που μαστίζουν ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων στον πλανήτη. Κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε καθεστώς πείνας -εξαιρώντας την Κίνα- έχει αυξηθεί κατά 60 δισεκατομμύρια. (Παραδόξως, η Κίνα έχει καταφέρει να μειώσει δραματικά τα ποσοστά της πείνας στην επικράτεια της).

Στο οικολογικό επίπεδο, η βιομηχανοποιημένη γεωργία έχει ως συνέπειες τη μόλυνση του νερού και του εδάφους -με την εντατική χρήση χημικών λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων-, την καταστροφή της βιοποικιλότητας -με τη μονοκαλλιέργεια και τη χρήση γενετικά τροποποιημένων σπόρων- και την εξάντληση της γονιμότητας του εδάφους – εξαιτίας της υπερεντατικοποίησης της παραγωγής.

Σε οικονομικό επίπεδο, το κόστος παραγωγής αυξάνεται δραματικά, καθώς οι αγρότες είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν ολοένα και πιο προηγμένα μηχανήματα και χημικά, ενώ οι τιμές συνεχίζουν εδώ και δεκαετίες την πτωτική τους πορεία με συνέπεια τη χρεωκοπία δεκάδων εκατομμυρίων αγροτών στον πλανήτη.

Τέλος, σε κοινωνικό επίπεδο, έχουμε τη συγκέντρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, στα χέρια ολοένα και λιγότερων επιχειρήσεων, μιας και οι χαμηλές τιμές των προϊόντων καθιστούν αβίωτη τη μικρή ιδιοκτησία (παρόλο που η συνολική παραγωγικότητα ανά στρέμμα της μικρής ιδιοκτησίας είναι υψηλότερη). Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις επεκτείνουν τον έλεγχο τους πάνω σε ολοένα και περισσότερα ζωτικά αγαθά.

Σίγουρα, το κυρίαρχο μοντέλο γεωργικής παραγωγής των πολυεθνικών δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων και του περιβάλλοντος, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει μια σειρά πολλαπλών εμποδίων για την πλατιά ανάπτυξη εναλλακτικών μοντέλων απέναντι σ’ αυτό. Τα μεγαλύτερα εμπόδια παρουσιάζονται από το πλέγμα των συμφερόντων της πολιτικής εξουσίας και των πολυεθνικών, παρόλο που οι ψυχολογικοί φραγμοί για την υιοθέτηση ενός εναλλακτικού μοντέλου, αποδεικνύονται εξίσου ισχυροί. Η κυρίαρχη αντίληψη αμφιβάλλει για το κατά πόσο η οργανική γεωργία (με οικολογικές αρχές, προσήλωση στην τοπική παραγωγή και τη μικρή ιδιοκτησία) μπορεί να θρέψει ένα ολόκληρο έθνος. Το πρόσφατο παράδειγμα της Κούβας -η οποία ξεπέρασε την κρίση της γεωργικής παραγωγής μέσα από την ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου, οικολογικού και μικροϊδιοκτητικού μοντέλου- αποδεικνύει ότι οι εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν μπορούν όντως να θρέψουν ένα έθνος.

Μια σύντομη ανασκόπηση

Η οικονομική ανάπτυξη της Κούβας καθορίστηκε κατά την περίοδο 1959-1989 από την επίδραση δυο σημαντικών γεγονότων. Το ένα ήταν το εμπάργκο που επέβαλαν οι Η.Π.Α. σε μια προσπάθεια να απομονώσουν το νησί οικονομικά και πολιτικά. Το άλλο αφορά την είσοδο της Κούβας στη διεθνή εμπορική συμμαχία της Ε.Σ.Σ.Δ. με σχετικά ευνοϊκούς όρους. Ουσιαστικά, το εμπάργκο των Η.Π.Α. ανάγκασε την Κούβα να στραφεί προς το σοβιετικό μπλοκ, ενώ οι όροι με τους οποίους το τελευταίο την δέχτηκε, της έδωσαν την ευκαιρία για ταχύτερη ανάπτυξη σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής και του κόλπου της Καραϊβικής.

Γι αυτόν τον λόγο, η Κούβα ήταν σε θέση εκσυγχρονιστεί ταχύτερα και πληρέστερα από τις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες. Κατά τη δεκαετία του 1980, η βιομηχανία έπαιζε πολύ καθοριστικό ρόλο στην πορεία της κουβανέζικης οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα το επίπεδο εκμηχάνισης της γεωργίας που είχε επιτύχει ήταν το υψηλότερο από κάθε άλλη λατινοαμερικάνικη χώρα. Παρόλα αυτά, μερικά από τα χαρακτηριστικά που διαμόρφωσε η πίεση του εκσυγχρονισμού σε άλλες χώρες του τρίτου κόσμου, ήταν ορατά και στην περίπτωση της Κούβας. Ιδιαίτερα, το μοντέλο ανάπτυξης της κουβανέζικης οικονομίας ακολουθούσε τον κανόνα της εξάρτησης. Η αγροτική της οικονομία βασιζόταν στην εντατική μονοκαλλιέργεια προϊόντων προς εξαγωγή, ενώ ταυτόχρονα ήταν υπερβολικά εξαρτημένη από την εισαγωγή χημικών λιπασμάτων, υβριδικών σπόρων, μηχανημάτων και -φυσικά- από την εισαγωγή πετρελαίου. Ενώ η εκβιομηχάνιση της ήταν πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της περιοχής, η Κούβα παρέμενε εξαρτημένη από τις εισαγωγές προϊόντων.

Το σύνολο της κουβανέζικης οικονομίας χαρακτηριζόταν από την αντίθεση ανάμεσα στον σχετικό εκσυγχρονισμό που είχε επιτύχει και τον ρόλο της στα πλαίσια του σοβιετικού μπλοκ, ένα ρόλο παραγωγού ακατέργαστων αγροτικών προϊόντων και ορυκτών και εισαγωγέα τροφίμων και άλλων μεταποιημένων προϊόντων. Σε αντίθεση με τα αποτελέσματα που προκάλεσε σε άλλες χώρες του τρίτου κόσμου, αυτός ο διεθνής καταμερισμός εργασίας ωφέλησε ιδιαίτερα τον κουβανικό λαό. Πριν από την κατάρρευση τσυ σοβιετικού μπλοκ, η Κούβα είχε επιτύχει πολύ υψηλούς δείκτες κατά κεφαλήν εισοδήματος, διατροφής, μέσου ορίου ηλικίας, συμμετοχής των γυναικών στη τριτοβάθμια εκπαίδευση κ.λ.π., ενώ ταυτόχρονα ήταν η πρώτη λατινοαμερικάνικη χώρα στον αριθμό γιατρών ανά κάτοικο, στα ποσοστά αλφαβητισμού κ.λ.π.

Τα επιτεύγματα της Κούβας έγιναν αληθινά εξαιτίας του συνδυασμού των κοινωνικών ευαισθησιών της κυβέρνησης της αλλά και γιατί η χώρα εμπορεύοταν στα πλαίσια του σοβιετικού μπλοκ, με καλύτερους όρους από κάθε άλλη αναπτυσσόμενη χώρα στον πλανήτη. Κατά την δεκαετία του 1980, η Κούβα πουλούσε ζάχαρη στη Σοβιετική Ένωση σε τιμή πενταπλάσια από την παγκόσμια μέση τιμή. Επίσης, ήταν σε θέση να ανταλλάξει τα προϊόντα της με πετρέλαιο και στη συνέχεια να το μεταπωλήσει, αυξάνοντας τα συναλλαγματικά της αποθέματα. Εξαιτίας των ευνοϊκών εμπορικών όρων, η παραγωγή της ζάχαρης είχε εξοβελίσει αυτή των τροφίμων. Το 1989, η γη που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή ζάχαρης ήταν τριπλάσια από αυτή που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τροφίμων, πράγμα που ενίσχυσε την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές. Την περίοδο εκείνη, το 57% των θερμίδων της συνολικής διατροφής της προέρχονταν από εισαγώγιμα προϊόντα.

Η επαναστατική κυβέρνηση είχε υιοθετήσει ένα σύστημα αγροτικής παραγωγής που επικεντρωνόταν στην εξαγωγή αγροτικών προϊόντων που παράγονταν από μεγάλες, κρατικές ιδιοκτησίες. Η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση του 1959 μετέτρεψε τα περισσότερα από τα τσιφλίκια σε κρατικά κτήματα. Έπειτα και από την δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση -το 1962-το κράτος συγκέντρωσε στα χέρια του το 63% της καλλιεργήσιμης γης του νησιού.

Ακόμα και πριν από την επανάσταση, οι μικροί ιδιοκτήτες ήταν ελάχιστοι. Η αγροτική οικονομία κυριαρχούνταν από φυτείες εξαγώγιμων προϊόντων και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν αστικοποιημένο. Αυτό το μοντέλο διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια της επανάστασης και, ως το 1980, το 69% του πληθυσμού ζούσε σε αστικά κέντρα.

Το 1994, το 80% της καλλιεργήσιμης γης του νησιού αποτελούνταν από μεγάλα κρατικά κτήματα, αριθμός που ανταποκρίνεται περίπου και στα μεγέθη της προ-επαναστατικής περιόδου. Μόνο το 20% της καλλιεργήσιμης γης ήταν στα χέρια των μικρών ιδιοκτητών και των συνεταιρισμών. Παρόλα αυτά, αυτό το 20% παρήγε σχεδόν το 40% της εγχώριας παραγωγής τροφίμων. Ο κρατικοποιημένος γεωργικός τομέας και οι συνεταιρισμοί ήταν ιδιαίτερα εκσυγχρονισμένοι, ενώ βασίζονταν στις μεγάλες μονοκαλλιέργειες, στη χρήση εξελιγμένων λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, στα μεγάλης κλίμακας συστήματα άρδευσης. Το μοντέλο της παραγωγής, που αντέγραψε η Σοβιετική Ένωση από τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, ήταν ιδιαίτερα εξαρτημένο από τις εξαγωγές μηχανημάτων, πετρελαίου και χημικών. Όταν οι εμπορικές σχέσεις με το σοβιετικό μπλοκ κατέρρευσαν, το γεγονός ότι η Κούβα στηριζόταν σ’ αυτό το μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης αποδείχθηκε η μεγάλη αδυναμία της επανάστασης.

Το ξέσπασμα της κρίσης

Όταν οι εμπορικές σχέσεις με το σοβιετικό μπλοκ κατέρρευσαν, η κατάσταση ήταν απελπιστική. Το 1991, η κυβέρνηση έθεσε την οικονομία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, εισάγοντας μια σφικτή πολιτική λιτότητας. Εκείνη την εποχή υπήρξε πτώση της τάξης του 50% στις εισαγωγές πετρελαίου, γεγονός που έπληξε τις ενεργειακές ανάγκες της οικονομίας αλλά και εκμηδένισε τα συναλλαγματικά αποθέματα που αποκόμιζε η χώρα από την μεταπώληση του πετρελαίου σε άλλες χώρες. Οι εισαγωγές σταριού και άλλων δημητριακών, που προορίζονταν για την διατροφή του πληθυσμού, μειώθηκαν περισσότερο από 50%, ενώ αυτές άλλων τροφίμων έπεσαν ακόμα περισσότερο. Η αγροτική οικονομία της Κούβας αντιμετώπισε πτώση της τάξης του 80% στη διαθεσιμότητα λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και έλλειψη της τάξης του 50% στα καύσιμα και τους άλλους ενεργειακούς πόρους που παράγονταν από το πετρέλαιο.

Ξαφνικά, μια χώρα με αγροτικό τομέα εφάμιλλο της Καλιφόρνια στερήθηκε τις εισαγωγές χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, αντιμετώπισε τρομερή έλλειψη σε καύσιμα και μηχανήματα άρδευσης, ενώ είδε τις εισαγωγές της να μειώνονται στο ελάχιστο. Στις αρχές του 1990, ο μέσος όρος θερμίδων και πρωτεϊνών που κατανάλωνε ο κουβανέζικος λαός αντιστοιχούσε στο 30% των επιπέδων του 1980. Ευτυχώς, η Κούβα δεν ήταν εντελώς απροετοίμαστη για να αντιμετωπίσει την κρίση της δεκαετίας του 1990. Με την πάροδο του χρόνου, είχε αναπτύξει ιδιαίτερα τους ανθρώπινους πόρους της και διέθετε πλέον ένα έμπειρο, καταρτισμένο και ικανό επιστημονικό δυναμικό που θα μπορούσε να επινοήσει καινοτόμες λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ενώ ο κουβανέζικος πληθυσμός αποτελείτο 2% του συνολικού πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής, διαθέτει το 11 % του επιστημονικού του προσωπικού.

Εναλλακτικές Τεχνολογίες

Ως απάντηση στην κρίση, η κυβέρνηση της Κούβας εγκαινίασε μια πανεθνική εκστρατεία για τον αναπροσανατολισμό της αγροτικής οικονομίας από τις εξαγωγές στην αυτάρκεια, εισάγοντας καινοτόμες πρακτικές σε πρωτοφανή κλίμακα. Προκειμένου να απαντήσει στην έλλειψη χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, το κράτος ενίσχυσε την παραγωγή ντόπιων, συνήθως βιολογικών, υποκατάστατων. Έτσι, παρήχθησαν βιολογικά φυτοφάρμακα, φυσικοί εχθροί στα παράσιτα, ανθεκτικές ποικιλίες φυτών, εναλλακτικές καλλιέργειες, μικρόβια που καταπολεμούν τις επιδημίες των φυτών κ.λπ. Τα συνθετικά λιπάσματα αντικαταστάθηκαν από βιολογικά λιπάσματα, ενώ οι μηχανές όπως τα τρακτέρ, που ακινητοποιήθηκαν εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων και ανταλλακτικών, έδωσαν τη θέση τους στα ζώα.

Οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες απαντούν στην κρίση

Όταν η κατάρρευση των εμπορικών σχέσεων οδήγησε στη σπάνι των προϊόντων που εισάγονταν, το επίπεδο της αγροτικής παραγωγής καταβαραθρώθηκε. Το πρώτο πρόβλημα ήταν η έλλειψη των χημικών και η ακινητοποίηση των μηχανών. Σταδιακά, το κράτος συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό ζώων για να αντικαταστήσουν τις μηχανές στην παραγωγή, ενώ παράλληλα, ανέπτυξε βιολογικά φυτοφάρμακα και λιπάσματα. Παρόλα αυτά, το αποτέλεσμα των αλλαγών αυτών δεν ήταν το ίδιο ο όλους τους τομείς της αγροτικής οικονομίας. Ιδιαίτερα στον κρατικό, βιομηχανοποιημένο τομέα, πολλές επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να ανακάμψουν, με αποτέλεσμα το επίπεδο τη παραγωγής να μην μπορεί να συγκριθεί μ’ α τό των προηγούμενων δεκαετιών. Αντίθετα, ο τομέας των μικρών παραγωγών (που αποτελείτο 20% του συνολικού) ανταποκρίθηκε γρήγορα, ξεπερνώντας ακόμα και την παραγωγή των προηγούμενων δεκαετιών. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη διαφορά που προέκυψε ανάμεσα στον κρατικό και τον μικροϊδιοκτητικό τομέα;

Ουσιαστικά οι μικροϊδιοκτήτες δεν είχαν καμιά δυσκολία να παράγουν χωρίς τα εισαγόμενα προϊόντα, μιας και αποτελούν τη συνέχεια μιας παράδοσης μικροϊδιοκτητών που παρήγαγαν με βάση την αυτάρκεια. Έτσι, ενεργοποίησαν ξανά τις παλιές τεχνικές -όπως τις πολυκαλλιέργειες- που χρησιμοποιούσαν οι προγονοί τους πριν τον εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής και ταυτόχρονα εισήγαγαν νέα βιολογικά φυτοφάρμακα και λιπάσματα στις καλλιέργειες.

Τα κρατικά κτήματα είναι ασύμβατα με τις εναλλακτικές τεχνολογίες παραγωγής.

Από την άλλη, η χαμηλή παραγωγικότητα -που προϋπήρχε της μεγάλης κρίσης του 1990- και η αδυναμία των μεγάλων μονάδων να προσαρμοστούν στην χαμηλή τεχνολογία, συνιστούσαν τα προβλήματα του κρατικού τομέα. Σε σχέση με το πρόβλημα της παραγωγικότητας, οι προγραμματιστές της παραγωγής είχαν ήδη κατά νου ότι η εντατική εργασία στις μεγάλες αγροτικές μονάδες, αποξένωνε τον αγρότη από το τελικό προϊόν που παρήγε. Τα μεγάλα κτήματα των χιλιάδων στρεμμάτων οργάνωναν την εργατική δύναμή τους σε ομάδες εντατικής καλλιέργειας και συγκομιδής, με αποτέλεσμα να μην αναδεικνύονται τα αποτελέσματα της προσωπικής εργασίας του καθένα. Αυτό οδήγησε απ’ τη μια στην έλλειψη κινήτρων για την εργασία και από την άλλη σε απουσία οποιουδήποτε ελέγχου των αποτελεσμάτων της ατομικής εργασίας.

Σε μια προσπάθεια να διαμορφώσει μια πιο στενή σχέση ανάμεσα στους εργάτες και τη γη αλλά και να συνδυάσει την παραγωγικότητα με τα οικονομικά κίνητρα, η κυβέρνηση πειραματίστηκε για χρόνια μ’ ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε “Συνδέοντας τη γη με τους ανθρώπους”. Αυτό το πρόγραμμα δημιουργούσε μικρές ομάδες εργατών που ήταν υπεύθυνοι για το σύνολο της παραγωγής σε μια συγκεκριμένη έκταση και έτσι σύνδεσε την αμοιβή με την παραγωγικότητα. Αυτό το νέο σύστημα εφαρμόστηκε σε περιορισμένη κλίμακα πριν το 1990 και οδήγησε σε σημαντική αύξηση της παραγωγής. Παρόλα αυτά, το πρόγραμμα αυτό εφαρμόστηκε πιλοτικά και δεν απέκτησε ποτέ σοβαρές διαστάσεις.

Μιλώντας με τους όρους της τεχνολογίας, τα πλεονεκτήματα της μεγάλης κλίμακας λειτουργούν διαφορετικά στη συμβατική και στην εναλλακτική παραγωγή. Στο πλαίσιο ενός συμβατικού μοντέλου, ένας και μόνο τεχνικός μπορεί να διαχειριστεί μερικές χιλιάδες στρεμμάτων βασιζόμενος σε μια συγκεκριμένη συνταγή λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων που εφαρμόζουν μηχανήματα σε όλη την έκταση. Φυσικά, κάτι παρόμοιο δεν μπορεί να ισχύσει με τις μεθόδους της οικολογικής καλλιέργειας. Μέσα στα πλαίσια της, όποιος διαχειρίζεται ένα κτήμα πρέπει να έχει πλήρη γνώση των περιβαλλοντικών ιδιαιτεροτήτων του συγκεκριμένου εδάφους. Ο αγρότης πρέπει, για παράδειγμα, να ξέρει ποια οργανική ύλη να χρησιμοποιήσει ανάλογα με τις ιδιότητες του εδάφους, σε ποιο σημείο αναπτύσσονται τα ζιζάνια κ.λπ. Όλα αυτά, δίνουν μια εξήγηση για την αδυναμία του κρατικού τομέα να αποδώσει κάτω από το καθεστώς της οικολογικής καλλιέργειας. Όπως και στο ζήτημα της παραγωγικότητας, η οικολογική καλλιέργεια μπορεί να αποδώσει μόνο όταν επανασυνδεθούν οι άνθρωποι με τη γη.

Στα μέσα του 1993, η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει μια ιδιαίτερα περίπλοκη πραγματικότητα. Τα εισαγόμενα προϊόντα ήταν ελάχιστα, αλλά ο μικροϊδιοκτητικός τομέας έδειχνε να προσαρμόζεται στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου (παρόλο που η ανάπτυξή του εμφάνισε ένα άλλο πρόβλημα, αυτό της διοχέτευσης των προϊόντων στη μαύρη αγορά). Από την άλλη, ο κρατικός τομέας εξελισσόταν σ’ ένα δεινόσαυρο που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της νέας ιστορικής περιόδου. Η προηγούμενη επιτυχία του πειράματος για τη σύνδεση των εργατών με τη γη, αλλά και οι επιτυχίες του μικροϊδιοκτητικού τομέα υπέδειξαν μια διέξοδο στο πρόβλημα. Τον Σεπτέμβριο του 1993, η Κούβα ξεκίνησε μια μεταρρύθμιση προκειμένου να δημιουργήσει μονάδες μικρής παραγωγικής κλίμακας που ήταν συμβατές με το νέο παραγωγικό μοντέλο. Αυτή η μεταρρύθμιση βασιζόταν στην επέκταση της μικρής ιδιοκτησίας και των συνεταιρισμών σε όλο τον αγροτικό τομέα.

Η διαδικασία της σύνδεσης των αγροτών με τη γη έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1993,            όταν η κουβανέζικη κυβέρνηση μετέτρεψε τα κρατικά κτήματα σε Βασικές Μονάδες Συνεταιριστικής Παραγωγής (UBPC), που αποτελούν μορφές συνεταιριστικής ή μικρής, αγροτικής ιδιοκτησίας. Έτσι, το 80% της καλλιεργήσιμης γης που ανήκε στο κράτος, συμπεριλαμβανομένων των καλλιεργειών ζαχαροκάλαμου, παραδόθηκε στα χέρια των εργατών.

Οι Βασικές Μονάδες Συνεταιριστικής Παραγωγής επιτρέπουν την παραχώρηση των κρατικών κτημάτων δίχως ενοίκιο και δέσμευση χρόνου σε συνεταιρισμούς εργατών.

Τα μέλη των συνεταιρισμών εκλέγουν μια διοίκηση που αποφασίζει τον καταμερισμό της εργασίας, το ποια προϊόντα θα παραχθούν και τον τρόπο με τον οποίο θα διοχετευτούν στην αγορά. Τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας των κτημάτων παραμένουν στο κράτος, ενώ το κράτος είναι ακόμα σε θέση να προγραμματίζει την παραγωγή στα προϊόντα που θεωρεί ζωτικά για το κοινωνικό σύνολο, αλλά παρόλα αυτά οι συνεταιρισμοί ανήκουν στους εργάτες. Το πιο σημαντικό είναι ότι το πλεόνασμα που παράγουν, μπορούν πλέον να το διαθέτουν μόνοι τους στις νέες λαϊκές αγορές. Αυτή η τελευταία μεταρρύθμιση, που πραγματοποιήθηκε το 1994,     προσέφερε στους αγρότες ένα επιπλέον κίνητρο για να μην πουλούν τα προϊόντα τους στη μαύρη αγορά αλλά και για να χρησιμοποιούν αποδοτικότερα τις νέες, οικολογικές τεχνολογίες.

Ο ρυθμός της επέκτασης των Βασικών Μονάδων Συνεταιριστικής Παραγωγής δεν ήταν σταθερός κατά τα πρώτα χρόνια. Σήμερα μπορεί να βρει κανείς μια ποικιλία τέτοιων μονάδων, από εκείνες όπου ο πρώην κρατικός διαχειριστής είναι τώρα εργοδότης των εργαζομένων, σ’ εκείνες που λειτουργούν πραγματικά ως συνεταιρισμοί ή σε άλλες όπου οι εργαζόμενοι έχουν χωρίσει τη γη σε μικρά κομμάτια και την διαχειρίζονται ανά ομάδες. Πάντως, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, το μέγεθος των διοικούμενων μονάδων έχει μειωθεί δραστικά. Βέβαια, είναι πολύ νωρίς για να ξέρει κανείς σε ποιες μορφές θα καταλήξουν αυτές οι μονάδες. Παρόλα αυτά, είναι ξεκάθαρο ότι η διαδικασία για την εξέλιξη των εργατών της γης σε αγρότες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Τα κίνητρα της εργασίας αποτελούν ακόμα ένα υποβόσκον πρόβλημα. Οι περισσότερες μονάδες είναι δεσμευμένες με κρατικά συμβόλαια για την παραγωγή ζάχαρης και εσπεριδοειδών που προορίζονται για εξαγωγή. Στα εξαγώγιμα προϊόντα, οι τιμές ρυθμίζονται ακόμα σε κρατικά επίπεδα και είναι χαμηλές, σε αντίθεση με τις τιμές των άλλων τροφίμων που προορίζονται για τις λαϊκές αγορές. Κατά συνέπεια, οι μονάδες αυτές συνεχίζουν να παράγουν τα προϊόντα προς εξαγωγή σε χαμηλά επίπεδα, ενώ ταυτόχρονα τα πηγαίνουν πολύ καλύτερα στα προϊόντα που προορίζονται για την εσωτερική αγορά.

Το ξεπέρασμα της έλλειψης τροφίμων

Μέχρι τα μέσα του 1995, η έλλειψη τροφίμων είχε ξεπεραστεί και το μεγαλύτερο μέρος του κουβανέζικου λαού δεν αντιμετώπιζε προβλήματα στη διατροφή του. Κατά το έτος 1996-1997, η Κούβα παρήγαγε το μεγαλύτερο αριθμό προϊόντων από κάθε άλλη φορά για 13 βασικά προϊόντα της διατροφής των κατοίκων της. Η αύξηση στην παραγωγή προήλθε κατά πρώτο λόγο από τα μικρά κτήματα, και ύστερα, στην περίπτωση των αυγών και του χοιρινού, από την έκρηξη της οικιακής παραγωγής. Η εξάπλωση της οικιακής παραγωγής στις αστικές περιοχές υπήρξε εξίσου σημαντική για τον εφοδιασμό της αγοράς με τρόφιμα. Οι ελλείψεις στα τρόφιμα που προηγήθηκαν, σε συνδυασμό με την αλματώδη αύξηση των τιμών, οδήγησαν σε μια θεαματική ανάπτυξη της αστικής γεωργίας, η οποία σταδιακά αποδείχθηκε μια ιδιαίτερα επικερδής ενασχόληση για τους Κουβανούς και, όταν η κυβέρνηση υποστήριξε ολοκληρωτικά το κίνημα της οικιακής παραγωγής, αυτό απέκτησε τεράστιες διαστάσεις. Σε όλες τις πόλεις της Κούβας, οι μέχρι πρότινος εγκαταλειμμένοι ελεύθεροι χώροι και οι αυλές έχουν μετατραπεί σε περιβόλια ή σε εκτροφεία ζώων, ενώ τα φρέσκα προϊόντα που παράγονται, διοχετεύονται στην αγορά σε υπαίθριες αγορές με πολύ πιο προσιτές τιμές από αυτές των επίσημων μονάδων παραγωγής. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η οικιακή παραγωγή, η οποία πραγματοποιείται αποκλειστικά με βιολογικές μεθόδους, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση των βασικών αγαθών για την κοινωνία της Κούβας κατά τα τελευταία δύσκολα χρόνια.

Ένα εναλλακτικό παράδειγμα;

Σε ποιο βαθμό μπορούμε να αντλήσουμε από το κουβανέζικο παράδειγμα γενικές αρχές ενός εναλλακτικού μοντέλου αγροτικής παραγωγής; Μήπως η περίπτωση της Κούβας είναι μοναδική και οι λύσεις που επινόησε για να ξεφύγει από τον κίνδυνο της πείνας δεν μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για καμία άλλη χώρα; Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι αυτή η χώρα διέψευσε εντελώς τον παραδεδομένο μύθο. Μας έχουν πει ότι μια μικρή χώρα δεν μπορεί να τραφεί από τις δικές της δυνάμεις και γι’ αυτό χρειάζεται τις εισαγωγές. Παρόλα αυτά η Κούβα έκανε σημαντικά βήματα προς την αυτάρκεια από τότε που έχασε τις εμπορικές σχέσεις με το ανατολικό μπλοκ. Μας έχουν πει ότι μια χώρα δεν μπορεί να τραφεί από μόνη της δίχως τη βοήθεια των χημικών, συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, παρόλα αυτά η Κούβα τα καταφέρνει μια χαρά. Μας έχουν πει ότι χρειαζόμαστε την αποδοτικότητα της παραγωγής μεγάλης κλίμακας υπό τη διοίκηση του κράτους ή των πολυεθνικών, παρόλο που στην Κούβα πρωταγωνίστησαν οι μικροϊδιοκτήτες και οι οικιακοί παραγωγοί. Ουσιαστικά, δίχως την παρουσία μηχανών και χημικών προϊόντων, η παραγωγή μικρής κλίμακας αποδεικνύεται πολύ πιο αποδοτική από αυτήν των μεγάλων, εντατικών καλλιεργειών. Ακούμε συνέχεια ότι η διεθνής βοήθεια είναι η μόνη λύση στο πρόβλημα της έλλειψης τροφίμων -αλλά η Κούβα βρήκε την ανακούφιση της στην εναλλακτική, τοπική παραγωγή.

Έτσι, μπορούμε να αποσπάσουμε από αυτή την συγκεκριμένη εμπειρία κάποιες γενικές αρχές ενός εναλλακτικού παραδείγματος. Αυτές είναι:

>          Οικολογική γεωργία αντί για τη χρήση χημικών σπ]ν αγροτική παραγωγή. Η Κούβα χρησιμοποίησε την πολυκαλλιέργεια, τα βιολογικά φυτοφάρμακα τοπικής παραγωγής, φυσικά λιπάσματα και άλλες εναλλακτικές λύσεις στη χρήση συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων.

>          Δίκαιες τιμές για τους αγρότες: Οι Κουβανοί αγρότες αύξησαν την παραγωγή όταν οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν. Γενικά, όταν οι τιμές είναι χαμηλές, οι αγρότες δεν έχουν κίνητρα για να παράγουν. Αντίθετα, όταν υπάρχει κίνητρο, η σοδειά μπορεί να αυξηθεί ανεξάρτητα από τις συνθήκες παραγωγής που επικρατούν.

>          Αναδιανομή της γης: Η μικροκαλλιέργεια και η οικιακή παραγωγή ήταν από τους πιο αποδοτικούς τομείς της κουβανικής αγροτικής οικονομίας, κάτω από τις συνθήκες της έλλειψης εισαγόμενων προϊόντων. Όντως, σε παγκόσμιο επίπεδο, τα μικρότερα κτήματα παράγουν πολύ περισσότερο ανά στρέμμα από τα αντίστοιχα μεγάλα. Στην Κούβα, η αναδιανομή της γης ήταν σχετικά εύκολη, γιατί οι εκτάσεις ήταν ήδη στα χέρια του κράτους και έτσι δεν υπήρχαν οι τσιφλικάδες που θα εναντιώνονταν σε κάθε αλλαγή.

>          Μεγαλύτερη έμφαση στην ντόπια παραγωγή: Οι λαοί δεν θα έπρεπε να εξαρτώνται τόσο πολύ από τις παγκόσμιες τιμές, τις εισαγωγές από μακριά και την καλή θέληση των πολυεθνικών για να εξασφαλίσουν το γεύμα τους. Η εθνική και η τοπική παραγωγή προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια αλλά και συμβάλλει ιδιαίτερα στην τοπική ανάπτυξη. Επιπλέον, είναι φιλική προς το περιβάλλον, μιας και η ενέργεια που σπαταλιέται στις μεταφορές μεγάλων αποστάσεων είναι δαπανηρή και οικολογικά καταστροφική. Με την προώθηση της αστικής, οικιακής παραγωγής, οι πόλεις μπορούν να γίνουν αυτάρκεις στα ευπαθή, βασικά προϊόντα, ενώ ταυτόχρονα γίνονται πιο όμορφες αλλά και αποκτούν περισσότερες θέσεις εργασίας. Η Κούβα μάς δίνει μερικά δείγματα των ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων της αστικής, οικιακής γεωργίας.

Η Κούβα, κατά την περίοδο της έκτακτης ανάγκης, είναι μια μοναδική περίπτωση, μιας και το γεγονός ότι αντιμετώπιζε ελλείψεις σε μηχανήματα και πρώτες ύλες την ανάγκασε να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις, όπως η επιστροφή των ζώων στην αγροτική παραγωγή. Είναι προφανές ότι ούτε η Κούβα ούτε οποιαδήποτε άλλη χώρα που βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης δεν θα εγκατέλειπε τη βιομηχανοποιημένη γεωργία εάν δεν αναγκαζόταν να το πράξει. Παρόλα αυτά, το παράδειγμα της Κούβας δίνει σημαντικά μαθήματα στις χώρες εκείνες που αγωνίζονται για την ανάπτυξή τους. Η παραγωγή μικρής κλίμακας, ακόμα και με τη χρήση ζώων αντί μηχανημάτων, μπορεί, με την κατάλληλη τεχνική υποστήριξη, να αποδειχθεί πάρα πολύ αποδοτική. Από την άλλη, είναι κάτι παραπάνω από αδύνατο να συνδυάσουμε την παραγωγή μεγάλης κλίμακας με οικολογικές πρακτικές. Ενώ κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, σε μια χώρα που επιθυμεί να αναπτύξει τη βιομηχανία της και ταυτόχρονα να παραμείνει διατροφικά αυτάρκης, τη μερική εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι η Κούβα απέδειξε την ασύγκριτη βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των μικρών και των οικιακών παραγωγών.

Η περίπτωση της Κούβας δείχνει ότι ένα έθνος μπορεί να αποκτήσει την διατροφική του αυτάρκεια βασιζόμενο στη μικρή και τη μεσαίε κλίμακα παραγωγής, όταν αυτή ακολουθεί ένα οικολογικό-εναλλακτικό μοντέλο. Η αγροτική παραγωγή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς τα, εντάσεως κεφαλαίου, χημικό πρόσθετα. Τα χαρακτηριστικά εκείνα που μπορούμε να εξάγουμε από την κουβανική περίπτωση είναι η οικολογική γεωργία, οι δίκαιες τιμές, η αναδιανομή της γης, το προβάδισμα της τοπικής παραγωγής – συμπεριλαμβανομένης και της οικιακής.

*Ο Peter Μ. Rosset είναι συνεργάτης της οργάνωσης Food First. Ινστιτούτο για τι ς γεωργικές και αναπτυξιακές πολιτικές. Έχει διδακτορικό στην οικολογική γεωργία και διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: