του Αστέριου Νικούλη* από το Άρδην τ. 113

Πρόσφατα, ψάχνοντας για θεσσαλικού ενδιαφέροντος δημοσιεύσεις, ανακάλυψα στην ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας την ύπαρξη μιας ελεγείας για ορχήστρα, με τίτλο «La Thessalienne», élégie pour orchestra, Op.36, του 1889[1] της Mario Foscarina (Μαριώ Φοσκαρίνα), που ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας Δαμασκηνού, να γράφεται γαλλιστί, Marie Damaschino.

Η εν λόγω μουσικοσυνθέτιδα και το έργο της μου ήταν παντελώς άγνωστα, και η εύρεση μιας νέας για εμένα δημιουργού, μου προξένησε την περιέργεια για το πρόσωπό της και μ’ έκανε να θέλω να ερευνήσω περαιτέρω το θέμα. Ανακάλυψα ότι αυτή η συνθέτρια ήταν πέρα για πέρα ανέγνωρη, ακόμα και σε άτομα που ασχολούνται με την μουσική. Όπως υποψιαζόμασταν πρέπει να είναι η πρώτη στην ιστορία Ελληνίδα μουσικοσυνθέτρια, προπαντός της κλασικής μουσικής. Δυστυχώς, η Μαριώ Φοσκαρίνα δεν αναφέρεται στην παγκόσμια λίστα των γυναικών μουσικοσυνθετών, που βρίσκεται στη Βικιπαίδεια, όπως και δεν αναφέρεται στο βιβλίο της Φλοράνς Λωναί (Florence Launay), που περιγράφει τις μουσικοσυνθέτριες στη Γαλλία του ΙΘ αιώνα, και που αδικεί την Μαριώ Φοσκαρίνα. Ψάχνοντας περαιτέρω για βιογραφικά στοιχεία της, ανακάλυψα ότι είναι αρκετά περιορισμένα, σχεδόν μηδαμινά. Αυτό που υπάρχει καταγεγραμμένο είναι το αρκετά μεγάλο έργο της, που βρίσκεται σήμερα συγκεντρωμένο, οι σαράντα εννέα παρτιτούρες των συνθέσεων της, στην συλλογή της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας[2], από τις οποίες οι σαράντα μία είναι και ψηφιοποιημένες. Μπορεί να υπάρχουν και άλλα έργα της, που μας είναι άγνωστα. Σύμφωνα με τη worldcat.org η πρώτη παρτιτούρα της εκδόθηκε το 1871 και οι εκδόσεις των έργων της τελειώνουν το 1896, όταν έκλεισε τα σαράντα έξι της χρόνια. Δεν γνωρίζουμε τον λόγο που σταμάτησε, έτσι απότομα, η πλούσια μέχρι τότε έκδοση έργων της.

Η γεννημένη στο Παρίσι το 1850 Φοσκαρίνα, παντρεύτηκε το 1898 τον εξηντάχρονο Οκτάβ Φρανσουά Κελλέρ (Octave François Keller), από το Στρασβούργο, έναν αξιόλογο Γάλλο γεωλόγο και γενικό επιθεωρητή των ορυχείων της Γαλλίας. Η Μαριώ Φοσκαρίνα απεβίωσε στην κατοικία της, ευρισκομένη στη λεωφόρο Ωσμάν 170, στο Παρίσι, στις 6-1-1921 και η νεκρώσιμη ακολουθία της ετελέσθη στη ρωσική εκκλησία της οδ. Daru 12, του Παρισιού[3].

Στην εφημερίδα Le Radical, τις 12- 01- 1890, σε μια νεκρολογία αφιερωμένη στον αδελφό της Φραγκίσκο αναφέρεται, ότι η μητέρα της Μαρίας Δαμασκηνού λιποθύμησε και τελικώς υπέκυψε κατά την κηδεία του γιου της, στις 22-12-1889. Επίσης πληροφορούμαστε εκεί, ότι η κυρία Δαμασκηνού ήταν η χήρα ενός πλούσιου Έλληνα εφοπλιστή, ο οποίος κατά τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» (έτσι αναφέρεται στη νεκρολογία και προφανώς εννοείται η Επανάσταση του ’21), ήταν υπεύθυνος για την προμήθεια των Γάλλων σε εφόδια και ότι έχασε τότε ένα πλοίο του. Η γαλλική κυβέρνηση, ως αποζημίωση για αυτήν τη ζημία, του χορήγησε σύνταξη 18.000 φράγκων. Η κυρία Δαμασκηνού, ως χήρα του, απολάμβανε από τη γαλλική κυβέρνηση σύνταξη 6.000 φράγκων.

Συμπεραίνουμε ότι, με τα πλοία του ο Δαμασκηνού στήριζε τους Γάλλους, πιθανόν στο διάστημα της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, το 1828. Επιπλέον, από το έγγραφο αρ. 1178, δημοσιευμένο στη «Bibliographie ionienne» τ.1, του 1910, του Εμίλ Λεγκράν (Émile Legrand), μαθαίνουμε ότι, ο Σπυρίδων Δαμασκηνός εφοπλιστής από την Κέρκυρα, απέστειλε το 1831 στη γαλλική βουλή μια καταγγελία, σχετική με τις αποζημιώσεις που του όφειλε η γαλλική κυβέρνηση, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στα γαλλικά στρατεύματα στον Μοριά, το 1828. Έτσι ξεκαθαρίζεται, από πού και γιατί η οικογένεια Δαμασκηνού βρέθηκε στη Γαλλία, όπου γεννήθηκαν και μεγαλούργησαν τα δυο παιδιά της, όπως και για τον τόπο καταγωγής των Δαμασκηνών και το όνομα του πατέρα της, Σπυρίδων και του αδελφού της Φραγκίσκου – Θεόδωρου Δαμασκηνό (Francois Théodore Damaschino), γεννηθέντος τις 17-09-1840.

Ο Φραγκίσκος Δαμασκηνός ήταν φημισμένος γιατρός, κάτοχος της έδρας της Ειδικής Νοσολογίας, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστήμιου του Παρισιού, και μέλος της Ιατρικής Ακαδημίας. Έγραψε πολλά επιστημονικά βιβλία, με τα σημαντικότερα να είναι: «Περί των διαφόρων μορφών της πνευμονίας», «Ανατομικαί και παθολογικαί έρευναι επί της νωτιαίας παραλύσεως» και «Περί της αιτιολογίας της φυματιώσεως».[4]

Γυρίζοντας στην περιγραφή του έργου της Φοσκαρίνα, πρέπει να αναφέρουμε ότι, οι περισσότερες συνθέσεις της είναι μουσική για πιάνο, και μετρήσαμε τριάντα τρία αυτού του είδους έργα. Δεκατέσσερα έργα είναι τραγούδια βασισμένα σε ποίηση, με πολλά από τα ποιήματα να είναι γραμμένα από γνωστούς, ως επί το πλείστον, ρομαντικούς Γάλλους συγγραφείς, όπως είναι οι Λαμαρτίνος, Βίκτωρ Ουγκώ, Γκωτιέ και Μυσσέ. Υπάρχουν και 3 μεγαλύτερες συνθέσεις της, για ορχήστρα. Πολλές συνθέσεις της για πιάνο είναι μουσική χορού, όπως βαλς, της βρετάνης, ρουμάνικος, γκαβότ, μενουέτα, πόλκες, μαζούρκες, ταραντέλες και κάποια άλλα.

Διακρίνουμε και συνθέσεις που έχουν καθαρά ελληνική θεματολογία και προέλευση, με ένα να είναι το ροδίτικο δημοτικό τραγούδι «Η Χελιδών»[5], σε γαλλική διασκευή με τον τίτλο να γράφεται ελληνιστί, όπως και ένα άλλο ελληνικό τραγούδι, που και αυτό γράφεται στην παρτιτούρα ελληνικά, ως «Το Φίλημα»[6], μαζί με τον γαλλικά γραμμένο τίτλο. Και τα δύο αυτά τραγούδια τα επαινεί στην κριτική του, ο Γκαμπριέλ Σαρμ (Gabriel Charmes) και την οποία την παρουσιάζουμε στο τέλος αυτού του άρθρου. Δυστυχώς, η παρτιτούρα του τραγουδιού «Το Φίλημα» δεν υπάρχει στην συλλογή της Εθν. Βιβλ. της Γαλλίας ούτε σε άλλες συλλογές. Επίσης, μας κάνει εντύπωση η αναφορά για τη βράβευση αυτού του τραγουδιού, στον διαγωνισμό των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 1882, αφού, από ότι γνωρίζαμε, η Ολυμπιάδα στην Αθήνα έγινε το 1896. Πιθανόν να έγιναν το 1882 κάποιοι αθλητικοί και καλλιτεχνικοί αγώνες που ονομάστηκαν Ολυμπιακοί, πάντως μέχρι στιγμής δεν καταφέραμε να τους εντοπίσουμε στην υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Για το άλλο «ελληνικό» έργο της Φοσκαρίνας, με τίτλο «Η Λύπη για τους Έλληνες, Σκηνή», δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στην παρτιτούρα.[7] Βέβαια δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και το άλλο, ελληνικότατο στον τίτλο έργο της, το «La Thessalienne» (Η Θεσσαλιώτισσα), που συνετέθη το 1886, μερικά χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881. Πιθανόν να εμπνεύστηκε τον τίτλο από τον γαλλικό ύμνο «Η Μασσαλιώτισσα». Η Φοσκαρίνα πρέπει να καταλογίζεται ως συνθέτρια, στο κύκλο των ρομαντικών δημιουργών του ΙΘ αιώνα, που στα τελευταία τους χρόνια έχασαν την πρωτοκαθεδρία τους και το ενδιαφέρον του κοινού στράφηκε προς άλλου τύπου μουσική, και εδώ μπορεί να κρύβεται και ο λόγος που έχασε η Φοσκαρίνα το ενδιαφέρον της για να συνεχίσει την πορεία της ως συνθέτρια.     

 

Ένας Γάλλος συνθέτης ο Ζακ Χερζ (Jacques Herz[8]), το 1887, της αφιερώνει ένα έργο για πιάνο, «Valse brillante» και «La jeune grecque» (Νέα Ελληνίδα), αναφέροντάς την ως Mademoiselle Marie Damaschino, και με αυτόν τον τρόπο, δείχνει την εκτίμησή του στο πρόσωπο της συναδέλφου ή και φίλης του. Την ίδια χρόνια η Φοσκαρίνα αφιερώνει μια σειρά έργων για πιάνο, με τίτλο «Feuillets d’album», à Madame Lucie Damaschino, στην μητέρα της; ή μήπως πίσω από το μη ελληνικό όνομα, κρύβεται η νύφη της, η γυναίκα του αδελφού της[9].

Μελετώντας τον διεθνή Τύπο, εκτός από μια εκτενή δημοσίευση, για την Μαριώ Φοσκαρίνα, στην εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ντεμπά» (Journal des débats), στις05 -15 –1884 και κάποιων μικρότερων αναφορών στον γαλλικό Τύπο, δεν υπάρχουν άλλες αναφορές για τη Μαριώ. Στη μοναδική μακροσκελή κριτική, του γνωστού τότε δημοσιογράφου Γκαμπριέλ Σαρμ[10], που περιγράφει την Φοσκαρίνα με το πιο γλαφυρό και ποιητικό τρόπο και τονίζει με έμφαση, ότι παρ’ όλο που η μουσική της παιδεία είναι γαλλική, με σπουδές στον καθηγητή Ερνέστ Γκιρώ (Ernest Guiraud)[11], η συνθέτρια διατηρεί στα έργα της την ελληνική παράδοση, γράφοντας και έργα καθαρά ελληνικά, όπως είναι οι μελωδίες που περιγράψαμε ενωρίτερα. Παρακάτω, παρουσιάζουμε αυτή την κριτική, σε μετάφραση από τα γαλλικά του Κώστα Σαμαρά, η οποία αποδεικνύει ότι αξίζει να βγει από την αφάνεια αυτή η σπουδαία Ελληνίδα μουσικοσυνθέτρια:

Όταν ταξιδεύει κανείς στην ευρωπαϊκή Ανατολή, την Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Σερβία, ακούει συχνά να τραγουδούν, στις παρέες του κόσμου, μια μελωδία ενός πρωτότυπου ρυθμού, έναν παράξενο και γοητευτικό ρυθμό, που ξαφνιάζει και γοητεύει συγχρόνως. Τα λόγια και ο σκοπός είναι μοντέρνα και παρ’ όλ’ αυτά έχουν γίνει τόσο δημοφιλή, ώστε να τα θεωρούμε ως ένα προϊόν της εθνικής ιδιοφυΐας, του οποίου η προέλευση είναι άγνωστη και ανεξίτηλη στη μνήμη. Αυτό που λένε αυτά τα ωραία ελληνικά λόγια, οι όμορφες αρμονικές και οι ηχηρές λέξεις που χάνουν πολύ στη γαλλική μετάφραση, είναι μιας τέλειας απλότητας. Πρόκειται περί ενός φιλιού που έλαβε κάποιος πολύ νωρίς, σε μια ηλικία που μπορούμε ήδη να απολαύσουμε όλη του τη μεθυστική γεύση, ενός φιλιού γεμάτο τρυφερότητα, επιθυμίες μάλλον διαισθανόμενες παρά δοκιμασμένες, και, κυρίως, συμπόνια. Αυτή η μουσική είναι υπέροχη, εκφράζει με άπειρη γλυκύτητα και δύναμη το αόριστο και βαθύ συναίσθημα που αφήνει στην καρδιά ένα από αυτά τα όνειρα μιας ημέρας που εξαφανίστηκε σε μια ώρα, και ακολουθείται από έναν αιώνιο πόνο, είναι ένα από αυτά τα τραγούδια μοναδικού χαρακτήρα, μιας πολύ ιδιαίτερης μορφής, που δεν θυμίζει τίποτα από ότι γνωρίζουμε και που ξυπνάει στα βάθη της ψυχής μας τις πιο μυστηριώδεις εντυπώσεις, με τα πιο κρυφά μυστικά.

Συνθέτης αυτής της όμορφης μελωδίας είναι μια γυναίκα, μια Ελληνίδα, σχεδόν τόσο Γαλλίδα όσο και Ελληνίδα, επειδή ζει στη Γαλλία καθώς σε μας έμαθε την τέχνη της. Μαθήτρια του κ. Γκιρώ, γνωρίζει τη μουσική όπως μπορεί να τη γνωρίζει από τα μαθήματα ενός δασκάλου, γνωρίζει ακόμα και τις τελευταίες επιτηδεύσεις της μοντέρνας σχολής και χρησιμοποιεί με εκπληκτική σιγουριά τα χέρια της. Αλλά έχει διατηρήσει από τη χώρα καταγωγής της μια πρωτοτυπία που η μουσική επιστήμη δεν έχει καθόλου αποδυναμώσει, αλλά αντίθετα την έχει αναπτύξει με τον πιο άριστο τρόπο. Τη βρίσκουμε σε όλα όσα γράφει. Το «Le Baiser» [Το Φίλημα] δεν είναι στην πραγματικότητα ένα απομονωμένο έργο. Η Μαριώ Φοσκαρίνα είναι το ψευδώνυμο κάτω από το οποίο κρύβεται μια γυναίκα με ένα τόσο προσωπικό και ελκυστικό ταλέντο, που έχει ήδη συνθέσει ένα μεγάλο αριθμό έργων για πιάνο. Μερικά όπως «Το Φίλημα» γράφτηκαν στα ελληνικά . Θα ήθελα να αναφέρω, για παράδειγμα, ένα γοητευτικό ροδίτικο τραγούδι, l’ Hirondelle [η Χελιδώνα], στο οποίο φαίνεται να πλανάται ένας απερίγραπτος και διακριτικός ήχος, από το υπέροχο νησί της Ρόδου. Αλλά και η Γαλλία δεν την ενέπνευσε λιγότερο την Μαριώ Φοσκαρίνα όσο η Ελλάδα. Αναμετρήθηκε με τον Θεόφιλο Γκωτιέ[12] «αυτόν τον τόσο μαγευτικό καλλιτέχνη» με τους τόσο τορνευτούς και αρμονικούς του στίχους, όπως δηλώνει ο κ. Τ. Βάις (J. Weiss), και κατάφερε να περάσει στη μουσική γλώσσα όλο τον πλούτο, όλα τα τεχνάσματα, την ευελιξία και την αρμονία της ποιητικής του γλώσσας, την πιο περίπλοκη από ποτέ.

Οι τρεις μελωδίες που έχει συνθέσει για τα ποιήματα του Θεόφιλου Γκωτιέ, «Οι Πεταλούδες» , «Ο Βραδινός Περίπατος», «Κλίμακα Αμήν» είναι, αν μου επιτρέπεται να μιλήσω έτσι, πραγματικά πρότυπα προσαρμογής. Είναι αλήθεια ότι ο Θεόφιλος Γκωτιέ, όπως και η Μαριώ Φοσκαρίνα, είναι τόσο Ανατολίτης όσο και Γάλλος, αν γράφει στίχους για στίχους, αν η φόρμα είναι το παν για’ αυτόν, δεν έχει παρά μια μέτρια έγνοια για την ουσία των πραγμάτων και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων, υπό την προϋπόθεση ότι τα λόγια είναι ηχηρά, γεμάτα μελωδίες, επειδή έζησε με τη φαντασία σε μια θαυμάσια χώρα όπου η σκέψη πάντα σταματά, πάντα στην επιφάνεια του κόσμου και όπου αυτή η επιφάνεια δεν αντανακλά παρά μόνο εικόνες. Η Μαριώ Φοσκαρίνα δεν δυσκολεύτηκε να βρει στα ποιήματα του,  έργα να έχουν μουσική, μα τίποτα δεν είναι πιο αξιοσημείωτο από τον τρόπο με τον οποίο προβάλλει αυτούς τους στοίχους, μέσα από την μουσική της. Ιδίως «Οι Πεταλούδες» την ενέπνευσαν ιδιαίτερα.

Οι χιονόλευκες πεταλούδες πετούν σε σμήνη

πάνω από τη θάλασσα.

Ωραίες πεταλούδες,

πότε θα μπορέσω να διαβώ παρόμοιο γαλάζιο μονοπάτι;

Ξέρετε τις ωραίες των ωραίων,

μπαγιαντέρα μου με τα μαύρα – μαύρα ζαγάτια μάτια,

αν μπορούσες να μου δανείσεις τα φτερά σου;

Πείτε μου πού θα πάω;

Χωρίς ένα τρυφερό φιλί,

μέσα σε δάση και κοιλάδες θα πάω;

τα μισόκλειστα χείλη σας,

άνθη της ψυχής μου και θα πεθάνω εκεί!

Με αυτά τα λόγια, που μοιάζουν να βγήκαν από την άδεια και ηχηρή λύρα ενός Άραβα η Μαριώ Φοσκαρίνα έγραψε μια πολύ απλή μελωδία. Απλή αλλά τόσο ισχυρή και διεισδυτική, σχεδόν όπως ακριβώς και στα συναισθήματα του ποιητή, και φαίνεται ότι πραγματικά ονειρευόταν αυτή την υπέρτατη ευτυχία, αυτήν τη λαμπερή και ευχάριστη χαρά, προτιμότερη κι απ’ το άρωμα των ρόδων και από όλες τις εκστάσεις της ζωής. Αλλά ας μη θεωρηθεί ότι το ταλέντο της Μαριώς Φοσκαρίνα είναι μονότονο, ότι θα παραμείνει μόνο στον συγκεκριμένο τομέα της Ανατολής όπου η σύγχρονη μουσική τόσο πολύ θέλει να παραμείνει. Τα έργα της για πιάνο και πιάνο – βιολί δείχνουν μια ποικιλία έμπνευσης που είναι σημάδι ενός ολοκληρωμένου θείου μουσικού δώρου. Νωρίτερα ήταν Ελληνίδα και τώρα είναι μια Βρετάνη. Η «Χαρά της Βρετάνης» για τέσσερα χέρια, είναι έντονα εμποτισμένη από τις ευωδιές των κάμπων και δεν έχει τίποτα το φωτεινό και εκθαμβωτικό. Θα λέγαμε ότι γράφτηκε πραγματικά κάτω από τον ουρανό της Βρετάνης, ενός ουρανού τόσο γκρίζου και τόσο ήπιου που δεν είναι λιγότερο ποιητικός, και που είναι περισσότερο, ίσως, κι απ’ τον διάφανο ουρανό των χωριών της Ανατολής.

Θα αναφέρω δύο ακόμα έργα για πιάνο και βιολί, ένα με τον τίτλο, «Η Επίκληση», και το άλλο «Ρυθμός Χορού». Το έργο «Η Επίκληση» είναι μια πλατιά, ισχυρή, υψηλή και επώδυνη σύνθεση. Δεν είναι καμιάς ηλικίας, ούτε από καμιά χώρα, είναι καθολική και αθάνατη όπως τα μεγάλα ανθρώπινα συναισθήματα. Το άλλο έργο «Ρυθμός Χορού» είναι κομψό, έχει μια ευελιξία ρυθμού και θυμίζει αυτό που οι σύγχρονοι δάσκαλοι έχουν κάνει καλύτερα, σε αυτόν τον τομέα, όπου και ξεχωρίζουν. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο κόσμημα που λάμπει στην τόσο πλούσια κοσμηματοθήκη της Μαριώς Φοσκαρίνα. Όσο αμύητος και αν είμαι, πρέπει να επισημάνω ένα νέο μουσικό ταλέντο, εντελώς άγνωστο. Αυτό που με γοήτευσε πρώτα σε εκείνη, είναι ο ανατολικός τόνος του οποίου η γοητεία μου φαίνεται ακαταμάχητη, κατόπιν έχει την αξιοθαύμαστη ικανότητα να υποτάσσεται στα πιο διαφορετικά είδη, χωρίς να εκθέτει την προσωπικότητά της. Υπάρχει μόνο ένας αληθινός καλλιτέχνης που μπορεί να καταλάβει τα πάντα και να εκφράσει τα πάντα, παραμένοντας πάντα ο ίδιος. Δεν είναι αυτό το κύριο γνώρισμα του ταλέντου της; Στις μέρες μας, η μουσική, όπως όλη η τέχνη, εξαντλημένη από την τεράστια παραγωγή, είναι αναγκασμένη να ψάχνει γύρω μας για νέες εμπνεύσεις, που δεν είναι όλες πρόσφορες, μερικές φορές μάλιστα οδηγούν στο να θεωρεί κανείς τις πρωτοτυπίες κουραστικές και ιδιόμορφες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όταν η πρωτοτυπία είναι φυσική, ενστικτώδης, όχι ηθελημένη, αυτή η μελωδική φωνή που μας έρχεται από την Ελλάδας, έχει την γλυκύτητα της καταγωγής της, έχει τη χάρη και την απερίγραπτη, δεν ξέρω ποιάν ηχώ, της αιώνιας ομορφιάς, που μουρμουρίζει και δεν θα μπορούσε να βρει αμέσως τον δρόμο της καρδιάς μας.

Του Γκαμπριέλ Σαρμ

* Τα έργα της Μαριώς Φοσκαρίνα βρίσκονται στο οίκο Χάρτμαν στο Παρίσι.

*Ο σύντροφός μας Αστέριος Νικούλης δεν αξιώθηκε να δει δημοσιευμένο το τόσο σημαντικό κείμενό  του. Έφυγε αιφνίδια από κοντά μας στις 3 Σεπτεμβρίου 2018 σε ηλικία μόλις 58 ετών.


[1] http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k314056x?

rk=21459;

[2] http://catalogue.bnf.fr–Foscarina Mario

[3] Βλ. αναγγελία θανάτου στην Le Figaro 9 Ιαν. 1921, σ. 2.

[4] Βλ. Εγκ. Παπ. Λαρ. Μπριταν., τ. 14, σ. 364, http://data.bnf.fr/10686329/francois_damaschino/ & http://imslp.org/wiki/Category:Foscarina,_Mario

[5] Βλ. Εθν. Βιβλ. της Γαλλίας: L’ hirondelle: chanson rhodienne / paroles françaises imitées du grec (ροδίτικο τραγούδι για σοπράνο και μέτζο σοπράνο / με γαλλικούς στίχους), εκδ. C. G. Röder, 1875.

[6] Βλ. «Association pour l’encouragement des études grecques en France», 1883, σ. xxxix, που αναφέρονται τα ακόλουθα στην παρουσίαση νέων ελληνικών εκδόσεων: Foscarina (Mario). – «Le Baiser», couronné au concours des jeux olympiques à Athènes (που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, μελωδία για μέτζο σοπράνο, εκδ. Hartmann, in-4°, 1882.

[7] Βλ. Εθν. Βιβλ. της Γαλλίας: «Le Regret des Hellenes !», για φωνή τενόρου ή σοπράνο με συνοδεία πιάνου, ποίηση του Jules Rothé, έκδοση του M. Colombier, 1882.

[8] Ο Jacques Herz (1794-1880), συνθέτης και πιανίστας, όπως και δάσκαλος στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού.

[9] https://imslp.org/wiki/Feuillets_d%27album,_Op.20_(Foscarina,_Mario)

[10] Gabriel Charmes (7.11.185019.4.1886): Γνωστός στην εποχή του δημοσιογράφος και συγγραφέας, που ειδικευόταν στα γεωπολιτικά θέματα, προπαντός του χώρου της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Το έργο του με θέμα την Ελλάδα είναι το: “Une Excursion à Athènes – Les effets de la crise hellénique”, Revue des Deux Mondes, περίοδος 3η, τόμος 43, 1881, 497-531. Στο εκτενές άρθρο, υπάρχει η ενδιαφέρουσα αναφορά, ότι μαζί με την Θεσσαλία και την Ήπειρο, θα προσαρτούνταν στην Ελλάδα και η Κύπρος. Πρέπει να γνώριζε καλά την Ελλάδα και τα μουσικά ακούσματα της γι’  αυτό και μπόρεσε να γράψει τα τόσο επαινετικά σχόλια για την Ελληνίδα Φοσκαρίνα.

[11] Ernest Guiraud (26.6.1837-6.5.1892): ήταν γνωστός Γάλλος καθηγητής μουσικής και συνθέτης όπερας και άλλων ειδών μουσικής. Γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη της Λουϊζιάνας. Είναι γνωστός για τη συγγραφή των παραδοσιακών ορχηστρικών αφηγηματικών συνθέσεων, που χρησιμοποιήθηκαν και στην όπερα Κάρμεν του Μπιζέ και σε όπερα του Όφενμπαχ.

[12] Théophile Gautier (30.8.181123.10.1872): Γάλλος ρομαντικός ποιητής, δραματουργός, μυθιστοριογράφος, και δημοσιογράφος. Φίλος των Νερβάλ, ΟυγκώΜπαλζάκ, Μποντλέρ, Φλομπέρ και Ντελακρουά. Γνωστός για τα ταξίδια του στις χώρες όπως Ισπανία, Αγγλία, Αλγερία, Ιταλία, Τουρκία, Ρωσία, Αίγυπτο και Ελλάδα.

One Comment

  1. Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας says:

    Βενετσιάνικη Σουίτα (1888) – Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek