Άρρωστο σώμα – Ενάντια στον μύθο ενός Σαντ χωρίς πρόσωπο

Του Μισέλ Ονφρέ απόσπασμα από το βιβλίο De Sade, το πάθος του κακού και η ιδεολογία του εικοστού αιώνα.

Συνέχεια από το α΄ μέρος

Για τη συντεχνία των φιλοσόφων, το ένσαρκο σώμα του μαρκήσιου ντε Σαντ φαίνεται να μην παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον – προτιμούν τις κινήσεις των χάρτινων σωμάτων των ηρώων των μυθιστορημάτων του. [ ]

Αναφέρθηκα στην επιθυμία του μαρκησίου να ταφεί στη γη του, στο Μαλμαιζόν, κοντά στο Επερνόν, σε ένα άλσος χωρίς επιτύμβια πλάκα και χωρίς κάποιο σημάδι που να επιτρέπει να γνωρίζουμε την ταυτότητα του νεκρού. Ήθελε να διαγράψει, όπως είπε, κάθε ίχνος του περάσματός του από αυτή τη γη.[ ] Σε αντίθεση όμως με την επιθυμία του, οι επόμενες γενιές δεν ξέχασαν τον μαρκήσιο που μεταβλήθηκε σε εικόνισμα του κόσμου των γραμμάτων, σε σύμβολο θεσμικής ανατροπής. [ ]

Ένας στοχαστής όμως ανέλαβε να εκτελέσει, πέρα από κάθε προσδοκία, τη διαθήκη του Μαρκησίου ντε Σαντ, με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 1806: ο Ρολάν Μπαρτ (Roland Barthes). [ ] Αυτόν τον τάφο ενός φιλόσοφου χωρίς πρόσωπο, [ ] ο Μπαρτ τον… φιλοτέχνησε το 1968, σε ένα άρθρο με τον τίτλο «Ο θάνατος του συγγραφέα» – ένα κείμενο που αναπαρήγαγε στον Βόμβο της γλώσσας (Le bruissement de la langue), το 1984. Αφετηρία του είναι ο Σαραζίν, η νουβέλα του Μπαλζάκ. Ποιος μιλάει; Ρωτάει ο Μπαρτ; Ο ήρωας; Ο Μπαλζάκ; Αδύνατο να το μάθουμε γιατί «η γραφή συνιστά την καταστροφή κάθε φωνής, κάθε καταγωγής. Η γραφή είναι αυτή η δολοφονία, αυτό το αμάλγαμα, αυτή η λοξή γραμμή από όπου ξεφεύγει το θέμα μας, αυτό το μαύρο-άσπρο όπου χάνεται κάθε ταυτότητα, αρχής γενομένης από το ίδιο το σώμα που γράφει» (II, 491). Δεν έχει υπάρξει τίποτε πιο αντι-νιτσεϊκό από αυτή την άρνηση του υποκειμένου, του δημιουργού, του συγγραφέα, της ιστορίας. Το κείμενο δεν είναι πλέον μια αυτοβιογραφική εξομολόγηση με ρίζες υπαρκτές, αλλά ένα ιερό λογοτεχνικό μυστήριο, ένα θείο κειμενικό αντίδωρο, ένα λεκτικό Δισκοπότηρο! Όταν αρχίζει η γραφή, υποστηρίζει ο Μπαρτ, «ο συγγραφέας εισέρχεται στον ίδιο τον θάνατό του»! Ωραία έκφραση, αλλά είναι πράγματι έτσι; [ ]

Για τον Μπαρτ, ο συγγραφέας είναι μια πρόσφατη επινόηση: για να την ερμηνεύσει, επιστρατεύει την έξοδο από τον Μεσαίωνα, τον αγγλικό εμπειρισμό, τον γαλλικό ορθολογισμό, την προσωπική πίστη στη Μεταρρύθμιση, την ανακάλυψη του κύρους του ατόμου, «τον θετικισμό, που επανέρχεται ως αποκορύφωμα της καπιταλιστικής ιδεολογίας» (sic!), και ο οποίος «προσέδωσε τη μεγαλύτερη σημασία στο πρόσωπο του συγγραφέα». [ ]

Προφανώς, ο Μάης του ’68 είχε περάσει από εδώ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε το τέταρτο τρίμηνο του 1968. Ήταν η ώρα για τον αποκεφαλισμό των παλαιών (πριν καταλάβουν τη θέση τους οι νεώτεροι, ο Μπαρτ εισήλθε στο Κολέζ ντε Φρανς[23] το 1976), των απογόνων του Σαιντ-Μπεβ, οι οποίοι τολμούσαν ακόμα να συνδέουν τη ζωή με το έργο, τη βιογραφία με τη σκέψη, την ιστορία με την τέχνη! Στη δημόσια πλατεία της εποχής, η γκιλοτίνα καρατόμησε την κεφαλή της επίσημης κριτικής, αλλά επίσης, και κυρίως, των κατεστημένων πανεπιστημιακών.

Ο δημιουργός Μπαρτ συντάσσει τη χάρτα των δημιουργών που ευαγγελίζονται τον θάνατο του δημιουργού! Ο Μαλαρμέ του επιτρέπει να γράψει: «Είναι η γλώσσα που μιλάει, και όχι ο συγγραφέας»· στη συνέχεια, καλεί «στην κατάργηση του συγγραφέα προς όφελος της γραφής»· μιλάει για τον Προυστ και τον αφηγητή του, για τη γλωσσολογία, αλλά επίσης, και κυρίως, για τον υπερρεαλισμό που καταστρέφει τον συγγραφέα, μέσα από την προώθηση των συλλογικών τεχνικών γραφής, όπως για παράδειγμα το εξαίσιο πτώμα[24], ή που δοξάζει την παραγωγή ενός έργου που κατασκευάζεται με την αυτόματη γραφή και την υπαγόρευση του ασυνείδητου. Ο συγγραφέας δεν προϋπάρχει του κειμένου (πώς μπορούν να εκστομίζονται παρόμοιες ανοησίες!) διότι γεννιέται ταυτόχρονα με αυτό: «Σε καμία περίπτωση δεν διαθέτει κάποιο Είναι το οποίο να προηγείται των γραπτών του ή να τα υπερβαίνει, δεν είναι σε καμία περίπτωση το υποκείμενο, του οποίου το βιβλίο αποτελεί το κατηγόρημα». Το κείμενο δεν είναι η παραγωγή ενός δημιουργού, και ακόμα λιγότερο ενός Παντοδύναμου Θεού, αλλά μια αποκρυστάλλωση αποσπασμάτων, κειμένων, παραπομπών, που έρχονται από αλλού, και στερεοποιούνται σε ένα συγκεκριμένο έργο. Ποιος, όμως, τα έχει συγκεντρώσει, αν όχι ο συγγραφέας; Απλώς ο «γραφέας», υποστηρίζει ο Ρολάν Μπαρτ! [ ]

Ο θάνατος του συγγραφέα συνοδεύεται από την αδυναμία αποκρυπτογράφησης του κειμένου ώστε να αποκτήσει κάποιο νόημα· διότι δεν υπάρχει κανένα νόημα αφού κανείς δεν μπορεί να το ανακαλύψει. Ο Μπαρτ επιχειρεί μια ριζική ανατροπή των αξιών, στο πνεύμα του Μάη του 68: δεν υπάρχει πλέον συγγραφέας, μόνον γραφέας, αλλά επίσης, και πάνω απ’ όλα, γεννιέται ο αναγνώστης! Δάντης, Ρασίν, Ρουσσώ, Σταντάλ; Πέθαναν κάτω από τις πέτρες του λιθόστρωτου… Ραμπελαί, Μονταίνιος, Ντιντερό; Έπεσαν στα οδοφράγματα του Καρτιέ Λατέν! [ ] Η πηγή της γραφής δεν είναι ο συγγραφέας, αλλά ο αναγνώστης! [ ] «Η γέννηση του αναγνώστη προϋποθέτει τον θάνατο του συγγραφέα»!

Αυτή η θεωρητική λοξοδρόμηση, μέσα από αυτό το κείμενο, σχετικά με τον θάνατο του συγγραφέα –κείμενο με μεγάλη απήχηση στην μετά το 68 περίοδο– επιτρέπει να αντιμετωπίζεται η περίπτωση του Σαντ χωρίς καμιά μέριμνα για την ίδια την προσωπικότητα και την ιστορία της! Το κείμενο, και μόνο το κείμενο! Θάνατος στο ιστορικό πλαίσιο! Ο Μπαρτ μπόρεσε έτσι να δημοσιεύσει στη συνέχεια, το 1971, το βιβλίο του, Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα[25], στο οποίο Το Βιβλίο λειτουργεί αυτόνομα, όπως ένα δέντρο χωρίς ρίζες. Η αντίθεση μεταξύ αυτών των τριών κύριων ονομάτων δείχνει επίσης ότι η συνοχή δεν αναζητείται στο μητρώο των ιδεών, αλλά σε εκείνο της γλώσσας. Με αυτό το τίμημα και μόνο θα μπορούσαν να συγκατοικήσουν, κάτω από το ίδιο εξώφυλλο, ένας φεουδαλικός ηδονιστής, του οποίου μοναδικό μέλημα ήταν η εκσπερμάτωση, ένας πραγματικά ηδονιστής στοχαστής, που ήθελε να οργανώσει κοινωνικά την απόλαυση του συνόλου, και ο θεμελιωτής ενός θρησκευτικού τάγματος που κήρυττε το ασκητικό ιδεώδες…

 [ ] Σε αυτή τη μονομανή προσήλωση στη θρησκεία του κειμένου, ο ακόλαστος δεν είναι πλέον ένας μεγάλος κακός άρχοντας, ένας εκμεταλλευτής των γυναικών, μια ενσάρκωση του φεουδαρχικού συστήματος, ένας δεσποτικός σεξομανής, όχι: «δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα μόρφημα έλξης, ένας χειριστής φράσεων»! Μεταφρασμένο σε απλή γλώσσα: απλώς ένας πολυλογάς! Ή, ακόμα πιο απλά, ένας συγγραφέας… και τίποτε άλλο. [ ]

Ο Μπαρτ [ ] γράφει: «Αυτό που μου έρχεται στο νου από τη ζωή του Σαντ […] είναι το λευκό μανσόν που φορούσε όταν πλησίασε την Ροζ Κελλέρ». Το γεγονός ότι ο μαρκήσιος υποβάλλει σε βασανιστήρια αυτή τη γυναίκα δεν μετρά καθόλου: Κυριακή του Πάσχα, 1768, «ο κ. ντε Σαντ, με γκρίζα ρεντιγκότα, άσπρο μανσόν, κυνηγετικό μαχαίρι και μπαστούνι», γράφει ο Ζιλμπέρ Λελύ[26], στήνει ενέδρα και παραμονεύει μια άνεργη χήρα, την απάγει και την απομονώνει σε έναν χώρο, όπου τη χτυπά με βέργες και με ένα μαστίγιο από σχοινιά, κόμπους και ραβδιά, την βρίζει, την απειλεί με θάνατο, την χαράζει με μαχαίρι και χύνει καυτό κερί στις πληγές της – αλλά το σημαντικό, σύμφωνα με τον Μπαρτ, είναι αναμφίβολα το λευκό μανσόν… Ο Σαντ, λοιπόν, δεν είναι παρά μια αφήγηση, μια γλώσσα – λέξεις και μόνο λέξεις.

Ως εκ τούτου, εάν ένας αφελής σαν εμένα βλέπει αιμομιξία στην αιμομιξία, βιασμό στον βιασμό, βασανιστήρια στα βασανιστήρια, κακομεταχείριση στην κακομεταχείριση, αν θεωρεί μια μαχαιριά όντως μαχαιριά και ένα χτύπημα ως χτύπημα, αυτό σημαίνει ότι επιδεικνύει μια μοναδική στενότητα αντίληψης: στην πραγματικότητα, εδώ θα έπρεπε να δείτε απλώς μια μεταφορά, ή μια φράση χωρίς συνδετικά, ή μια ανακολουθία[27]. Η πραγματικότητα (συμπεριλαμβανομένης και της λογοτεχνικής) δεν υφίσταται, είναι εξαιρετικά τετριμμένη, το μόνο που υπάρχει είναι τα λεκτικά σχήματα. [ ]

Διότι ο Μπαρτ αντιστρέφει τα πράγματα: «Αρκεί να διαβάσει κανείς τη βιογραφία του μαρκησίου, μετά την ανάγνωση του έργου του, για να πειστεί ότι έχει βάλει λίγο από το έργο του στη ζωή του – και όχι το αντίθετο, όπως θα ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε η υποτιθέμενη φιλολογική επιστήμη. Τα “σκάνδαλα” της ζωής του Σαντ δεν αποτελούν τα “πρότυπα” για τις ανάλογες καταστάσεις που συναντάμε στα μυθιστορήματά του. Οι πραγματικές σκηνές και οι σκηνές που φαντασιώνει δεν βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση διαδοχής· δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά παράλληλες επαναλήψεις, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρές (ισχυρότερες στο έργο από ό,τι στη ζωή) μιας σκηνής απούσαςαδιαμόρφωτης, αλλά όχι ασυνάρτητης, της οποίας ο τόπος της α–διαμόρφωσης και της συνάρθρωσης δεν μπορεί να είναι άλλος από τη γραφή: η ζωή και το έργο του Σαντ διασχίζουν ισότιμα αυτή την περιοχή της γραφής»…

Συνοψίζοντας: η βιογραφία ντε Σαντ δείχνει ότι η ζωή δεν είναι τίποτα και ότι το έργο είναι το παν· ότι η πραγματικότητα δεν εμπνέει τη φαντασίωση, αφού το πραγματικό δεν είναι η τετριμμένη πραγματικότητα, η καθημερινή ζωή, το συγκεκριμένο, η ιδιαίτερη και η καθολική ιστορία, αλλά η γραφή· στο εξής το πραγματικό είναι η γραφή.[ ]

Αυτή η θεολογία μετατρέπει τη σεξουαλική ακολασία του μαρκησίου σε κειμενική ακολασία του γραφέα. Ως εκ τούτου, [ ] αφού ο αναγνώστης έχει μεταβληθεί στον μοναδικό δημιουργό του έργου, μετά από μια άρνηση του πραγματικού, μετά τη μεταμόρφωση της βιογραφίας του συγγραφέα σε αποκλειστικό προϊόν του κειμένου του, ο Μπαρτ μεταβάλλει τον Σαντ, εγκληματία στην αληθινή του ζωή και υμνητή του εγκλήματος στο έργο του, σε εμβληματική μορφή «του κανόνα της ευαισθησίας»!

Διαβάζουμε: «Σίγουρα, μπορούμε να αναγνώσουμε τον Σαντ, ως ένα πρόταγμα βίας αλλά μπορούμε επίσης να τον αναγνώσουμε (και αυτό είναι που εν τέλει μας προτείνει) (sic!), σύμφωνα με τον κανόνα της ευαισθησίας». [ ] Ο κανόνας της ευαισθησίας; Το περίφημο «υπέροχο λευκό μανσόν, αντικείμενο που έχει τοποθετηθεί εκεί προφανώς για να ικανοποιεί τον κανόνα της ευαισθησίας, που φαίνεται να διέπει πάντα τη σαδιστική δραστηριότητα του μαρκησίου – αλλά όχι κατ’ ανάγκην και εκείνη των σαδιστών».

Εδώ, δεν βρισκόμαστε πια στη λογοτεχνία: το λευκό μανσόν δεν είναι μια αλληγορία για κάτι άλλο ή μια μετωνυμία, γίνεται το ένδυμα που όντως έφερε ο σεξουαλικός εγκληματίας την ημέρα του εγκλήματός του. Ο Μπαρτ επιμένει σε αυτή τη λεπτομέρεια και εξαφανίζει όλα τα υπόλοιπα: ο μαρκήσιος απήγαγε, απείλησε με θάνατο, χτύπησε, ή όχι, τη Ροζ Κελλέρ; Δεν ενδιαφέρει, σημασία έχει ότι φορούσε καμαρώνοντας ένα όμορφο λευκό μανσόν! Ναι ή όχι, χάραξε και κατακρεούργησε τη σάρκα αυτής της άνεργης χήρας, που κακοποιήθηκε από τον αριστοκράτη που της υποσχέθηκε ένα λουδοβίκειο για να του καθαρίσει το σπίτι; Εκείνη τη μοιραία Κυριακή, όμως, είχε επάνω του ένα όμορφο «κυνηγετικό μαχαίρι». Χτύπησε ή δεν χτύπησε τη φτωχή γυναίκα; Είχε όμως ένα τόσο όμορφο μπαστούνι… [ ]

Εν τούτοις, στο έργο του, Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα, ο Μπαρτ γράφει μιάμιση σελίδα εκπληκτικής οξύνοιας σχετικά με τον «κοινωνικό» Σαντ. Ο Μπαρτ επισημαίνει ότι «οι ακόλαστοι ανήκουν στην αριστοκρατία ή ακριβέστερα (και πιο συχνά) στην τάξη των διεφθαρμένων χρηματιστών που συναλλάσσονται με την βασιλική εξουσία, με μια λέξη: εκμεταλλευτές, που στην πλειοψηφία τους είχαν πλουτίσει με τους πολέμους του Λουδοβίκου ΙΕ΄ και τις διεφθαρμένες πρακτικές του δεσποτισμού». Τα δε θύματα της ακολασίας τους «ανήκουν στο αστικό και βιομηχανικό υπο-προλεταριάτο […] ή στους δουλοπάροικους της φεουδαλικής γαιοκτησίας»… Στη συνέχεια, δείχνει πώς αυτή η ταξική πάλη αναδεικνύεται στα μυθιστορήματα που αναπαράγουν αυτή τη διαίρεση και αυτή την αντιπαράθεση με αποκλειστική μέριμνα μια αποδοτικότητα σαδιστικού χαρακτήρα: «από τη μια πλευρά οι εκμεταλλευτές, οι πλούσιοι, οι κυβερνήτες, οι τύραννοι και από την άλλη ο φτωχός λαός». [ ]

Και τέλος, το συμπέρασμα σε αυτό το σύντομο κείμενο[ ]: «Οι σαδικές πρακτικές μας φαίνονται σήμερα εντελώς απίθανες· ωστόσο, αρκεί να ταξιδέψετε σε μια υπανάπτυκτη χώρα (ανάλογη, ουσιαστικά, με τη Γαλλία του 18ου αιώνα) για να κατανοήσετε πως εδώ καθίστανται άμεσα λειτουργικές: το ίδιο κοινωνικό χάσμα, οι ίδιες ευκολίες στρατολόγησης, η ίδια διαθεσιμότητα των υποκειμένων, οι ίδιες δυνατότητες απόκρυψης, και σχεδόν η ίδια ατιμωρησία».

Μπορούμε να διαβάσουμε, σε συνάρτηση με αυτό το κείμενο, το κεφάλαιο «Στο Μαρόκο, κάποτε…», του μικρού βιβλίου του, Συμβάντα[28]. Διαβάζοντάς το καταλαβαίνουμε ότι, στην πραγματικότητα, ο Μπαρτ, παράλληλα με τον Σαντ, όπως και με άλλους ελευθεριάζοντες, έχει κάθε λόγο να θέλει να διαγράψει τον συγγραφέα για να αποκρύψει τα εγκλήματά του σε έναν ανώνυμο τάφο, χωρίς επιτύμβια πλάκα και χωρίς επιγραφή… Εξ ου και το ενδιαφέρον του για το απρόσωπο, ώστε να αποφύγει την Ιστορία… Το πορτραίτο του Σαντ από τον Μπαρτ αποκαλύπτει το εκμαγείο μιας αυτοπροσωπογραφίας – ο Νίτσε έχει προφανώς (και όπως πάντοτε) δίκιο…

Η διεκδίκηση της διαστροφήςΕνάντια στον μύθο ενός ενάρετου Σαντ

[ ]Ο Λακάν, ο άνθρωπος που, στη δεκαετία του 1920, γνωρίζει τον Αντρέ Μπρετόν, διαβάζει τα ντανταϊστικά περιοδικά, συναντάει τους υπερρεαλιστές, παρακολουθεί την πρώτη ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζόις στο βιβλιοπωλείο Σαίξπηρ & Σία, είναι ο ίδιος που ανακαλύπτει τον Φρόυντ και τον Μωράς – τον οποίο συνάντησε αρκετές φορές, ενώ παράλληλα συμμετείχε και σε συγκεντρώσεις της Action française. Καταγόμενος από μια κληρικαλιστική και αντι-ρεπουμπλικανική οικογένεια, ο Λακάν αποκαλύπτεται, σύμφωνα με τη βιογράφο του, Ελιζαμπέτ Ρουντινεσκό[29], αλαζονικός, φαντασμένος, δανδής, τσιγκούνης, αντιπαθής, κακός, επιθετικός, αντιγράφει τον Κλεραμπώ[30], τον λεηλατεί και στη συνέχεια τον καταγγέλλει ως… λογοκλόπο! Χρησιμοποιεί μια εκλεπτυσμένη γλώσσα, βασανίζει τα θύματά του, επινοεί κλινικές, κλέβει έγγραφα, κατασκευάζει περιστατικά, εκδηλώνει την απόλυτη αντίθεση του απέναντι στους εγκυκλοπαιδιστές και τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού.

Αποκρύπτει τις υπερρεαλιστικές του πηγές και συσκοτίζει τον ρόλο που έπαιξαν ο Νταλί, ο Ελυάρ και ο Μπρετόν στη διατριβή του για την παράνοια – την οποία έστειλε στον Φρόιντ για να λάβει, τον Ιανουάριο του 1933, απλώς την απάντηση: «Σας ευχαριστώ για την αποστολή της διατριβής σας»… Ο Νταλί, ωστόσο, χαιρέτισε τη διατριβή του, Η παρανοϊκή ψύχωση στις σχέσεις της με την προσωπικότητα[31], στο πρώτο τεύχος του Μινώταυρου[32] – ένα περιοδικό που ιδρύθηκε από τους Αντρέ Μασόν και Ζωρζ Μπατάιγ.

Ο σουρεαλιστής Λακάν είναι παράλληλα και οπαδός του Μπατάιγ. Ο Ζακ Λακάν και ο Ζωρζ Μπατάιγ ακολουθούν κοινή πορεία το 1937, με τον Καγιουά (Caillois), τον Λερίς (Leiris), τον Κλοσοφσκί και τον Βαλντμπέργκ (Waldberg), ο (δε) Μπατάιγ εκδίδει το περιοδικό Ακέφαλος[33], που λειτουργεί παράλληλα με μια μυστική εταιρεία, γύρω από την οποία αιωρείται ένα μυστήριο… Σε αυτή την διεκδικούμενη αίρεση, με τις τελετουργίες, τις χειρονομίες, τους κώδικές της, εορτάζουν την εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου, στην πλατεία της Ομονοίας, με ένα γεύμα από ωμό κιμά αλόγου που συνοδεύεται από σκέτο νερό, ενώ αρνούνται οποιαδήποτε χειραψία με τους αντισημίτες.

Και η πιο διάσημη, αλλά και πιο απόκρυφη, ιεροτελεστία σαδικού, αν όχι και σαδιστικού χαρακτήρα: παίρνουν χωριστά το τραίνο από τον Σταθμό Σαιν-Λαζάρ για να φθάσουν στο Saint-Nom-la-Bretèche, στο δάσος, μόνοι, σιωπηλοί, μέσα στη νύχτα, όπου συναντούνται δίπλα στον κορμό μιας κεραυνοβολημένης βελανιδιάς, και βάζουν φωτιά σε μια ποσότητα θειάφι. Μαζί με τον Μπατάιγ, ο Λακάν συμμετέχει στις συναντήσεις αυτής της μυστικής εταιρείας… Μέχρι στιγμής, τα πάντα φαίνονται καθαρά. Σκοτάδι όμως περιβάλλει μια προτεινόμενη ανθρώπινη θυσία για την οποία κανείς δεν μιλούσε[ ]: ένα κείμενο του Μπατάιγ, με τον τίτλο Η θυσία του γίββωνα[34], μας πληροφορεί για το ποιό υπήρξε, πιθανώς, το ακεφαλικό σχέδιο…

Ένα θηλυκός γίββωνας, δεμένος χειροπόδαρα, τοποθετείται σε ένα λάκκο, με το κεφάλι προς τα κάτω, προσφέροντας τον πρωκτό τoυ στη θέα των συμμετεχόντων στην ιεροτελεστία, που ήταν γυμνοί και αρκετά «ταραγμένοι από την πλησμονή της απόλαυσης» (όπως αναφέρει το κείμενο…)· όταν δίνεται το σύνθημα από τον τελετάρχη, ο πίθηκος θάβεται ζωντανός· οι σπασμοί του θανάτου από ασφυξία προκαλούν συσπάσεις του πρωκτού του βασανιζόμενου ζώου· περιττώματα του ζώου, σάλια και ιδρώτας των συμμετεχόντων… Λέγεται πως ο Μπατάιγ επιθυμούσε μια ανάλογη θυσία, με άνθρωπο. Η Κολέτ Πενιό (Colette Peignot), η ερωμένη του Μπατάιγ, φέρεται πως είχε συμφωνήσει μαζί του[35] – εξάλλου και οι δύο τους ταξίδευαν τακτικά στο Μαλμαιζόν, στο κενοτάφιο του μαρκησίου ντε Σαντ. Ζήτησαν από τον Καγιουά να εκτελέσει τη μοιραία πράξη αλλά αυτός αρνήθηκε. Αυτή η ιεροτελεστία σκόπευε να ιδρύσει μια θρησκεία που θα αποκαλούσα σαδική. [ ]

Ο Ζακ Λακάν επιφορτίστηκε, λίγο μετά, από τον Ζαν Πωλάν να γράψει έναν Πρόλογο για τη Φιλοσοφία στο μπουντουάρ αλλά ο Πωλάν θεώρησε το κείμενο ακατανόητο και το απέρριψε[36]. [ ] Τι περιλαμβάνει λοιπόν αυτό το κείμενο, που εκδόθηκε αρκετά χρόνια μετά, με τον τίτλο Ο Καντ μαζί με τον Σαντ; Οι πρώτες γραμμές το δηλώνουν ξεκάθαρα: ο Σαντ δεν προδιαγράφει τον Φρόιντ – πρόκειται για μια «ανοησία», υποστηρίζει ο Λακάν. Αλλά λιγότερο από δέκα γραμμές πιο κάτω, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει: ο Σαντ «προετοιμάζει την επιστήμη αναμορφώνοντας την ηθική», πράγμα που σημαίνει ότι εγκαινιάζει μια πορεία εκατό χρόνων η οποία θα επιτρέψει «να καταστεί εφικτός ο δρόμος του Φρόιντ». Αν η προετοιμασία του δρόμου, «το άνοιγμα της οδού ώστε να καταστεί δυνατή», δεν ταυτίζεται με το «προδιαγράφει», τότε υπάρχει σύγχυση για το νόημα των λέξεων… Στην πραγματικότητα, για τον Λακάν, ο Φρόιντ είναι αδιανόητος χωρίς τον Σαντ. [ ]

Ο Λακάν μεταβάλλει το Μπουντουάρ σε έναν φιλοσοφικό τόπο, ανάλογο με την Ακαδημία του Πλάτωνα, το Λύκειο του Αριστοτέλη ή τη Στοά των Στωικών. Σε αυτή την αίθουσα με το ντιβάνι (!), ο Σαντ προτείνει μια εκπαίδευση στην ακολασία, της οποίας η κατηγορική επιταγή απαιτεί την απόλαυση χωρίς όρια, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η γνώμη ή η συγκατάθεση των άλλων. Για τον Λακάν, Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ συνιστά ένα «εκπαιδευτικό εγχειρίδιο». Για ποια εκπαίδευση πρόκειται; Μαθαίνουμε δε –παραδοξολογία που φθάνει στον ύψιστο βαθμό– πως η αλήθεια αυτού του βιβλίου, που φέρει τον υπότιτλο «Οι ανήθικοι δάσκαλοι», βρίσκεται στην Κριτική του πρακτικού λόγου του Ιμάνουελ Καντ! [ ]

Ειρωνικός, προκλητικός ή εντελώς ασυνείδητος, ο Λακάν καλεί τον αναγνώστη που αγνοεί τη δεύτερη καντιανή κριτική να σταματήσει την ανάγνωση του δικού του κειμένου και να συνεχίσει με την ανάγνωση του κειμένου του Γερμανού φιλοσόφου… Όποιος μπορεί να συνεχίσει την ανάγνωση του φροϋδικoύ τσαρλατάνου, αν γνωρίζει την Κριτική του πρακτικού λόγου, μένει κυριολεκτικά εμβρόντητος, διότι το έργο αυτό του Καντ, που προηγείται κατά οκτώ χρόνια εκείνου του ντε Σαντ, καταδεικνύει πως ο καθαρός λόγος μπορεί επίσης να είναι και πρακτικός, με άλλα λόγια ότι η κριτική καθιστά δυνατή μια πρακτική ηθική, καθώς και μια ηθική των αξιών.

Ο Καντ εξηγεί γιατί και πώς η επιδίωξη της ευτυχίας, η αγάπη για τον εαυτό ή η αναζήτηση της ηδονής δεν αποτελούν ποτέ πρακτικούς νόμους. Η αρετή συνίσταται στον να τείνουμε προς την αγιότητα, προς ένα ανέφικτο ιδεώδες του Λόγου, που προσφέρει όμως την κατεύθυνση της ηθικής πρόθεσης· το αγαθό είναι επιδεκτικό καθολικεύσεως· η νομιμότητα επισημαίνει τη δράση που είναι συναρμοσμένη με το καθήκον· η ηθικότητα συμπίπτει με την ενέργεια που συνάδει με μια καθαρή πρόθεση σύμφωνα με την οποία πραγματοποιούμε το αγαθό, όχι λόγω συμφέροντος αλλά ακριβώς επειδή πρόκειται για το αγαθό. [ ]

Η Κριτική του πρακτικού λόγου περιλαμβάνει επίσης, στο τρίτο βιβλίο, τη «Διαλεκτική του καθαρού πρακτικού λόγου», μια τριπλή πρόταση ριζικά αντι-σαδική. Αφού έχει πρώτα αποδιαρθρώσει τη δυτική μεταφυσική, ο Καντ αποκαλύπτει πράγματι τρία «αξιώματα του καθαρού πρακτικού λόγου»: πρόκειται για τη θετική πρότασή του μετά το αποδομητικό έργο της Κριτικής του Καθαρού Λόγου. Πρόκειται για την ύπαρξη του Θεού, την αθανασία της ψυχής και την ελευθερία. Όλοι γνωρίζουμε, όμως, πως η φιλοσοφία του Σαντ στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην άρνηση αυτών των αξιωμάτων του καθαρού πρακτικού λόγου: δεν υπάρχει Θεός, υπάρχει μόνο η αναγκαιότητα της φύσης πέραν του καλού και του κακού· η άυλη ψυχή δεν υπάρχει [ ]· η ελευθερία δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο μια υλιστική μοίρα, καθαρός ατομικός ντετερμινισμός, μηχανική των σωματιδίων… Το ερώτημα λοιπόν είναι λιγότερο ο Καντ μαζί με τον Σαντ και μάλλον ο Καντ εναντίον του Σαντ!

Σε τι λοιπόν χρησίμευσε η ανάγνωση του Καντ για την κατανόηση αυτού του άρθρου του Λακάν; Σε τίποτε απολύτως… Ο Λακάν διατυπώνει το αξίωμα του Σαντ: «Έχω το δικαίωμα να απολαμβάνω το σώμα σου, μπορεί να μου πει κάποιος, και το δικαίωμα αυτό θα το ασκήσω, γιατί κανένα όριο δεν θα με εμποδίσει να υλοποιήσω την ιδιοτροπία μου και τις βιαιοπραγίες που επιθυμώ να ικανοποιήσω». Είναι μήπως ανάγκη να σας υπενθυμίσω ότι ο Καντ γράφει στα Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών: «Να δρας πάντοτε με τέτοιον τρόπο ώστε να αντιμετωπίζεις την ανθρωπότητα, τόσο στο δικό σου πρόσωπο όσο και στο πρόσωπο κάθε άλλου, πάντοτε και την ίδια στιγμή ως σκοπό και ποτέ απλώς ως ένα μέσο». [ ]

Γιατί, λοιπόν, ο Καντ μαζί με τον Σαντ; Ας διαβάσουμε την ακόλουθη φράση για να λάβουμε μια απάντηση και, ταυτόχρονα, να ανακαλύψουμε το υψηλό επίπεδο της λακανικής αποδεικτικής: «Για τον Σαντ, βρισκόμαστε πάντα από την ίδια πλευρά, καλή ή κακή· καμία ύβρις δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. Πρόκειται λοιπόν (sic!) για τον θρίαμβο της αρετής» (και πάλι sic!). Ιδού λοιπόν, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, το νοητικό παιγνίδι του σαδικού παπατζή: με τον Σαντ βρισκόμαστε πάντα στην ίδια πλευρά, επομένως (γιατί επομένως;), πρόκειται για τον θρίαμβο της αρετής! Λακανικός αφορισμός…

Δεν χρειάζεται να ψάξουμε περισσότερο. Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε τον Σαντ ή τον Καντ. Με τον ίδιο τρόπο που ο Καντ έγραψε στην Κριτική του πρακτικού λόγου, «θέλω να υπάρχει ένας Θεός», ο Σαντ θα μπορούσε να γράψει: «Θέλω ο Σαντ να είναι ενάρετος»… Και γιατί θα ήταν, όπως ήταν ο Καντ; Επειδή και σ’ αυτόν, όπως και στον Γερμανό φιλόσοφο, η κατηγορική επιταγή αφορά τον Άλλο. Καταπληκτικό! [ ]

Μόνο το περιεχόμενο αυτής της κατηγορικής επιταγής ενδιαφέρει και όχι η μορφή της. Αυτό που επιθυμεί ο ένας, στο πεδίο του καθαρού πρακτικού λόγου, βρίσκεται στους αντίποδες εκείνου που προτείνει ο άλλος… «Σιγά τα λάχανα!», όπως γράφει ο Λακάν στον Καντ μαζί με τον Σαντ

Ο μηδενισμός θριαμβεύει μέσα από αυτή τη λακανική ταχυδακτυλουργία: Ο Σαντ καντιανός, ο Καντ σαδικός, αλλά κυρίως και ο Καντ και ο Σαντ λακανικοί! Η πρόσκληση του Σαντ να καταστρέψεις τον άλλο, για να απολαύσεις την ενόρμηση του θανάτου, εξισώνεται, για τον Λακάν, με την καντιανή πρόταση για μια ηθική της προτεραιότητας του άλλου, ακόμα και με τίμημα την καταστροφή του εαυτού· έτσι, όλα γίνονται δυνατά! [ ] Ο Λακάν, μαζί με τη στρατιά των συστημικών στοχαστών, συμμερίζεται την αντίληψη πως οι επαναλαμβανόμενες πράξεις σεξουαλικής παραβατικότητας του Σαντ αποτελούν απλώς «κάποιες μικρές αστειότητες»… Ως εκ τούτου, το αξίωμα περί ενός μαρκήσιου ντε Σαντ που εκφράζει τον θρίαμβο της αρετής δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη απόδειξη, αρκεί η αφοριστική δεινότητα! Μένοντας καντιανοί, για να γελάσουμε λίγο, τι χρειάζονται άραγε όλες οι δυσκολίες και τα βάσανα της αποδεικτικής στη φιλοσοφία όταν ο θεσμός παρέχει την ευκολία και το εξουσιαστικό επιχείρημα της αποφατικότητας; Με άλλα λόγια: γιατί να κουράζεσαι, όπως ο Καντ, όταν μπορείς να ακροβατείς, όπως ο Λακάν;

«Ο επιλοχίας του σεξ»Ενάντια στον μύθο ενός «αντι-τρελού» Σαντ

Στη διδακτορική του διατριβή, Η ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή[37], που δημοσιεύθηκε το 1961, ο Μισέλ Φουκώ αντιστρέφει τις αξίες που συνήθως αντιπαραθέτουν τον τρελό με αυτόν που δεν είναι και, εμμέσως, μας καλεί να θολώσουμε τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο κανονικό και το παθολογικό. Σε αυτή την προοπτική μεταμόρφωσης της τρέλας σε ιδιοφυΐα, ο ντε Σαντ διαδραματίζει καίριο ρόλο δίπλα στον Γκόγια και τον Νερβάλ, τον Χέλντερλιν και τον Αρτώ, τον Νίτσε και τον Βαν Γκογκ, που τους προτιμά από τους αναπόφευκτους Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Ντεκάρτ και Καντ, Χέγκελ και Μαρξ.

Αυτή η οπτική παραπέμπει στη βιογραφία του Φουκώ. Ο άνθρωπος που όντως συνδέθηκε με τον στρουκτουραλισμό, ο οποίος πρωταγωνιστεί στον αποκλεισμό του υποκειμένου, του δημιουργού, του συγγραφέα, υπέρ του κειμένου [ ], ανέφερε το 1982, σε μια συνέντευξη με τον Ρ. Μάρτιν (R. Martin), στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ πως: «Κάθε ένα από τα βιβλία μου αντιπροσωπεύει ένα μέρος της ιστορίας μου»[38]. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι οι αναφορές του στον ένα ή τον άλλο στοχαστή ενέχουν και μια βιογραφική διάσταση.

Ως εκ τούτου, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν δύο Σαντ στην αντίληψη του Φουκώ: ο πρώτος, στην Ιστορία της τρέλας (1961), θριαμβεύει ως ελάχιστα συγκεκαλυμμένη αυτοπροσωπογραφία· ο δεύτερος, αυτός του κειμένου «Ο ντε Σαντ, ως επιλοχίας του σεξ»[39] (1975), εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα πορτραίτο, αλλά το χθεσινό πορτραίτο δεν συμπίπτει πλέον ακριβώς με αυτό που έχει γίνει στο μεταξύ ο φιλόσοφος: ο επαρχιώτης και χωρίς ακόμα κάποιο έργο παρίας, που είχε έλθει στο Παρίσι βιώνοντας δύσκολα την ομοφυλοφιλία του, έχει γίνει καθηγητής στο Κολέζ ντε Φρανς, διάσημος στοχαστής, με διεθνή απήχηση, μια αδιαφιλονίκητη πνευματική αναφορά. Ο Μάιος του ’68 είχε περάσει από εκεί, και οι θεσμοί αντάμειβαν τους απείθαρχους μαθητές τους…

Ο Φουκώ αναφέρει το 1984 στον Πωλ Ραμπίνοφ (Paul Rabinow): «Η ιδιωτική ζωή ενός ατόμου, οι σεξουαλικές επιλογές και το έργο του είναι αλληλένδετα, όχι επειδή το έργο αντικατοπτρίζει τη σεξουαλική ζωή, αλλά επειδή περιλαμβάνει τόσο τη ζωή όσο και το κείμενο. Το έργο είναι κάτι παραπάνω από το έργο: ο συγγραφέας αποτελεί μέρος του έργου[40]». Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποκλειστεί η συσχέτιση ανάμεσα στην ανάγνωση του Σαντ που επιχειρεί ο Φουκώ και τη δική του βιογραφία, ούτε η ανάγνωση της διατριβής του, Η ιστορία της τρέλας, σαν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Η απόδειξη: «Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο που έχω γράψει, χωρίς, τουλάχιστον εν μέρει, να έχω μια άμεση προσωπική εμπειρία. Είχα μια περίπλοκη προσωπική σχέση με την τρέλα και τον ψυχιατρικό θεσμό[41]».

Η ροπή του Φουκώ προς τον θάνατο που διαπλέκεται με την ηδονή, η επιθυμία που συνδέεται με την οδύνη, η σεξουαλικότητα προσδεδεμένη σε εμπειρίες των ορίων, που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή, καταδιώκουν οδυνηρά τον φιλόσοφο από τα νεανικά του χρόνια. Η βιογραφία του αποκαλύπτει αναμφίβολα μια βαθιά καταθλιπτική ιδιοσυγκρασία· στην ENS[42]παραπέμποντας ανοικτά στον Σαντ, καταδιώκει έναν συμφοιτητή του με ένα μαχαίρι· στην ίδια σχολή, ένας καθηγητής τον βρίσκει αναίσθητο στο έδαφος με ξυραφιές στο στήθος· το δωμάτιό του στη σχολή τοποθετείται σκοπίμως δίπλα στο ιατρείο· συνοδευόμενος από τον πατέρα του, τον οποίο μισεί, εισάγεται στο ψυχιατρείο [ ]· επιχειρεί πιθανότατα αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας, δύο εκ των οποίων, το 1948 και το 1950, έγιναν γνωστές· το 1956, διατηρεί μια ερωτική σχέση με τον μουσικό Τζων Μπαρακέ (John Barraqué), αλλά η βίαιη και επικίνδυνη σεξουαλικότητα του φιλοσόφου οδήγησε τον συνθέτη να γράψει μια επιστολή χωρισμού στην οποία διαβάζουμε: «Δεν θέλω πλέον να συνεχίζω να είμαι δράστης ή θεατής αυτής της ατιμωτικής κατάστασης. Βγήκα έξω από αυτόν τον ίλιγγο της τρέλας[43]».

Ο Φουκώ εγκαταλείπει τη Γαλλία για τη Σουηδία, όπου περιμένει να βρει ένα λιγότερο τοξικό περιβάλλον για να βιώσει την ομοφυλοφιλία του – αδίκως. Δουλεύει σαν τρελός στη διατριβή του, πολλές ώρες την ημέρα, κλειδωμένος στα αρχεία. Συχνά υποτιμάται το γεγονός ότι ο φιλόσοφος Φουκώ δείχνει μικρότερο ενδιαφέρον για την πραγματικότητα και περισσότερο για τα αρχεία που αναφέρονται σε αυτή ή την ανασυνθέτουν. Ο τρελός ορίζεται λιγότερο με τρόπο νομιναλιστικό, ως κάποιο συγκεκριμένο άτομο, ή ως ένα πρόσωπο (που θα μπορούσε να είναι και ο ίδιος…), και περισσότερο μέσα από το τι λένε γι’ αυτόν τα κείμενα, τα έγγραφα, τα αρχεία. Ο Φουκώ αντιμετωπίζει την τρέλα ως μια επινόηση της κυβέρνησης, και όχι ως απτή πραγματικότητα.

Η Ιστορία της τρέλας προτείνει ένα είδος αντιστροφής των αξιών: δεν πρέπει πια να αντιπαραθέτουμε την τρέλα του τρελού στην υγεία της κοινωνίας, αλλά την υγεία του τρελού στην τρέλα της κοινωνίας… Σε αυτή την επαναστατική αναστροφή, με την κοπερνίκεια έννοια του όρου, ο Σαντ ενσαρκώνει τον αντι-Καρτέσιο, μια και ο φιλόσοφος του 17ου αιώνα ενσαρκώνει τη λογική και τον σκεπτόμενο λόγο. Οι εκατόν είκοσι μέρες των Σοδόμων αποτελούν για τον Φουκώ το αντίδοτο του Περί μεθόδου Λόγου… Για αιώνες, είχαμε συνδέσει τον φιλόσοφο με τον σοφό. Ο Φουκώ επιχειρεί μια ριζική αντιστροφή και εγγράφει τον Σαντ στη γενεαλογία του φιλοσόφου ως τρελού… Εγκαινιάζει αυτή την αλυσίδα στην οποία εντάσσονται συνήθως ο Γκόγια (αντίγραφα των πινάκων του από σφαγές, ακρωτηριασμούς, πολέμους και κανιβαλισμό κοσμούσαν τους τοίχους του δωματίου του στην Εκόλ Νορμάλ), ο Χέλντερλιν, ο Νίτσε [ ], ο Βαν Γκογκ, η «αυτοκτονία της κοινωνίας» κατά τον Αρτώ, που περιλαμβάνεται στον ίδιο κατάλογο – και εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τον Φουκώ να εγγράφει εν κρυπτώ τον εαυτό του σε αυτή τη γενεαλογία… Ο Σαντ εμφανίζεται λοιπόν ως ο κατ’ εξοχήν παραβάτης, ως ο άνθρωπος που κονιορτοποιεί τον δυτικό ορθολογισμό· μεταφυσικό έγκλημα για το οποίο η κοινωνία τον εκδικείται κηρύσσοντάς τον «τρελό». Ως εκ τούτου, η τρέλα δεν υπάρχει, είναι μια μυθοπλασία των αρχείων. Ωστόσο, υπάρχει ένας λόγος της κοινωνίας ως προς αυτό που αποκαλεί «τρέλα» και ο Φουκώ μεταβάλλεται σε γενεαλόγο και αρχειοθέτη αυτού του λόγου, υποστηρίζοντας μια διατριβή στη Σορβόννη με αυτό το έργο που επέπρωτο να αναδειχθεί σε κομβικό για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την τρέλα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η αντιψυχιατρική τροφοδοτείται από αυτό το βιβλίο και του προσφέρει μια απήχηση πολύ πέρα από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Πρόκειται για ένα μεγάλο έργο. Όμως, όπως κάθε σπουδαίο βιβλίο παράγει και τις τοξίνες του, μια και η γενίκευση απειλούσε το έργο του Φουκώ: ο παραλογισμός μεταβλήθηκε σε μηδενιστικό λόγο, αυτή τη νέα θεότητα που ανεδείχθη μετά τον θάνατο των θεών, κατά τον Μάη του ’68. Η τρέλα έγινε πρότυπο και η κοινωνία κηρύχθηκε παράφρων.

Η ομοφυλοφιλία του Φουκώ βιώθηκε εξίσου δύσκολα στην Ουψάλα όσο και στο Πουατιέ, τη γενέτειρά του, ή στο Παρίσι. Το ίδιο και στη Βαρσοβία, στην οποία μετακινήθηκε από τη Σουηδία, και την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το 1959, καθώς η πολιτική αστυνομία ενημερώθηκε για τη σεξουαλική ζωή του και τον διέταξε να επιστρέψει στη Γαλλία. Διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν, όπου και τελείωσε τη διατριβή του. Προφανώς, η σαδομαζοχιστική μορφή της ομοφυλοφιλίας του δεν διευκόλυνε τα πράγματα. Εξ ου και η πρακτική επιθυμία του, που μεταβλήθηκε σύντομα σε θεωρητικό εγχείρημα, να συσκοτίσει τα ίχνη της, να εξαφανιστεί, να καταφύγει σε προσωπεία. Γνωρίζουμε τον ρόλο που μπορεί να παίξει ένας Σαντ χωρίς πρόσωπο και χωρίς τάφο σε ένα τέτοιο σενάριο. Έτσι μπορούμε να διαβάσουμε το Τι είναι ο συγγραφέας (1969)[44], ως τη μαρτυρία αυτής της αυτοβιογραφικής εργασίας. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια ξαναδουλεμένη εκδοχή μιας διάλεξης που έδωσε στο Πανεπιστήμιο του Μπάφαλο, στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης (σημειώστε ότι το χειρόγραφο αυτής της διάλεξης βρίσκεται στην Imec της Caen[45], στη Νορμανδία, και παρότι υπέβαλα δύο φορές αίτηση για να το συμβουλευτώ, μου το αρνήθηκαν ευσχήμως, αφού ποτέ δεν απάντησαν στις επιστολές μου…). Η σαδική θέση αυτής της παρέμβασης συνίσταται στην ακόλουθη διαβεβαίωση: «Ο συγγραφέας δεν είναι ακριβώς ούτε ιδιοκτήτης ούτε υπεύθυνος για τα κείμενά του· δεν είναι ούτε ο παραγωγός τους, ούτε ο εφευρέτης τους[46]».

 Σε μια φράση, δανεισμένη από τον Μπέκετ, τονίζει: «Δεν έχει καμία σημασία ποιος μιλάει»… Όπου βλέπουμε πως ο Φουκώ έχει μελετήσει σίγουρα τον Μπαρτ! Ο Φουκώ ανακαλεί την έκλειψη του συγγραφέα και την εξαφάνιση αυτού που υπογράφει τα κείμενα, τα οποία παραπέμπουν αποκλειστικά στον εαυτό τους. Οπότε τι σημασία έχουν το πλαίσιο, η βιογραφία, η σχέση ανάμεσα στον φιλόσοφο, τη φιλοσοφία του, την παραγωγή των βιβλίων του και τη ζωή του; Το βιβλίο είναι αυτο-αναφορικό. Αυτή η περίοδος, η οποία, στη λακανική της εκδοχή, αποθεώνει τη φροϋδική ψυχανάλυση, ομολογεί παραδόξως, και χωρίς κανένα φόβο αυτοδιάψευσης, ότι το έργο δεν διατηρεί καμία σχέση με τον συγγραφέα του. Και όμως πίστευα ότι η θεωρία της φροϋδικής υπεραναπλήρωσης διαβεβαιώνει για το ακριβώς αντίθετο!

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συγγραφή μεταβάλλεται αποκλειστικά σε καθαρό ζήτημα σημαινομένων. «Έχει απαλλαγεί από την θεματική της έκφρασης και αναφέρεται στον εαυτό της αποκλειστικά. […] Είναι ένα σύστημα σημείων, διατεταγμένο λιγότερο επί τη βάσει του σημαινόμενου περιεχομένου του και περισσότερο με βάση τη φύση του σημαίνοντος[47]»: το υποκείμενο εξαφανίζεται μέσα στη γραφή, να γιατί λοιπόν αυτή δραστηριότητα διατηρεί μια στενή σχέση… με τον θάνατο! Επομένως, ο Σαντ δεν μας καλεί στην αποθέωση της φεουδαρχικής ηθικής, αντιμετωπίζοντας τις γυναίκες σαν ένα τίποτα που μπορούν να βιάζονται, να βασανίζονται, να καταστρέφονται και να κατακρεουργούνται· δεν προτείνει επιδρομές για την αιχμαλώτιση νεαρών κοριτσιών, τον εγκλεισμό τους σε κάστρα, το ξεγύμνωμά τους, το σημάδεμά τους με έναν αριθμό, το εν χρω κούρεμά τους, την επιβολή μιας ενδυμασίας με πολύχρωμα υφάσματα για να διακρίνονται μεταξύ τους, την οργάνωση θεαμάτων με απαγχονισμούς και λάκκους γεμάτους πτώματα – όλα τα χαριτωμένα παιχνίδια που περιγράφονται στις Εκατόν είκοσι μέρες των Σοδόμων, όχι: ο Σαντ προτείνει απλά σημαίνοντα χωρίς καμία συνάφεια με τα σημαινόμενά τους, με μοναδικό στόχο να εξαφανιστεί όπως στον θάνατο!

Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της εξαφάνισης του συγγραφέα; Στο εξής, δεν τίθεται καν ζήτημα ότι μπορεί ο συγγραφέας να διατηρεί κάποια σχέση με το έργο – αφού ο πρώτος είναι νεκρός και μόνο το δεύτερο παραμένει ζωντανό. Από κει και πέρα, θα πρέπει να «αναλύουμε το έργο ως προς τη δομή, την αρχιτεκτονική, την εσώτερη μορφή του και το παιχνίδι των εσωτερικών του σχέσεων»[48]. Ο Φουκώ αναφέρει τον Σαντ και τον Νίτσε. Τι γίνεται με το έργο; Πού αρχίζει και πού σταματάει; Τι καθεστώς θα πρέπει να αποδώσουμε στο απόκομμα του πλυντηρίου του συγγραφέα του Ζαρατούστρα[49];

Το κείμενο χωρίς τον συγγραφέα του ζει τη ζωή του με αυτόνομο τρόπο: μεταβάλλεται σε ένα αντικείμενο ελεύθερης χρήσης, σύμφωνα με τις αρχές του Μαΐου του ’68… Αυτό που νομιμοποιεί ένα έργο είναι πολύ λιγότερο το όνομα του συντάκτη του και πολύ περισσότερο η χρήση του από τους αναγνώστες του. Πρόκειται για το τέλος της απόλυτης εξουσίας του υπογράφοντος το κείμενο, που καλλιεργούσε την ψευδαίσθηση μιας πνευματικής ιδιοκτησίας ενός συγγραφέα που παράγει το έργο του όπως ο Θεός τον κόσμο· ανάδυση του αναγνώστη δημιουργού του νοήματος του έργου, ανεξάρτητα από το τι ήθελε να πει ο συγγραφέας[50]. [ ]

(Όμως) στον βαθμό που ο Φουκώ ενισχύει τον θεσμικό του ρόλο, μετασχηματίζεται και η σχέση του με τον Σαντ. Τον αρχικό, διττά θετικό, Σαντ του Φουκώ (ο Σαντ, φιλόσοφος της ριζοσπαστικής παραβατικότητας, ο Σαντ, συγγραφέας της εξαφάνισης του δημιουργού), ακολουθεί ένας δεύτερος, αρνητικός Σαντ: Ο Σαντ, επιλοχίας του σεξ, σύμφωνα με τον προγραμματικό τίτλο μιας παρέμβασης του 1975.

Πιθανώς, αιτίες βιογραφικού χαρακτήρα εξηγούν γιατί και πώς αυτή η αρχικά θετική αναφορά στον Σαντ μετατρέπεται σε αρνητική. Αυτό το κείμενο είναι μια συνέντευξη για το περιοδικό Κινηματογράφος[51]. Αναφέρεται στον σαδισμό στον κινηματογράφο και στην αδυναμία να παρασταθεί ο Σαντ σε αυτόν. Ο Φουκώ απορρίπτει τη συνάφεια μεταξύ σαδισμού και ναζισμού, που προτείνει ο Παζολίνι. [ ] Παρά το γεγονός λοιπόν ότι, στο πρώτο μέρος της συνέντευξης, αποσυνδέει ναζισμό και σεξουαλική φαντασίωση, ο φιλόσοφος, στο δεύτερο μέρος της, αναρωτιέται γιατί στις Ηνωμένες Πολιτείες παρατηρείται μια τόσο έντονη προτίμηση για μπότες, κράνη και αετούς; Προφανώς, ο Φουκώ παραπέμπει στις (ακραία βίαιες) εμπειρίες του, από τη γκέι κοινότητα των ΗΠΑ, την οποία είχε γνωρίσει καλά μετά το 1970…

Ας διαβάσουμε την απάντησή του σε αυτή την ερώτηση: «Μήπως η ανικανότητά μας, να βιώσουμε πραγματικά αυτή την υπέροχη μαγεία του αποδιοργανωμένου σώματος, μας ξαναστέλνει πίσω σε έναν σαδισμό σχολαστικό, πειθαρχικό, ανατομικό; Το μόνο λεξιλόγιο που διαθέτουμε για να μεταγράψουμε αυτή τη μεγάλη απόλαυση του σώματος που εκρήγνυται, είναι άραγε αυτός ο θλιβερός μύθος μιας πρόσφατης πολιτικής Αποκάλυψης; Να μη μπορούμε να διανοηθούμε την ένταση του παρόντος παρά μόνο ως το τέλος του κόσμου σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης; Δείτε πόσο φτωχό είναι το θησαυροφυλάκιο της εικονογραφίας μας!» Και στη συνέχεια, λίγα δευτερόλεπτα μετά: « Δεν συμφωνώ με την απόλυτη ιεροποίηση του Σαντ. Εξάλλου, τείνω μάλλον να παραδεχτώ ότι ο ντε Σαντ διατύπωσε έναν ερωτισμό κατάλληλο για μια κοινωνία πειθάρχησης: μια κοινωνία κανονιστική, ανατομική, ιεραρχική, με τον χρόνο της προσεκτικά μοιρασμένο, τους χώρους της ελεγχόμενους, με τις δουλείες της και κάτω από τις επιστασίες της. Πρέπει να βγούμε έξω από αυτήν, έξω και από τον ερωτισμό του Σαντ. Πρέπει να εφεύρουμε, με το σώμα, με τα στοιχεία του, τις επιφάνειες, τους όγκους του, τις πυκνότητές του, έναν ερωτισμό πέραν της πειθάρχησης: τον ερωτισμό του σώματος στην πτητική και διαχεόμενη μορφή του, με τις τυχαίες συναντήσεις του και τις απολαύσεις του πέρα από κάθε υπολογισμό[52]».

Ο Φουκώ καταγγέλλει το γεγονός ότι ο ερωτισμός χρειάστηκε αυτό το μελανό πάθος, αυτή τη νύχτα του σεξ, αυτή τη συσχέτιση ανάμεσα στην ηδονή και τον θάνατο. Και αν αυτή συναρτάται με τον Σαντ, ο Φουκώ δεν διστάζει πια να τον θυσιάσει: «Τόσο το χειρότερο λοιπόν για τη λογοτεχνική θεοποίηση του ντε Σαντ, τόσο το χειρότερο για τον Σαντ: μας ενοχλεί, είναι ένας δεσμοφύλακας, ένας επιλοχίας του σεξ, ένας λογιστής οπισθίων και των ισοδυνάμων τους». Επί τέλους, ήταν καιρός: βρισκόμαστε στα τέλη του 1975, της χρονιάς που εκδόθηκε το Επιτήρηση και Τιμωρία: ο συγγραφέας αυτού του κειμένου δεν μπορούσε να παραβλέψει τον θεμελιακά πειθαρχικό και αστυνομικό χαρακτήρα του Σαντ!

Τον επόμενο χρόνο, ο Φουκώ δημοσίευσε τη Θέληση για Γνώση (1976), που παρουσιάζεται ως ο πρώτος τόμος μιας Ιστορίας της Σεξουαλικότητας[53],που επρόκειτο να ολοκληρωθεί σε έξι τόμους. [ ] Ο Φουκώ εγγράφει… τον Σαντ σε μια ευγονική γενεαλογία. Διαβάζουμε: «Ο Σαντ μεταφέρει την εκτενή ανάλυση του σεξ στους ακρότατους μηχανισμούς της παλιάς εξουσίας της κυριαρχίας και στα παλιά προνόμια που συντηρούνται απόλυτα επί τη βάσει του αίματος: του αίματος που κυλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της απόλαυσης – αίμα των βασανιστηρίων και της απόλυτης εξουσίας, αίμα της κάστας, που γινόταν σεβαστή καθ’ εαυτήν, που χύνεται όμως σε μεγάλες ιεροτελεστίες πατροκτονίας και αιμομιξίας· αίμα του λαού που σκορπίζεται αλύπητα». Ο Φουκώ ανακαλύπτει στον Σαντ το «απεριόριστο δικαίωμα μιας παντοδύναμης τερατωδίας»… [ ] Ο Φουκώ ξανάδινε την αξιοπρέπειά της στη φιλοσοφία. Ο φιλόσοφος αγωνιζόταν να οικοδομήσει μια νέα ηθική με έναν ηλιόπνευστο ερωτισμό όταν το AIDS κατέστρεψε τη ζωή του και μας στέρησε την ευφυΐα του. Η σχέση του με τις ομοφυλοφιλικές κοινότητες της Καλιφόρνιας του προσέφερε για πάνω από δεκαπέντε χρόνια το παράδειγμα μικρο-κοινωνιών εκλεκτικών, συμβατικών, εθελοντικών, στις οποίες το σεξ δεν επιβαλλόταν δια της βίας, ώστε να είναι νυκτερινό, αλλά ήταν επιθυμητό, και κατά συνέπεια ηλιακό. Μακριά από τον φεουδαρχικό Σαντ που επέβαλε τον σεξουαλικό νόμο του, πρότεινε μια ελευθεριακή σύμβαση, ηδονιστική και αισθησιακή. Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του, θεωρητικοποίησε ακόμα και την απαλότητα ενός κοινά αποδεκτού σαδομαζοχισμού. Στο τέλος της ζωής του, ο Φουκώ θέλησε να σκοτώσει και να θάψει φιλοσοφικά τον Σαντ. Ο θάνατος του απαγόρευσε να το ολοκληρώσει…

Μετάφραση, Γ. Καραμπελιάς

Επιμέλεια, Χρ. Σταματοπούλου

[23] Το Collège de France, που ιδρύθηκε από τον βασιλιά Φραγκίσκο Α΄, το 1530, προσφέρει μαθήματα υψηλού επιπέδου, που δεν καταλήγουν σε κάποιο πτυχίο και θεωρείται το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Γαλλίας, ενώ η κατοχή έδρας διδάσκοντος σε αυτό αποτελεί την κορύφωση της ακαδημαϊκής καριέρας των Γάλλων διανοουμένων (σ.τ.μ.).

[24] Το εξαίσιο πτώμα (cadavre exquis) ήταν ένα συλλογικό παιγνίδι γραφής ή ζωγραφικής, που επινόησαν οι υπερρεαλιστές, γύρω στα 1925, σύμφωνα με το οποίο ένα κείμενο ή ένα σχέδιο γράφεται ή ζωγραφίζεται από περισσότερους δημιουργούς, χωρίς να γνωρίζουν οι επόμενοι ποιοι ήταν και τι ακριβώς έκαναν οι προηγούμενοι (σ.τ.μ.).

[25] Βλέπε Roland Barthes, Sade, Fourier, Loyola, Seuil, Παρίσι 1971· ελ. εκδ. Roland Barthes, Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα, Άκμων, Αθήνα 1977.

[26] Ο Gilbert Lely (19041985), φίλος των υπερρεαλιστών, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Λελύ υπήρξε εκδότης των Απάντων του Σαντ (1962-1964), δημοσίευσε την ανέκδοτη αλληλογραφία του ενώ έγραψε και τη λεπτομερή βιογραφία του. Βλέπε, Vie du marquis de Sade, 19521957, Sade, 1967, Vie du Marquis de Sade, οριστική έκδοση, Mercure de France, 1989 (σ.τ.μ.).

[27] Εδώ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τρεις όρους με ελληνική ρίζα: métaphore, asyndète, anacoluthe (σ.τ.μ.).

[28] Roland Barthes, Incidents, Seuil, Παρίσι 1987. Αυτό το βιβλίο, βασισμένο σε σημειώσεις του συγγραφέα που αφορούν την προσωπική του ζωή, και τις ομοφυλοφιλικές εμπειρίες του στο Μαρόκο, εκδόθηκε μετά τον θάνατό του (ο Μπαρτ έζησε μεταξύ 1915 και 1980), από τον φιλολογικό του κληρονόμο François Wahl. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ράππα (Συμβάντα, 1990).

[29] Élisabeth Roudinesco, Jacques Lacan. Esquisse d’une vie, histoire d’un système de penséeFayard, Παρίσι 1993· Ελλ. έκδ., Ελιζαμπέτ Ρουντινεσκό, Ζακ Λακάν Σχεδίασμα μιας ζωής, ιστορία ενός συστήματος σκέψης, Ίνδικτος, Αθήνα 2007 (σ.τ.μ.).

[30] Gaëtan Gatian de Clérambault (1872 –1934): Γάλλος ψυχίατρος, εθνολόγος και φωτογράφος, χρημάτισε επιτηρητής του Λακάν κατά την περίοδο της ειδίκευσής του στο νοσοκομείο, το 1928-1929 (σ.τ.μ.).

[31] Βλ. Jacques LacanDe la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité: thèse de la Faculté de Paris, Le François éditeur, Παρίσι, 1932.

[32] Minotaure: υπερρεαλιστικό περιοδικό, που εκδιδόταν την περίοδο 1933-1939, στο Παρίσι, ως κοινή έκδοση των εκδοτών Albert Skira και Στρατή Ελευθεριάδη (Tériade).

[33] Acéphale: Τίτλος που δόθηκε στο περιοδικό (1936-1939), που ίδρυσε και διεύθυνε ο Μπατάιγ, καθώς και στη μυστική εταιρεία που απαρτιζόταν από λίγα άτομα, τα οποία είχαν κάνει όρκο σιωπής (σ.τ.μ.).

[34] Georges Bataille – «Le Sacrifice du gibbon», Œuvres Complètes, τ. II. Ecrits Posthumes 1922-1940, εκδ. Gallimard (σ.τ.μ.).

[35] Η Πενιό, που φαίνεται πως ήταν ήδη βαριά άρρωστη, πέθανε λίγο αργότερα από φυματίωση, στο σπίτι του Μπατάιγ (σ.τ.μ.).

[36] Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ένα βιβλίο με τον τίτλο 789 νεολογισμοί του Ζακ Λακάν επιβεβαιώνει τη θέση ότι ένας συγγραφέας που επινοεί τόσες πολλές λέξεις ενδιαφέρεται λιγότερο να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του και περισσότερο να τον μεταβάλει σε έναν υποταγμένο οπαδό, ο οποίος καλείται, πριν απ’ όλα, να μάθει τη γλώσσα του (Jacques Lacan, 789 néologismes de Jacques Lacan, Epel Eds, Παρίσι 2002)

[37] Michel Foucault, Histoire de la folie à l’âge classique, Gallimard, 1961.

[38] Michel Foucault, Dits et écrits IV, Gallimard, Παρίσι 1994, σ. 779.

[39] Michel Foucault, Histoire de la sexualité, t. I, La volonté de savoir, Gallimard, coll. TEL, Παρίσι 1976.

[40] Michel Foucault, Dits et écrits IV, Gallimard, Παρίσι 1994, σ. 607.

[41] Michel Foucault, Dits et écrits IV, ό.π., σ. 46.

[42] École Normale Supérieure, Ανώτατη Σχολή Εκπαίδευσης, που προετοιμάζει μαθητές για την εκπαίδευση, την ανώτατη γραφειοκρατία και τις «μεγάλες σχολές», δηλαδή το Πολυτεχνείο, την Εθνική Σχολή Διοίκησης (ΕΝΑ), κ.λπ. (σ.τ.μ.).

[43] Didier EribonMichel Foucault, Flammarion, Παρίσι 2011, σ. 89.

[44] Michel Foucault, «Qu’est-ce qu’un auteur?», στο Michel Foucault, Dits et écrits I, Gallimard, Παρίσι 1994, σ. 789.

[45] Το Institut mémoires de l’ édition contemporaine (IMEC)] δημιουργήθηκε το 1988 με σκοπό τη συγκέντρωση και τη διαφύλαξη χειρογράφων και κειμένων που συγκεντρώνονται από εκδότες, συγγραφείς, περιοδικά κ.λπ. (σ.τ.μ.).

[46] Michel Foucault, Dits et Écrits, I, ό.π., σ. 789.

[47] Michel Foucault, Dits et Écrits, I, ό.π., σ. 793.

[48] Michel Foucault, Dits et Écrits, I, ό.π., σ. 794.

[49] Ο Ονφρέ αναφέρεται προφανώς στο έργο του Φουκώ, Η Αρχαιολογία της Γνώσης, όπου αυτός, για να τεκμηριώσει την αντίθεση ανάμεσα στον συγγραφέα και το έργο του, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Επιφανειακά (…) τι το απλούστερο από ένα σύνολο κειμένων που μπορούν να δηλωθούν κάτω από το σημείο ενός κύριου ονόματος (…), δεν υπάρχει η ίδια σχέση ανάμεσα στο όνομα του Νίτσε, από τη μία πλευρά, και από την άλλη τις νεανικές αυτοβιογραφίες, τις σχολικές εκθέσεις, τα φιλολογικά άρθρα, τον Ζαρατούστρα, το Ecce Homo, τις επιστολές, τις τελευταίες κάρτες του όπου υπογράφει ως «Διόνυσος» ή ως «Κάιζερ Νίτσε», τα αμέτρητα τετράδιά του όπου μπλέκονται αποκόμματα πλυντηρίων και προσχέδια αφορισμών». (Michel Foucault, L’archéologie du savoir, Gallimard, Παρίσι 1969.) [σ.τ.μ.]

[50] Michel Foucault, «Qu’est-ce qu’un auteur ?», Bulletin de la Société française de philosophie, 63ο έτος, τχ. 3, Ιούλιος-Αύγουστος 1969, σσ. 73-104 (σ.τ.μ.).

[51] Michel Foucault, «Sade, sergent du sexe», Cinématographe, τχ. 16, Δεκέμβριος 1975-Ιανουάριος 1976.

[52] Michel Foucault, Dits et Écrits, II, σσ. 821-822.

[53] Michel Foucault, Histoire de la sexualité (La volonté de savoir, Gallimard, Παρίσι 1976.

2 Σχόλια

  1. Pingback: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και η «ελευθεριακή» αποσύνθεση της ιδεολογίας του 20ού αιώνα (B΄ μέρος) – Cognosco Team

  2. Μαρία Μαγγιώρου says:

    Ο Αριστοτέλης έχει την απάντηση για τον μηδενισμό της γαλλικής ψυχής («τίνας την φύσιν είναι»)
    Διαμορφωμένη από την αντίληψη της «Ενότητας των όντων», η γαλλική ψυχή ορίζεται ως μη «ούσα» αφού πραγματικό όν θεωρείται μόνο το Ένα της συλλογικής ύπαρξης. Οπότε, ο τύπος του ανθρώπου που δεν είναι όντως όν, ένα αληθινό Πρόσωπο/Υποκείμενο, απλώς εκπροσωπεί μια αφαιρετική κοινή ουσία, στερείται «Ορέξεως».

    Η Όρεξη ή Βούληση είναι το ένα από τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ανθρώπου και εδράζεται στο ενδιάμεσο μέρος της ψυχής, το ΘΥΜΙΚΟ. Η γαλλική γλώσσα-σκέψη δεν επιτρέπει στην ψυχή να ενεργοποιήσει το Θυμικό. Έτσι, αυτός ο τύπος ανθρώπου είναι Άθυμος, πράγμα που του στερεί την ελευθερία βουλήσεως που διαθέτουν με το παραπάνω οι «Ένθυμοι» αγγλόφωνοι-γερμανόφωνοι.
    Εκείνοι, πάλι, επειδή δεν πιστεύουν στην Ενότητα των όντων αλλά στην Πολλότητα της ύπαρξης, διαμορφώνουν την ψυχή τους σύμφωνα με την ψευδαίσθηση ότι πραγματικά όντα είναι μόνο τα ατομικά, τα «υποκείμενα». Οπότε, ο ανθρωπολογικός τύπος του Βόρειου στερείται το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου: τον Νου (= το μέρος της ψυχής που έχει τον Λόγο = την Ενέργεια του θεωρείν = τη Γνώση της ύπαρξης πέραν των τριών διαστάσεων).
    Και στις δύο περιπτώσεις η φύσις των ανθρώπων είναι «μονόκωλος» = της λείπει το δεύτερο ουσιώδες μέρος.

    Οι γαλλόφωνοι λοιπόν, διαθέτοντας Νου χωρίς να διαθέτουν Βούληση Υποκειμένου, συγχέουν τον Νου με το ασυνείδητο στο επίπεδο του ζώου, το επίπεδο της ατομικής επιθυμίας. Δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη του Άλλου, αφού το ίδιο το σώμα το θεωρούν μηχανή. Σε αντίθεση με τον εμπειρισμό των Άγγλων και τον υποκειμενισμό των Γερμανών, ο ρασιοναλισμός των Γάλλων είναι ένας σχετικισμός που αρνείται το Πρόσωπο.
    Δυστυχώς, με το γαλλικό «όλα είναι επινόηση», «όλα είναι αφήγημα», θεωρητικοποιείται-νομιμοποιείται η πολιτισμική κυριαρχία των Βορείων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek