Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Αν κάποιος από τους παλιούς ηθοποιούς αγάπησε ιδιαίτερα το σινεμά, τουλάχιστον τόσο όσο και το θέατρο, και το σινεμά τον αγάπησε, είναι ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Γι’ αυτό δεν έλειψε από τις οθόνες επί σχεδόν πενήντα χρόνια, από το 1948, την πρώτη του εμφάνιση στις Εκατό χιλιάδες λίρες του Αλέκου Λειβαδίτη, έως το Παλτό του Νίκου Τριανταφυλλίδη, το 1996, έχοντας παίξει ακόμα και στον Μελισσοκόμο (1986) του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια, το 1913, μεγάλωσε στη Μασσαλία, και ήρθε λίγο πριν τον πόλεμο στην Αθήνα. Σπουδαγμένος ηθοποιός, το Εθνικό Θέατρο τον απέρριψε στις εισαγωγικές εξετάσεις του 1939, αλλά γράφτηκε στη σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη και, μετά τη θητεία του στον πόλεμο, ανέβηκε στη σκηνή, με τον θίασο της Κατερίνας, το 1944. Ήταν ο Βασίλης Λογοθετίδης που τον έστεψε κωμικό όταν τον πρωτοείδε, αναφωνώντας, «Τι σπουδαίος! Τι κλόουν, τι καταπληκτικός κλόουν! Αυτό θα πει θέατρο!»
Ο Ηλιόπουλος έχει παίξει σε πάνω από ενενήντα ταινίες, χώρια οι βιντεοταινίες και τα σίριαλ, και σε όλα τα είδη, κωμωδίες, φάρσες, κομεντί, μιούζικαλ και μουσικές κωμωδίες, ακόμα και δραματικούς ρόλους, όπως στον Δράκο (1956) του Κούνδουρου – όπου δοξάστηκε από την κριτική, αν και αμήχανος, όπως κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης της παραδέχεται. Αληθεύει ότι ο κινηματογράφος της εποχής που το ταλέντο του μεσουρανούσε, 1950 με 1970 περίπου, δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητές του – αυτό ισχύει και για τους άλλους κωμικούς. Λέει ο Γρηγόρης Γρηγορίου, εκφράζοντας την κοινή αντίληψη για τον ηθοποιό: «Ο Ηλιόπουλος ήρθε πολύ νωρίς στον ελληνικό κινηματογράφο. […] Είχε πολλές επιτυχίες, έγινε πρωταγωνιστής, αλλά πιστεύω πως γεννήθηκε σε λάθος χώρα και απευθύνθηκε σε λάθος κοινό». Αλλά γίνονται τέτοια λάθη; Μάλλον όχι. Ο Ηλιόπουλος δεν πλούτισε μόνο το ελληνικό σινεμά με τους ρόλους του, αλλά πλουτίστηκε ο ίδιος, ανδρώθηκε μέσα σ’ αυτό. Ο κινηματογράφος τού έδωσε μεγαλύτερη απεύθυνση από το θέατρο και εξελίχθηκε μέσα στις ταινίες, όπως και οι άλλοι κωμικοί, σε μια διαδικασία αλληλοεπίδρασης με το κοινό, αλληλεπίδραση που εξακολουθεί ως σήμερα, πράγμα όντως θαυμαστό.
Ναι, ο Ηλιόπουλος έχει ξεσηκώσει περισσότερο την αμερικανική κωμωδία –μήπως ο Λογοθετίδης ή ο Βέγγος δεν έχουν;– αφού από μικρός μαθητής στη Μασσαλία έβλεπε ταινίες και αγαπούσε τον κινηματογράφο. Αλλά έμεινε «ένας Ηλιόπουλος, ονόματι Ντίνος», όπως επιγράφει την αυτοβιογραφία του, δημιουργημένος σ’ ένα κλίμα καθαρά αθηναϊκό. Αυτό είναι το αποτύπωμα του μεγάλου του ταλέντου. Περισσότερο γοήτευαν ίσως τα χορευτικά του νούμερα, που τον έκαναν να ξεχωρίζει, δίνοντάς του το παρανόμι «ο Έλληνας Φρεντ Αστέρ». Είχε κάτι το «ευρωπαϊκό», όπως τον είδε η κριτική, άρα χαραμίστηκε (;), κατά την αντίληψη-παιδική αρρώστια του ελληνικού κινηματογράφου, που θέλει να κάνει ταινίες «ευρωπαϊκού επιπέδου», γι’ αυτό και έπασχε σε αλήθεια, όπως ο Τορνές πρώτος το έχει πει. Την αλήθεια την έδιναν, ωστόσο, ασυναίσθητα ίσως, κοντράροντας την κακομοιριά της απομίμησης, οι ηθοποιοί. Γι’ αυτήν τους την αλήθεια παραμένουν τα έργα τους ζωντανά, σε αντίθεση με πολλά έργα του νεώτερου κινηματογράφου, που έχουν κιόλας γεράσει. Δεν υποστηρίζω ότι αυτό έγινε μόνο χάρη στους ηθοποιούς. Ήταν το γενικότερο κλίμα και σκηνοθέτες-συγγραφείς που τους υποστήριξαν, ως ένα σημείο. Ο Ηλιόπουλος, λοιπόν, για να μην ξεφύγω από το θέμα, είναι το ίδιο Ρωμιός στην ντροπαλοσύνη και την αμηχανία του με τον Λογοθετίδη ή τον Αυλωνίτη. Δίνει, βέβαια, μια παραπάνω κομψευόμενη νότα, που έχει κάτι από τον «ανερχόμενο» Έλληνα του καιρού του κι ένα στίγμα αληθινού αστού, καθώς προέρχεται από καθ’ αυτό αστικές παροικίες.


Εν πάση περιπτώσει δίνει πάντοτε έναν δικό του τόνο, με το μεγάλο του ταλέντο επί σκηνής, σε όποια ταινία κι αν έπαιζε και μ’ όποιον σκηνοθέτη κι αν γύριζε. Κι ο Ηλιόπουλος έχει συνεργαστεί με πολλούς, μεταφέροντας, όπως όλοι οι κωμικοί, τους ρόλους από ταινία σε ταινία. Αξίζει να αναφέρουμε, σε μια συνοπτική φιλμογραφία τον Τζαβέλλα –Ο γρουσούζης (1953)–, τον Σακελλάριο –Θανασάκης ο πολιτευόμενος (1954), Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες (1960), Ο φίλος μου ο Λευτεράκης (1963), Το δόλωμα (1964)–, τον Καψάσκη –Μια λατέρνα, μια ζωή (1958)–, τον Γρηγορίου –Καλημέρα Αθήνα (1960), Ο ανακατωσούρας (1967)–, τον Κούνδουρο στον Δράκο, τον Μανθούλη –Οικογένεια Παπαδοπούλου (1960) –, τον Δαλιανίδη, με τον οποίον έκανε τις πιο πολλές του –Χριστίνα, Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος (1960), Ζητείται ψεύτης (1961), Ο ατσίδας, Η κυρία του κυρίου, Μερικοί το προτιμούν κρύο (1962), Κάτι να καίει, Οι κληρονόμοι (1964)–, τον Καραγιάννη –Η κοροϊδάρα (1967), Ο Στρατής παραστράτησε (1969)– και τον Δημόπουλο –Χαρούμενο ξεκίνημα (1954), Τζο ο τρομερός (1955), Στουρνάρα 288 (1959), Οι κυρίες της αυλής (1966). Το ίδιο μεταφέρει την κινηματογραφική του περσόνα και στον Αγγελόπουλο, υστερότερα, και στις τελευταίες του ταινίες με τον Τριανταφυλλίδη –παίζει και στο Ράδιο Μόσχα (1995). Ο Ηλιόπουλος είχε τον δικό του τόνο. Κι ήταν, αν μη τι άλλο, χορτασμένος.Αξίζει να δούμε μερικές ταινίες του για να καταλάβουμε το μέγεθός του. Ο Τζο ο τρομερός είναι η πρώτη του λάμψη, με τον συνσπουδαστή του στη σχολή Σαραντίδη Ντίνο Δημόπουλο. Προηγείται το Χαρούμενο ξεκίνημα, που μοιάζει να έχει κάμποσα αυτοβιογραφικά στοιχεία και των δύο. Τοιχογραφίες μιας μικροκοινωνίας και οι δύο ταινίες, των νέων καλλιτεχνών και των συγκατοίκων της στην πολυκατοικία η πρώτη, των μικροκακοποιών η δεύτερη. Ιδιαίτερα ο Τζο καταφέρνει να εγκλιματίσει σε ένα περιβάλλον αθηναϊκό το είδος του αστυνομικού φιλμ που τότε ήταν στο φόρτε του. Με αρκετό χιούμορ και χωρίς να ξεφεύγει στο χάχανο –κουσούρι του σινεμά απ’ τα μέσα του 1960 και μετά–, με λαμπερό καστ: Παπαγιαννόπουλος, Ρίζος, Αργύρης, Βέγγος, Τσαγανέας, όλοι σε πολύ καλές στιγμές, μαζί με τον Ηλιόπουλο και την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου που πρωταγωνιστούν, η ταινία αφηγείται το περίπου της ελληνικής πραγματικότητας. Ο Τζο είναι ένας περίπου διαρρήκτης από ανάγκη, άνεργος τορναδόρος, ο Λαυρέντης Καλύβας ένας περίπου αριστοκράτης και η ανιψιά του Νάντια μια υπηρέτρια, κληρονόμος του αριστοκρατικού τίτλου και των κοσμημάτων της μητέρας της. Και η σπείρα των διαρρηκτών φιλότιμοι λούμπεν φτωχοδιάβολοι. Ο Ηλιόπουλος στην ταινία αυτή συνομιλεί ερμηνευτικά με το μεγάλο κινηματογραφικό ταλέντο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, που έχει την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί εδώ περισσότερο από αλλού. Στον Δράκο ο Κούνδουρος θα αξιοποιήσει το καστ και το κλίμα της ταινίας, δίνοντάς του μια πιο (αμήχανα) πολιτικοποιημένη κατεύθυνση, αφήνοντας τον Ηλιόπουλο εκτός κλίματος, με εξαίρεση τις σκηνές του με την Παπαγεωργίου.

Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος

Από τις ταινίες που αναφέραμε αξίζει να προσεχθεί, αν και δεν είναι το φόρτε του ηθοποιού μας, η ταινία του Ροβήρου Μανθούλη, Οικογένεια Παπαδοπούλου, μια από τις σπάνιες ρεαλιστικές απεικονίσεις της αθηναϊκής μικροκοινωνίας της γειτονιάς, με το κύριο βάρος να πέφτει στον έξοχο Παντελή Ζερβό και τον Ορέστη Μακρή φυσικά, με τον Στέφανο Ληναίο και την Κάκια Αναλυτή στα καλύτερά τους. Την αθηναϊκή γειτονιά, με τον Ηλιόπουλο αυτή τη φορά σε κεντρικό ρόλο, θεματοποιούν και οι Κυρίες της αυλής του Δημόπουλου, σε στυλ στουντιακό, ακολουθώντας τον κώδικα της ελληνικής ταινίας της εποχής: κωμικά σκετς ανάμεσα σε μουσικά μέρη, δομή που έρχεται από το λαϊκό θέατρο.
Με τον Γιάννη Δαλιανίδη ο Ηλιόπουλος έκανε τις περισσότερες ταινίες του, όντας ίσως ο καταληλότερος –μαζί με τη Βλαχοπούλου– για το μουσικοχορευτικό ιδίωμα του σκηνοθέτη. Ο Ηλιόπουλος δεν διέθετε φωνή, όπως η Βλαχοπούλου, αλλά ήταν τέλειος στον χορό. Πριν ακόμα από τα μιούζικαλ, που πρώτος έφερε ο Δαλιανίδης, το Κοροϊδάκι της δεσποινίδος είναι ένα μικτό είδος, με μουσικά και χορευτικά μέρη, που έδωσε την ευκαιρία στον Ηλιόπουλο –εδώ με συμπρωταγωνίστρια την Καρέζη και από κοντά τον Παπαγιαννόπουλο– να ξεδιπλώσει για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση το ταλέντο του κλόουν, όπως εύστοχα τον είχε χαρακτηρίσει ο Λογοθετίδης. Ενός κλόουν που μεταμφιέζεται και χορεύει, αλλάζοντας τύπο επί σκηνής: στην αρχή ντροπαλός υπάλληλος, έπειτα ο «μοιραίος» εραστής.
Γοητευτικός, αλλά και κομμάτι ασουλούπωτος, αμήχανος, αλλά και πάντα κομψός στην εμφάνιση, ο ηθοποιός εδώ δίνει ίσως το μέγιστο του χαρακτήρα του στον ρόλο. Έχει προς τούτο τη συμμαχία της Καρέζη, που όμοια αλλάζει τύπο: από κακομαθημένη και δυναστική γίνεται τρυφερή και ερωτευμένη, ρόλο στον οποίο θα την ξαναδούμε στην Τρελή, τρελή οικογένεια (1965) του Δημόπουλου. Είδατε που οι ηθοποιοί στο παλιό σινεμά, κουβαλώντας τους ρόλους τους από ταινία σε ταινία γίνονται κάτι παραπάνω από ηθοποιοί; Είναι συνδημιουργοί των έργων, πράγμα που το αισθητήριο των θεατών το καταλαβαίνει και τους τιμά. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος θα μείνει ως ο εκπρόσωπος του λεπτού χιούμορ στο σινεμά, που τόσο λείπει σήμερα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek