Αρχική » Με ελληνικό σινεμά, πρεμιέρα στα θερινά

Με ελληνικό σινεμά, πρεμιέρα στα θερινά

από Άρδην - Ρήξη
Πηγή Φώτο

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Αν άλλες δραστηριότητες, ανοίγοντας σιγά-σιγά μετά την καραντίνα, μετρούν πληγές κι απώλειες, ο κινηματογράφος είναι σίγουρο ότι μπήκε σε νέα εποχή. Η μακρά αποχή των θεατών από τις αίθουσες –είναι το σινεμά μια συνήθεια, που αν χαθεί δύσκολα ξαναπιάνεται–, η παρακολούθηση ταινιών στις διαδικτυακές πλατφόρμες, αλλά και ο φόβος του κορωνοϊού που δεν εξέλιπε, αλλάζουν ριζικά ακόμα και την ίδια τη φύση του κινηματογράφου. Γιατί, όπως ξέρουμε, κινηματογράφος δεν είναι απλά η τεχνική εφεύρεση της κινούμενης εικόνας και η ιδιωτική προβολή της, αλλά η προβολή της ταινίας στην αίθουσα, στο κοινό. Χωρίς αίθουσα και προβολή δεν νοείται σινεμά. Τα θερινά πάντως –όσα απέμειναν– άνοιξαν κι είναι κάτι που μας δίνει ελπίδα ότι θ’ αρχίσουμε να ξαναμαζευόμαστε.
Μια από τις συνέπειες του μακρού κλεισίματος των αιθουσών είναι ότι πολλές ταινίες, που έχουν γυριστεί εν τω μεταξύ, έχουν στοκαριστεί, περιμένοντας την προβολή τους – τουλάχιστον όσες δεν έκαναν πρεμιέρα στο διαδίκτυο. Μεταξύ αυτών βρίσκονται και πολλές ελληνικές ταινίες. Γιατί ναι, παρά την οικονομική κρίση και τη γενικότερη παραγωγική (αποικιοκρατική) καθίζηση της χώρας, εξακολουθούν να γυρίζονται ελληνικές ταινίες. Και βγήκαν και θα βγουν το καλοκαίρι, όπως προγραμματίζεται, αρκετές νέες ταινίες, κάποιες από αυτές πολυαναμενόμενες και πολλά υποσχόμενες. Δύο από αυτές προβάλλονται ήδη. Η ταινία Ράφτης της Σόνιας Λίζας Κέντερμαν με ένα λαμπερό καστ και πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Ήμελλο είναι κωμωδία, κάπως καρτουνίστικη, όπως καταλαβαίνει κανείς από το τρέιλερ. Μαζί με τον Ήμελλο παίζουν οι: Ταμίλα Κουλίεβα, Θανάσης Παπαγεωργίου (αειθαλής!), Στάθης Σταμουλακάτος και Δάφνη Μιχοπούλου. Τη μουσική υπογράφει ο Νίκος Κυπουργός. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Ταλίν και στην Ελλάδα στο 61ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και μοιάζει να έχει αρκετή από τη δροσιά της νέας σκηνοθέτιδας.
Επίσης, αναμένεται εντός των ημερών και η ταινία Digger, του Τζώρτζη Γρηγοράκη, με τους: Βαγγέλη Μουρίκη, Αργύρη Πανταζάρα, Σοφία Κόκαλη, Τεό Αλεξάντερ κ.ά. Είναι, όπως διαβάζουμε στην πλοκή, η σύγκρουση μεταξύ ενός πατέρα που ζει αποτραβηγμένος στο κτήμα του, σε ένα δάσος στη Βόρεια Ελλάδα, και του γιου του που επιστρέφει μετά από είκοσι χρόνια: «Μια σφοδρή σύγκρουση πατέρα-γιου, σε ένα σύχρονο ελληνικό γουέστερν στην άγρια φύση», όπως αυτοδιαφημίζεται. Ενδιαφέρον και… οψόμεθα.
Την πρώτη του εμφάνιση για φέτος το καλοκαίρι κάνει και ο Άρης Σερβετάλης στα Μήλα, ηθοποιός-μόνιμο και πολλά υποσχόμενο ατού στις ελληνικές ταινίες και όχι μόνο. Τον Αύγουστο αναμένεται επίσης η χολυγουντιανή παραγωγή Ο άνθρωπος του Θεού, όπου υποδύεται τον άγιο Νεκτάριο σε μια σπάνια αγιοτική βιογραφία στα κινηματογραφικά χρονικά. Σκηνοθέτησε η Σερβίδα Γιέλενα Πόποβιτς. Στο ελληνικό σινεμά, ωστόσο, η παρουσία του αγίου σε ταινία έχει προηγούμενο. Ο Γρηγόρης Γρηγορίου σκηνοθέτησε το 1969 την ταινία Ο Άγιος Νεκτάριος, με τον Χρήστο Πολίτη στον ομώνυμο ρόλο και τη Βέρα Κρούσκα στον ρόλο της παράλυτης που γίνεται καλά, όπου «ο Γρηγορίου καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία γεμάτη ανθρωπιά, αλήθεια, ψυχολογική εμβάθυνση στις διαπροσωπικές σχέσεις των πρωταγωνιστών και χαμηλόφωνη λαϊκή θρησκευτικότητα» (1). Στην ταινία της Πόποβα, που είναι ελληνοαμερικανική παραγωγή εν τέλει, πρωταγωνιστούν επίσης, εκτός απ’ τον Σερβετάλη και τον Μίκι Ρουρκ, ο Χρήστος Λούλης, ο Νικήτας Τσακίρογλου, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, ο Γιάννης Στάνκογλου κ.ά. Αν μη τι άλλο, περιμένουμε τουλάχιστον κι από την ταινία αυτή την έκφραση της λαϊκής θρησκευτικότητας, που με όρους τιμιότητας σπάνια βλέπουμε στο ελληνικό σινεμά.

Μήλα

Αλλά, προς το παρόν, ας μείνουμε στα Μήλα, του επίσης νέου σκηνοθέτη Χρήστου Νίκου, όπου εμφανίζεται ο Σερβετάλης μαζί με τη Σοφία Γεροβασίλη. Σε δεύτερους ρόλους ο Αργύρης Μπακιρτζής και η Άννα Καλαϊτζίδου. Στην ουσία, η παρουσία του Άρη Σερβετάλη είναι καθοριστική σ’ όλο το φιλμ, με τους υπόλοιπους ρόλους να συμπληρώνουν τα «κενά», καθώς αυτή πραγματεύεται την περιπέτεια (πραγματική ή φανταστική) ενός νέου άντρα που έχει πάθει αμνησία. Μοιάζει να είναι ένα είδος αρρώστιας-πανδημίας αυτή η αμνησία, εύστοχη τω όντι παραβολή του τρόπου που ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζει τον μεγάλο πόνο: τον ξεχνά (ή μοιάζει να τον ξεχνά). Αυτό το διφορούμενο υπάρχει και στην ταινία. Είναι ένα ακόμη συν στο σενάριο, που το έχει γράψει ο σκηνοθέτης μαζί με τον Σταύρο Ράπτη. Φτάνει όμως η παρουσία ενός μόνου ήρωα, ενός μόνο ρόλου, έστω κι αν τον σηκώνει ένας από τους πιο ταλαντούχους νέους ηθοποιούς μας, για να γεμίσει η ταινία; Χωρίς πραγματική συνομιλία με άλλους ήρωες (αυτό είναι κάτι που το πρωτο-«δίδαξε» ο Λάνθιμος) και χωρίς συγκρούσεις;
Σύμφωνοι. Η αποφυγή ενός οδυνηρού θανάτου οδηγεί τον ήρωα σε πλήρη αμνησία, πράγμα που όπως είπα είναι χούι του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος, αν δεν πάσχει από την ασθένεια, όπως ο ήρωας του έργου, θέλει να ξεχάσει και να διαγράψει από τη ζωή του οτιδήποτε τον πονά. Αλλά… η πληγή παραμένει και δεν κλείνει με μαντζούνια διαφυγής από το πραγματικό. Δεν γιατρεύεται αυτή η πληγή με στυλιστική καλλιέπεια (όλη η ταινία είναι ένα τέλειο, πανέμορφο βίνταζ σκηνικό) και χωρίς αληθινές συγκρούσεις. Αν στην ταινία τα τρακαρίσματα είναι φτιαχτά και χωρίς αίματα, ώστε να προκαλέσουν «μνήμες» και «συγκινήσεις» στους αμνησιακούς ασθενείς, στην πραγματικότητα, ρεαλιστική ή φουτουριστική ή ρομαντική ή…, οι συγκρούσεις προκαλούν πολλαπλά κατάγματα και πολυθρήνητους θανάτους.
Ναι, υπάρχει χιούμορ, υπάρχει αλληγορία, υπάρχει ειρωνεία, υπάρχει ένα εύρημα που είναι (θα μπορούσε να είναι) μεταλλείο, έχει η ταινία τη δροσιά των νέων ανθρώπων. Η αλήθεια, όμως, πού; Η ζωή δεν είναι ένα ακύμαντο ταξίδι, ούτε το νερό που ακινητεί σε μια λεκάνη έχει καμιά σχέση με τη θάλασσα. Αν και η ταινία εκφράζει πλαγίως εύστοχα, νομίζω –στο νομίζω βάλτε πολλά ερωτηματικά, γιατί κι εγώ σίγουρος δεν είμαι–, ότι το θέμα δεν είναι ακριβώς ο φόβος του πόνου ή της απώλειας, που μοιάζει μια νεώτερη γενιά να μην τα ζει πραγματικά, ή να μη θέλει ή να μην την αφήνουν να τα ζήσει, αλλά το θέμα είναι η αποφυγή ενηλικίωσης. Που ίσως είναι το ίδιο. Δηλαδή το να μη θες να δεις τη ματωμένη (καθότι θνητή) πραγματικότητα, πλάθοντας μια δική σου κάψουλα πραγματικότητας. Ίσως, πάλι, αυτή η κάψουλα πραγματικότητας να είναι το μέλλον, ένα μέλλον που οι νεώτεροι αγναντεύουν ενδεχομένως καθαρότερα: Πιθανόν η ζωή στη Γη, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, να εξασφαλίζεται μέσα σε τεχνητές κάψουλες, όπως αυτές που σχεδιάζονται για τον Άρη. Κάψουλες όχι μόνο δίκην τεχνητού θερμοκηπίου, όπου θα εξασφαλίζονται ζωτικές συνθήκες που θα στερούμαστε σε λίγο λόγω μόλυνσης, αλλά και κάψουλες συναισθηματικές-κοινωνικομηχανικές, που θα μας εξασφαλίζουν ότι τίποτα οδυνηρό δεν θα ζήσουμε και ότι θα πεθαίνουμε «στον ύπνο μας» –το λέει κάπου η ταινία–, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Σε πλήρη α-μνησία και α-μνημοσύνη. Αν, όμως, πράγματι υπάρξει στο μέλλον ένα τέτοιο (μετ-)ανθρώπινο είδος, σίγουρα δεν θα είναι η ανθρωπότητα όπως την ξέρουμε. Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο άνθρωπος στη φύση του και αυτό τον ξεχωρίζει από το υπόλοιπο ζωικό ή φυτικό βασίλειο: Είναι το ον εκείνο που νιώθει αθάνατο, κάτι που κανείς δεν μπόρεσε στους αιώνες να το κάμψει, ακριβώς γιατί θυμάται· ξέροντας ταυτοχρόνως ότι θα πεθάνει, επειδή ακριβώς θυμάται, σέβεται και σεμνύνεται τους νεκρούς του και τον πόνο που του προκάλεσε ο χαμός τους.
Μα, θα μου πείτε, αν η ταινία προκάλεσε όλο αυτό το κορδόνι σκέψεων, τότε αξίζει τον κόπο. Σίγουρα αξίζει. Αν και προσωπικά με κούρασε από ένα σημείο και μετά αυτή η ακύμαντη «δυστοπία», όπως είναι μόδα να την ονομάζουμε, η πλήρης αποχή από τη ζωή και την πραγματικότητα. Το σκηνικό της ταινίας, όπως είπα, είναι ένα «τέλειο» μέρος, όπου ακόμα χρησιμοποιείται η πολαρόιντ, το κασετόφωνο, το ταχυδρομείο. Οι δρόμοι είναι καθαροί και τα παλιά κτήρια πλήρως ανακαινισμένα και μίνιμαλ μοδάτα εσωτερικά, τα νοσοκομεία σανατόρια Ελβετίας, οι δρόμοι άδειοι από αυτοκίνητα, που μόνο τον μακρυνό απόηχό τους βλέπουμε κάπου θολά στο βάθος κι οι άνθρωποι όλοι ευγενικοί και τυπικοί, σαν πράγματι νεκροί που δεν το ξέρουν ή σαν… διαφήμιση. Πιθανόν σε κάποιους αρέσει – το σινεμά που είδα την ταινία είχε αποκλειστικά νέους θεατές. Εγώ τα βαριέμαι κάτι τέτοια. Ευτυχώς που κάπου από κάτω έβλεπες, την προσπάθεια έστω, να εκφραστούν όλα τα παραπάνω. Έστω.
Καλή αρχή και καλή επιτυχία στο νεανικό ελληνικό σινεμά. Υπάρχει, παρά τις αντιξοότητες, και θα υπάρξει καλύτερο.

  1. Δημήτρης Κολιοδήμος, Λεξικό ελληνικών ταινιών από το 1914 μέχρι το 2000, εκδόσεις Γένους 2001.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: