Σύσσωμος ο κόσμος του μπάσκετ, εκατέρωθεν του Ατλαντικού, αποχαιρέτησε χθες τον Βασίλη Σπανούλη, καθώς ανακοίνωσε την απόσυρσή του από το άθλημα που ο ίδιος τόσο αγάπησε, και αυτό τον δόξασε τόσο. Η αναγνώριση, υπήρξε καθολική. Ακόμα και ο Σέρβος κορυφαίος τεννίστας Νοβάκ Τζόκοβιτς, θα στείλει τον δικό του χαιρετισμό από το Instagram.

Τα επιτεύγματα του Σπανούλη, κατά την διάρκεια της μακράς καριέρας του είναι ουκ ολίγα: Πρωταθλήματα Ευρώπης (στην Ευρωλίγκα αυτήν την στιγμή είναι πρώτος σκόρερ και πρώτος πασέρ), και Ελλάδος, πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα με την Εθνική Ελλάδος, Ασημένιο στο Παγκόσμιο της Σαϊτάμα του 2006, εκεί όπου μαζί με τους υπόλοιπους αστέρες της εθνικής ομάδας κατάφεραν την νίκη-έπος έναντι της αμερικάνικης Dream Team.

Ο Σπανούλης διακρίθηκε για το ταλέντο του, για την ηγετική προσωπικότητά του, την εργασιακή του κουλτούρα, το ήθος του, αλλά και την μπασκετική του διαίσθηση. Ταυτόχρονα, έξω από τα γήπεδα, είναι εξαιρετικά σεμνός, και αφιερωμένος στην οικογένειά του (έχει 6 παιδιά με την Ολυμπία Χοψονίδου).

Ο Σπανούλης ήταν επικίνδυνος για την κάθε αντίπαλη ομάδα μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, ακόμα και σε μέρες που το παιχνίδι φαινόταν ότι δεν του έβγαινε. Στον τελικό με την Ρεάλ Μαδρίτης, το 2013, στον οποίον εν τέλει ο Ολυμπιακός επικράτησε, μέχρι την έναρξη του 2ου ημιχρόνου, φαινόταν τελειωτικά μπλοκαρισμένος μέσα στα αμυντικά συστήματα της «Βασίλισσας». Εντελώς άστοχος, δεν είχε καταφέρει να πετύχει ούτε έναν πόντο. Με το που επιστρέφει όμως από τον πάγκο μεταμορφώνεται στον killer, που φοβόταν η Real. Εν τέλει θα ‘καθαρίσει’ το παιχνίδι για τον Ολυμπιακό (100-88) με 22 πόντους και 5 τρίποντα, τα περισσότερα κρίσιμα. Στις μέρες μας στο NBA, ομάδες με ταχείς και ικανούς σουτέρ εκτελούν ένα σύστημα, που έχει πάρει το όνομά του (Spanoulis Play), γιατί καθιερώθηκε στο παιχνίδι από αυτόν.

Η αποχώρησή του αφήνει τεράστιο, και δυσαναπλήρωτο κενό. Όχι μόνον γιατί ως παίκτης (μαζί με τον Δημήτρη Διαμαντίδη, τον Θοδωρή Παπαλουκά και τους άλλους αυτής της σπουδαίας φουρνιάς του ελληνικού μπάσκετ) θα είναι αναντικατάστατος. Αλλά γιατί το ελληνικό μπάσκετ, από την εποχή που έβγαλε τον Σπανούλη έχει αλλάξει πολύ… προς το χειρότερο.

Ο Σπανούλης και ο Διαμαντίδης υπήρξαν οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι ίσως της τελευταίας γενιάς του ελληνικού μπάσκετ, που έμπαιναν στο γήπεδο με «το μάτι να γυαλίζει». Αδιαφορούσαν για τις ‘καυτές έδρες’, την φήμη των αντιπάλων ή τα προγνωστικά του αγώνα. Είχαν πάνω απ’ όλα ‘μέταλλο’ που λένε στο αθλητικό ρεπορτάζ, τεράστια ψυχικά και αγωνιστικά αποθέματα, και γι’ αυτό μπόρεσαν και έπαιξαν επί ίσοις όροις, νικώντας την αμερικάνικη εθνική ομάδα (στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι του NBA όπως ο Λεμπρόν Τζέημς και o Καρμέλο Άντονι, για να μην ξεχνιόμαστε) σ’ ένα ματς όπου πολλοί άλλοι αθλητές θα λύγιζαν από το δέος.

Αυτό το ‘μέταλλο’ δεν μαθαίνεται μόνο μέσα στο γήπεδο. Αποτελεί γενικότερο γνώρισμα της εκάστοτε κοινωνίας, και σε ό,τι αφορά στην περίπτωση της Ελλάδας μπορεί κανείς να το δει να ‘μαλακώνει’ γενιά με την γενιά. Υπάρχουν, όμως, και οξύτερα προβλήματα.

Ο ελληνικός πρωταθλητισμός στο μπάσκετ, έχει πέσει θύμα της ‘νόσου των Λεγεωναρίων‘. Το άθλημα παγκοσμιοποιήθηκε, ο ελάχιστος αριθμός ξένων παικτών αυξήθηκε αισθητά, ενώ η ‘υπόθεση Μποσμάν’ δημιούργησε μια μεγάλη αγορά κοινοτικών και νατουραλιζέ.

Για τον εκάστοτε πρόεδρο, το να επενδύσει σε μια ομάδα ‘μισθοφόρων’, προσβλέποντας σε βραχυπρόθεσμα, εντυπωσιακά αποτελέσματα ήταν πιο φθηνό και οργανωτικά εύκολο από το να συντηρηθούν οι ακαδημίες, και να συνεχιστεί η παράδοση της ‘παραγωγής ταλέντων’. Από κοντά και οι οπαδοί, που δεν ενδιαφέρονται καθόλου αν στις βασικές συνθέσεις των ομάδων τους δεν παίζουν πια παρά ένας ή δύο Έλληνες παίκτες, αφού σημασία έχει γι’ αυτούς μόνον η νίκη. «Κυριακή», όμως, «κοντή γιορτή»: Η κρίση περιέκοψε τους προϋπολογισμούς των ελληνικών ομάδων, και έτσι αυτές δεν μπορούν να επιτύχουν με τους περιορισμένους τους πόρους να φέρουν στις ελληνικές ομάδες ονόματα και συνθέσεις αξιώσεων.

Όλα αυτά τα χρόνια, η ελληνική ομοσπονδία απέτυχε να δείξει τα αντανακλαστικά της. Υπήρξε την τελευταία περίοδο έρμαιο του ‘ελληνικού μπασκετικού εμφυλίου’ μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, και ταυτόχρονα εγκλωβισμένη στις γραφειοκρατικές λογικές του 1980. Ενώ στις υπόλοιπες χώρες, στην ηγεσία των μπασκετικών ομοσπονδιών είχαν φτάσει οι γνώριμές μας μπασκετικές φιγούρες της ‘γενιάς του Γκάλη’ (Ντίβατς, Σαμπόνις κ.ά), σε πρώην παίκτες δηλαδή που έδιναν έμφαση στις ακαδημίες και την εγχώρια ανάπτυξη νέων παικτών, εδώ ο Γ. Βασιλακόπουλος επέλεξε να κρατήσει τα ηνία σχεδόν για… πάντα, με αποτέλεσμα οι ύστερές του επιλογές να έρχονται «σε αντίθεση αγεφύρωτη με τα παλιά παράσημά του».

Με αυτά και με εκείνα, το ελληνικό μπάσκετ έφτασε να διάγει μια μακρά περίοδο πέτρινων χρόνων. Στην Ευρωλίγκα, που λειτουργεί υπό την αιγίδα της Ερντογανικής Turkish Airlines σαν κλειστό κλαμπ, με τρόπο που συχνά υπονομεύει το έργο των εθνικών ομοσπονδιών, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός δεν κατάφεραν φέτος να φτάσουν στην δεκάδα. Ο πρώτος έχει αποχωρήσει από την πρώτη κατηγορία του ελληνικού πρωταθλήματος, κατόπιν συγκρούσεων με την Ομοσπονδία (παίζει με την ομάδα ‘ανάπτυξης’ στην Α2) ενώ ο δεύτερος αντιμετωπίζει διοικητικά προβλήματα, μετά την αποχώρηση Γιαννακόπουλου, ο οποίος συγκρούστηκε σφοδρά με τους οργανωμένους οπαδούς. Η δε Εθνική, έχει να δει μετάλλιο από το 2009, και συμμετέχει στις τελευταίες διοργανώσεις συσσωρεύοντας ματαιώσεις.

Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν καλοί παίκτες και προπονητές. Πολλοί εξ αυτών διαπρέπουν στα ευρωπαϊκά γήπεδα και πάγκους, ενώ είναι και η οικογένεια Αντετοκούμπο που ανδρώθηκε στα ελληνικά γήπεδα, και δείχνει τώρα στο NBA τι σημαίνουν τα “greek guts”. Λείπει ωστόσο, από το ελληνικό μπάσκετ, η συνοχή του στρατηγικού σχεδιασμού, ενώ κάποιοι προσπαθούν να διασκεδάσουν το κενό υπερπροβάλλοντας τα επιτεύγματα του Γιάννη Αντετοκούμπο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ένας κούκος, όμως, δεν φέρνει την άνοιξη, και Ομοσπονδία και Πολιτεία θα πρέπει να ακούσουν πολύ σοβαρά τις συστάσεις του παρόντα προπονητή της Εθνικής Ελλάδος, και θρύλου του αμερικάνικου κολεγιακού μπάσκετ, Ρικ Πιτίνο: «ανησυχώ για το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ. Τώρα, υπάρχουν πολύ καλοί παίκτες. Αλλά από τα 17 μέχρι τα 22, δεν βλέπω πολλούς καλούς».    

Σε αυτό το κλίμα είναι που ο Βασίλης Σπανούλης έθεσε τέλος στην μεγάλη του καριέρα. Και η αποχώρησή του έρχεται να προβάλει ακόμα περισσότερο τις αδυναμίες αυτές. Τον αποχαιρετούμε λοιπόν, όπως η υπόλοιπη Ελλάδα, ανεξαρτήτως οπαδικών προτιμήσεων και αντιμαχιών, μ’ ένα τελευταίο, μεγάλο χειροκρότημα, αλλά και μια μελαγχολία για το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ…

Υ.Γ. Η Εθνική Ελλάδος βρίσκεται αυτήν την στιγμή στο Βανκούβερ του Καναδά, προκειμένου να διεκδικήσει την πρόκρισή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο. Της ευχόμαστε από καρδιάς, καλή επιτυχία!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek