Της Ανθούλα Δανιήλ  από την ιστοσελίδα Διάστιχο

Ο συγγραφέας Κώστας Χατζηαντωνίου είχε την τύχη να επιλεγεί, έπειτα από σχεδόν 100 χρόνια, ως ο εκλεκτός να παραλάβει ένα βυζαντινό χειρόγραφο, το οποίο βρέθηκε στα ερείπια της Μονής Σωσάνδρων μετά τη μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο τρόπος που το χειρόγραφο αυτό σώθηκε είναι μυθιστορηματικός και θα μπορούσε να θεωρηθεί επινόηση του συγγραφέα, καθώς και ο δάσκαλος Φίλων Καπετανίδης που το μετέγραψε, ο λοχαγός Αναγνώστου που μεσολάβησε, η αδελφή και μια μικρανιψιά του Καπετανίδη που το παρέδωσε στον συγγραφέα.

Το χειρόγραφο περιέχει δραματικές στιγμές της άλωσης της Πόλης από τους Φράγκους το 1204, καθώς και γεγονότα και πρόσωπα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας του 13ου αιώνα, με σαφείς αναφορές στη μελλοντική γέννηση της εθνικής συνείδησης, όταν οι Βυζαντινοί-Ρωμαίοι μάχονταν εναντίον Ανατολής και Δύσης να διασώσουν την ελευθερία τους και να ανασυστήσουν την «Βασίλειον αρχή». Πρόκειται για αντίγραφο χαμένου πρωτοτύπου, γραμμένο στην ελληνική δημοτική, με ενσωματωμένες φράσεις των: Νικήτα Χωνιάτη, Γεωργίου Ακροπολίτη, Θεοδώρου Β’ Λασκάρεως, επιστολή του βασιλέα Ιωάννη Βατάτζη προς τον πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Θ’ και του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’ προς Βατάτζη. Η επταετής έρευνα του συγγραφέα πάνω στο θέμα της ιστορικής αλήθειας ή της μυθοπλασίας δεν απέδωσε καρπούς.

Το έργο αποτελείται από 6 κεφάλαια και 36 υποκεφάλαια (εμμονικός ο Ευψύχιος με τους αριθμούς του Πυθαγόρα), το κάθε κεφάλαιο αναφέρεται σε 6 νύχτες, από τις 21 έως τις 26 Αυγούστου, που απλώνονται σε 366 σελίδες. Ο μοναχός Ευψύχιος αρχίζει στη συγγραφή στη Μονή των Σωσάνδρων επί του όρους Σιπύλου «την εικοστή του μηνός Αυγούστου, χίλια διακόσια πενήντα οκτώ από την του Λόγου ενανθρώπιση και έξι χιλιάδες επτακόσια εξήντα έξι από κτίσεως κόσμου». Η αφήγηση αρχίζει με το πένθος «για τον θάνατο του βασιλέως Θεοδώρου Β’ Λασκάρεως», ενώ η ώρα του μοναχού πλησιάζει και προβλέπει ότι «η επίγεια πολιτεία του Παλαιού Ημερών οσημέραι καταποντίζεται». Τα προμηνύματα είναι κακά• «μούρτζουφλοι αστροφένακες και αόμματες γριές μαύρο αίμα θωρούν και συμφορές προμαντεύουν». Ο τόπος της Ιωνίας είναι φωτεινός και όταν ο Ευψύχιος μπαίνει στην «κάμαρα του άλλου χρόνου», την κηροφώτιστη, βλέπει εκείνους που έζησαν κάποτε εδώ. Η πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους, με φωνές και θρήνους αιμοτοχαρισμένους που βαριανασαίνουν… και έτσι συνεχίζει την αφήγησή του: «έζησα ό,τι γράφω και γράφω ό,τι έζησα», πράγμα που αποδεικνύεται από τις ιστορικές πληροφορίες που εντέχνως διαπλέκονται με το πλήθος των αυτοβιογραφικών, εξομολογητικών στοιχείων και τα αποστάγματα προσωπικού στοχασμού, όπως: «Τα ανθρώπινα δεν είναι αιώνια, το ξέρω, δεν είμαι δα άμοιρος παιδείας», «Μέσα στη γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω… η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση», «Άλυτο πρόβλημα η νομιμότητα και θα το έλυνε η δύναμη και η τύχη». Και αυτό ακριβώς είναι ίσως το πιο δραματικό για κείνον που αφηγείται όχι από την απόσταση από τα γεγονότα που του παρέχει ο χρόνος, αλλά έχοντας βιώσει τα γεγονότα, όταν «θέριζε κορμιά ο Χάρος, λιάνιζε τα βάνδα ο Σελτσούκος». Και η ιστορία επαναλαμβάνεται αφού «η πίστη και η δικαιοσύνη πάντα στρατολογούν λαό»• φρίκη στις κλεισούρες του Τζυβρίτζη, ήττα του Μανουήλ, μαρτύριο του Ανδρόνικου, θάνατος τόσων στρατιωτών.

Ο σύγχρονος αναγνώστης παρά τα όσα έχει διδαχτεί, ανατριχιάζει με αυτά που επιστρατεύονται για να επιβιώσει μια χώρα, ένα βασίλειο ή μια αυτοκρατορία. Οι συμφορές αμέτρητες και το παλιό χειρόγραφο σηκώνει τη σκόνη του καιρού για να φέρει στο παρόν τη μεγάλη άλωση και την προέκτασή της στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Η ιστορία διδάσκει και φωτίζει, αλλά κανείς δεν ακούει τα μηνύματα των καιρών, οι ιθύνοντες κωφεύουν. Τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται. Οι ίδιοι εχθροί αλλιώς ντυμένοι τα ίδια θα κάνουν στους ίδιους τόπους, γιατί οι τόποι διδάσκουν και κρίνουν, αλλά οι άνθρωποι δεν διδάσκονται.

«Άλυτο πρόβλημα η νομιμότητα και θα το έλυνε η δύναμη και η τύχη».

Το χειρόγραφο γράφεται με λέξεις ξυπνημένες από βαθύ λήθαργο, λατινικό, βυζαντινό, για να αποδώσουν τη δική τους δύναμη, τη δική του «ποντεστά» και όχι την αφυδατωμένη στα επιστημονικά βιβλία. Λέξεις που αστράφτουν από τον στολισμό του βασιλέα –τα χρυσά σκαραμάγγια, το διβητήσιο, τα καμπότουβα, τα πορφυρά καμπάγια– αλλά και του αλόγου του, των συνεργατών του. Λέξεις λαμπερές και κούφιες – η μεγαλοπρέπεια δεν θα εμποδίσει τον θάνατο κι ας επευφημούσε ο λαός: «Καλώς όρισες, Θεόδωρε, χαίρε, άναξ καλλίνικε», σαν για να ξορκίσει τη συμφορά που ερχόταν.

Οι αναγνώστες από το μέλλον, εμείς, το ξέρουμε πλέον και η Ιστορία το έχει καταγράψει, ο λαός ελπίζει, ενώ ο βασιλέας από μέσα του τρέμει για το φριχτό επερχόμενο που θα το πληρώσει με κάθε ίνα του σώματός του. Συγκλονίζουν οι περιγραφές των μαχών, οι κραυγές των τραυματιών, το χυμένο αίμα. Μάταια όλα. Δεν ωφελούν οι αγορασμένες συμμαχίες, τα πολιτικά συνοικέσια, οι κατ’ ανάγκην φιλίες, οι δολοπλοκίες, οι δολοφονίες, οι επιθανάτιοι σπασμοί. Τίποτα δεν θα εμποδίσει τον θάνατο της αυτοκρατορίας, που έχει ήδη συμβεί πριν τον επικυρώσει η Ιστορία, όπως όλα δείχνουν και όπως ο Ευψύχιος, αγγίζοντας με τα δάχτυλά του τη σάρκα των πραγμάτων, μας βεβαιώνει: Όλα τα ανθρώπινα σε θάνατο καταλήγουν.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, βαθύς γνώστης του είδους, επιτυγχάνει στην αναπαραγωγή του λόγου του χειρογράφου στη δική του γραφή μεταφέροντας την εποχή, το κλίμα και τη συγκίνηση, που αβίαστα ρέει από τα ιστορήματα, στον αναγνώστη του. Θα έλεγα με σιγουριά μάλιστα ότι πολλές φορές ενσαρκώνεται τον Ευψύχιο, ώστε ο ένας να είναι η διαφάνεια του άλλου. Γιατί: «Ο Συγγραφέας συζεί με τον ήρωα που επινοεί και φωτίζει με τη δική του γλώσσα τα κοινά αδιέξοδα των κόσμων που κατοικούν, χωρίς να επιθυμεί να παραπλανήσει πέρα από τον εαυτό του κανέναν άλλον, υποστηρίζοντας πως η ιστορία όπως και η βασιλεία όσο ενώνουν τόσο χωρίζουν».

Η Ιστορία είναι αυτή που είναι, γιατί όσο και αν δεν μπορούσε (;) ο Χατζηαντωνίου να διασταυρώσει τα ιστορημένα, την ουσία την παραδίδει στο ιστορικό μυθιστόρημα που η τύχη τον έχρισε μεσάζοντα και φορέα της ιστορικής μνήμης, των παθών ενός μεγαλοπρεπούς κόσμου, προορισμένου να χαθεί και να καταποντιστεί, γιατί «ενώ θα χαθεί στην καταχνιά ο Φράγκος, θα ξεπροβάλει στα σημάδια του ο Τούρκος».

Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο σεμνός Ευψύχιος, Καπετανίδης/Χατζηαντωνίου, μας θυμίζει τον Ιωάννη της Πάτμου, τα παλιά βιβλία που έγραφαν θεόπνευστοι άνθρωποι, άγιοι, οραματιστές, συναξαριστές, μάγοι, μάντεις και εξορκιστές που διάβαζαν τις γραφές, τον ουρανό και τα άστρα. Γιατί εκεί ψηλά είναι γραμμένα όλα και ο κομήτης που εμφανίστηκε λίγες μέρες μετά την έκλειψη ηλίου στον Αστερισμό του Καρκίνου, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, κουβαλούσε στην ουρά του θανατικό…

Ο σημερινός αναγνώστης οφείλει πολλών το χέρι να φιλήσει. Του μοναχού Ευψύχιου, του δάσκαλου Φίλωνα Καπετανίδη, της αδελφής και της ανιψιάς του Καπετανίδη και του λοχαγού Αναγνώστου. Τέλος, οφείλουμε ευχαριστίες και πολλά συγχαρητήρια στον Κώστα Χατζηαντωνίου «διά την αντιγραφήν», όπως έγραφε και ο Παπαδιαμάντης στα δικά του γραπτά!

Το στέμμα των αυγών
Ένα βυζαντινό χειρόγραφο
Κώστας Χατζηαντωνίου
Εκδόσεις Καστανιώτη
384 σελ.
ISBN 978-960-03-6810-9
Τιμή €18,00

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek