Αρχική » Ελληνική γλώσσα και αποδόμηση: Θεωρίες συνωμοσίας και επιστήμη

Ελληνική γλώσσα και αποδόμηση: Θεωρίες συνωμοσίας και επιστήμη

από Δημήτρης Ναπ. Γιαννάτος

του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου * από το Άρδην τ. 107-8

«αρχή σοφίας ή των ονομάτων επίσκεψις»

Αντισθένης (445-360 π.χ)

Συχνά, η συζήτηση γύρω από την ελληνική γλώσσα και την επίθεση που δέχεται από τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρεί – τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία – το υπουργείο Παιδείας, εκτρέπεται σε ανορθολογικά σενάρια ή θεωρίες συνωμοσίας. Η στρατηγική των φορέων που καθοδηγούν τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις εύκολα παντρεύεται με θρησκευτικές παραβολές, εύληπτες προφητείες, αστικούς μύθους, σοβινιστικές υστερίες και υποχθόνιες –εγκόσμιες– υπερκόσμιες θεωρίες για καταστροφή αποκλειστικά του ελληνικού έθνους και της γλώσσας του, με μπόλικο άρωμα κακόβουλων κέντρων που απεργάζονται τα καταστροφικά σενάρια. Η «πανουργία της ιστορίας» τα φέρνει έτσι ώστε, κάποιες φορές, το αποτέλεσμα των παιδαγωγικών εξελίξεων ανά τον κόσμο να δικαιώνει τους συνωμοσιολόγους μας ή τους τηλε-ευαγγελιστές μιας μοναδικής γνώσης «αποκάλυψης». Μεταξύ ψευδών ειδήσεων, μισής αλήθειας, αλμάτων λογικής και συναισθηματικές υπερβολές, καμιά δικαίωση δεν μπορεί να υπάρξει σ’ αυτό το «μακελειό» της λογικής και καμιά προφητεία ή συνωμοσία δεν δικαιώνεται.

Εντέλει, οι προφήτες-συνωμοσιολόγοι, σε καμιά περίπτωση δεν βοηθούν την υπαρκτή ανάγκη υπεράσπισης της ελληνικής παιδείας, ιστορίας και γλώσσας, αλλά αντίθετα της κάνουν πολύ κακό. Παρέχουν τα κατάλληλα επιχειρήματα, στους μηδενιστές και αποδομητές κάθε εθνικού πολιτισμού, ώστε να διαστρεβλώνουν και να συκοφαντούν κάθε προσπάθεια κριτικής, αντιλόγου και πνευματικής αναγέννησης της παιδείας, ως γραφική, φοβική, αντιδραστική, ανορθολογικές πολιτικά και επιστημονικά.

Το ζήτημα, κατά την ταπεινή μου άποψη, τοποθετείται απόλυτα σε άλλη -εντελώς αυτονόητη- βάση, αρκεί να λάβουμε υπόψιν ορισμένα ορθολογικά επιστημονικά δεδομένα και φιλοσοφικές εξελίξεις.

Η εκπαίδευση και τα βιβλία

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα βιβλία του Δημοτικού, των παιδιών μας. Θα παρατηρήσουμε ότι αναφέρονται, απλώς, ως βιβλία «Γλώσσας», σε αντικατάσταση των παλιότερων «Αναγνωστικών Ελληνικής ή Νεοελληνικής Γλώσσας», ή απλώς «Νεοελληνική Γλώσσα». Η γλώσσα, λοιπόν, είναι μια ουδέτερη έννοια, «ορφανή», που δεν συνδέεται με έναν πολιτισμό, με μια ρίζα. Αποσπάται και διαχωρίζεται από την εθνική ιστορία εξέλιξης της γλώσσας και παραπέμπει περισσότερο στην εκμάθηση μιας τεχνικής, ενός κώδικα επικοινωνίας, σε αναλογία με τα τεχνικά εγχειρίδια που σε μαθαίνουν τη χρηστική λειτουργία για να φτάσεις σε ένα πρακτικό αποτέλεσμα. Στην «υπερμοντέρνα» παιδαγωγική η γλώσσα είναι εργαλείο, ένα εργαλείο που κατασκευάζει ή ανακατασκευάζει ο άνθρωπος για να συνεννοείται με τους άλλους. Είναι ένας «κώδικας επικοινωνίας» γραμμάτων και συμβόλων, όπως οι πινακίδες της τροχαίας, ή οι οδηγίες χρήσης συσκευών. Μοιάζει να είναι η κατάλληλη μείξη και συνταγή (που τόσο αρέσει στους συγγραφείς των βιβλίων) γραμμάτων, λέξεων, ιστοριών, φράσεων και κειμένων (ατάκτως ερριμμένων, εντέλει), που υλοποιούν την επικοινωνία. Συνθετικά, σ’αυτή την εξέλιξη της εκπαιδευτικής σκέψης, προστίθεται και η σταδιακή απάλειψη του επιθέτου «εθνικός», από το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπως και από άλλα υπουργεία, ανάλογο με την απάλειψη του ουσιαστικού Ελλάδας (στοιχείου προσδιοριστικού ενός πολιτισμού, τελικά), από την Εθνική Τράπεζα ή από άλλους δημόσιους φορείς και οργανισμούς.

Τα παραπάνω δεν σβήνουν το γεγονός ότι η γλώσσα είναι ένας κώδικας συμβόλων, για την επικοινωνία των ανθρώπων. Όμως, συνδέεται με την ιστορική εξέλιξη των πολιτισμών, σημαίνει υλικά ή πνευματικά γεγονότα που έχουν συντελεστεί ή εξελίσσονται, επηρεάζεται ακόμα από τη γεωμορφολογία και το κλίμα των περιοχών του πλανήτη. Η σύγχρονη επιστήμη μετακινεί το ενδιαφέρον από την ιστορική συνέχεια, την εθνολογία, την κοινωνική ανθρωπολογία, τη φιλοσοφία των εννοιών, στη νευροφυσιολογία και τη γλωσσολογία. Από τους φιλολόγους, σχεδόν αποκλειστικά, στους γλωσσολόγους και τους νευροεπιστήμονες. Από την ουσία των λέξεων, το «έτυμον» (αλήθεια) των λέξεων του Αριστοτέλη, στη γλώσσα, αποκλειστικά, ως σχέση, μέσω της αξιοποίησης των μηχανισμών του εγκεφάλου. Άλλωστε, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία και τεχνολογική κοινωνία, δεν χρειάζονται πολλές γλώσσες. Μία, θα μπορεί να είναι η «κοινή γλώσσα» μιας αυτοκρατορίας, εφόσον ο άνθρωπος είναι ένα ον με κοινά νευρογλωσσικά χαρακτηριστικά. Διαφορετικοί, δηλαδή, άνθρωποι, αλλά ίδια η κατασκευή της γλώσσας της οικονομικής και πολιτισμικά ομοιόμορφης αυτοκρατορίας.

Υπό την έννοια αυτή, τα παιδιά μας μαθαίνουν την κατάλληλη γλώσσα για μια παγκόσμια εκπαίδευση, αλλά τη χείριστη για τη διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού, ως τμήματος του πλούσιου πολιτισμικού μωσαϊκού των λαών, στο διάβα των αιώνων. Στο ζήτημα αυτό, ο καθείς καλείται να πάρει θέση.

Η αποδόμηση

Το ξεγύμνωμα των εθνικών γλωσσών, για να μείνουν, απλώς, νευροβιολογικοί κώδικες επικοινωνίας, συνδέεται με την έννοια της αποδόμησης. Όρος που υπερτονίστηκε, τη δεκαετία του ’60, από τον Γάλλο φιλόσοφο Ζακ Ντεριντά και εξαπλώθηκε στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τις κοινωνικές επιστήμες. Η αποδόμηση, ιδιαίτερα στην λογοτεχνία και τις τέχνες, προκρίνει την αυτονομία του κειμένου, την ύπαρξη της γλώσσας του κειμένου ως ανεξάρτητης από τον δημιουργό της, ή από έναν πολιτισμό. Το κείμενο έχει αντιφατικά νοήματα και μηνύματα. Το νόημα είναι ελεύθερο και ακαθόριστο, οι λέξεις φαινομενικά ασύνδετες. Το ίδιο το κείμενο «έχει αποσυναρμολογήσει τον εαυτό του». Το νόημα του κειμένου δεν έχει όρια. Εδώ, ας θυμηθούμε και πάλι τα βιβλία μας, με τη λογική της πολυθεματικότητας και τα διαφορετικά θέματα στην ίδια ενότητα, ασύνδετα μεταξύ τους. Αποτελούν την υλοποίηση, στα άκρα, της αποδόμησης, ως ερμηνεία του κειμένου και ως διδασκαλία. Άλλωστε, ένα χαρακτηριστικό της αποδόμησης είναι να «μαθαίνω πώς να μαθαίνω». Από το τι, στο πώς, δηλαδή. Γνώμη μου είναι ότι και τα δύο μπορεί να συνδυάζονται και όχι να είναι μονόπλευρα.

Η γλώσσα, λοιπόν, είναι αυθαίρετη και «ελεύθερη», για τους αποδομητές. Δεν μπορεί, επομένως, να είναι ελληνική ή νεοελληνική, γαλλική ή νεογαλλική, γιατί έτσι –σύμφωνα με την αποδομητική ανάγνωσή της– περιορίζεται η ελευθερία της. Εμποδίζεται η ελεύθερη ανάπτυξή της, καθώς συνδέεται με μια ουσία που έρχεται από παλιά και απ’ έξω κι έτσι την περιορίζει. Και ό,τι έρχεται από παλιά είναι παράδοση, η οποία φυλακίζει τη γλώσσα και δεν την εξελίσσει, άρα η παράδοση είναι ακίνητη, σύμφωνα με τη σκέψη αυτή. Και, στο πολιτικό πεδίο, δεν είναι μια «δημοκρατική» γλώσσα, αλλά μια γλώσσα εθνική (που την ταυτίζουν με τον εθνικισμό, σύμφωνα με τη θεωρία τους), η οποία εμποδίζει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.

Την αυτονομία της γλώσσας, ως συστήματος που αυτοαναπαράγεται, πέρα από προσωπικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτισμικό, ανέπτυξε ακραία στην λογοτεχνία ο Γάλλος Ρολάν Μπαρτ, κριτικός της λογοτεχνίας, φιλόσοφος, γλωσσολόγος και σημειολόγος, όταν το 1968 έγραψε το κείμενο, «Ο θάνατος του συγγραφέα». Εκεί, διαχωρίζει το «έργο», που το γράφει ο συγγραφέας –και είναι, ας πούμε, η «παραδοσιακή» λογοτεχνία– από το «κείμενο», που το γράφει η ίδια η Γλώσσα, ως μια αυθαίρετη και αυτόνομη Γλώσσα, που εξελίσσεται. Έτσι, ο συγγραφέας μετατρέπεται σε «γραφέα», όπως τονίζει ο Μπαρτ, που αναλαμβάνει να γράψει σε λέξεις και κείμενο το πνεύμα της Γλώσσας, το οποίο προϋπάρχει στην αιώνια δομή της. Συνακόλουθα, ο συγγραφέας χάνει τη γλώσσα και την ταυτότητά του και μεταμορφώνεται σε «χέρι, αποκομμένο από οποιαδήποτε φωνή, φερόμενο από μια καθαρή κίνηση εγγραφής (και όχι έκφρασης)», (…) ένα χέρι που «χαράσσει ένα πεδίο χωρίς προέλευση» (…) που «δεν έχει άλλη προέλευση από την ίδια τη γλώσσα». Αποθεώνεται η Γλώσσα, που γράφει το κείμενο και ο αναγνώστης, ενώ «πεθαίνει» ο συγγραφέας. Ο γραφέας δεν έχει σχέση με το κείμενό του, ενώ δεν αναγνωρίζεται καμιά ιστορική συνέχεια και παρελθόν του κειμένου. Είναι ένας χρόνος «εδώ και τώρα». Κυριαρχεί η αβεβαιότητα και τα γλωσσικά σημεία είναι αυτά που κατασκευάζουν το νόημα και όχι το υποκείμενο. Μια ενδιαφέρουσα έρευνα θα ήταν το πόσο, άραγε, σχετίζονται οι ανάλογες «μοντέρνες» παιδαγωγικές τεχνικές, με το μάθημα της έκθεσης και την περιορισμένη έκφραση των μαθητών, τα τελευταία χρόνια;

Βέβαια, ο Ρολάν Μπαρτ, το 1971, αναθεώρησε τα λεγόμενά του, μιλώντας για «συμφιλιωτική επιστροφή του συγγραφέα», και μάλιστα έφτασε να θεωρεί τη λογοτεχνία «έκφραση της ψυχής του συγγραφέα». Φυσικά, οι σύγχρονοι σχεδιαστές της εκπαίδευσης συνεχίζουν να γοητεύονται με εφηβικό τρόπο από την αποδόμηση αυτή, που θα κάνει την εκπαίδευση των παιδιών μας «εφάμιλλη των καλύτερων ευρωπαϊκών», ξεχνώντας αυτήν την βασική λεπτομέρεια. Αξεπέραστες συνήθειες και εμμονές, βέβαια, των χώρων αυτών.

Ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα εικαστικό έργο, οπωσδήποτε έχει πολλές ερμηνείες, συμβολισμούς και μεταφορικές έννοιες, πολλά μηνύματα και αναλύσεις και αυτό είναι που κάνει πιο πλούσια τη συστημική ολιστική σκέψη από τη γραμμική εξήγηση των πάντων. Από τους παγκόσμιους μύθους και τα παραμύθια των λαών, από τα δημοτικά μας τραγούδια μέχρι τη νεοελληνική ποίηση και λογοτεχνία, το κείμενο, σαφώς, μπορεί να ιδωθεί και να κατανοηθεί με παραλλαγές. Και σίγουρα, ο τρόπος να δούμε διαφορετικά ένα έργο αποτελεί μια εξέλιξη της παιδείας μας, χαρίζοντάς μας τον πλούτο της πολυσημίας. Και, ασφαλώς, μπορούμε να μάθουμε, ως αναγνώστες, να διαβάζουμε διαφορετικά ένα κείμενο και να ταυτιζόμαστε με ορισμένα κομμάτια του, ανάλογα με τις προσωπικές μας εμπειρίες.

Όταν όμως ένα σχολικό βιβλίο δεν έχει μια οργανική ενότητα με έναν συνεκτικό πολιτισμό, όταν απομακρύνεται από την ουσία της πολιτισμικής και κοινωνικής εξέλιξης της γλώσσας, για χάρη μιας ψυχαναγκαστικής εμμονής για δήθεν απελευθέρωση της γλώσσας, οδεύει σε μια πανσημία μηνυμάτων, όπου όλα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δηλαδή, μηδέν και τίποτα. Ιδιαίτερα σε μια μεταβατική εποχή κρίσης, όπου κυριαρχεί ο οικονομικός πολιτισμός και η μετατροπή της ανθρώπινης ουσίας σε θέαμα και εμπόρευμα.

Η εξέλιξη της επιστήμης και ένας μεταβατικός πολιτισμός

Η έννοια της αποδόμησης δεν είναι μια αυθαίρετη επιθυμία κάποιων διανοητών. Θα λέγαμε ότι αποτελεί την ακραία και απόλυτη υλοποίηση επιστημονικών ανακαλύψεων και εξελίξεων, από τις φυσικές επιστήμες (ιδιαίτερα της βιολογίας και της φυσικής), στο κοινωνικό πεδίο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Η αποδόμηση, που προαναφέραμε, συνδέεται με την έννοια της αυτοποίησης (ας την κατανοήσουμε ως αυτοδημιουργία, αυτοοργάνωση και ως αυτοαναπαραγωγή). Η αυτοποίηση, μια κομβική εξέλιξη της επιστήμης, εισήχθη ως ορισμός από τους Χιλιανούς βιολόγους Ουμπέρτο Ματουράνα και Φρανσίσκο Βαρέλα, το 1973. Ένα «αυτοποιητικό σύστημα» είναι ένα ιεραρχημένο αυτοοργανωμένο σύστημα, τα μέρη του οποίου σε συνεχή κύκλο καταστρέφουν και αναδημιουργούν τον ίδιον τους τον εαυτό, για να διατηρήσουν σταθερή την κατάστασή του, παρά τις περιβαλλοντικές μεταβολές.

Ο άνθρωπος είναι είναι ένα αυτοποιητικό σύστημα και η θεωρία της αυτοποίησης διαχύθηκε και στις κοινωνικές επιστήμες, με το έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου Nίκλας Λούμαν (Νiklas Luhmann), στον οποίον οφείλεται η ιδέα ότι τα αυτοοργανωμένα κοινωνικά συστήματα δεν αποτελούνται από άτομα ή ρόλους ή δράσεις, όπως συνήθως θεωρείται, αλλά τα συστατικά τους στοιχεία συγκροτούνται από νοηματικές επικοινωνιακές σχέσεις.

Ο Ματουράνα υποστήριζε ότι οι γνωστικές λειτουργίες είναι μία αυτοδημιουργική διαδικασία (self-generating process) και η παραγωγή γνώσης είναι μία αυτοποιητική διεργασία. Ας το κρατήσουμε, λοιπόν, αυτό στο μυαλό, όταν ξανακοιτάξουμε τα βιβλία μας τα οποία όντως τείνουν να υλοποιήσουν, κατά λέξη, την ιδέα της αυτοποίησης, με τη βοήθεια της αποδόμησης. Απλοϊκά, θα περιγράφαμε: «Αφήστε το σύστημα της γλώσσας να λειτουργήσει μόνο του και να αναπαραχθεί, μακριά από εξωτερικές παρεμβάσεις» (συγγραφείς, δασκάλους, ιστορική συνέχεια, εθνικός πολιτισμός, κλπ).

Και πού είναι το «πρόβλημα»;

Όλες οι ανακαλύψεις της επιστήμης είναι καλό να αναλύονται πάντα σε σχέση με τα στάδια του πολιτισμού και τις στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας στις οποίες τις συναντάμε. Οι ανακαλύψεις που προαναφέραμε αποτελούν σπουδαίες στιγμές της ανθρώπινης σκέψης. Προέρχονται από την αξιοποίηση της διαλεκτικής σκέψης με αφετηρία τεράστιους πολιτισμούς, όπως ο αρχαιοελληνικός ή/και ο κινεζικός. Μας βοηθάνε να αναλύουμε τις ανθρώπινες ομάδες με συστημική ματιά και να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει αυστηρή γραμμική εξήγηση στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά κυκλικές αιτιότητες. Η ζωή των ανθρώπων και των ομάδων δεν είναι, εντέλει, μια γραμμή, αλλά εξελισσόμενος κύκλος. Ο Αϊνστάιν, η κβαντομηχανική και η θεωρία του Χάους επηρέασαν όσα αναφέραμε και εντάσσονται στη λεγόμενη «μοντέρνα» και «μεταμοντέρνα» περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, την οποία διανύουμε.

Η απόλυτη, όμως, εφαρμογή των επιστημονικών ανακαλύψεων σχετίζεται σχεδόν πάντα με την αξιοποίησή τους μέσα από την πολιτική, τη γεωπολιτική και την οικονομία. Και όταν, σχεδόν πλανητικά, κυριαρχεί μια συστημική κρίση, η επιστημονική εξέλιξη καταντά να παρέχει ένα πλουμιστό περιτύλιγμα μιας προγενέστερης παρακμής. Το πρόβλημα, λοιπόν, δημιουργείται όταν η γλώσσα και η παιδεία, ως φορέας συνείδησης και όραμα ζωής, εντάσσεται μέσα στη μεταμοντέρνα εποχή μας, η οποία είναι μια ταραχώδης μεταβατική εποχή, που δεν έχει διαμορφωθεί οριστικά και μάλιστα προς μια ουσιαστική δημοκρατία των ανθρώπων.

Η μεταμοντέρνα περίοδος του ανθρώπινου πολιτισμού είναι η φάση που ακολούθησε την κραταιά εποχή του Διαφωτισμού (νεωτερικότητα), κουβαλώντας θετικές εξελίξεις, αλλά κυρίως τις στρεβλώσεις και τις αντιφάσεις της. Η μετανεωτερική εποχή μας και ο μεταμοντερνισμός της –ας πούμε, συμβατικά, ότι χονδρικά ξεκινά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο– είναι μια εποχή για το καλύτερο και το χειρότερο. Διαμορφώθηκε ως απάντηση στο υπαρξιακό κενό που επέφεραν οι ολοκληρωτισμοί της προηγούμενης περιόδου (πόλεμοι, γενοκτονίες, ολοκληρωτικά καθεστώτα, ολοκαυτώματα, κ.α) και έθεσε ως σκοπό την απόλυτη «απελευθέρωση» του ανθρώπου και την εξάπλωση μιας συνολικής «δημοκρατίας».

Φαίνεται όμως ότι επικρατεί η αρνητική πλευρά της, καθώς η πολιτική και οικονομική εκμετάλλευσή της οδηγεί σε έναν νέο ολοκληρωτισμό με προσωπείο δημοκρατικότητας και μια ποικιλία που είναι ουσιαστικά η ποικιλία του ανθρώπου να επιλέγει εμπορεύματα και δυνάστες και όχι η ουσιαστική δημοκρατία με την έννοια της παλιάς ελληνικής Πόλεως. Ζούμε σε μια εποχή που, ενώ δίνει ευκαιρίες για έναν ουσιαστικό «αναγεννησιακό» ανθρώπινο πολιτισμό, οδεύει προς τη συνολική καταστροφή του ανθρώπου ως ύπαρξης. Ο Έλληνας φιλόσοφος Κώστας Παπαϊωάννου, θα πει: «Αν ο 19ος αιώνας είδε τη γέννηση μιας ‘‘ψυχολογίας χωρίς ψυχή’’ […] εμείς θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη σημερινή εποχή σαν εποχή της ανθρωπολογίας «χωρίς άνθρωπο». «Κόλαση με τόσο φως, δεν το περίμενα», θα μας πει ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, δανείζοντάς μας τον ποιητικό οίστρο, για να κατανοήσουμε την αντίφαση των καιρών μας: Ανάμεσα στην τεχνολογική ακμή και την ανθρωπολογική υπαρξιακή παρακμή.

Η μετανεωτερική εποχή, όπως όλες οι ιστορικές περίοδοι, αναφέρεται σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής: Ιστορία, δίκαιο, κουλτούρα, αρχιτεκτονική, πολιτική, λογοτεχνία, κοινωνική φιλοσοφία, μάρκετινγκ, εκπαίδευση κ.λπ. Ο μεταμοντερνισμός της, ως μεταβατικό εγχείρημα είναι η νέα απόπειρα να περιγραφεί μία κατάσταση ή οι αλλαγές που υφίστανται οι θεσμοί και τα ανθρώπινα συστήματα.

Σ’αυτήν την εξέλιξη, όμως, δεν υπερισχύει η θετική πλευρά της νέας εποχής, αλλά μια συλλογιστική υπερμοντερνικότητας, όπου όλα έχουν την ίδια αξία και τίποτα δεν έχει αξία, επειδή απλώς παίζουμε κάποιους εφήμερους και αντιφατικούς ρόλους και επειδή όλα είναι «κοινωνικές κατασκευές» (ιστορία, γλώσσα, ταυτότητα, λαοί, έθνη, φύλα, τάξεις, κλπ). Το υπαρκτό γεγονός ότι ο άνθρωπος, όντως, αν όχι κατασκευάζει, σίγουρα συν-κατασκευάζει (συνδιαμορφώνει) τη ζωή του, καταλήγει σε μια ιδεοληπτική πεποίθηση, ότι όλα μπορεί να τα κατασκευάσει ο άνθρωπος, αρκεί να μηδενίσει ό,τι ήξερε και να κάνει μια νέα ανθρωπολογική αρχή. Βέβαια, στις μέρες μας, αυτό είναι η άλλη όψη της απόλυτης ανελευθερίας. Ο πλουραλισμός του ατομικισμού δεν είναι πλουραλισμός, αλλά ένα νέο αντιανθρώπινο δόγμα: «Ναι σε όλα μέσα στο τίποτα», όπως μας λέει ο Θεόδωρος Ζιάκας.

Η μετάβαση ως όραμα

Βρισκόμαστε στο μεσοδιάστημα ενός νέου πολιτισμού. Όλα είναι υπό διαμόρφωση, γι’ αυτό και γεννιούνται θετικά παραδείγματα, αλλά και κρίσεις. Ο Μπαμπινιώτης ορίζει τον μεταμοντερνισμό ως, «αυτός που σχετίζεται με το σύγχρονο ρεύμα της τέχνης (αρχικώς της αρχιτεκτονικής) που αντιδρά στις φόρμες του μοντερνισμού και χρησιμοποιεί ποικιλία παραδοσιακών στοιχείων σε πρωτότυπες συνθέσεις», καθώς επίσης αυτός που «ακολουθεί αδιάκοπα τις εκάστοτε τάσεις χωρίς αρχές και σταθερά σημεία αναφοράς» και επίσης «(κατ’ επέκταση στις κοινωνικές επιστήμες) ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη της αντικειμενικότητας».

Μέσα στο πεδίο αυτό διαμορφώνεται η εκπαίδευση στις μέρες μας. Δεν είναι μια ιστορία συνωμοσίας, αλλά η εναγώνια προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να δημιουργήσει τον νέο πολιτισμό του, χωρίς όμως να έχει μια σαφή πυξίδα και σαφή πολιτισμικό προσανατολισμό. Τα ερωτήματα που τίθενται στον καθένα είναι πολλά και σοβαρά: από το αν θεωρούμε πρόοδο και ελευθερία το ανθρωποποιημένο ρομπότ και τον μηχανοποιημένο άνθρωπο, μέχρι το αν η επικοινωνία των ανθρώπων θα επιτευχθεί με την κατασκευή μιας κοινής μεταγλώσσας-εργαλείου, πατώντας πάνω στον εκμηδενισμό των γλωσσών και του ιδιαίτερου πολιτισμού των λαών ή αντίθετα μέσα από τον πλούτο των πολιτισμών του κόσμου, που όμως συμβιώνουν σε καθεστώς ουσιαστικής δημοκρατίας, αλληλεγγύης και αλληλεπίδρασης

Στη συγκυρία αυτή, ο ελληνικός πολιτισμός είναι ήδη «μεταμοντέρνος», επειδή στη σύνθεση των αιώνων μπόρεσε να γεννήσει και να συγκεράσει πολλές από τις έννοιες που αναφέραμε. Η υπεράσπιση της ελληνικής παιδείας αποτελεί στοιχείο κυριολεκτικά επιβίωσης και όραμα διεξόδου στους νέους πολύπλοκους καιρούς. Ιδιαίτερα σε μια πατρίδα όπως η δική μας, όπου η ιστορία, η γλώσσα μας, ως πλούσια φιλοσοφική και εννοιολογική επικοινωνία, και η σύνθεση των ιδεών, αποτελούν ταυτοτικό χαρακτηριστικό της και τρόπο θέασης και ανάλυσης του κόσμου.

Κατά συνέπεια, ο εκσυγχρονισμός της παράδοσης, που προτάσσει το ΑΡΔΗΝ, συνομολογεί και οικοδομεί εκ νέου τα «κοινώς συμφωνημένα υπονοούμενα» ενός εθνικού μεταμοντερνισμού ικανού να εμπνεύσει τον ελληνισμό, σε συνεργασία με άλλα παραδείγματα και παραδόσεις, που ψάχνουν διέξοδο από την υπερνεωτερική ύβρη.

* Κοινωνιολόγος

ΣΧΕΤΙΚΑ

3 ΣΧΟΛΙΑ

Λάμπρος Καλλένος 5 Ιανουαρίου 2022 - 11:46

Λέει ο αρθρογράφος πως η γλώσσα «επηρεάζεται ακόμα από τη γεωμορφολογία και το κλίμα των περιοχών του πλανήτη». Αυτό όμως δεν ισχύει. Διερωτώμαι τι μπορεί να θεωρεί σαν επίδραση του κλίματος στη γλώσσα.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Κωστας Κ. 11 Απριλίου 2022 - 16:48

Ως επίδραση του κλίματος στη διαμόρφωση της γλώσσας, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στις βόρειες χώρες έχουν πλήθος λέξεων για να περιγράψουν το χιόνι, συγκριτικά με το περιορισμένο δικό μας αντίστοιχο λεξιλόγιο.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Λάμπρος Καλλένος 11 Απριλίου 2022 - 19:18

Οι πολλές λέξεις για το χιόνι που έχουν οι Εσκιμώοι είναι μια παρεξήγηση που ξεκίνησε από τον ανθρωπολόγο Φρανζ Μπόαζ (Frans Boaz) –ας μη πούμε μύθος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Eskimo_words_for_snow

Αλλά και να ίσχυε, η σωστή περιγραφή του δεν θα ήταν «επίδραση του κλίματος στη γλώσσα». Θα εσήμαινε πως όσο πιο πολλές λέξεις, τόσο πιο πολλές έννοιες, όπως και ο ισχυρισμός της παρεξήγησης που ξεκίνησε ο Μπόαζ.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: