Αρχική » Οι ιέρακες της Ουάσιγκτον επιχειρούν αντεπίθεση

Οι ιέρακες της Ουάσιγκτον επιχειρούν αντεπίθεση

από Αναδημοσιεύσεις

Του Κώστα Ράπτη από το Capital

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν έχει λόγους να είναι δυσαρεστημένος. “Η πρώτη διεθνής συνδιάλεξη της χρονιάς αποδεικνύει την ειδική φύση των σχέσεών μας” ανέγραψε στο Twitter μετά την τηλεφωνική συνομιλία του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στις 2 Ιανουαρίου. Πρόσθεσε δε ότι συζητήθηκε η κοινή δράση της Ουάσιγκτον, του Κιέβου και των εταίρων τους για “τη διατήρηση της ειρήνης, την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης, την προώθηση των μεταρρυθμίσεων και την απο-ολιγαρχικοποίηση”. Το τελευταίο προφανώς αναφέρεται στον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος του ΑΕΠ της Ουκρανίας από έναν ελάχιστο αριθμό επιχειρηματιών, μεταξύ των οποίων ο Ρινάτ Αχμέτοφ, τον οποίο ο Ζελένσκι κατήγγειλε ότι απεργαζόταν τον Δεκέμβριο φιλορωσικό πραξικόπημα – αλλά και ο Ουκρανο-Ισραηλινο-Κυπριακής υπηκοότητας μεγιστάνας Ίχορ Κολομόισκι, που στήριξε τον ίδιο για να ανέλθει στην προεδρία.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζιν Πσάκι, το μήνυμα του Μπάιντεν προς τον Ζελένσκι ήταν αρκούντως σύνθετο. Συγκεκριμένα, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να τόνισε στον συνομιλητή του ότι ΗΠΑ και δυτικοί σύμμαχοί τους θα απαντήσουν “αποφασιστικά” σε περίπτωση που η Ρωσία εισβάλει “περαιτέρω” στην Ουκρανία, υπογράμμισε την δέσμευση της Ουάσιγκτον στην αρχή “τίποτε για εσάς χωρίς εσάς”, ενώ εξέφρασε την υποστήριξή του στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης για την αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Ντονμπάς και στην ενεργητική διπλωματία για την εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ, στο πλαίσιο του Σύνθεσης Νορμανδίας (Ρωσία – Ουκρανία – Γαλλία – Γερμανία).

Με άλλα λόγια, το κύριο αντικείμενο της συνομιλίας ήταν η επιθυμία του ενοίκου του Λευκού Οίκου να αποσείσει την εντύπωση ότι θα “αδειάσει” το Κίεβο κατά την διαπραγμάτευση που ανοίγει με τη Μόσχα, με διαδοχικούς σταθμούς μέσα στον μήνα αυτό τον αμερικανορωσικό Στρατηγικό Διάλογο, τη συνεδρίαση του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας και τις διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του ΟΑΣΕ. Παράλληλα, όμως, υποδεικνύει ως οδό αποκλιμάκωσης δια της διπλωματίας την υλοποίηση της σχεδόν ξεχασμένης τελευταία Συμφωνίας του Μινσκ, η οποία επιβάλλει και στο Κίεβο (ανεκπλήρωτες έως τώρα) υποχρεώσεις, οι οποίες στο παρόν πολιτικό κλίμα της Ουκρανίας θεωρούνται απαράδεκτες υποχωρήσεις, ήτοι την αναθεώρηση του Συντάγματος και την χορήγηση αμνησίας, ώστε οι αποσχισθείσες περιοχές του Ντονμπάς να επανέλθουν στην ουκρανική κυριαρχία υπό καθεστώς αυτονομίας.

Σημειωτέον, ότι τις Συμφωνίες του Μινσκ έχουν συνυπογράψει, υπό την πίεση των μεσολαβητριών δυνάμεων της Σύνθεσης Νορμανδίας (στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι ΗΠΑ) και οι εκπρόσωποι των αυτονομιστών του Ντονμπάς, τους οποίους έκτοτε το Κίεβο δεν έχει αναγνωρίσει ως συνομιλητές.

Η δε “αποφασιστικότητα” με την οποία περιβάλλει τη στάση του ο Μπάιντεν αναφέρεται σε ένα ενδεχόμενο, την “περαιτέρω εισβολή” της Ρωσίας στην Ουκρανία, το οποίο η ίδια η Δύση φροντίζει να διογκώνει, χωρίς να είναι απαραιτήτως χρήσιμο στη Μόσχα. Ακόμη και τα στρατιωτικά μέτρα που αφήνει να αιωρούνται ο Πούτιν ως έσχατη καταφυγή απέναντι στην Ουκρανία (αλλά και κάθε άλλη “απειλή” στα δυτικά της σύνορα!) δεν απαιτούν στην εποχή των “χειρουργικών πληγμάτων” την μετακίνηση ούτε ενός στρατιώτη.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική δέσμευση ως προς την κυριαρχία και ακεραιότητα της Ουκρανίας θα πρέπει να σχετικοποιηθεί με βάση την προηγηθείσα δήλωση Μπάιντεν ότι αποκλείει άμεση αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στην ουκρανική επικράτεια.

Οι παράλληλοι μονόλογοι έχουν όμως το όφελος ότι όσο η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της τρίζουν τα δόντια σε σχέση με το (ενδεχομένως φανταστικό) σενάριο της “περαιτέρω ρωσικής εισβολής”, αποφεύγεται η δημόσια συζήτηση ως προς το αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιβάλλει η Μόσχα ήτοι την πολύ πραγματική (έστω και υλοποιούμενη έως τώρα δια της “σαλαμοποίησης”) επέκταση του ΝΑΤΟ και των δυνάμεών του προς Ανατολάς.

Η μέριμνα να μην φανεί υποχωρητικός ωθεί τον Μπάιντεν σε προειδοποιήσεις για συντριπτικές κυρώσεις εάν η Ρωσία διαβεί τον Ρουβίκωνα. Όμως οι ιέρακες της Ουάσιγκτον, που αντιλαμβάνονται το πραγματικό επίδικο, ανασυντάσσονται, προβάλλοντας τις συντριπτικές κυρώσεις ως την καλύτερη μέθοδο αποτροπής, που πρέπει να προηγηθεί της όποιας ρωσικής κίνησης.

Αυτό ακριβώς δήλωσε ο επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της ομοσπονδιακής Βουλής των Αντιπροσώπων, Δημοκρατικός βουλευτής της Καλιφόρνιας Άνταμ Σιφ, παρουσιάζοντας ως περίπου απανόφευκτη, δίχως την επιβολή κυρώσεων, την ρωσική εισβολή. Σε παραπλήσια, αλλά λιγότερο σαφή διατύπωση, 24 επιφανείς πρώην αξιωματούχοι (ανάμεσά τους οι πρώην πρεσβευτές στη Ρωσία λη την Ουκρανία Μάικλ ΜακΦάουλ και Αλεξάντερ Βέρσμποου, Στίβεν Πάιφερ και Τζον Χερμπστ, ο άλλοτε κεντρικός τραπεζίτης Κουρτ Βόλκερ και ο συγγραφέας Φράνσις Φουκουγιάμα) με κοινή ανοικτή επιστολή τους ζητούν να διατυπώσει άμεσα και συγκεκριμένα ο Μπάιντεν στον Πούτιν την απειλή συντριπτικών κυρώσεων, ώστε αυτός να οπισθοχωρήσει.

Όμως η Μόσχα έχει τονίσει με κάθε δυνατό τρόπο ότι τυχόν νέες κυρώσεις θα αποτελέσουν “κολοσσιαίο λάθος”, που θα οδηγήσει σε “διακοπή των σχέσεων” (και προφανώς την απευκταία για ορισμένους διαπραγμάτευση επί της ρωσικής ατζέντας).

Αλλά στο αμερικανο-ρωσικό επίπεδο, όπου όχι μόνο οι οικονομικές αλλά και οι διπλωματικές σχέσεις είναι περιορισμένες, αυτή η “διακοπή” δεν έχει κάτι το συγκλονιστικό. Όμως έχει και με το παραπάνω, σε ό,τι αφορά τον κυριότερο εμπορικό εταίρο της Ρωσίας, δηλ. την Ε.Ε.

Το να μην υπάρξει αρραγές διατλαντικό μέτωπο απέναντί της αποτελεί για τη Ρωσία κρίσιμο διακύβευμα. Και προφανώς αποτελεί μια πρώτη απάντηση το “νέο ξεκίνημα” στις γερμανο-ρωσικές σχέσεις που επιδιώκει να επιτύχει “υπό την προσωπική του επίβλεψη” (δηλ. παρακάμπτοντας την Πράσινη υπουργό Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ) ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, αποστέλλοντας εντός του Ιανουαρίου στο Κρεμλίνο το σύμβουλό του επί εξωτερικής πολιτικής Γενς Πλότερ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: