Αρχική » Επανακυκλoφορεί: Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

Επανακυκλoφορεί: Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

από Άρδην - Ρήξη

Τίτλος: Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Σελ. 578

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και μπορείτε να το παραγείλετε και από από το ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλείο.

Το 1204 -χρονολογία κατά την οποία κατεστράφη ολοσχερώς η Κωνσταντινούπολη, συμπαρασύροντας το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου- παραμένει σχεδόν άγνωστο ή αγνοημένο.
Πώς και γιατί σβήστηκε και αποσιωπήθηκε το 1204 από τη συλλογική μνήμη, παρότι αποτέλεσε ένα γεγονός αποφασιστικότερης σημασίας και από αυτή την Άλωση του 1453;

Πώς και γιατί δεν αντιμετωπίζεται ως το γενέθλιο ορόσημο στην ιστορία του νεώτερου ελληνικού έθνους;

Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειας του με τον βυζαντινό. Παράλληλα, και συναφώς, αποκρύπτει τις αποικιακού τύπου σχέσεις που εγκαθιδρύθηκαν ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου, παραχαράσσοντας την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο κρίσιμο κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρότηση της Δύσης.

Η αποφασιστική στιγμή της “στροφής” υπήρξε η περίοδος ανάμεσα στο 1071 και τον 14ο αιώνα, την οποία συμβολικά χαρακτηρίζουμε ως “1204”, όταν οι Φράγκοι θα απομυζήσουν και θα διαμελίσουν τον βυζαντινό ελληνισμό, για να τον παραδώσουν ανήμπορο στα χέρια των Οθωμανών. Ο ελληνισμός δεν θα μπορέσει ποτέ πια να σταθεί στα πόδια του ως αυτόνομος χώρος, ως συνέχεια της ελληνικής “οικουμένης”, και θα επιβιώνει στο εξής ως ένας απλός μεθοριακός σταθμός μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Οκτώ αιώνες μετά το 1204, προϋπόθεση για την απο-αποικιοποίηση της σκέψης μας αποτελεί η αναγνώριση μιας ταυτότητας συγκροτημένης διά της αντιστάσεως.

Περιεχόμενα:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΒΡΥΩΝΗ ΣΤΗ Γ΄ ΕΚΔΟΣΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗΣ
ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗΣ
ΜΕΡΟΣ Α΄. ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΕΡΟΣ Β΄. ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΜΕΡΟΣ Γ΄. ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»
ΜΕΡΟΣ Δ΄. ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΗΣΥΧΙΑ
ΜΕΡΟΣ Ε΄. ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄. ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΧΑΡΤΕΣ ΕΚΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

 Δεύτερος τόμος: 1821, Η Δυναμική της Παλιγγενεσίας, β΄ έκδοση

Ο πρόλογος του βιβλίου από τον αείμνηστο Σπύρου Βρυώνη

Όπως πολλοί προγενέστεροι μελετητές –αλλά εν τέλει και η ίδια η κοινωνία–, ο Γιώργος Καραμπελιάς επιχειρεί να ορίσει και να εντοπίσει χρονολογικά (σε μια ευρύτατη ιστορική κλίμακα) την περίοδο κατά την οποία αναδύθηκαν για πρώτη φορά οι «ιδέες» οι οποίες σφράγισαν τη σύγχρονη Ελλάδα. Το ανά χείρας πόνημά του δεν συνιστά ούτε μια παραδοσιακή πολιτική ιστορία ούτε μια καθαρή ιστορία των ιδεών, αποτελεί μάλλον μια πολιτισμική ιστορία, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου.

Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος προγενέστερων προσεγγίσεων, ο συγγραφέας προτείνει μια συνεκτική διαλεκτική μεταξύ της εξωτερικής και εσωτερικής δυναμικής της δυτικής (βασικά ιταλικής στην προέλευσή της) πρωτο-αποικιοκρατίας, και των αμυντικού χαρακτήρα βυζαντινών αντιδράσεων (εσωτερική αναδίπλωση σε μια συντηρητική θρησκευτικότητα).

Σε όλα τα κομβικά σημεία των επισημάνσεων και των ερμηνειών του, αναφέρεται σε συγκεκριμένες διασυνδέσεις μεταξύ της εξωτερικής και εσωτερικής δυναμικής, ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες/πεποιθήσεις του Βυζαντίου και εκείνες των Ιταλών αποικιοκρατών, προκειμένου να εντοπίσει τη γένεση των «ιδεών» των σύγχρονων Ελλήνων και της Ελλάδας γενικότερα. Ως μόνιμη επωδό δε, συγκρίνει την ανάδυση και την άνθηση των ιταλικών πόλεων-κρατών με τις αρχικές επιτυχίες των Βυζαντινών, αλλά και με την τελική αδυναμία των τελευταίων να οικοδομήσουν, επί τη βάσει της ήδη κατακτημένης δημιουργικότητάς τους, νεώτερες και θετικές εξελίξεις για μια ολοκληρωμένη άνθηση μιας βυζαντινής εκδοχής της Αναγέννησης. Μια καταστρεπτική πολιτικο-οικονομική ιστορική αλληλουχία στέρησε τελικά το Βυζάντιο από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια τέτοια άνθηση.

Χαρακτηρίζει το ύστερο Βυζάντιο ως μια κοινωνία που υπερείχε ποιοτικά και όντως καινοτομούσε στη σφαίρα των τεχνών, της λογοτεχνίας και των κλασικών σπουδών· και, όντως, διαπιστώνεται όχι μόνο ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς, αλλά και η ύπαρξη ενός μικρού σώματος διανοουμένων-γραφειοκρατών που ενδιαφέρονταν ακόμα και για τη μετάφραση της αρχαίας λατινικής λογοτεχνίας και των μεσαιωνικών λατινικών εκκλησιαστικών κειμένων.

Κατά την πραγμάτευση αυτών των «θετικών» εξελίξεων στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες, στην περίοδο μετά το 1071, προβαίνει σε παραλληλισμούς με ανάλογες πολιτισμικές εξελίξεις στην κουλτούρα της πρώιμης ιταλικής Αναγέννησης. Αυτός ο παραλληλισμός προσφέρει, δικαιολογημένα, την ευκαιρία στον συγγραφέα να ανασκευάσει ορισμένες πτυχές της δυτικής ιστοριογραφίας, παλαιότερης κοπής, η οποία συνέκρινε εξαιρετικά δυσμενώς το ύστερο Βυζάντιο με τις κατακτήσεις της ιταλικής Αναγέννησης. Αν και οι πιο πρόσφατες βυζαντινές σπουδές έχουν κάνει πολλά βήματα για να μετριάσουν την αρνητική απολυτότητα της παλαιότερης βυζαντινολογίας, παραμένουν ωστόσο σημαντικές επιβιώσεις της στη συνολική αντίληψη για το Βυζάντιο της παλαιολόγειας περιόδου. Απέναντι σε μια τέ­τοια μεροληπτική αντίληψη, ο Γ. Καραμπελιάς προχωράει σε μια πολεμική –τις βασικές προκείμενες της οποίας καταδεικνύει επαρκώς– με τις βαθύτερες ρίζες αυτών των προκαταλήψεων, που βρίσκονται στον Φαλμεράυερ και τους οπαδούς του, καθώς και σε νεο-φαλμεραϋερανούς, όπως ο Romilly Jenkins και ο Cyril Mango. Επισημαίνει πως αυτή η αρνητική προκατάληψη για το ύστερο Βυζάντιο είχε αναπτυχθεί σε έναν βαθμό και από τους Έλληνες λογίους, κατά την πρώτη περίοδο της ίδρυσης του νεώτερου ελληνικού κράτους, όταν επέλεξαν την πρόσδεση στην κλασική Αθήνα, σε αντίθεση με τις παραδόσεις του Βυζαντίου.

Εν τέλει, σε αυτή τη μελέτη, ο συγγραφέας επικεντρώνει την πραγμά­τευσή του σε μια νέα μορφή βυζαντινού πολιτισμού και παιδείας που, ακόμα και στη χοάνη της συντηρητικής οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατόρθωσε να διαμορφώσει μια ελληνική εκδοχή του σύγχρονου Διαφωτισμού. Αυτός ο εκτενής –μια αληθινή πρόκληση για γόνιμο προβληματισμό– τόμος θέτει ένα μεγάλο μέρος της προκαταρκτικής εργασίας για τους τόμους που θα ακολουθήσουν και θα εξετάζουν την επίδραση τόσο των αρχαίων ελληνικών όσο και των βυζαντινών παραδόσεων και «ιδεών» στη διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, έως το 1922.

Ο ανά χείρας πρώτος τόμος δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην απειλή από τη Δύση παρά από τη μουσουλμανική Ανατολή, γεγονός που, από πρώτη άποψη, μπορεί να φανεί παράδοξο. Αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους / Ενετούς, το 1204, συνέβησαν σε μία εποχή κατά την οποία η πόλη ήταν πολύ μεγαλύτερη, πιο πυκνοκατοικημένη και πλουσιότερη (καθώς επίσης και φτωχή), και, επομένως, οι καταστροφές ήταν πολύ μεγαλύτερες από ποσοτική άποψη, αν και ποιοτικά ισοδύναμες με εκείνες του 1453. Σε ένα πρώτο επίπεδο, εύλογα υποστηρίζει πως η αυτοκρατορία δεν ανέλαβε ποτέ εντελώς από τα πλήγματα της Τέταρτης Σταυροφορίας του 1204, δεδομένου ότι οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της λατινικής και ενετικής κυριαρχίας σε πολλές περιοχές που στο παρελθόν ανήκαν στο βυζαντινό κράτος. Και όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ανακατέλαβε την πόλη, το 1261, ανέλαβε να κυβερνήσει, τελικά, ένα κατά πολύ συρρικνωμένο εδαφικά κράτος, ενώ το 1453 η Κωνσταντινούπολη ήταν πλέον μια υδροκέφαλη πρωτεύουσα, που μετά βίας διέθετε σώμα, χέρια και πόδια.

Ο διαμελισμός των ιματίων της αυτοκρατορίας, μετά το 1204, ανάμεσα στους Λατίνους βαρόνους και επισκόπους καθώς και στους Ενετούς εμπόρους, παραλληλίζεται με την αποκέντρωση της βυζαντινής πολιτικής ζωής  μέσω της εγκαθίδρυσης ανεξάρτητων «ελληνικών» κρατών στην Τραπε­ζούντα, τη Νίκαια και την Ήπειρο. Κατά συνέπεια, το πανίσχυρο και συγκεντρωτικό κράτος του παρελθόντος έσβησε γεωγραφικά και πολιτικά. Το κράτος περιορίστηκε σταδιακά σε ένα κατ’ εξοχήν, αν όχι και αποκλειστικά, ελληνόφωνο βασίλειο, ανάλογο με εκείνα των Βαλκανίων –των Σέρβων και Βουλγάρων–, ενώ, στη Μικρά Ασία, συρρικνώθηκε εξ αιτίας της εμφάνισης αναρίθμητων τουρκικών εμιράτων.

Αυτό συνέπεσε –αν και εν μέρει είχε προηγηθεί κατά τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα– με την επανεμφάνιση του όρου Έλληνας ως εθνικού και όχι μόνο θρησκευτικού όρου. Όλο και περισσότερο, οι παλαιότεροι Ρωμαίοι –το κράτος, τα εδάφη, οι ποταμοί και οι θάλασσές τους– άρχισαν να αποκαλούνται Έλληνες και η άμεση συνάφεια αυτών των ελληνόγλωσσων Βυζαντινών με τους αρχαίους Έλληνες γενικεύτηκε στην επιστολογραφία, σε πολλά χρονικά και στους ιστορικούς της περιόδου. Ίσως όλα αυτά να οφείλονταν σε ένα μίγμα ιστορικών γεγονότων και αιτίων, όπως επισημαίνει ο Γ. Καραμπελιάς. Δεν ήταν μόνο η λατρεία του ελληνισμού αλλά και η προτροπή των Καππαδοκών πατέρων της Εκκλησίας προς τους νέους ότι πρέπει να γνωρίσουν την ελληνική γραμματεία, διότι χωρίς αυτή δεν θα ήταν εν τέλει σε θέση να κατανοήσουν τα μυστήρια του χριστιανισμού. Μια τόσο συντηρητική μορφή όπως ο πρώτος Έλληνας πατριάρχης υπό τον νέο ηγεμόνα της Κωνσταντινούπολης, τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄, ο Σχολάριος Γεννάδιος, στους οκτώ τόμους των γραπτών του, αναφέρεται στους Βυζαντινούς ως «νῦν Ἕλληνες», σε αντίθεση με τους αρχαίους Έλληνες, τους οποίους αποκαλεί «οἱ τότε Ἕλληνες». Η δε πόλη της Αθήνας είναι η «πατρὶς ἡμῶν» (sic).

Ο Καραμπελιάς αντιμετωπίζει τον δέκατο τέταρτο αιώνα ως μια ιστορικά καταστρεπτική περίοδο. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός προσπάθησε να αποκρούσει τους Λατίνους, τους Σέρβους, τους Οθωμανούς, και τους Μπέηδες της Μικράς Ασίας, ενώ, παράλληλα, καταπολεμούσε την κοινωνικο-οικονομική εξέγερση του λαού της Θεσσαλονίκης· καθώς σε όλα του τα εγχειρήματα απέτυχε, αφού καταδίκασε τους Ζηλωτές στη Σύνοδο του 1351, τελικά απελπίστηκε. Αποσύρθηκε σε μια μοναστική ζωή, όπου έγραψε την ιστορία του, καθώς επίσης και την πραγματεία του για τους Παλαμιστές ή Ησυχαστές. Είχε αποτύχει πολιτικά απέναντι σε ανυπέρβλητες δυσκολίες σε Ανατολή και Δύση· η Αυτοκρατορία ξε­σχιζόταν από τις εμφύλιες συγκρούσεις και από τη διαμάχη μεταξύ των Παλαμιστών και των οπαδών του μεταστραφέντος στην ορθοδοξία Λατίνου λογίου, Βαρλαάμ. Έχοντας βρεθεί στο επίκεντρο μιας δίνης πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών γεγονότων, τα περισσότερα από τα οποία υπήρξαν καταστρεπτικά για το κράτος, ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε το βυζαντινό στέμμα και αποτραβήχτηκε σε ένα μοναστικό περιβάλλον, που κυριαρχείτο όλο και περισσότερο από την προσχώρηση του μοναστικού στοιχείου στις διδασκαλίες και την πρακτική του ησυχασμού. Είχε αρνηθεί το στέμμα χάριν του ράσου.

Ο αντιδυτικισμός ενδύθηκε σταδιακά τη μορφή της Ησυχαστικής Έριδας και επέπρωτο να καταλήξει σε μια σύγκρουση μεταξύ υπερασπιστών και αντιπάλων της ένωσης ανάμεσα στις Εκκλησίες του πατριάρχη και του πάπα. Η αλληλουχία των καταστρεπτικών εξελίξεων του δέκατου τέταρτου αιώνα υπήρξε αποφασιστική για την ανακοπή των διαδικασιών που θα οδηγούσαν σε μια βυζαντινή εκδοχή της Αναγέννησης και, τελικώς, πολλοί λόγιοι προσελκύστηκαν στην Ιταλία, όπου ανέλαβαν βασικό ρόλο στη διάσωση των έργων της κλασικής Ελλάδας, με την εισαγωγή των ελληνικών στα ιταλικά σχολεία, δημιουργώντας μια νέα γενεά Ιταλών ελληνιστών. Περαιτέρω δε, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Βησσαρίωνος, διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο για τη μεταφορά στη Δύση των περισσότερων από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς των οποίων τα χειρόγραφα είχαν επιζήσει της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, το 1204· η νεοεισαχθείσα ελληνική γνώση και η κριτική μελέτη της, με τη δημοσίευση έντυπων εκδόσεων, έμελλαν να εμπλουτίσουν τα πανεπιστήμια και τα γυμνάσια της Αναγέννησης και της σύγχρονης Δύσης.

Το ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών ενίσχυσε τις τάξεις των Ησυχα­στών, του κινήματος που σηματοδοτούσε μια αναδίπλωση στο ορθόδοξο δόγμα – δεδομένου ότι ο λατινικός σχολαστικισμός απεδείχθη κραταιότερος στις διανοητικές διαμάχες και τις θεολογικές συζητήσεις.  Παράλληλα, εμφανίστηκε μια άλλη, ακραία εναλλακτική λύση, η επιστροφή στην αρχαία ελληνική παράδοση, με κύριο εκπρόσωπο και υπερασπιστή της τον διάσημο πλατωνικό φιλόσοφο Γεμιστό Πλήθωνα, ο οποίος είχε συγκεντρώσει έναν κύκλο παγανιστών στον Μυστρά, την Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Ο Πλήθων πρότεινε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τη δημιουργία ενός νέου κράτους που θα ήταν ελληνικό ως προς τον πολιτισμό και την παράδοση· επανεπεξεργάστηκε πτυχές των πολιτικών έργων του Πλάτωνα, για να επιβάλει τους θεσμούς αυτού του νέου κράτους στα ελληνικά εδάφη· έγραψε, τέλος, μια εκτενή πραγματεία για την αναγέννηση μιας μορφής της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας, με την πρόθεση να υποκαταστήσει τον χριστιανισμό.

Το μεγαλύτερο μέρος της σημαντικής μελέτης του Γιώργου Καραμπελιά εστιάζεται στην ανάλυση των νέων παραγόντων και των εμφάσεων που συγκροτούν το βασικό υπόβαθρο των «ιδεών» που διαπερνούν τον σύγχρονο ελληνισμό. Μια βασική πτυχή αυτής της ερμηνευτικής απόπειρας, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι η συνάρθρωση της εξωτερικής και της εσωτερικής δυναμικής· στα πλαίσια της εξωτερικής παραμέτρου, εντάσσονταν το ζεύγος της λατινικής Δύσης και της μουσουλμανικής Ανατολής, ενώ της εσωτερικής, ένα δεύτερο ζεύγος, εκείνο της θρησκευτικής και της κοσμικής συνιστώσας. Αναπτύσσοντας πάρα πέρα, με πειστικότητα, τα επιχειρήματά του, προβαίνει χρονολογικά σε μια πρώτη γενική περιοδολόγηση του σύγχρονου ελληνισμού (1071-1821), διαφοροποιώντας το πρώτο ήμισυ, δηλαδή την ύστερη βυζαντινή περίοδο, από το δεύτερο, δηλαδή την εποχή της «Τουρκοκρατίας» (1453-1821). Ανιχνεύει δε τη συνέχεια του ελληνισμού σε μια ισχυρή μη-πολιτική συνοχή, που σημαδεύεται από τις οθωμανικές κατακτήσεις, οι οποίες κατέληξαν στην πολιορκία και την άλωση της Κωνσταντινούπολης, της Πελοποννήσου και της Τραπεζούντας.

Η συνέχεια του νεώτερου ελληνισμού μπορεί να διαπιστωθεί, όπως αναφέρει, στη βαθύτατη ανάμνηση της Άλωσης και του θανάτου του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα, που συνέβη κατά τη διάρκειά της. Οι θρήνοι επιζούν όχι μόνο στη λόγια φιλολογική, αλλά και στην προφορική παράδοση. Η συνέχεια εγγράφεται μάλιστα και στο θεσμικό πεδίο, με την επιβίωση και την επίσημη αναγνώριση των πατριαρχών ως ηγετών του ορθόδοξου πληθυσμού από τους σουλτάνους. Το Πατριαρχείο συνέχισε να συγκαλεί την πατριαρχική Σύνοδο, να ηγείται μιας σημαντικής εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας μητροπολιτών και επισκόπων, και, σε έναν ορισμένο αλλά μικρότερο βαθμό, συνέχισε να θεραπεύει το εκπαιδευτικό σύστημα. Προ πάντων, έτσι διεσώθη το παραδοσιακό εορταστικό ημερολόγιο, τόσο χριστιανικής όσο και ειδωλολατρικής προέλευσης. Η Εκκλησία ανέλαβε, σε αυξανόμενο βαθμό, τον ρόλο της διάσωσης της ελληνόφωνης ορθόδοξης κοινότητας, όπως επίσης και των άλλων ορθόδοξων εθνικών ομάδων. Έπρεπε να υιοθετήσει μια αμυντική στάση αντίστασης στο ισχυρό ρεύμα του εξισλαμισμού των πιστών, και της ανάλογης επιρροής των καθολικών και των προτεσταντών της Δύσης.

Μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β΄ και την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η πλειοψηφία των χριστιανών της Μικράς Ασίας είχε ήδη εξαφανιστεί –από τα τέλη του ενδέκατου αιώνα μέχρι τα μέσα του δέκατου πέμπτου– μέσω των εξισλαμισμών, της θνησιμότητας και της πώλησής τους ως δούλων. Κατά συνέπεια, ο νεώτερος ελληνισμός είχε υποστεί την εδαφική και πολιτιστική απώλεια της σημαντικότερης βάσης του στη Μικρά Ασία.

Αλλά η κατάσταση ήταν αρκετά διαφορετική στα Βαλκάνια: Τα νησιά και κάποιοι απομονωμένοι θύλακες στη Μικρά Ασία αποτέλεσαν ορισμένους από τους βασικούς υπερασπιστές της διατήρησης του νεώτερου ελληνισμού. Και αυτό που ίσχυε για τη θρησκεία ίσχυε, σε γενικές γραμμές, επίσης και για τη διάσωση της ομιλούμενης γλώσσας των Ελλήνων.

Ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα άλλο στοιχείο, απαραίτητο για την επιβίωση του ύστερου βυζαντινού ελληνισμού, το οποίο βρίσκεται στη βάση των «ιδεών» της σύγχρονης Ελλάδας και των Ελλήνων: Αποφασιστικής σημασίας γι’ αυτή τη συνέχεια υπήρξε όχι μόνον η Εκκλησία και οι διοικητικές, θρησκευτικές και εκπαιδευτικές δομές της, αλλά και οι κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές μορφές αυτού που αποκαλεί καθημερινότητα. Η επιβίωση των βυζαντινών νομικών κωδίκων και οι πρακτικές που αφο­ρούν στη θαλάσσια και αγροτική ζωή συγκαταλέγονται ανάμεσα στις σημαντικότερες βυζαντινές επιβιώσεις στην καθημερινή ζωή πολλών Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Επιπλέον, οι πανηγύρεις (που είχαν τόσο  εμπορική όσο και θρησκευτική σημασία) ήταν εξαιρετικά χαρακτηριστικές στην Τουρκοκρατία, δεδομένου ότι είχαν ταυτόχρονα παγανιστική και χριστιανική υφή, όπως ήταν και οι λατρείες των αγίων, που συντήρησαν τόσο πολλά βασικά στοιχεία των κανονικών κύκλων της ζωής σε ένα άτυπο επίπεδο. Η γεωργική τεχνολογία άλλαξε ελάχιστα από την εποχή της συγγραφής των βυζαντινών Γεωπονικών, και το μεγαλύτερο μέρος των πρακτικών που περιγράφονται σε αυτά ήταν ακόμα τρέχουσες στην αγροτική Ελλάδα (και σε ένα μεγάλο μέρος των Βαλκανίων), στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Μάλιστα, ο Γ. Καραμπελιάς διαφοροποιεί επιμελώς την επίσημη κουλτούρα (της κυβερνώσας ελίτ) από τον λαϊκό πολιτισμό (τον πολιτισμό όλων των υπολοίπων), δεδομένου ότι ο πολιτισμός της καθημερινότητας παρέμεινε σχετικά σταθερός καθ’ όλη αυτή τη χρονική διάρκεια.

Αν συνυπολογίσει κανείς όλα αυτά τα δεδομένα με την επιβίωση τόσο της λόγιας όσο και της δημοτικής γλώσσας, τόσο της επίσημης θεολογίας όσο και της λαϊκής θρησκευτικότητας, τότε διαθέτει τις ενδείξεις που καταδεικνύουν μια μεγάλη περίοδο συνέχειας, παράλληλα με ορισμένες ουσια­στικές πολιτικές αλλαγές.

Πολλοί ιστορικοί, ιδιαίτερα Έλληνες, θα συμφωνούσαν με τον συγγραφέα στον ορισμό της ύστερης βυζαντινής περιόδου ως της αφετηρίας των σύγχρονων Ελλήνων και της σύγχρονης Ελλάδας από την άποψη ενός ορισμένου βαθμού συνέχειας του πολιτισμού, των θεσμών και της γλώσσας.

Η θέση του Καραμπελιά, για τη γένεση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας στο ύστερο Βυζάντιο και τη συνέχειά της με την Τουρκοκρατία, αντιστρατεύεται τους ισχυρισμούς της πρόσφατα εμφανισθείσας αποδομητικής αντίληψης για τις απαρχές του σύγχρονου ελληνισμού. [Όντως, η εμφάνιση της αποδομητικής αντίληψης ως εκπαιδευτικής μεθόδου στην Ελλάδα, και η βαθμιαία επικράτησή της σε ένα μεγάλο μέρος της ανώτατης εκπαίδευσης, και ειδικά στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, έχει επιφέρει τρομακτικές αλλαγές στα εκπαιδευτικά  βιβλία όλων των βαθμίδων, ακόμα και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης]. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται, μάλιστα, σε μια σύγκρουση ιδεών, αλλά αποτελεί και μια αντιπαράθεση επιρροής και ισχύος, διότι η συνεργασία ορισμένων «αποδομιστών» με κάποιες «δεξαμενές σκέψης» οδηγεί στην ταύτιση αυτής της συγκεκριμένης ακαδημαϊκής ομάδας με τις πολιτικές που, με επιθετικό τρόπο, υποστηρίζουν αυτές οι «δεξαμενές», στο εσωτερικό των ελληνικών κυβερνήσεων και του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Αυτές οι θέσεις αφορούν στις ελληνο-τουρκικές, τις ελληνο-αμερικανικές και τις ελληνο-βαλκανικές σχέσεις.

Το βασικό μέλημα των αποδομιστών δεν είναι τόσο η επισήμανση των ιστορικών γεγονότων και δεδομένων, όσο η κατεδάφιση των συγγραφέων που έχουν προτείνει συγκεκριμένες ερμηνείες αυτών των γεγονότων. Αυτή η αντίληψη αναδεικνύεται με ενάργεια στους δύο τόμους που εξεδόθησαν υπό την αιγίδα του «Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών» του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών», Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (1833-2002), Αθήνα, 2004, τόμοι Α΄-Β΄. Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι το άρθρο του καθηγητή Αντώνη Λιάκου, «Το ζήτημα της “συνέχειας” στη νεοελληνική ιστοριογραφία». Ουσιαστικά, ο συγκεκριμένος συγγραφέας προσπαθεί να δώσει μια αιτιολογημένη εξέλιξη για την εικόνα που οι Έλληνες είχαν διαμορφώσει για τον εαυτό τους και διαπιστώνει ότι αυτή η εικόνα έχει εξελιχθεί μέσα από δύο στάδια, ενώ τώρα έχει εισέλθει σε ένα τρίτο.

Ο Καραμπελιάς αντιτάσσεται στη σχηματική αντίληψη της παρουσίασης του Λιάκου, ο οποίος επιχειρεί να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν αντιληπτά τα ιστορικά φαινόμενα στις διαφορετικές εποχές. Ενώ ο Καραμπελιάς, από την πλευρά του, παραδέχεται την ανάγκη μιας κριτικής ανάλυσης των αντιλήψεων των ιστορικών των προηγούμενων γενεών, ο Λιάκος επιχειρεί να αρνηθεί τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι και ο ίδιος εξίσου περιορισμένος με τις προηγούμενες δύο γενεές μελετητών της ελληνικής αυτο-εικόνας – εξ αιτίας της εμμονής του στην αποδομητική αντίληψη, η οποία, όπως αναγνωρίζει, αρκείται στη μελέτη τού πώς οι προηγούμενες δύο γενεές ερμήνευσαν τη γένεση αυτής της εικόνας. Δεν αναλύει όμως και τη δική του νοοτροπία και προκαταλήψεις, που είναι εντελώς προφανείς, παρ’ όλο που υποστηρίζει πως η μόνη κατάλληλη προσέγγιση στα ιστορικά γεγονότα είναι ακριβώς η ανάλυση των νοοτροπιών! Όντως, ανακαλεί στη μνήμη μας τη ρήση του Χομπσμπάουμ ότι «μόνο οι μαρξιστές μπορούν να μελετήσουν τον εθνικισμό». Από το κείμενο του Λιάκου συνάγεται μια ανάλογη αντίληψη, ότι δηλαδή «μόνο οι αποδομιστές μπορούν να μελετήσουν τον εθνικισμό». Οι ηγεμονικές αξιώσεις και προτάγματα δεν είναι λιγότερο εμφανείς στους σημερινούς αποδομιστές απ’ ό,τι είναι στη μαρξιστική και τις λοιπές ιδεολογίες των κοινωνικών επιστημών.

Αυτά τα ζητήματα θέτει μεταξύ άλλων το βιβλίο –πρόκληση σε προβληματισμό– του Γ. Καραμπελιά, το οποίο εμφανίζεται σε μια εποχή κρίσιμων και συχνά αμφισβητήσιμων αποφάσεων, που αφορούν στις εξωτερικές υποθέσεις, την ελληνική εκπαίδευση και γενικότερα την ελληνική ταυτότητα. Διότι η συζήτηση είχε συρρικνωθεί εξαιρετικά από τις αποδομητικές προσεγγίσεις και από τη διττή επίδραση των «δεξαμενών σκέψης» στην πολιτική, οικονομική και εκπαιδευτική πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας – εν τέλει σε ό,τι αφορά στην ίδια της την εθνική ταυτότητα.

Η ιστορία δεν είναι, και δεν υπήρξε ποτέ, μια κοινωνική επιστήμη που επιδιώκει να θεσπίσει απαραβίαστους κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από τη στιγμή που ο ιστορικός θα κάνει μια τέτοια εσφαλμένη υπόθεση, θα διαμορφώσει ο ίδιος κανόνες που είναι τελείως άχρηστοι είτε ως μέθοδος κωδικοποίησης, είτε ως μέθοδος πρόβλεψης.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η δημοσίευση του βιβλίου του Γ. Καραμπελιά είναι επίκαιρη όχι μόνο από τη σημασία του ως ιστορικού έργου, αλλά και ως μια κριτική θέση που αξίζει κάθε προσοχή από όλους όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία και τον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας και των Ελλήνων.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ