Άρδην τ. 93

Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ: Παλινόρθωση ενός υπερτροφικού ΣΥΝ;

Του Γιώργου Ρακκά από το Άρδην τ. 93

Πριν από μερικές μέρες έλαβε τέλος το πολυαναμενόμενο συνέδριο κομματικής συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με την αντίληψη της ηγεσίας, πραγματοποιήθηκε ένα πολύ ουσιαστικό βήμα για τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, από μέτωπο διαμαρτυρίας, χαλαρά οργανωμένο, με την πολυφωνία των συνιστωσών να κυριαρχεί στο εσωτερικό του, σε κόμμα εξουσίας, ικανό να υλοποιήσει την «κυβέρνηση της αριστεράς». Δηλαδή ενός κόμματος ικανού να αναλάβει τα ηνία της χώρας και να θέσει τέλος στον εφιάλτη του μνημονίου.
Όλα αυτά, βέβαια, στον κόσμο που ζει η ηγεσία, τα στελέχη και ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ. στον μικρόκοσμο του συνεδρίου. Όπου μια πλειοψηφία αναμετρήθηκε με μια καλά οργανωμένη μειοψηφία και παγιώθηκε μια ισορροπία δυνάμεων η οποία είχε ήδη διαφανεί προ πολλού: Με την πλειοψηφία να προσπαθεί να διαμορφώσει τους όρους για μια νέα, κεϋνσιανής εμπνεύσεως, ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που θα υποκαταστήσει το παραπαίον ΠΑΣΟΚ, και τη μειοψηφία να αποπειράται τη συγκρότηση αυτού που έχει στο κεφάλι της ως ριζοσπαστική αριστερά, δηλαδή την έξοδο από το ευρώ και τη στάση πληρωμών, ως στοιχεία μιας κάθετης ρήξης με τους δανειστές, αφετηρία για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.
Στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπουν οι απ’ έξω είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που έζησαν οι μέσα. Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόβλημα το οποίο πλέον είναι τόσο ξεκάθαρο, που μέχρι και ο… Στέλιος Κούλογλου (1) αποφάσισε να μιλήσει για αυτό, ενθυμούμενος τον… πληβειακό πατριωτισμό της εκκετζήδικης νιότης του.
Έτσι, απέξω είδαμε το πιο αποϊδεολογικοποιημένο συνέδριο κόμματος της αριστεράς που διεξήχθη τα τελευταία χρόνια. Ένα συνέδριο όπου τα πάντα εν τέλει αφορούσαν έναν «πόλεμο χαρακωμάτων» που θα διαμορφώσει τις νέες ισορροπίες στο εσωτερικό του νέου πολιτικού σχηματισμού. Υπό αυτή την έννοια, οι πολιτικές-ιδεολογικές διαφωνίες, κι επειδή ακριβώς είναι ξεκομμένες από την παρούσα συγκυρία και αποτελούν έναν αναχρονισμό σε προηγούμενες φάσεις του αντιμνημονιακού κινήματος, έπαιξαν όχι μόνο δευτερεύοντα ρόλο, αλλά στην ουσία λειτούργησαν ως επικοινωνιακά φτιασίδια ενός γραφειοκρατικού πολέμου.
Ο λόγος της ηγεσίας και των πρωτοκλασάτων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να καταντήσει απολύτως αναχρονιστικός. Είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν ρηχό οικονομισμό της πρώτης αντιμνημονιακής περιόδου, όταν η κοινωνία νόμιζε ακόμα πως η έξοδος από την ελληνική κρίση είναι αποκλειστικά ζήτημα κυβερνητικών χειρισμών και όχι μια επίπονη, μακροχρόνια διαδικασία υπέρβασης του παρασιτικού μοντέλου.
Κι όμως, από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι της αποικίας χρέους διαμορφώνοντας νέες συνθήκες στη χώρα μας. Γι’ αυτές δεν ακούμε τίποτα εδώ και καιρό από την ηγεσία και τους κορυφαίους του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε για το τι σημαίνει, τελοσπάντων, αυτή η αποικία χρέους που επικαλείται εν είδει ευφυολογήματος ο Αλέξης Τσίπρας, ούτε το πώς αυτή τη στιγμή η χώρα έχει χωριστεί σε φιλέτα, και συντελείται ένας διακανονισμός μεταξύ δυνάμεων για τον διαμοιρασμό τους (π.χ. οι Γερμανοί τους δήμους και τις τράπεζες, οι Τούρκοι, κύρια, τον τουρισμό, οι Κινέζοι τα λιμάνια και τους σιδηρόδρομους – με τους Αμερικάνους ν’ ασχολούνται προς το παρόν μόνο με το ν’ αποτρέπουν τη διείσδυση των Ρώσων στη χώρα μας). Και, βέβαια, καμία κοινωνική, ταξική ανάλυση για το πώς έχει αναδιαμορφωθεί το κοινωνικό τοπίο έπειτα από τρία χρόνια μνημονίου. Για να μη μιλήσουμε για την εκκωφαντική σιωπή σε σχέση με τις κολοσσιαίες ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή, από την Τουρκία, τη Συρία, μέχρι την Αίγυπτο, και οι οποίες επηρεάζουν σαφώς και άμεσα την Ελλάδα.
Αντί όλων αυτών, ακούμε τις συνήθεις επικλήσεις για την ευημερία των εργαζόμενων τάξεων (σε μια χώρα που ο οικονομικά ανενεργός πληθυσμός είναι πλέον περισσότερος από τον οικονομικά ενεργό), και μια «ομπαμικού» τύπου ρητορική, που κλείνει σε όλες τις δυνατές κλίσεις τις έννοιες «ελπίδα» και «αριστερά», με τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να θεωρούν ότι αρκεί να κάνει κανείς κάτι τέτοιο για ν’ αποκτήσει πολιτικό πρόγραμμα. Τραγωδία…
Το αποτέλεσμα αυτού του γραφειοκρατικοποιημένου και απολίτικου συνεδρίου, έτσι όπως εκδηλώνεται και στη σύνθεση της νέας Κεντρικής Επιτροπής, είναι αρκετά ιδιότυπο.
Στην ουσία πρόκειται για μια αυτομεταμόρφωση του παλαιού Συνασπισμού, από μηχανισμό του 3%, σε μηχανισμό του 25%+, με κύριο μέλημα τη διατήρηση της παλαιάς ιδεολογικο-πολιτικής φυσιογνωμίας, μπολιασμένης με στοιχεία ενός προγράμματος κυβερνησιμότητας. Γι’ αυτό και ο μηχανισμός της ηγεσίας κατάφερε και μπλόκαρε την πρόσβαση στην κεντρική επιτροπή στους περισσότερους  εθνολαϊκούς παράγοντες – είτε προέρχονταν από το παλιό ΠΑΣΟΚ, και μεταγγράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ την τελευταία διετία, είτε τους ανένταχτους πατριώτες της αριστεράς. Γιατί το κύριο διακύβευμα ήταν η διατήρηση της φυσιογνωμίας του μέσα από την αλλαγή – κι άρα τα ξένα στοιχεία, που προέκυψαν από τις πρόσφατες διευρύνσεις, θα έπρεπε να απομονωθούν. Ίσως, στα μυαλά των επιτελών του ΣΥΡΙΖΑ, η σχέση που θέλουν να διαμορφώσουν με όλους αυτούς να είναι, σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, η ιδιότυπη σχέση που είχε πετύχει το ΚΚΕ με τη Λιάνα Κανέλλη: Αυτήν της αιωνίως συνεργαζόμενης, χρήσιμης για την οικοδόμηση ενός διαφορετικού επικοινωνιακού προφίλ στις τηλεοράσεις, αλλά μακριά από οποιαδήποτε βαρύνουσα πολιτική διεργασία, ώστε να προκαλέσει πραγματικές αλλαγές εντός του κόμματος.
Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι πλέον μπορούμε να περιγράψουμε την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, με μια παλινδρομική κίνηση. Προς στιγμήν, από τον Φλεβάρη του 2012 μέχρι και τις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ προσεγγίζει το «κλίμα των πλατειών» και την εθνικοανεξαρτησιακή κοινωνικά ριζοσπαστική τοποθέτησή τους, υιοθετώντας (επιδερμικά, βέβαια) και στοιχεία από τον πολιτικό τους λόγο. Είναι η εποχή της αλματώδους διεύρυνσης, όπου αναλαμβάνει να εκφράσει ένα μέρος (το μεγαλύτερο) από τους αγανακτισμένους. Η πορεία αυτή ολοκληρώνεται εν μέσω δύο εκλογικών αναμετρήσεων κατά τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύει τα ποσοστά του και αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση.
Έκτοτε ξεκινάει η αντίστροφη κίνηση: Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει τον ενθουσιασμό να καταλαγιάσει και παγώνει τις διαθέσεις των ανένταχτων να συμμετάσχουν σε αυτό που περιέγραφε πριν τις εκλογές ως ένα μεγάλο εγχείρημα ανατροπής. Κατά τους μήνες που ακολουθούν, διαμορφώνει ένα αντιπολιτευτικό προφίλ που απομακρύνεται από τις πλατείες και τους δρόμους, επιλέγοντας τον κοινοβουλευτικό και τον τηλεοπτικό στίβο, ενώ ακολουθούν τα ταξίδια στο Βερολίνο και την Ουάσιγκτον, η συνάντηση με τον Σόιμπλε, η ομιλία στο Μπρούκινκς. Και τώρα, επιλέγει να κάνει το συνέδριο σε μια περίοδο κατά την οποία απουσιάζει ο αστάθμητος παράγοντας και ο βαθμός γενικής κοινωνικής κινητοποίησης είναι χαμηλός. Έτσι, όλα είναι παστρικά και τακτοποιημένα για εκείνους που φιλοδοξούν να επιβάλουν μια παλινόρθωση στις γραμμές μιας κοσμοπολίτικης-ευρωπαϊκής κεϋνσιανής σοσιαλδημοκρατίας, με ανύπαρκτες (έως και επικίνδυνες) θέσεις πάνω στη γεωπολιτική και τα εθνικά θέματα της χώρας.
Αυτή η παλινόρθωση κρύβεται πίσω από τις καταγγελίες του Μανώλη Γλέζου, μ’ όλο που εκφράστηκαν στρεβλά, μέσω του ζητήματος των «συνιστωσών».
Οι ιθύνοντες νόες του διευρυμένου ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να βάλουν τη βαθιά κρίση του ελληνικού πολιτικού σκηνικού να δουλέψει για λογαριασμό τους, με τους όρους ενός «κόλπο γκρόσο», αυτού της υποκατάστασης της κεντροαριστεράς (2) από τον ΣΥΡΙΖΑ. Φιλοδοξούν, δηλαδή, να πάνε ένα βήμα παραπέρα – από την ιδεολογική συγκυριαρχία της προηγούμενης περιόδου, στη διαμόρφωση ενός σχήματος διακυβέρνησης.
Το πρόβλημα, βέβαια, έγκειται στο ότι είναι αστείο να συζητά κανείς τη διακυβέρνηση μιας παραπαίουσας αποικίας χρέους με όρους «κεντροαριστερής συναίνεσης». Κυρίως διότι οι «αποπάνω», δηλαδή οι Γερμανοί, δεν έχουν καμία διάθεση για συναινέσεις και παίζουν το χαρτί της ανοιχτής αποικιοποίησης της χώρας, της ξεδιάντροπης εκπτώχευσής της, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συνέπειες. Και, βεβαίως, διότι αυτό το σκηνικό δεν αφήνει κανένα περιθώριο και στους «από κάτω», δηλαδή τον ελληνικό λαό, να διατηρήσουν οποιαδήποτε συναίνεση σε ό,τι συντελείται. Γι’ αυτό και βασικό εργαλείο όλων των κυβερνήσεων που κυβέρνησαν εν μέσω των μνημονίων είναι η κατατρομοκράτηση και ο εκφοβισμός.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι τα πράγματα έχουν πάρει μια τροπή και είναι δύσκολο να μην εξελιχθούν στις γραμμές που προδιαγράφονται. Όταν, δηλαδή, αρνείσαι να βγεις μπροστά και να πάρεις ανοιχτά και τρανταχτά θέση σχετικά με τον γεωπολιτικό χαλασμό που συντελείται τριγύρω μας, αυτό, εκ των πραγμάτων, δεν διευκολύνει τις προσεγγίσεις με τους Αμερικάνους; Εξάλλου αυτοί πάντοτε επεδίωκαν αγαστές σχέσεις με την κεντροαριστερά και κοίταζαν να την προσανατολίσουν σε ρόλο «φυτού εσωτερικού χώρου», δηλαδή να παρουσιάζει μόνο το ανθρώπινο-κοινωνικό της πρόσωπο, μη αμφισβητώντας τα (γεωπολιτικά, τι να κάνουμε;) θεμέλια της κυριαρχίας τους στην ευρύτερή μας περιοχή.
Όμως, στην ελληνική αποικία, χρέους δεν είναι εύκολο να ανθίσουν φυτά εσωτερικού χώρου. Και ενδέχεται η απόπειρά τους να κυβερνήσουν με τέτοια μυαλά να είναι τόσο τραγική όσο ήταν και η αντίστοιχη του Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου, όταν το 2009 προσπάθησε να αναβιώσει μια πράσινη, συμμετοχική κοσμοπολίτικη σοσιαλδημοκρατία. Πήρε την εξουσία με προβάδισμα δέκα μονάδων και μετά έσκασε στα τάρταρα των μνημονίων με διπλάσια ταχύτητα από εκείνην με την οποία ανήλθε στην εξουσία…

Ευρωπαϊκή αριστερά Ο ρόλος των σύμμαχων δυνάμεων
του ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη

Από την πρώτη στιγμή της κρίσης, οι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ διερρήγνυαν τα ιμάτιά  τους, πως η κρίση είναι πανευρωπαϊκή και πως η λύση θα προέλθει από τη συντονισμένη δράση της αριστεράς, μέσω μιας αναμέτρησης των «δυνάμεων της προόδου» με τις συντηρητικές νεοφιλελεύθερες δυνάμεις εντός της Ε.Ε (3).
Η φυσιογνωμία αυτού που ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ εννοεί ως ευρωπαϊκή αριστερά έχει σφραγιστεί κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες από ένα αδήριτο κοινωνιολογικό-πολιτικό γεγονός: Ότι είναι μια δύναμη ενσωματωμένη στο σύστημα, τουλάχιστον από το 1989 και μετά. Ενσωματωμένη σε ό,τι αφορά στην κοινωνική της απήχηση, στα βασικά κοινωνικά υποκείμενα, δηλαδή, που τη στηρίζουν, ενσωματωμένη ιδεολογικά, καθώς δεν βλέπει καμία σοβαρή εναλλακτική στον «υπαρκτό καπιταλισμό» και στην «υπαρκτή παγκοσμιοποίηση» και αγωνίζεται για τον εξανθρωπισμό τους, και ενσωματωμένη πολιτικά, διότι, εξαιτίας της κοινωνικής και ιδεολογικής τους υφής, ήδη έπαιξαν κατά το παρελθόν ενεργό ρόλο στην αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος: είτε στους ιδεολογικούς του μηχανισμούς, είτε συμμετέχοντας ενεργά στους μηχανισμούς συναίνεσης (π.χ. πρόνοια, ΜΚΟ) κ.ο.κ (4).
Η πτώση του 1989 δημιούργησε ένα τεράστιο οραματικό, ηθικό και αξιακό κενό. Μέσα σε αυτό εκκολάφθηκε μια νέα, ιδιότυπη αριστερής πολιτικής μετάλλαξη, η οποία χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από τον «υλισμό της συγκυρίας». Την αξιοποίηση της άρτιας πολιτικής τεχνικής, που κληροδότησε το μεγάλο σχολείο του λενινισμού, για την ανάλυση της πραγματικότητας και την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που αυτή παρέχει στην υπηρεσία των εκάστοτε περιστάσεων. Από το ήδη προβληματικό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», περάσαμε στην άρτια χρήση των μέσων για οποιονδήποτε σκοπό εξυπηρετεί τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα, σ’ έναν διαρκή πόλεμο χαρακωμάτων, πάντα εντός του συστήματος, αφού δεν υπάρχει ριζική προοπτική.

Στον ιδιότυπο «καπιταλιστικό ρεαλισμό» (5) της μετά το 1989 αριστεράς.
Αυτός ο ρεαλισμός, για παράδειγμα, απογείωσε τον Φαούστο Μπερτινόττι, ηγέτη της ιταλικής Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, μια μορφή που περιφερόταν στα παγκόσμια κοινωνικά φόρουμ των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας ως η ελπίδα της «κομμουνιστικής ανασύνθεσης» του 21ου αιώνα, από τις πορείες ενάντια στον πόλεμο του Ιράκ, στην κυβέρνηση συνασπισμού της κεντροαριστεράς, κατά την περίοδο 2007-2009. Όπου και, υπό τη γενική θυμηδία της ιταλικής κοινής γνώμης, κατέληξε να υπερασπίζεται, ως πρόεδρος του ιταλικού κοινοβουλίου, τη… συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν (6)!
Είναι ο ίδιος ρεαλισμός που έκανε τον Γκρέγκορ Γκίζι του γερμανικού Λίνκε να αισθανθεί την ανάγκη να προβεί σε διαβεβαιώσεις προς τον Αμερικανό πρέσβη στη Γερμανία, όπως μας ενημερώνουν οι διαρροές του Ουίκιλικς, ότι οι θέσεις του κόμματός του για μια νέα συμμαχία ασφάλειας, που θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ και θα περιελάμβανε και τη Ρωσία, αποτελούν ένα τακτικό τέχνασμα ώστε να απομονωθούν οι ακραίες φωνές στο εσωτερικό των Λίνκε, οι οποίες ζητούν άμεση, μονομερή αποχώρηση της Γερμανίας από το ΝΑΤΟ (7).
Όμορφος κόσμος, αγγελικά πλασμένος – μοιάζει να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από την εποχή του «Αποστάτη Κάουτσκυ» και του Νόσκε. Διότι αυτός είναι σήμερα ο ρόλος της «ευρωπαϊκής αριστεράς», με την οποία αρέσκεται να συναγελάζεται ο Τσίπρας και οι διερμηνείς του στα ευρωπαϊκά του ταξίδια.
Διότι, στις σημερινές συνθήκες, είναι αδιανόητο να πιστεύει κανείς ότι η επίκληση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και μια πολιτική συμμαχιών με τις αντιπολιτευόμενες προοδευτικές δυνάμεις των ευρωπαϊκών μητροπόλεων θα οδηγούσε την Ελλάδα σε «καλύτερη συμφωνία». Ποιες είναι ακριβώς αυτές; Ο Φρανσουά Ολάντ, ή μήπως το… SPD, που συζητάει για μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό στη Γερμανία, και εν πάση περιπτώσει διαφωνεί μόνο με τον βαθμό και τη σκληρότητα των πολιτικών της Μέρκελ έναντι της Ελλάδας; Διότι, επί της ουσίας, στην αποικιακή φύση της γερμανικής πολιτικής, ταυτίζεται απολύτως (όπως και το αριστερότερό του, Λίνκε, για να μην έχουμε καμία αυταπάτη για τη γερμανική κοινοβουλευτική αντιπολίτευση) και απόδειξη, διά του λόγου το αληθές, είναι πως αμφότερα τα κόμματα συμμετέχουν κανονικότατα στο γερμανικό πρόγραμμα υποστήριξης (διάβαζε λεηλασίας) της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης, το οποίο συντονίζει από τη Θεσσαλονίκη ο διαβόητος Χανς Γιόακιμ Φούχτελ. Τούτο φρόντισε να το εξηγήσει η ίδια η αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ (με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα) κατά τη συνάντησή μαζί του, στο Βερολίνο, πριν από μερικούς μήνες (8).
Κι εδώ, όπως και γενικά, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει πρόβλημα ετεροχρονισμού. Αυτά που ισχυρίζεται περί ευρωπαϊκής αριστεράς είναι περσινά ξινά σταφύλια, καθώς η Ε.Ε. τείνει να μετασχηματίζεται σε οιονεί γερμανική Ευρώπη, με το εθνικό συμφέρον του Βερολίνου ν’ αποτελεί κινητήρια ενοποιητική δύναμη – έστω κι αν αυτό πολύ συχνά επιδιώκεται με υπερεθνικά μέσα, όπως για παράδειγμα το όραμα μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης που ευαγγελίζονται Γερμανοί κοσμοπολίτες, υπεράνω πάσης υποψίας, όπως είναι ο Γιόσκα Φίσερ.
Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, επομένως, νοούμενη με τους όρους που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι δηλαδή ως έμπρακτη αλληλεγγύη των χωρών του Νότου ενάντια στον Γερμανό επικυρίαρχο, αλλά ως αφηρημένη αξία ενός υπερεθνικού οργανισμού, είναι ένα κενό γράμμα. Πολύ χειρότερα, οι δυνάμεις που την ενσαρκώνουν είναι ενσωματωμένες και πολύ συχνά μπορεί κανείς να διακρίνει έναν «νεοϊμπεριαλισμό» με αριστερό προσωπείο, στο όψιμο ενδιαφέρον που εκδηλώνουν διάφοροι παράγοντές της, με χαρακτηριστικότερο, τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ.
Αυτό συνιστά το μεγαλύτερο αδιέξοδο της ευρωπαϊκής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία ο ίδιος έχει επενδύσει τόσα πολλά…

1. Στέλιος Κούλογλου, H χώρα καταρρέει, ρεεεεεε, tvxs.gr, 13/07/2013. Ηλεκτρονική διεύθυνση: goo.gl/iFeCT. Προσπελάστηκε 16/07/2013.

2. Ως προς αυτό, βεβαίως, έχει πολύ μεγάλη σημασία και το γεγονός ότι η ραχοκοκαλιά της ανώτερης βαθμίδας στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την ΚΝΕ και τον Ρήγα της δεκαετίας του 1980, κι έχει ωριμάσει πολιτικά με τον φθόνο ενάντια στο ΠΑΣΟΚ, που υπέκλεψε την αγωνιστική κληρονομιά των προηγούμενων δεκαετιών για να πραγματώσει τη δική του αλλαγή.

3. Ενδεικτικά βλέπε: Α. Λιάκος, «Tο ιστορικό διακύβευμα είναι η δημιουργία μιας νέας ηγεμονίας», Ενθέματα Αυγής, 27.05.2012.

4. Η ενσωμάτωση των εν Ελλάδι αριστερών του ΣΥΝ ήταν η κινητήριος δύναμη που τους οδήγησε σε τόσο έντονη ταύτιση με τον ακραίο εθνομηδενισμό της παγκοσμιοποίησης και του ευρωδιευθυντηρίου. Διότι, στην Ελλάδα, ο θατσερικός μονόδρομος εκδηλώθηκε υπό τη μορφή του σημιτικού εκσυγχρονισμού, που προωθούσε την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων», από την ένταξή μας στο ευρώ και την Ε.Ε. ως την ελληνοτουρκική φιλία. Επειδή, ακριβώς, «άλλος δρόμος δεν υπήρχε» ως προς τον παρασιτικό ευρωκεντρισμό και την εθελοδουλία, γι’ αυτό ακριβώς αυτού του τύπου η αριστερά συγκυριαρχούσε ιδεολογικά, κατά την περίοδο της κυριαρχίας του εκσυγχρονισμού. Και έπαιζε αποφασιστικό ρόλο, όπως έχουμε δείξει στο Άρδην μέσα από εκατοντάδες άρθρα, στη διαμόρφωση της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής.

 5. Για την έννοια του «καπιταλιστικού ρεαλισμού» που χαρακτηρίζει τη «μετά ’89» αριστερά, βλέπε Paul Mason, Why it’s still kicking of everywhere: The new global revolutions, Verso Books, London 2012. Σελ. 28-29.

6. Πέρυ Άντερσον, Μπερλουσκονισμός, εφημερίδα Ρήξη, φ. 53, Μάρτιος 2009.

 7. Απόσπασμα από το: Joachim Jachnow, What’s become of the German Greens?, New Left Review 81, May-June 2013.

8. «Με τον Γερμανό υφυπουργό Εργασίας Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ, εντεταλμένο της καγκελαρίου Μέρκελ για την ελληνογερμανική συνεργασία σε θέματα ανταλλαγής τεχνογνωσίας σε επίπεδο δήμων και περιφερειών, συναντήθηκε το μεσημέρι της Τρίτης ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, ολοκληρώνοντας τις επαφές του στη γερμανική πρωτεύουσα. Όπως διαβεβαίωσαν οι δύο πλευρές, η συνάντηση, την οποία είχε ζητήσει ο Γερμανός υφυπουργός Εργασίας, διεξήχθη σε θετικό κλίμα, με τον κ. Φούχτελ μάλιστα να τη χαρακτηρίζει ουσιαστική. Όπως τόνισε ο υφυπουργός στον Αλέξη Τσίπρα, αυτή η ελληνογερμανική πρωτοβουλία συνεργασίας στηρίζεται από όλα τα κόμματα της γερμανικής βουλής, δηλαδή, και από το Κόμμα της Αριστεράς, που είναι το αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ στη Γερμανία», Ελληνικό τμήμα της Ντόιτσε Βέλε, Συνάντηση Τσίπρα-Φούχτελ στο Βερολίνο, 15/01/2013. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://goo.gl/OTPUk.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*